• Η Κροατία μετά την ένταξή της στην ΕΕ

  • Στίπε Κούρκοβιτς | 06 Dec 13 | Posted under: Central and Eastern Europe , Κροατία
  • Μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις στην οικονομική πολιτική της Κροατίας, από την ένταξη της στην ΕΕ τον Ιούλιο του 2013 μέχρι σήμερα, είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης όσων δημόσιων αγαθών έχουν απομείνει στη χώρα. 

    Παρότι βρισκόμαστε ακόμη στο στάδιο των ανακοινώσεων, η αποφασιστικότητα της πολιτικής ελίτ να «καθαρίσει το έδαφος» και να πιέσει ώστε να ολοκληρωθεί γρήγορα η μετάβαση προς μια ώριμη καπιταλιστική οικονομία είναι σαφής και ξεκάθαρη. Η κυβέρνηση συνασπισμού, της οποίας ηγούνται οι Σοσιαλδημοκράτες, ανακοίνωσε πρόσφατα την άμεση εκποίηση 28 κρατικών επιχειρήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται περιουσιακά στοιχεία μείζονος σημασίας, ένα δείγμα των οποίων είναι τα λιμάνια Ριέκα, Πλότσε, Ζαντάρ και Σίμπενικ, επτά αεροδρόμια (στις πόλεις Όσιγεκ, Πούλα, Ριέκα, Ζαντάρ, Σπλιτ, Ντουμπρόβνικ και Ζάγκρεμπ), το εθνικό λαχείο, το Κροατικό Ταχυδρομείο, οι εθνικές αερογραμμές CroatiaAirlinesκαι η Πετροκέμια ιν Κουτίνα (PetrokemijainKutina), η μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής τεχνητών λιπασμάτων στην περιοχή.[1]Αυτός ο φιλόδοξος κατάλογος συμπληρώνεται με τα σχέδια εμπορευματοποίησης των αυτοκινητοδρόμων της Κροατίας, δηλαδή την εκχώρηση της διαχείρισής τους σε ιδιωτικές εταιρείες για 40-50 χρόνια, καθώς και με τις δηλώσεις του αντιφατικού δημάρχου του Ζάγκρεμπ, Μίλαν Μπάντιτς, περί επικείμενης αναδιάρθρωσης και ιδιωτικοποίησης εταιρειών που ανήκουν στη μεγάλη δημοτική επιχείρηση  της πόλης, Ζάγκρεμπ Χόλντινγκ. Δεν πρέπει να υποτιμούμε τις ευρύτερες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της εκχώρησης αυτών των αγαθών σε ιδιώτες, δεδομένου ότι η σημασία της πρωτεύουσας για την οικονομία της χώρας είναι μεγάλη: περίπου 1,1 εκατομμύριο από τα 4,4 εκατομμύρια κατοίκους της Κροατίας ζουν στην ευρύτερη περιφέρεια του Ζάγκρεμπ.

     

    Αυτή η πίεση για ιδιωτικοποιήσεις επικουρείται από μια σειρά νέων εργατικών νόμων που ετοιμάζονται και στοχεύουν σε μεγαλύτερη απορρύθμιση και ευελιξία της αγοράς εργασίας, καθώς και από την προώθηση και την αναγωγή τους σε κανονικές εκείνων των μορφών απασχόλησης που μέχρι σήμερα ονομάζονταν άτυπες, οι οποίες ποικίλουν από τη μερική απασχόληση μέχρι την προσωρινή απασχόληση από γραφεία εύρεσης εργασίας.Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν μόνιμες -αλλά, για τον ίδιο λόγο, πλήρως αποτυχημένες-προσπάθειες αλλαγής της νομοθεσίας που διέπει την ανώτατη εκπαίδευση οι οποίες, στο όνομα της «αριστείας», επιδιώκουν τον περιορισμό της αυτονομίας των πανεπιστημίων, αυξάνουν την οικονομική τους εξάρτηση από τα δίδακτρα που εισπράττουν, τα συνδέουν με τη ζήτηση στην αγορά εργασίας και τους επιβάλλουν μοντέλα διοίκησης που αντιγράφουν τους μηχανισμούς της αγοράς.

     

    Η λογική αυτών των πολιτικών προέρχεται κατευθείαν από τη νεοφιλελεύθερη κατήχηση που κυριαρχεί στην οικονομική σκέψη της πολιτικής ελίτ και των περί αυτήν «ειδικών». Οι λύσεις της αγοράς προωθούνται ευρέως ως η μόνη θεραπεία για την οικονομική κατάσταση της Κροατίας, ενώ ο επίσημος δημόσιος λόγος περιλαμβάνει εκκλήσεις στην «επιχειρηματική πρωτοβουλία» και τις ξένες άμεσες επενδύσεις, την αύξηση των οποίων η κυβέρνηση θεωρεί χρέος της να διευκολύνει. Tο γεγονός ότι η Κροατία υφίσταται οικονομική ύφεση για πέμπτο συνεχόμενο έτος, με συνολική μείωση του ΑΕΠ κατά 11,7% την περίοδο της κρίσης 2009-2013[2] η οποία συνοδεύεται από ένα επίσημο ποσοστό ανεργίας που ήταν 16,7% τον Αύγουστο του 2013  (κατά την αιχμή της τουριστικής περιόδου όταν, παραδοσιακά, η ανεργία μειώνεται), ενώ η ανεργία των νέων έφτασε το 52% το δεύτερο τέταρτο του 2013[3] μπορεί, εν μέρει, να εξηγήσει αυτή την επιτάχυνση των προσπαθειών για ολοκλήρωση του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων. Αποτελεί, όμως, και μια βολική στρατηγική νομιμοποίησης των ασκούμενων πολιτικών, καθώς και έναν τρόπο καταστολής της δημόσιας αντιπαράθεσης που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις και την ωφέλεια του επιδιωκόμενου μετασχηματισμού. Έτσι, ο επίσημος  λόγος -και αυτός των κυρίαρχων ΜΜΕ- για την κρίση, την ερμηνεύει ως μια μορφή «κατάστασης εξαίρεσης» κάνοντας έκκληση για άμεσες και ριζικές μεταρρυθμίσεις. Ταυτόχρονα, αποκρύπτει το πολιτικό περιεχόμενο αυτών των μεταρρυθμίσεων και περιορίζει τον δημόσιο διάλογο στο φαινομενικά απλό διοικητικό ζήτημα επιλογής της καταλληλότερης στιγμής για την υλοποίησή τους.

     

    Η αληθοφάνεια αυτών των επιχειρημάτων εξαρτάται πολύ από την έμφαση που δίνεται στον «ανεπαρκή εκσυγχρονισμό» της κροατικής κοινωνίας ως κύριας αιτίας της κρίσης και των σημερινών οικονομικών δυσκολιών. Η πλήρης εφαρμογή των «αναγκαίων αλλά μη δημοφιλών μέτρων» που θα κάνουν την οικονομία της Κροατίας πιο ανταγωνιστική, δηλαδή πιο πλούσια, έχει, σύμφωνα με την επίσημη σοφία, καθυστερήσει πάρα πολύ –με σοβαρές συνέπειες. Ο λόγος της καθυστέρησης είναι μια δήθεν διάχυτη-ακόμη-«σοσιαλιστική νοοτροπία» και η συνεπαγόμενη ροπή στο «λαϊκισμό» που απαντώνται σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Ενάντια σε αυτό το πλαίσιο, οι υπέρμαχοι των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μπορούν έτσι να παίξουν το ρόλο των ηρωικών εκσυγχρονιστών που είναι αποφασισμένοι να κάνουν ότι «είναι αντικειμενικά απαραίτητο», χωρίς υπαναχωρήσεις.

     

    Όμως, μια πιο λεπτομερής εξέταση αυτής της στάσης σύντομα αποκαλύπτει τα, αναμφισβήτητα, λιγότερο ηρωικά κίνητρά της. Η ουσιαστική απουσία σοβαρού ενδιαφέροντος εκ μέρους των Κροατών πολιτικών και ειδικών της οικονομικής ορθοδοξίας για τις δομικές αιτίες της παγκόσμιας κρίσης και, ειδικότερα, για τις δραματικές εκφάνσεις της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις δομικές αδυναμίες  που αποκάλυψε  σχετικά με την οικονομική και θεσμική αρχιτεκτονική της, δε φανερώνει απλώς μυωπία ή ανικανότητα. Αποτελεί σύμπτωμα μιας ιδιόρρυθμης μορφής συλλογικής τύφλωσης η οποία, με τη σειρά της, είναι αποτέλεσμα αυτού που θα ορίζαμε ως «ιδεολογική εξάρτηση».

     

    Η ένταξη στην ΕΕ λειτούργησε επί δεκαετίες ως ένα είδος εσχατολογικής φαντασίωσης  για το κυρίαρχο πολιτικό φαντασιακό της χώρας. Η κρίση χρέους της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1980 και η επακόλουθη κρίση του γιουγκοσλαβικού σχεδίου έκανε τις κροατικές ελίτ (και όχι μόνον αυτές) να επενδύσουν πιο έντονα στον «εξευρωπαϊσμό» ως πανάκεια για όλα τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά δεινά της χώρας[4].  Παρά τις γενικά παραδεκτές εσφαλμένες θέσεις του, που ενίσχυσαν συχνά στο παρελθόν πολλοί από τους σημερινούς νεοφιλελεύθερους επικριτές του, ο κροατικός εθνικισμός ουδέποτε περιέλαβε στην αξιακή του συγκρότηση ένα πραγματικά αυταρχικό σχέδιο. Ο ίδιος ο Τούτζμαν έλεγε συχνά ότι είχε την ιστορική αποστολή να διευκολύνει την «επιστροφή της Κροατίας στην οικογένεια του δυτικού πολιτισμού», όπου φαινομενικά ότι ανέκαθεν ανήκε. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιδιόμορφη, αρχαϊκή ρητορική, το εν λόγω λεκτικό σχήμα μεταφράστηκε αποτελεσματικά σε ένα πρόγραμμα πλήρους καπιταλιστικής παλινόρθωσης και συμμετοχής στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ο εθνικισμός θα το καθιστούσε δυνατό αποκόπτοντας βίαια όλους τους πολιτικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τα οπισθοδρομικά Βαλκάνια και τη φυλακή της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας, που εμπόδιζε την Κροατία να υλοποιήσει την προ πολλού αναμενόμενη «επιστροφή της στην Ευρώπη». Η πολιτική αποτελεσματικότητα αυτής της αφήγησης επιτεύχθηκε χάρη στην ασύμμετρη ανάπτυξη των Δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας. Την ώρα που εξελισσόταν η κρίση της δεκαετίας του 1980, ακόμη και πολλά μέλη της Λίγκας Κομμουνιστών της Σλοβενίας και της Κροατίας, που ήταν οι πιο ανεπτυγμένες οικονομικά δημοκρατίες, θεωρούσαν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό ως μια απαράδεκτη και παρασιτική αποστράγγιση των πόρων που με κόπο είχαν συγκεντρώσει. Ο οικονομικός (πρωτο)εθνικισμός σύντομα απέκτησε ολοκληρωμένη ιδεολογία και πολιτική έκφραση, καθώς η απειλή ενός νέου συγκεντρωτισμού και απώλειας της αυτονομίας της Κροατίας (την οποία προωθούσαν, μεταξύ άλλων, το ΔΝΤ και η ΕΕ), εξαιτίας της πολιτικής του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, που και αυτός χρησιμοποίησε τον επανεμφανιζόμενο σερβικό εθνικισμό για να καταλάβει την εξουσία, γινόταν όλο και πιο αισθητή.

    Ο κροατικός εθνικισμός κατάφερε όντως να αποκόψει τους δεσμούς της χώρας με τη Γιουγκοσλαβία[5], αλλά όταν ήταν πια προφανές ότι ο Τούτζμαν οδηγούσε την Κροατία σε μια περίπου διεθνή απομόνωση, και όχι σε μια ταχεία ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η απήχηση της πολιτικής του άρχισε να υποχωρεί σημαντικά[6]. Λίγο μετά το θάνατο του Τούτζμαν, το κόμμα του, το HDZ (HrvatskaDemokratskaZajednica: Κροατική Δημοκρατική Ένωση), πλήρωσε το τίμημα αυτής της πολιτικής με την ήττα του στις εκλογές του 2000 από έναν συνασπισμό υπό την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος  (SDP: SocijaldemokratskaPartija) του Ίβιτσα Ράτσαν. Όπως έκαναν έκτοτε όλες οι κυβερνήσεις, έτσι και η κυβέρνηση Ράτσαν θεώρησε ότι ανέλαβε τη ρητή εντολή να ολοκληρώσει το έργο που είχε ξεκινήσει αλλά, ενδεχομένως, μπλοκάρει ο Τούτζμαν, και να οδηγήσει την Κροατία «από τα Βαλκάνια στην Ευρώπη» πετώντας,  στη διαδρομή, το περιττό ιδεολογικό φορτίο. Αν για τον Τούτζμαν η Κροατία έπρεπε, με κάθε κόστος, να εγκαταλείψει το γιουγκοσλαβικό πλαίσιο προκειμένου να εξασφαλίσει την επιστροφή της στην Ευρώπη, είχε έρθει η ώρα να ξεφορτωθεί και τον ωμό εθνικιστικό σωβινισμό του Τούτζμαν σε μια ειρωνική  στροφή της ιστορίας.

     

    Κατά συνέπεια, η πολιτική του Ράτσαν εξακολουθεί να θεωρείται από το ευρύ κοινό ως μια αποφασιστική «φιλοευρωπαϊκή» στροφή στον πολιτικό προσανατολισμό της Κροατίας. Παρά το γεγονός ότι εφθάρη από μικροσυγκρούσεις εντός του κυβερνητικού συνασπισμού που φαίνονταν ατελείωτες (οι οποίες ενδεχομένως συνέβαλαν στην εκλογική του ήττα το 2003 από το αναθεωρημένο και «εξευρωπαϊσμένο» HDZ, του οποίου ηγείτο ο Ίβο Σάναντερ), σ’ αυτήν την περίοδο άλλαξε η οικονομική τύχη της χώρας, με την έναρξη μιας φάσης συνεχούς μεγέθυνσης, κατά την οποία η μέση αύξηση του ΑΕΠ, την περίοδο 2000-2008, δηλαδή λίγο πριν από την κρίση[7]. Αυτή η τάση η οποία συνδεόταν με τη συνεχόμενη εξάπλωση της κατανάλωσης που τροφοδοτούσε η πίστωση, γνώρισε μια απότομη διακοπή όταν οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έπληξαν την Κροατία το 2009 και το ΑΕΠ της μειώθηκε κατά 6.9%.

     

    Η προ-κρίσης περίοδος της τροφοδοτούμενης από το χρέος μεγέθυνσης, σε συνδυασμό με την προοπτική της ένταξης στην ΕΕ (και τη μελλοντική ευημερία που συνδεόταν με αυτήν) οδήγησε στην απερίσκεπτη παράβλεψη των δομικών αδυναμιών της κροατικής οικονομίας: πάνω απ’ όλα, της ευπάθειας και των κινδύνων που ενδημούν σε ένα μοντέλο ανάπτυξης το οποίο στηρίζεται στον εξωτερικό δανεισμό και την κατανάλωση, ένα υπερτιμημένο νόμισμα που είναι ουσιαστικά συνδεδεμένο με το ευρώ, το συνεπαγόμενο διαρκές έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου και τη συνεχή αποβιομηχάνιση. Και, μαζί με όλα αυτά, την υψηλή ανεργία, τη διαρκώς αυξανόμενη ανισότητα, τη συνεχή αποσάθρωση των κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων και έναν όλο και πιο χρεωμένο πληθυσμό. Όταν η μεγέθυνση σταμάτησε, όλα αυτά τα προβλήματα αναδύθηκαν στην επιφάνεια. Σε αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, η αποφασιστικότητα των εκπροσώπων του καθεστώτος να ακολουθήσουν επιθετικές πολιτικές, η εφαρμογή των οποίων έδειχνε λιγότερο επείγουσα σε συνθήκες συνεχούς μεγέθυνσης και οι οποίες είχαν μερικώς αποκλειστεί εξαιτίας των αρνητικών εκλογικών συνεπειών που θα είχαν για τους εισηγητές τους. Επιπλέον, ο στόχος της ένταξης στην ΕΕ, που τόσον καιρό χρησίμευε ως η έσχατη νομιμοποίηση κάθε κοινωνικο-οικονομικής πολιτικής, τώρα έχει τυπικά επιτευχθεί. Όμως αυτό ενέχει άλλους κινδύνους. Μια από τις κύριες αρετές της αφήγησης για την ευρωπαϊκή ένταξη ήταν η τεράστια δυνατότητά της να κατασκευάζει συναίνεση προβάλλοντας τα επιθυμητά και/ή τα υποσχόμενα αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε ένα μέλλον που βρισκόταν πέρα από το κατώφλι της ένταξης στην ΕΕ, και έτσι-εξ ορισμού-πέρα από τη δυνατότητα άμεσης διάψευσης από την εμπειρία.                  Με το «μέλλον» να έχει πλέον γίνει παρόν, η ηγεμονική αποτελεσματικότητα αυτής της αφήγησης αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της διάσπασης υπό την πίεση της διάχυτης απογοήτευσης. Το ότι η Κροατία μπήκε στην ΕΕ την ώρα της πιο σοβαρής κρίσης που η δεύτερη έχει ποτέ γνωρίσει, με ατελείωτους κύκλους λιτότητας μπροστά της, μόνο να επιταχύνει μπορεί αυτήν τη διαδικασία.   

     

    Η «πολιτική ελίτ» και οι καθεστωτικοί εμπειρογνώμονες της Κροατίας πενθούσαν για την άνοδο του «ευρω-σκεπτικισμού» στον πληθυσμό, πριν ακόμη από την ένταξη στην ΕΕ. Ίσως, όμως, θα ήταν πιο σωστό να μιλάμε για «ευρω-φαταλισμό», δεδομένου ότι (μέχρι στιγμής) έχει πάρει κυρίως τη μορφή κυνικής παραίτησης. Ο όρος «ευρω-φαταλισμός» φαίνεται να αφορά και την επικρατούσα στάση του ίδιου του καθεστώτος, αφού ο προηγούμενος «φιλοευρωπαϊκός» λόγος εκτοπίζεται όλο και περισσότερο από τη συνεχή δημόσια αναφορά στην αναπόφευκτη συμμόρφωση με τις πολιτικές επιταγές των Βρυξελών. Παρά την δριμεία ρητορική τους, οι εκπρόσωποι των περαιτέρω νεοφιλελεύθερων «μεταρρυθμίσεων» έρχονται, εν τέλει, σε αντίθεση με τις δικές τους προληπτικές ενεργητικές πολιτικές όταν παρουσιάζονται ως απλοί διαχειριστές και τοπικοί υπεύθυνοι για την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών που παίρνουν από τους ανωτέρους τους. Δε μας εκπλήσσει λοιπόν ότι αυτή η οξεία αντίφαση έχει ως αποτέλεσμα οι πολίτες να τηρούν μια κυνική στάση απέναντι στις πολιτικές διαδικασίες. 

     

    Όμως, ο κυνισμός και η «παθητική συναίνεση» θα μπορούσαν πολύ γρήγορα να δώσουν τη θέση τους σε ενεργές προκλήσεις απέναντι στο κατεστημένο. Ακόμη κι αν ο στόχος της είναι η κοινωνική ειρήνη, η φράση «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση!» ενέχει τον κίνδυνο να πυροδοτήσει εξεγέρσεις, εξαιτίας των αντιδημοκρατικών συνεπειών της και μόνο. Η σημερινή επιθετική πολιτική μπορεί επίσης να είναι και μια προσπάθεια πρόληψης παρόμοιων εξελίξεων και άντλησης από την αφήγηση του «εξευρωπαϊσμού» του τελευταίου ίχνους ιδεολογικής νομιμοποίησης που μπορεί να προσφέρει, ώστε τα αντι-ηγεμονικά σχέδια να μην προλάβουν να συγκροτηθούν και να δυναμώσουν. Η πιθανή κατάρρευση της αφήγησης του «εξευρωπαϊσμού» θα επιτρέψει την ανάδυση ανταγωνιστικών αφηγήσεων. Αυτό θα αποτελέσει, ασφαλώς, μια ευκαιρία για την αριστερά, αλλά φέρει και κινδύνους που δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Μια ματιά στις εξελίξεις των γειτονικών χωρών αποκαλύπτει τουλάχιστον δυο σενάρια.

     

    Στην Ουγγαρία, η κρίση έφερε στην εξουσία το Φιντέζ του Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος  αξιοποίησε κατάλληλα τα διάχυτα αισθήματα ξενοφοβίας και εθνικισμού. Μια ανάλογη εξέλιξη στην Κροατία θα σήμαινε ενδεχομένως την επανάληψη των ιδεολογικών απαντήσεων στην κρίση και στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, αυτή τη φορά όμως χωρίς την παρουσία της έτοιμης λύσης που αποτέλεσε η προοπτική της ένταξης στην ΕΕ. Ορισμένοι σχολιαστές θεωρούν ήδη τον πρόεδρο του HDZ Τόμισλαβ Καραμάρκο ως τον καταλληλότερο υποψήφιο για το ρόλο του «Όρμπαν της Κροατίας». Από τότε που νίκησε τον πρόεδρο Γιαντράνκα Κοσόρστην διεκδίκηση της ηγεσίας του κόμματος, το Μάιο του 2012, ο Καραμάρκο προσπάθησε να ενισχύσει εκ νέου το HDZ, που είχε αποδυναμωθεί από την πτώση και σύλληψη –για διαφθορά- του άλλοτε «εκσυγχρονιστή» Ίβο Σάναντερ, κάνοντας έκκληση στις «θεμελιώδεις αξίες» του κόμματος. Οι αξίες αυτές αποτελούν ένα πραγματικό νεο-συντηρητικό μανιφέστο. Επομένως, η πρόσφατη ανάδυση αντισερβικών αισθημάτων, εκστρατειών κατά των ομοφυλόφιλων και αντι-κομμουνιστικής ρητορείας, μπορεί να αποτελεί προάγγελο ακόμα χειρότερων εξελίξεων.    

     

    Η εναλλακτική λύση θα μπορούσε να ονομάζεται «το σενάριο της Σλοβενίας». Σε αντίθεση με τα περισσότερα μετα-σοσιαλιστικά κράτη, η Σλοβενία αρχικά γλίτωσε τη «μεταβατική ύφεση» και τις τρομερές κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις της. Αλλά, από τότε που μπήκε στην ευρωζώνη το 2007, όλα τα κεκτημένα της χώρας αποσαθρώθηκαν πολύ γρήγορα. Σήμερα, αντιμετωπίζει και αυτή τη γνωστή «μεταβατική» λερναία ύδρα της αποβιομηχάνισης, της υψηλής ανεργίας, της αυξανόμενης υπερχρέωσης και της λιτότητας. Τον Οκτώβριο του 2012 ξέσπασαν ταραχές στην πόλη Μάριμπορ, με τις οποίες άρχισε ένα κύμα διαμαρτυριών σε όλη τη χώρα. Οι διαμαρτυρίες διήρκεσαν όλο το 2013 και ίσως να οδήγησαν στην παραίτηση του συντηρητικού πρωθυπουργού Γιάνες Γιάνσα. Παρότι δεν άλλαξαν πολλά από τότε, σε ότι αφορά την πολιτική της  κατεύθυνση, η «σλοβενική εξέγερση» προκάλεσε μια τεκτονική μετατόπιση στο πολιτικό φαντασιακό κάνοντας –για πρώτη φορά από την ανεξαρτησία της Σλοβενίας- ακόμη και τα ΜΜΕ της κυρίαρχης μερίδας να είναι δεκτικά στις κριτικές φωνές μιας αριστεράς που είναι ρητά αντικαπιταλιστική. Κορύφωση –μέχρι στιγμής- αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η συγκρότηση της Πρωτοβουλίας για τον Δημοκρατικό Σοσιαλισμό, την 1η Μαίου 2013.

     

    Ακόμη κι αν οι αριστερές δυνάμεις στην Κροατία είναι ακόμη σχετικά αδύναμες, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν υπήρξε σημαντική πρόοδος τα τελευταία χρόνια. Οι πιο πρόσφατες ανακοινώσεις ιδιωτικοποιήσεων βρήκαν απέναντί τους ένα εχθρικό μέτωπο που περιλαμβάνει συνδικάτα, ΜΚΟ, φεμινιστικές οργανώσεις, ποικίλες ομάδες ακτιβιστών και αριστερούς διανοούμενους. Παρά το γεγονός ότι το αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας δεν έχει αξιολογηθεί και εκκρεμούν ακόμη σοβαρά οργανωτικά ζητήματα, αυτή και παρόμοιες πρωτοβουλίες αποτελούν το πιο κατάλληλο περιβάλλον από το οποίο μπορεί να προκύψει ένα πραγματικά αντι-ηγεμονικό μπλοκ[8].

     

     

     

     

     

     



    [1]http://globus.jutarnji.hr/hrvatska/28-drzavnih-tvrtki-hitno-trazi-kupca

    [2]www.limun.hr/UserDocsImages/RBAnalize_br51_listopad %202013.pdf

    [3]www.business.hr/ekonomija/nezaposlenost-mladih-u-hrvatskoj-52-posto

     

    [4]ΓιαμιααποτίμησητηςιστορίαςτηςένταξηςστηνΕΕτηςευρύτερηςΓιουγκοσλαβίαςβλ.: Andreja Živković, ‘The future lasts a long time: a short history of European integration in ex-Yugoslavia’ www.criticatac.ro/lefteast/the-future-lasts-a-long-time-a-shorthistory-of-european-integration-in-the-ex-yugoslavia-2/

     

    [5] Με υψηλό κόστος για όλους τους πολίτες της, αλλά κυρίως για τη σερβική μειονότητα που είδε τον πληθυσμό της να μειώνεται από  12,2% που ήταν πριν από τον πόλεμο, στο 4,4%.

    [6] Φυσικά, τα εκτεταμένα σκάνδαλα διαφθοράς και οι αρνητικές κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες της «μετάβασης» έπαιξαν το ρόλο τους και συνέβαλαν στην εικόνα που δημιουργήθηκε για το τέλος της διακυβέρνησης Τούτζμαν ως αδιέξοδης.

    [7]http://www.hnb.hr/statistika/h-ekonomski_indikatori.htm

     

    [8]Για μια προσωρινή ιστορία της δημιουργίας της «Κροατικής Νέας Αριστεράς» (CroatianNewLeft), βλ.τα αντίστοιχα κείμενα σε: MichaelKraft (ed.), SozialeK.mpfeinEx-Jugoslawien, Mandelbaum, 2013.

     


Related articles