• Κάποιες σκέψεις για την πολιτική στρατηγική που θα αλλάξει την Ευρώπη

  • Ελιζαμπέτ Γκοτιέ , Βάλτερ Μπάγερ , Χάρης Γολέμης | 04 Dec 13 | Posted under: Στρατηγικές Μετασχηματισμού
  • Εν όψει των ευρωεκλογών του Μαϊου 2014, έχουμε την υποχρέωση να δηλώσουμε δημόσια και με σαφήνεια πώς και προς ποια κατεύθυνση θέλουμε να αλλάξει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι πολιτικές συνέπειες του ευρωσκεπτικισμού και της μείωσης της λαϊκής υποστήριξης στην ΕΕ μπορεί να οδηγήσουν σε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιθυμούμε. Μια απλή απόρριψη της ΕΕ χωρίς εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις ενέχει τον κίνδυνο να αφήσουμε το ευρωπαϊκό πεδίο ελεύθερο στην άκρα δεξιά, η οποία εκμεταλλεύεται το κύμα δυσαρέσκειας που σήμερα τρέχει ταχύτερα απ’ τον άνεμο.

     Η μεγάλη ένταση της κρίσης στην ΕΕ οφείλεται σε δύο λόγους: αφ’ ενός, στη γενικότερη κρίση του «καπιταλισμού των χρηματαγορών» της οποίας αποτελεί μέρος και αφ’ ετέρου, στην αντιδημοκρατική θεσμική αρχιτεκτονική της ίδιας της Ένωσης, δηλαδή στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που στηρίζεται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

     

    Γι’ αυτό το λόγο, ο αγώνας κατά της κρίσης και για την υπεράσπιση των συμφερόντων των λαών απαιτεί την αλλαγή της κοινωνικο-οικονομικής λογικής σε μικροοικονομικό και μακροοικονομικό επίπεδο, καθώς και σε εθνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο. Είναι ένας αγώνας που θα έρθει σε ρήξη με τη λογική του καπιταλισμού των χρηματαγορών και θα στοχεύει στην αναδιανομή του πλούτου και στην αλλαγή των συνθηκών ζωής των μισθωτών, καθώς και στην υπεράσπιση των δημόσιων υπηρεσιών, του δημόσιου τομέα της οικονομίας και των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Όμως, είναι επίσης ένας αγώνας για τον αναπροσανατολισμό της ΕΕ με στόχο τη δημιουργία ενός πεδίου συνεργασίας και δημοκρατικής, κοινωνικής και οικολογικής ανάπτυξης, στην προοπτική ενός δημοκρατικού και σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της Ευρώπης και των εθνικών κρατών.

     

     

    Σε μια πρόσφατη μελέτη, ο Γιαν ιντ Βελντ, επικεφαλής οικονομολόγος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξέτασε τις επιπτώσεις των συντονισμένων πολιτικών λιτότητας που εφαρμόστηκαν στις χώρες της ευρωζώνης από το 2011 έως το 2013. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, αυτές οι πολιτικές ήταν η αιτία της σωρευτικής μείωσης του ΑΕΠ σ’ αυτήν την περίοδο κατά 8% στην Ελλάδα, 6,9 % στην Πορτογαλία, 5,4 % στην Ισπανία, 4,9 % στην Ιταλία, 4,8 % στη Γαλλία, 4,5 % στην Ιρλανδία και 2,6 % στη Γερμανία1. Πρόκειται για μια σημαντική παραδοχή που δείχνει την επείγουσα ανάγκη μιας ριζικής αλλαγής στην επικρατούσα λογική αντιμετώπισης της κρίσης. Οι δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης δείχνουν ότι στις περισσότερες χώρες της ΕΕ υπάρχει γενικώς μια κρίση εκπροσώπησης, που πλήττει κυρίως την σοσιαλδημοκρατία και η οποία συνοδεύεται από λαϊκή οργή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην εκτίναξη προς τα άνω της ακροδεξιάς2. Κάποιες χώρες, μάλιστα, κατέρρευσαν εξ αιτίας των καθεστώτων λιτότητας που τους έχουν επιβάλλει οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και το ΔΝΤ στο πλαίσιο μιας νεοαποικιακής και ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Σε αντίθεση με τις άλλες χώρες, οι δημοσκοπήσεις στη Γερμανία είναι πολύ θετικές για την πολιτική ηγεσία της και τον τρόπο διακυβέρνησης.

    Η απομάκρυνση της ΕΕ από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ολοκλήρωσης προϋποθέτει την αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων τόσο σε κρατικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Έτσι, τα κόμματα που βρίσκονται στα αριστερά των Σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων καλούν τους λαούς της

    Ευρώπης να μην εκφράσουν στις ευρωεκλογές την διαμαρτυρία τους με ένα συμβολικό τρόπο, αλλά υποστηρίζοντας εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που θέλουν να αλλάξουν ριζικά την ΕΕ με τη δράση τους τόσο στα κοινοβούλια όσο και στους δρόμους της Ευρώπης. Η κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας ανοίγει νέους δρόμους για την οικοδόμηση μιας συμμαχίας διάφορων πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δυνάμεων οι οποίες πρέπει να συνεργαστούν με στόχο την επανίδρυση της Ευρώπης, στη βάση της κοινωνικής και οικολογικής αλληλεγγύης, της δημοκρατίας, του φεμινισμού και της ειρήνης.

     

     

    Πώς μπορούμε να βγούμε από την κρίση;

     

    Δεν προκαλεί έκπληξη ότι σ’ αυτή την ιστορική και ασταθή περίοδο προτείνονται διάφορες, αντίθετες μεταξύ τους, εναλλακτικές λύσεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν ότι η έξοδος από τη ζώνη του ευρώ και ενδεχομένως από την ΕΕ θα βοηθούσε μια χώρα στην αντιμετώπιση της κρίσης ή τουλάχιστον στο μετριασμό των επιπτώσεών της. Δεν συμφωνούμε. Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα δεν σημαίνει ότι θα αλλάξει η ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων στο εσωτερικό μιας χώρας ούτε συνεπάγεται την ιδεολογική και πολιτική ήττα του νεοφιλελευθερισμού. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ένα καλό παράδειγμα χώρας με δικό της νόμισμα η οποία, με το πρόσχημα της εξόδου από την κρίση, εφαρμόζει ένα αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας. Η έξοδος από την ευρωζώνη σίγουρα δεν μπορεί να τερματίσει την κρίση σε μια χώρα. Επιπλέον ούτε η διάλυση της ευρωζώνης, η οποία δεν μπορεί να αποκλειστεί λόγω των αντιθέσεων που υπάρχουν κυρίως μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, συνιστά μια προοδευτική εξέλιξη. Ο τρόπος οικοδόμησης της ΟΝΕ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν ένα «λάθος» και γι’ αυτό τότε είχαμε εκφράσει την σφοδρή αντίθεσή μας σ’ αυτήν. Σήμερα, όμως, αν καταργηθεί το ευρώ και διαλυθεί η υποστεί ρήγμα η ΕΕ, τα πράγματα μπορεί να γίνουν ακόμα χειρότερα για τις υποτελείς τάξεις και τους λαούς της Ευρώπης. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα υπάρξει μια παλινδρόμηση σε μια κατάσταση νομισματικών υποτιμήσεων, στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής πάλης μεταξύ διαφόρων χωρών όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τις εσωτερικές υποτιμήσεις. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της πάλης θα είναι η μετατροπή της ταξικής πάλης σε μια πάλη μεταξύ κρατών, η οποία αποτελεί προνομιακό πεδίο για την ακραία και εθνικιστική δεξιά. Γι’ αυτό το λόγο υποστηρίζουμε ότι η έξοδος από την κρίση απαιτεί μια διαφορετική οικονομική και νομισματική πολιτική και μια αλλαγή της ισορροπίας κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

     

    Οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες που γίνονται σήμερα έχουν στόχο να θέσουν ένα τέλος στα μέτρα λιτότητας ώστε να απελευθερωθούν οι λαοί, ιδιαίτερα στη νότια και ανατολική Ευρώπη, από τον ασφυκτικό κλοιό της τρόικας και των χρηματαγορών και με τον τρόπο αυτό να δημιουργηθούν οι συνθήκες για μια οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση3. Η νομισματική πολιτική είναι φυσικά ένα σημαντικό θέμα, αλλά η αναγκαία αλλαγή πρέπει να πάει πολύ πέρα από αυτήν4. Όπως δείχνουν διάφορες σοβαρές μελέτες, στις παρούσες συνθήκες η διάλυση της ευρωζώνης πιθανότατα θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα, ενώ η ΕΕ θα μπορούσε να μειώσει τη δύναμη των χρηματαγορών, εφόσον χρησιμοποιούσε τα μέσα που έχει στη διάθεσή της.

     

    Άρα, τι πρέπει να γίνει; Πρώτον, είναι αναγκαίο να βρεθεί και να εφαρμοστεί μια άμεση λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος του αβάσταχτου και μη βιώσιμου χρέους ορισμένων χωρών. Είναι φανερό ότι μια τέτοια λύση θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό απαιτεί την αντιστροφή της λογικής εξόδου από την κρίση που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα. Δεν πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στη σωτηρία των τραπεζών που βιαστικά θεωρήθηκαν «πολύ μεγάλες για να τις αφήσουμε να καταρρεύσουν», αλλά στην οικονομική και κοινωνική ανάκαμψη. Τα «πακέτα σωτηρίας» της τρόικας δεν έχουν επιλύσει το πρόβλημα του χρέους. Αντίθετα, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα και αλλού, το έχουν επιδεινώσει. Ας μην πέσουμε θύματα μιας νέας ΤΙΝΑ (There Is No Alternative/ Δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση). Ο Αλέξης Τσίπρας διατύπωσε πρόσφατα συγκεκριμένες προτάσεις για το τέλος της καταστροφής που

    προκαλεί το χρέος5, οι οποίες προϋποθέτουν βέβαια ριζικές αλλαγές των ευρωπαϊκών πολιτικών. Θα μπορούσε να γίνει μια Ευρωπαϊκή Σύνοδος για τα χρέη της Ελλάδας και των άλλων PIIGS και γενικώς όλων των χωρών της ΕΕ, η οποία θα έπαιρνε την απόφαση να διαγραφεί ένα μεγάλο μέρος αυτών των χρεών που, σε κάθε περίπτωση, είναι αδύνατο να αποπληρωθούν πλήρως και να συμφωνηθεί η σύνδεση της πληρωμής του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης και άλλες κοινωνικές ρήτρες, οι οποίες θα σταματήσουν την πλήρη αποδιάρθρωση των οικονομιών που έχουν ήδη υποστεί τεράστιες ζημιές.

     

    Η αναγόρευση σε προτεραιότητα της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης σημαίνει τη θέσπιση πολιτικών που προωθούν νέες μορφές πολιτικές αλληλεγγύης και οικολογικής ανάπτυξης. Η ΕΚΤ πρέπει να μεταρρυθμιστεί, έτσι ώστε να χρηματοδοτήσει ένα πρόγραμμα ευρωπαϊκής ανάκαμψης που δεν θα εξαρτάται από τις χρηματαγορές. Επιπλέον, προκειμένου να επιτευχθεί η επιθυμητή οικονομική ανάπτυξη είναι απολύτως αναγκαία η εφαρμογή ενός δίκαιου και αποτελεσματικού δημοσιονομικού συστήματος, που θα προβλέπει τη φορολογία του κεφαλαίου και των κερδοσκοπικών συναλλαγών, που αυξάνονται ταχύτερα από το χρέος6. Ένα νέο «Σχέδιο Μάρσαλ» για την Ευρώπη, όπως αυτό που προτείνει η Συνομοσπονδία Γερμανικών Συνδικάτων (DGB), θα μπορούσε να σημάνει την έναρξη μιας «παραγωγικής ανασυγκρότησης» ειδικά στις χώρες που υποφέρουν περισσότερο από την κρίση. Επιπλέον, μια κοινή πολιτική επαναβιομηχάνισης είναι αναγκαία για όλη την Ευρώπη.

     

    Για την έξοδο από την κρίση, απαιτούνται κάποιες αλλαγές στις σχέσεις παραγωγής που θα έχουν ως βασικό στόχο τη δημιουργία ενός νέου καθεστώτος για τη μισθωτή εργασία, το οποίο θα προβλέπει την αύξηση των μισθών και των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών. Χρειάζεται ένα μεγάλο σχέδιο «οικονομικής δημοκρατίας» που απαιτεί τόσο τον εκ νέου ορισμό του «σκοπού» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, καθώς και του κράτους πρόνοιας σε εθνικό επίπεδο.

    Tο Μανιφέστο της Εναλλακτικής Συνόδου (Alter Summit), που συντάχθηκε με τη συμβολή εκατοντάδων οργανώσεων (συνδικάτων, κινημάτων, δικτύων κλπ), περιέχει κάποια «κοινά και επείγοντα αιτήματα για μια δημοκρατική, οικολογική και φεμινιστική Ευρώπη», τα οποία μπορούν να αποτελέσουν μια χρήσιμη βάση για τη σύνδεση των διαφόρων αγώνων που γίνονται στον ευρωπαϊκό χώρο7.

     

     

    Πώς να εκδημοκρατίσουμε την ΕΕ;

     

    Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί βασίζονται σε Συνθήκες, οι οποίες όχι μόνο επισημοποιούν το θεσμικό πλαίσιο αλλά συνταγματοποιούν επίσης τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο-που έχει σημαντική δύναμη-υπερέχουν έναντι των εθνικών Κοινοβουλίων και του Ευρωκοινοβουλίου. Τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων για την έγκριση των Συνθηκών, όταν και όπου αυτά γίνονται, απλώς αγνοούνται στην περίπτωση που τα αποτελέσματά τους είναι αντίθετα με τις αποφάσεις των παραπάνω ευρωπαϊκών οργάνων.

    Το συγκεκριμένο ευρωπαϊκό σύστημα διακυβέρνησης χαρακτηρίζεται από την εντυπωσιακή αντίφαση μεταξύ αφ’ ενός, της οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης και αφ’ ετέρου, του επικουρικού χαρακτήρα των εθνικών, κοινωνικών πολιτικών.

    Στο πλαίσιο της διαχείρισης της κρίσης, έχουν αυξηθεί οι εντάσεις μεταξύ ενός φεντεραλισμού-που είναι αδύνατον να επιτευχθεί- και ευκαιριακών διμερών σχέσεων. Αυτό όχι μόνο αύξησε ακόμα περισσότερο την υπεροχή της οικονομικά ισχυρότερης χώρας, της Γερμανίας, αλλά περιθωριοποίησε και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, κυρίως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μ’ αυτόν τον τρόπο αναδύεται μια διεθνική ολιγαρχία (με πιο προβεβλημένες πολιτικές προσωπικότητες τους Μόντι, Ντράγκι, Μπαρόζο, Μέρκελ, Σόϊμπλε, Γιούνκερ, Ρεν κ.α). Η ουσιαστική διάλυση του κοινοβουλευτισμού, που εξελίσσεται σε ένα

    αυταρχικό καθεστώς, είναι εγγενές φαινόμενο της συγκεκριμένης μορφής διακυβέρνησης.

    Το κίνημα για την αλλαγή της Ευρώπης πρέπει να αντιμετωπίσει δύο σοβαρά θέματα. Ο εκ νέου ορισμός του τελικού σκοπού της ΕΕ προϋποθέτει την επινόηση μιας νέας δημοκρατικής λογικής που θα εξασφαλίζει τη λαϊκή κυριαρχία, τον σχεδιασμό μια νέας αρχιτεκτονικής και τη συζήτηση για τη θεσμική μορφή της (ένωση εθνών, συνομοσπονδία εθνών, φεντεραλισμός…). Όμως, η αντιμετώπιση της σημερινής τραγικής κατάστασης απαιτεί επείγοντα μέτρα. Έτσι, αυτό που χρειάζεται σήμερα να κάνουμε είναι να εκμεταλλευτούμε όλες τις ρωγμές που μπορούμε να δημιουργήσουμε, όλους τους μοχλούς που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να αλλάξουμε τον συσχετισμό δύναμης εδώ και τώρα.

     

    Η οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή σε μια ή περισσότερες χώρες θα έχει ως συνέπεια μια σύγκρουση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία δεν θα είναι μόνο κοινωνική και πολιτική αλλά θα έχει και έναν άμεσο συντακτικό χαρακτήρα. Οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη θα έχει άμεσες συνέπειες στη λειτουργία των σημερινών ευρωπαϊκών θεσμών και της εξέλιξής τους. Μόλις πραγματοποιηθεί μια αλλαγή στον συσχετισμό των δυνάμεων σε μια ή περισσότερες χώρες, οι δυνάμεις της αλλαγής σε άλλες χώρες θα μπορούσαν να προτείνουν την πραγματοποίηση «Συνελεύσεων για μια άλλη Ευρώπη».

     

    Η ενίσχυση της δύναμης της αριστεράς στο ευρωκοινοβούλιο θα μπορούσε, επίσης, να αλλάξει την κατάσταση αυξάνοντας της δυνατότητες της κοινοβουλευτικής δράσης και τη συνεργασία της με την κοινωνία των πολιτών.

     

     

    Η ευθύνη της αριστεράς

     

    Η εξέταση του συσχετισμού δυνάμεων προϋποθέτει μια κριτική αποτίμηση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Τα αποτελέσματα των εκλογών τις τελευταίες δεκαετίες δείχνουν μια σαφή μείωση της δύναμής της σε όλη αυτή την περίοδο, παρά κάποιες σημαντικές εξαιρέσεις8. Πάντως, είναι σαφές ότι ο γενικότερος συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη Γενικώς είναι προβληματικός. Η λαϊκιστική και εξτρεμιστική δεξιά κατάφερε να γίνει μια μεγάλη πολιτική δύναμη σε αρκετές χώρες, η όσμωση μεταξύ αυτής και της «κλασικής» δεξιάς έχει αυξηθεί, ενώ ορισμένα κόμματα της άκρας δεξιάς περιλαμβάνουν σήμερα στις τάξεις τους εξτρεμιστικές ομάδες που δηλώνουν ανοιχτά ότι είναι ναζί. Τέλος, κάποια πολιτικά συστήματα-όπως, για παράδειγμα αυτό της Ιταλίας-είναι πολύ εύθραυστα και ουδείς γνωρίζει τι θα συμβεί στο μέλλον.

     

    Οι προαναφερθείσες εξελίξεις συνεπάγονται μεγάλες ευθύνες για την αριστερά, γιατί μόνο μια εναλλακτική πρόταση κατά της λιτότητας μπορεί να «αποξηράνει» αυτό το εύφορο για την ακροδεξιά έδαφος. Πρέπει να συναρθρώσουμε τις διαμαρτυρίες και τις εναλλακτικές προτάσεις με έναν αξιόπιστο τρόπο-τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο-έτσι ώστε να καταπολεμήσουμε κάθε εθνικιστική λογική που διαστρεβλώνει το ταξικό περιεχόμενο των αγώνων.

     

     

    Ποιες συμμαχίες χρειάζονται για να αλλάξουμε τον συσχετισμό δυνάμεων

     

    Σφυρηλατώντας την στρατηγική μας, πρέπει να έχουμε υπόψη μας την πολυπλοκότητα της ΕΕ, με δεδομένο ότι αυτή αποτελείται από έθνη κράτη. Αυτό σημαίνει ότι το σχέδιό μας πρέπει να έχει μια πολυδιάστατη δομή. Δεν μπορούμε να αγνοούμε την ύπαρξη αυτής της πολυπλοκότητας. Η πάλη κατά των πολιτικών που έχουν στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας μιας ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι των άλλων, που φέρνουν αντιμέτωπους τους λαούς της Ευρώπης, δεν μπορεί να διεξάγεται μόνο σε εθνικό επίπεδο. Ορισμένες πολιτικές της ΕΕ ανοίγουν ένα παράθυρο ευκαιρίας για την διεξαγωγή κοινών αγώνων, όπως αυτοί που έγιναν στο παρελθόν

    κατά της οδηγίας Μπόλκεσταϊν, αλλά και εκείνων που πρέπει να γίνουν σήμερα κατά των διαπραγματεύσεων για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Η αλήθεια είναι πως δεν είναι εύκολος ο συντονισμός και ο συγχρονισμός των αγώνων που γίνονται σε διάφορες χώρες. Ακόμα και οι συμφωνημένες «κοινές δράσεις» κατά της λιτότητας-που πλήττει τις εργατικές τάξεις και τα λαϊκά στρώματα όλων των ευρωπαϊκών χωρών-διοργανώνονται με μεγάλη δυσκολία. Παρά ταύτα, πρέπει να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για να πετύχουμε τον στόχο σύνδεσης του εθνικού με το ευρωπαϊκό.

     

    Το τοπίο των δυνάμεων που εναντιώνονται στη λιτότητα, ή σε κάποιες πλευρές της. χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλομορφία. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες εξελίξεις στα κοινωνικά κινήματα-το κίνημα των αγανακτισμένων, τα αυτοδιαχειριζόμενα κινήματα αλληλεγγύης (όπως τα κοινωνικά ιατρεία, τα κοινωνικά φαρμακεία και η Αλληλεγγύη για Όλους στην Ελλάδα, οι λαϊκές κουζίνες στην Πορτογαλία κλπ), που όλες συμβάλλουν κατά το δυνατόν στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ΣΕΣ) και οι περισσότερες εθνικές ομοσπονδίες που ανήκουν σ’ αυτήν έχουν απορρίψει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία ΣΕΣ που αυτή αντιτίθεται σε μια Ευρωπαϊκή Συνθήκη9. Το μανιφέστο της Εναλλακτικής Συνόδου (Alter-Summit) δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει σύγκλιση μεταξύ συνδικάτων, κοινωνικών κινημάτων και πολιτικών δυνάμεων10. Αρχίζουν να διαμορφώνονται κοινά ευρωπαϊκά εναλλακτικά σχέδια, όπως π.χ. το νέο «Σχέδιο Μάρσαλ» για τη Νότια Ευρώπη που προτείνει η Γερμανική Συνομοσπονδία Συνδικάτων(DGB).

     

    Στο πολιτικό επίπεδο, ένα καλό παράδειγμα των δυνατοτήτων που υπάρχουν για κοινές ευρωπαϊκές δράσεις προέρχεται από την ομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς/Βόρειας Πράσινης Αριστεράς (GUE/NGL) στο ευρωκοινοβούλιο, που πολλές φορές δραστηριοποιείται σε συνεργασία με εξω-κοινοβουλευτικές κοινωνικές ομάδες. Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση που αξίζει να παρουσιαστεί και να συζητηθεί ευρέως και δημοσίως, την περίοδο πριν από τις επερχόμενες ευρωεκλογές. Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) το οποίο, από την ίδρυσή του το 2004, έγινε σταδιακά ένα σημαντικό σημείο αναφοράς στην ευρωπαϊκή σκηνή, έχοντας αποκτήσει την ικανότητα να δρα ως ευρωπαϊκή πολιτική δύναμη και ταυτόχρονα να κάνει γνωστές στις, γεωγραφικά και πολιτικά διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις που συμμετέχουν σ’ αυτό, τις ιδέες και τις πρακτικές τους με στόχο την ενημέρωση και την αναζήτηση πιθανών συνθέσεων.

     

    Υπάρχουν πολλές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που συμμερίζονται τον κοινό στόχο της αλλαγής της πολιτικής και πολιτιστικής ηγεμονίας στην Ευρώπη. Η επιτυχία της αριστεράς να πετύχει τη ρήξη σε μια ευρωπαϊκή χώρα θα ήταν μια αποφασιστική στιγμή για το μέλλον της Ευρώπης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενεργές πολιτικές δυνάμεις σε άλλες χώρες θα εμπνέονταν από αυτήν και θα αύξαναν την επιρροή τους στο δικό τους τόπο, ορθώνοντας ταυτόχρονα μια ασπίδα αλληλεγγύης και προστασίας της χώρας στην οποία η αριστερά θα κατάφερνε να κερδίσει την κυβερνητική εξουσία.

     

    Στο άμεσο μέλλον, μπορούν να αναπτυχθούν ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που θα συσπειρώνουν τους πολίτες της Ευρώπης με στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ήδη υπάρχει η έκκληση του γαλλικού Αριστερού Μετώπου να δημιουργηθούν «Συνελεύσεις για την Επανίδρυση της ΕΕ» που θα απευθύνονται σε όλες τις πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα κινήματα, τα δίκτυα και τους αιρετούς αντιπροσώπους σε διάφορα επίπεδα που θέλουν να αλλάξουν την Ευρώπη.

     

    Από την πλευρά του, ο Αλέξης Τσίπρας προτείνει να γίνει έκκληση σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων των Πράσινων και ακόμα και των Σοσιαλδημοκρατών, όσων βέβαια δεν πιστεύουν στην ΤΙΝΑ, με στόχο την κατάρτιση και προώθηση ενός κοινού προοδευτικού σχεδίου για την ΕΕ11. Μέσω συλλογικών προσπαθειών αυτού του είδους, με εντάσεις διαφορετικών βαθμών που εξαρτώνται από την χώρα και τον χρόνο, αλλά που πάνε προς

    την ίδια κατεύθυνση, θα προσπαθήσουμε να αλλάξουμε το «πρόγραμμα» της Ευρώπης.


Related articles