• Μια βιομηχανική πολιτική για την Ευρώπη

  • Μάριο Πιάντα | 06 Dec 13 | Posted under: Transformative Strategies
  • Μια νέα βιομηχανική πολιτική στην Ευρώπη είναι απαραίτητη για πέντε βασικούς λόγους. Ο πρώτος λόγος έχεις τις ρίζες του στη μακροοικονομία. Η έξοδος από την ύφεση σήμερα απαιτεί σημαντική αύξηση της ζήτησης, που μπορεί να προέλθει από ένα πανευρωπαϊκό επενδυτικό πρόγραμμα.

    Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τις αλλαγές στην οικονομική δομή της Ευρώπης που προκύπτουν λόγω της κρίσης. Οι βιομηχανίες υφίστανται μεγάλες απώλειες, ο περιορισμός του υπερδιογκωμένου χρηματοπιστωτικού τομέα είναι απαραίτητος, ενώ δεν υπάρχουν νέες μεγάλες οικονομικές πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να προσφέρουν χρήσιμα προϊόντα και υπηρεσίες και να δημιουργήσουν απασχόληση. 

     

    Ο τρίτος λόγος είναι ότι μια πανευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική είναι αναγκαία για νααντιστρέψει το κύμα των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων των προηγούμενων δεκαετιών, που απέτυχαν να εξασφαλίσουν ανάπτυξη και απασχόληση.   

     

    Η ανάγκη για μεγαλύτερη συνοχή και μείωση των ανισορροπιών εντός της ΕΕ και μεταξύ των χωρών-μελών της είναι ο τέταρτος λόγος. Οι αλλαγές που συντελούνται τα τελευταία χρόνια στην βιομηχανική δομή της Ευρώπης διερύνουν το χάσμα ανάμεσα σε ένα ισχυρό «κέντρο» και μια «περιφέρεια» που χάνει το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής της παραγωγής. 

     

    Τέλος, μια νέα πανευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική θα μπορούσε να αποτελέσει το σημαντικότερο εργαλείο για την αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης για οικολογικό μετασχηματισμό στην Ευρώπη. Η μετατροπή της Ευρώπης σε ένα βιώσιμο οικονομικά και κοινωνικά χώρο –η μείωση της χρήσης μη-ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η προστασία των οικολογικών συστημάτων, ο περιορισμός της εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων, η διάδοση της ανακύκλωσης και η μείωση των απορριμάτων- πάει πολύ πιο πέρα από την ανάδειξη συγκεκριμένων περιβαλλοντικά φιλικών, νέων δραστηριοτήτων. Πρόκειται για ένα μετασχηματισμό που αφορά το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας. Η βιομηχανική πολιτική μπορεί να αποτελέσει σημαντικό και ευέλικτο εργαλείο για την υλοποίηση αυτών των προτεραιοτήτων. Για να εφαρμοστεί αποτελεσματικά πρέπει να γίνουν νέες θεσμικές ρυθμίσεις, να βρεθούν νέες πηγές χρηματοδότησης, να χρησιμοποιηθούν νέοι μηχανισμοί αξιόπιστης διακυβέρνησης και αποδοτικής λειτουργίας, να δημιουργηθούν νέοι συστηματικοί δεσμοί ανάμεσα στην ΕΕ, τα κράτη και τις τοπικές κοινωνίες και νέες δημοκρατικές διαδικασίες και συμμετοχικές πρακτικές. 

     

    Ύφεση και πόλωση στην Ευρώπη 

     

    Η κρίση του 2008 οδήγησε την Ευρώπη σε ύφεση. Η ευρωπαϊκή ήπειρος χωρίστηκε σε ένα «κέντρο» με οικονομική και πολιτική δύναμη και μια «περιφέρεια» χωρίς πολιτική επιρροή, με μεγάλα δημόσια χρέη, υψηλή ανεργία και καμία ελπίδα για ανάκαμψη. Η πόλωση αυτή είναι προφανής αν κοιτάξουμε τα στοιχεία της Eurostat για τη βιομηχανική παραγωγή. Με έτος βάσης το 2010, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής της Γερμανίας τον Ιούνιο του 2013 ήταν 110,2, της Αυστρίας 105,8, της Δανίας 106 και της Γαλλίας 102,6. Αντίθετα ο δείκτης της Ιταλίας ήταν 96,6, της Ισπανίας 95,5, της Πορτογαλίας 95,3 και της Ελλάδας 93,7 (Eurostat, 2013). Ωστόσο, η σύγκριση με το 2010 δεν λαμβάνει υπόψη τα ποτελέσματα των πρώτων ετών της κρίσης. Η βιομηχανική παραγωγή στην Ιταλία σήμερα είναι κατα 25% χαμηλότερη απ’ ότι το 2008, μια πτώση που χαρακτηρίζει την πλειοψηφία των χωρών της «περιφέρειας» και οδηγεί σε μόνιμη απώλεια παραγωγικού δυναμικού στις περισσότερες βιομηχανίες. Καθώς το «κέντρο» διατηρεί εν πολλοίς την βιομηχανική του βάση και διευρύνει τις εξαγωγές προς την «περιφέρεια», είναι πιθανό να παρατηρηθεί αύξηση των εμπορικών ανισορροπιών στο εσωτερικό της Ευρώπης, οι οποίες μπορούν να αντιμετωπιστούν είτε με τη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας-μείωση των εισοδημάτων και των εισαγωγών-, είτε με ανανέωση των κεφαλαιακών ροών που θα διογκώσουν ακόμα περισσότερο το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος. Και στις δύο περιπτώσεις, η περιφέρεια της Ευρώπης οδεύει προς ένα σπιράλ μείωσης του εισοδήματος, της εργασίας, της παραγωγής και των εξαγωγών. 

     

    Σε ένα μακροοικονομικό περιβάλλον πουεμποδίζει την ενίσχυση της ζήτησης και την αναδιανομή του εισοδήματος, μια γενικευμένη επιστροφή στην ανάπτυξη είναι απίθανη. Χωρίς σημαντική αύξηση της δημόσιας ζήτησης η ύφεση είναι δύσκολο να σταματήσει. Επιπλέον, η επόμενη μέρα ενδέχεται να χαρακτηριστεί από ακόμα πιο πολωμένη παραγωγική δομή, όπου οι αδύναμες χώρες, περιοχές, βιομηχανίες και επιχειρήσεις θα αποδυναμώνονται, και το «κέντρο» θα αντιμετωπίζει χαμηλότερη ζήτηση, ενώ ταυτόχρονα θα μειώνεται η δυνατότητα ανάπτυξης νέων τεχνολογιών και νέων οικονομικών δραστηριοτήτων. Με την επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσης στην Ευρώπη και την οικονομική αδράνεια να επηρεάζει την «περιφέρεια» με διάφορους τρόπους, η αλλαγή του κλίματος πιθανόν να χειροτερεύσει ακόμα περισσότερο. Η Ευρώπη, συνολικά, θα παραμείνει στο παραδοσιακό της πρότυπο=βραδυκίνητες αγορές, εξαιρετικά επιβαρυμένο περιβάλλον και μεγάλες ανισότητες-ενώ άλλες ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες ενδέχεται να κινηθούν γρηγορότερα προς νέα γνώση, νέα προϊόντα και διαδικασίες και νέες πηγές δημιουργίας απασχόλησης που στηρίζονται σε ισχυρότερη ζήτηση. 

     

     

    Πέντε λόγοι για μια νέα βιομηχανική πολιτική 

     

    Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει λόγος να δεχτούμε ένα τέτοιο αποτέλεσμα ως αναπόδραστο. Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με πολλαπλές προκλήσεις: να βάλει τέλος στην ύφεση, να αναβαθμίσει την οικονομική της δομή με νέες δραστηριότητες που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, να διευρύνει την παροχή δημόσιων αγαθών μετά από δεκαετίες ιδιωτικοποιήσεων, να μειώσει την πόλωση που έχει αναπτυχθείανάμεσα στο «κέντρο» και την «περιφέρεια» λόγω της κρίσης, να κινηθεί προς έναν πραγματικά οικολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας. Στην αντιμετώπιση όλων αυτών των προκλήσεων θα μπορούσε να συνεισφέρει ένα σημαντικό, οικείο και αποτελεσματικό εργαλείο- μια νέα πανευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική. 

     

    Hβιομηχανική πολιτική στην Ευρώπη ήταν αυτή που βοήθησε την επιτυχημένη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης από τη δεκαετία του ’50 μέχρι τη δεκαετία του ’70. Στις πρόσφατα βιομηχανοποιημένες χώρες συνδύαζε δημόσιες και ιδιωτικές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη γνώσεων, την απόκτηση τεχνολογικής τεχνογνωσίας, τις επενδύσεις σε νέες δραστηριότητες και την επέκταση σε ξένες αγορές. 

     

    Ωστόσο, τις τελευταίες δύο δεκαετίες η βιομηχανική πολιτική βγήκε εκτός μόδας στην Ευρώπη, όταν οι κυβερνήσεις παρέδωσαντο ρόλο τους ως διαμορφωτές αποφάσεων για την πορεία της οικονομίας στις αγορές-δηλαδή στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες-με κύματα «απελευθερώσεων» και ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων επιχειρήσεων. Οι εφαρμοζόμενες πολιτικές έχασαν την επιλεκτικότητά τους και περιορίστηκαν σε αυτόματους «οριζόντιους» μηχανισμούς, όπως τα διασυνοριακά φορολογικά κίνητρα για έρευνα,ανάπτυξη και απόκτηση νέου μηχανολογικού εξοπλισμού ή τα κίνητρα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές αγαθών. Αυτό κατέληξε σε μια γενικευμένη απώλεια επιλογής πολιτικώνπου αφορούν τη βιομηχανική ανάπτυξη στην Ευρώπη.    

     

     

    Η έλλειψη βιομηχανικής πολιτικής στην Ευρώπη 

     

    Οι πολιτικές της ΕΕ για την ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων της Ένωσης καθορίζονται σήμερα από την στρατηγική “Ευρώπη 2020”, η οποία εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2010 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Το κείμενο αυτό αποτελεί το νέο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη, που αντικατέστησε την Στρατηγική της Λισαβόνας η οποία υποτίθεται ότι θα διαμόρφωνε τις ευρωπαϊκές πολιτικές την προηγούμενη δεκαετία. Στην Στρατηγική της Λισαβόνας η ΕΕ έθεσε τον στόχο «να γίνει η πιο ανταγωνιστική και δυναμική οικονομίατης γνώσης σε όλο τον κόσμο, με βιώσιμη οικονομική μεγέθυνση, περισσότερες και καλύτερες δουλειές και μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή». Επρόκειτο να αναπτυχθεί μια ολοκληρωμένη οικονομική στρατηγική προκειμένου «να προετοιμάσει την μετάβαση σε μια οικονομία και κοινωνία της γνώσης, με καλύτερες πολιτικές για την προώθηση της κοινωνίας της πληροφορίας, την έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και την επίσπευση της διαδικασίας των διαρθρωτικών αλλαγών για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία, την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, τον εκσυγχρονισμό του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, την επένδυση στον άνθρωπο, την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, τη διατήρηση ενός υγιούς οικονομικού μοντέλου με ευνοϊκές προοπτικές για τη μεγέθυνση και την εφαρμογή του κατάλληλου μακροοικονομικού μείγματος πολιτικής». Όπως επισημάνθηκε από τουςLundvallκαιLorenz (2011), μετά την αξιολόγηση του 2004-05- και με δεξιές κυβερνήσεις να διαδέχονται της κεντροαριστερές πλειοψηφίες στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες- η στρατηγική της ΕΕ περιορίστηκε στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών για την απασχόληση και την οικονομική μεγέθυνση. 

     

    Η στρατηγική «Ευρώπη 2020» κινείται στο ίδιο μήκος κύματος ακολουθώντας τρεις προτεραιότητες: την «έξυπνη ανάπτυξη», μια οικονομία βασισμένη στη γνώση και την καινοτομία, τη «βιώσιμη ανάπτυξη», μια πιο «πράσινη» και ανταγωνιστική οικονομία με εξοικονόμηση πόρων, και την «ανάπτυξη ευρέως φάσματος», δηλαδή μια οικονομία με υψηλό ποσοστό απασχόλησης, κοινωνική και εδαφική συνοχή. Μέχρι το 2020 η Ευρώπη πρέπει να πετύχει πέντε «κεντρικούς στόχους» μέσω ενός συνόλου δράσεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά με συγκεκριμένα εργαλεία πολιτικής που είναι μάλλον περιορισμένα. Οκτώ «κομβικές» πρωτοβουλίες συνδέονται με τις βασικές προτεραιότητες για το νέο ξεκίνημα της Ευρώπης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2010a).   

     

    Οι στόχοι που περιγράφονται στη στρατηγική «Ευρώπη 2020» ακολουθούν την πεπατημένη της ατζέντας της Λισαβόνας. Ο στόχος να διατεθεί το 3% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη διατηρείται. Το 2008, οι σχετικές δαπάνες στην ΕΕ-27 ανήλθαν στο 2,1% του ΑΕΠ, με εξαιρετικά άνιση κατανομή μεταξύ των χωρών και καμία ελπίδα σύγκλισης. Από τότε, η ύφεση έχει οδηγήσει σε πτώση των δαπανών και μεγαλύτερες αποκλίσεις. Η καινοτομία θα έπρεπε να στηρίζεται στη δημιουργία ανθρώπινου κεφαλαίου: το ποσοστό των παιδιών που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση πρέπει να είναι μικρότερο του 10% μέχρι το 2020 (ήταν 14,4% το 2009 στην ΕΕ-27) και τουλάχιστον το 40% των μαθητών της νεώτερης γενιάς πρέπει να ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση (32,2% το 2009 στην ΕΕ-27). Και σε αυτή την περίπτωση, η πρόοδος στην επίτευξη αυτών των στόχων υπήρξε εξαιρετικά άνιση και η ύφεση ανέτρεψε όσα θετικά βήματα είχαν γίνει στις χώρες της «περιφέρειας».  

     

    Η στρατηγική περιλαμβάνει μια σειρά από δείκτες, που αρχίζουν από τους στόχους 20/20/20/ για το κλίμα και την ενέργεια που υιοθετήθηκε το 2009 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ο πρώτος δείκτης αναφέρεται στη μείωση της εκπομπής ρύπων κατά 20% μέχρι το 2020 σε σχέση με το 1990 (που μπορεί να γίνει 30% «αν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες»). Το 2009 ο δείκτης αυτός μειώθηκε κατά 17%, κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης η οποία μείωσε σημαντικά την παραγωγή και, συνεπώς, και τις εκπομπές ρύπων. Ο δεύτερος στόχος είναι η κατά 20% μείωση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών (ήταν 10,3% το 2008). Ο τρίτος στόχος είναι η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης κατά 20%, και η μετάβαση προς καθαρά και αποτελεσματικά συστήματα παραγωγής που μπορεί να δημιουργήσουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας.  

     

    Οι δύο “κομβικές” προτεραιότητες που αναφέρονται στην καινοτομία και τη βιομηχανική πολιτική σχετίζονται με την λεγόμενη «Ένωση της Καινοτομίας»(Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2010b) και την «ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική για την εποχή της παγκοσμιοποίησης» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2010 c). Ο στόχος είναι να δημιουργηθούν οι καλύτερες δυνατές συνθήκες ώστε οι επιχειρήσεις να καινοτομήσουν και να αναπτυχθούν, καθώς και να στηριχθεί ο μετασχηματισμός της βιομηχανίας σε μια οικονομία χαμηλής κατανάλωσης άνθρακα. 

     

    Όπως και στην ατζέντα της Λισαβόνας, η βιομηχανική πολιτική στηρίζεται σε μια «οριζόντια» προσέγγιση, τα βασικά εργαλεία της οποίας είναι η δημιουργία υποδομών, η μείωση του κόστους των συναλλαγών στο εσωτερικό της ΕΕ και η δημιουργία του καταλληλότερου δυνατού ρυθμιστικού πλαισίου για την προώθηση του ανταγωνισμού και την πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης. Σημαντικός είναι ο ρόλος που αποδίδεται στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις για την προώθηση της ανάπτυξης και τη δημιουργία απασχόλησης. Τα βασικά ζητήματα περιλαμβάνουν την ανάγκη πάταξης του προστατευτισμού, την αύξηση της κυκλοφορίας των αγαθών, του κεφαλαίου και των προσώπων εντός και εκτός ΕΕ, την οικοδόμηση μιας πιο ανοικτής ενιαίας αγοράς υπηρεσιών και την άντληση θετικών στοιχείων από την παγκοσμιοποίηση. Η στρατηγική αυτή επιβεβαιώνει την απόρριψη, από την πλευρά της ΕΕ, της στοχευμένης βιομηχανικής πολιτικής και των κρατικών ενισχύσεων συγκεκριμένων κλάδων –η οποία ξεκίνησε από τη δεκαετία του ‘80-, με την επιλογή μιας προσέγγισης που βασίζεται στην αγορά. Η ΕΕ εξακολουθεί να θεωρεί τις στοχευμένες βιομηχανικές πολιτικές αναποτελεσματικές, λόγω της δυσκολίας συντονισμού των σχετικών δράσεων και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων (Lerner, 2009).   

     

    Εκτός από ατυχείς στόχους και παραπλανητική προσέγγιση των ζητημάτων, η βιομηχανική πολιτική της ΕΕ στερείται κατάλληλων μηχανισμών διακυβέρνησης, ενώ δεν υπάρχουν σημαντικές πανευρωπαϊκές πηγές χρηματοδότησης διαθέσιμες για τα κράτη μέλη. Επιπλέον, και σε αυτό, όπως και σε άλλα ζητήματα ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, η έλλειψη δημοκρατικών διαδικασιών και ευρείας συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων αναδείχθηκε σε βασική αδυναμία του ισχύοντος μοντέλου ευρωπαϊκής ενοποίησης. 

     

    Όταν ξεκίνησε η κρίση, το 2008, και άρχισαν να επιβάλλονται πολιτικές λιτότητας στις χώρες της ευρωζώνης, η έμφαση στην δημοσιονομική προσαρμογή και τον μακροοικονομικό συντονισμό απεμπόλησε κάθε σοβαρή συζήτηση για τη βιομηχανική πολιτική. Η «Ευρώπη 2020» είναι πλέον απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την νεοφιλελεύθερη άποψη ότι η οικονομική μεγέθυνση μπορεί να προέλθει μέσα από τη λειτουργία των αγορών και ότι η δημοσιονομική προσαρμογή και η μείωση του χρέους δημιουργούν τις κατάλληλότερες συνθήκες για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Το μόνο που προτείνει η «Ευρώπη 2020» είναι η διάθεση περισσότερων πόρων για «τηνπροώθηση της μεγέθυνσης» με έμφαση στην εκπαίδευση, την έρευνα και ανάπτυξη και την καινοτομία εις βάρος των κοινωνικών δαπανών που θεωρούνται μη βιώσιμες (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2010a,2010c).  

     

     

    Πώς μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που παράγεται; 

     

    Χρειαζόμαστε μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση, η οποία θα αντιμετωπίζει συνολικά την κοινή ανάγκη να σταματήσει η ύφεση και να οικοδομηθεί μια βιώσιμη οικονομία σε μια λιγότερο πολωμένη ήπειρο. Οι αποφάσεις για το μέλλον της παραγωγικής δομής της Ευρώπης πρέπει να επιστρέψουν στη δημόσια σφαίρα. 

     

    Οι γενικές αρχές μιας βιομηχανικής πολιτικής είναι αρκετά απλές. Πρέπει να ευνοεί την εξέλιξη της γνώσης, τις τεχνολογίες και την οικονομική δραστηριότητα που βελτιώνει την οικονομική απόδοση, τις κοινωνικές συνθήκες και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Πρέπει να προωθεί δραστηριότητες και βιομηχανίες που χαρακτηρίζονται από μαθησιακές διαδικασίες –τόσο για τα άτομα, όσο και για τους οργανισμούς- γρήγορη τεχνολογική αλλαγή, οικονομίες κλίμακας και αύξηση της ζήτησης και της παραγωγικότητας. Ένας προφανής κατάλογος θα περιλάμβανε δραστηριότητες σχετικές με το περιβάλλον και την ενέργεια, τη γνώση και την πληροφορία, τις τεχνολογίες επικοινωνίας, την υγεία καιτην ευημερία. 

     

    Περιβάλλον και ενέργεια: Το σημερινό βιομηχανικό μοντέλο πρέπει να μετασχηματιστεί πλήρως στην κατεύθυνση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Το τεχνολογικό υπόδειγμα του μέλλοντος θα μπορούσε να στηρίζεται σε «πράσινα» προϊόντα, διαδικασίες και τρόπους οργάνωσης που να χρησιμοποιούν πολύ λιγότερη ενέργεια, τρόπους μεταφοράς πέρα από την κυριαρχία των αυτοκινήτων,και ολοκληρωμένα συστήματα μετακίνησης. Να επενδύει στην επισκευή και τη συντήρηση υπαρχόντων αγαθών και υποδομών και να προστατεύει τη φύση και τον πλανήτη. Μια τέτοια προοπτική δημιουργεί πολλές ευκαιρίες για έρευνα, καινοτομία και νέες οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Αυτές οι σύνθετες, μακροπρόθεσμες προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν από νέες συνεκτικές πολιτικές.  

     

    Γνώση και τεχνολογία της επικοινωνίας: Η αλλαγή σήμερα κυριαρχείται από την δημιουργία ενός νέου υποδείγματος, που να βασίζεται στην τεχνολογία της επικοινωνίας. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε τη δυναμική της για την αύξηση της παραγωγικότητας και χαμηλότερες τιμές, νέα προϊόντα και κοινωνικά οφέλη. Παρ’ όλα αυτά, οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την τεχνολογία της επικοινωνίας και το διαδίκτυο επαναπροσδιορίζουν τα όρια ανάμεσα στην οικονομική και την κοινωνική σφαίρα, όπως φανερώνει η επιτυχία του ανοιχτού λογισμικού, τουcopyleft, καιτηςWikipedia. Η πολιτική πρέπει να προωθεί την καινοτομία ως κοινωνική, συνεργατική και ανοικτή διαδικασία και να αμβλύνει τους περιορισμούς για την πρόσβαση στη διάχυση της γνώσης, αντί να επιβάλλει τους κανόνες για την πνευματική ιδιοκτησία που σχεδιάστηκαν για μια άλλη τεχνολογική εποχή.    

     

    Υγεία και ευημερία: Η Ευρώπη είναι μια ήπειρος που γερνάει. Έχει όμως το καλύτερο σύστημα υγείας στον κόσμο, το οποίο βασίζεται στο γεγονός ότι αποτελεί μια δημόσια υπηρεσία εκτός αγοράς. Η πρόοδος στα συστήματα φροντίδας, τον ιατρικό εξοπλισμό, τις βιοτεχνολογίες, τη γενετική και την φαρμακευτική έρευνα πρέπει να στηρίζεται και να ρυθμίζεται με βάση τις ηθικές και τις κοινωνικές της συνέπειες (όπως στην περίπτωση των μεταλλαγμένων, της κλωνοποίησης, της πρόσβασης σε φάρμακα στις αναπτυσσόμενες χώρες κλπ.). Η κοινωνική καινοτομία μπορεί να επεκτείνεται στις υπηρεσίες φροντίδας με πιο ενεργό ρόλο για τους πολίτες, τους χρήστες και τις ΜΚΟ, τις ανανεωμένες δημόσιες παροχές και νέες μορφές αυτοοργάνωσης.  

     

    Όλα αυτά τα πεδία χαρακτηρίζονται από παραγωγικές διαδικασίες εντάσεως εργασίας και απαιτούν μεσαία ή και υψηλή ειδίκευση, με προοπτική δημιουργίας «καλών» θέσεων εργασίας. 

     

     

    Θεσμοί, διακυβέρνηση και χρηματοδότηση μιας ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής 

     

    Η βιομηχανική πολιτική στηρίχθηκε για χρόνια σε μια σειρά από μηχανισμούς. Από την πλευρά της προσφοράς, οι δημόσιοι πόροι χρηματοδότησαν επιλεγμένη έρευνα και ανάπτυξη, καινοτομία και επενδύσεις. Οι δημόσιες επενδυτικές τράπεζες και οι δημόσιες επιχειρήσεις –καθώς και οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί- έχουν υποστηρίξει καινοτόμες επιχειρήσεις σε κομβικούς κλάδους με δανεισμό και επιχειρηματικό κεφάλαιο και έχουν διαχειριστεί την αναδιάρθρωση σημαντικών παραγωγικών δραστηριοτήτων. Οι δημόσιες, οι κοινωνικές και οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις κατέχουν σημαντικό ρόλο σε τομείς όπως οι οικονομικές δραστηριότητες που στηρίζονται στη γνώση, οι περιβαλλοντικές δράσεις και οι τοπικού χαρακτήρα υπηρεσίες, όπου κυριαρχούν τα δημόσια αγαθά. 

     

    Από την πλευρά της ζήτησης, οι μακροπρόθεσμες δημόσιες συμβάσεις, η οργάνωση και η ρύθμιση των αγορών με προοπτικές ανάπτυξης, η στήριξη και τα κίνητρα σε νέους χρήστες τεχνολογίας έχουν συμβάλλει στην προώθηση της καινοτομίας και των επενδύσεων (Mazzucato, 2013).Παρόμοια εργαλεία έχουν κατα καιρούς προσανατολίσει την παραγωγή και την κατανάλωση σε πιο βιώσιμα μοντέλα. Σε λιγότερες περιπτώσεις, οι πολιτικές αυτές έχουν «χειραφετήσει τους χρήστες» επιτρέποντάς τους συγκεκριμένες χρήσεις της τεχνολογίας που μπορούν να οδηγήσουν σε νέα αγαθά και υπηρεσίες με μεγάλες αγορές. Τέλος, οι εφαρμοζόμενες πολιτικές είχαν στόχο να οικοδομήσουν στενότερες σχέσεις με όλους τους δρώντες σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά τα συστήματα καινοτομίας –επιχειρήσεις, χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, πανεπιστήμια και διαμορφωτές πολιτικής- βοηθώντας τον συντονισμό των αποφάσεων μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων. 

     

    Γενικά, η χρηματοδότηση αυτών των πολιτικώνπροέρχονταν από εθνικές δημόσιες δαπάνες, από τη διάθεση εθνικών πόρων σε κρατικές τράπεζες και επιχειρήσεις, και  από τις χρηματαγορές μέσω έκδοσης ομολόγων με διάφορους βαθμούς δημόσιας εγγύησης.  

     

    Η πρόταση για μια νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική θα μπορούσε να στηριχθεί σ’ αυτές στις εμπειρίες, καθώς και σε πρόσφατες προτάσεις όπως αυτή που κατατέθηκε από τη Συνομοσπονδία Γερμανικών Συνδικάτων (DGB, 2013).Οι θεσμοί που προτείνονται παρακάτω, οι χρηματοδοτικές ρυθμίσεις και οι μηχανισμοί διαχείρισης θα μπορούσαν να συνεξεταστούν. 

     

    Θεσμικές ρυθμίσεις 

     

    Η νέα βιομηχανική πολιτική πρέπει να καθοριστεί στο πλαίσιο της ΕΕ και –αν αυτό κριθεί απαραίτητο- εντός των θεσμών της ευρωζώνης. Αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να συντονιστεί η βιομηχανική πολιτική με την μακροοικονομική, τη νομισματική και τη δημοσιονομική πολιτική, την πολιτική για το εμπόριο και τον ανταγωνισμό και άλλες ευρωπαϊκές πολιτικέςκαι να νομιμοποιηθεί η δημόσια δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο που θα επηρεάζει τις αποφάσεις σχετικά με το τι θα παράγεται (και πως). Μεγάλες αλλαγές χρειάζονται στους ισχύοντες κανονισμούς της ΕΕ, ιδιαίτερα σε εκείνους που αποκλείουν τη δημόσια δράση με την δικαιολογία ότι «στρεβλώνει» τη λειτουργία των αγορών. Η επέκταση των οικονομικών δραστηριοτήτων που οι αγορές δεν είναι σε θέση να αναπτύξουν πρέπει να αποτελέσει σαφή στόχο της πολιτικής της ΕΕ. Επιπλέον, το ευρωπαϊκό επίπεδο είναι κρίσιμο για τη χρηματοδότηση αυτής της πολιτικής (βλ. παρακάτω). Λόγω του ότι αυτή η πολιτική είναι πιθανό να συναντήσει αντιδράσεις από ορισμένες χώρες της ΕΕ, ένας «ευέλικτος κανόνας» είναι απαραίτητος, προκειμένου να εξαιρεθούν οι χώρες που δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν  

     

    Επιπλέον, πρέπει να δημιουργηθεί στενή σύνδεση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή διάσταση –πολιτική συνοχή, προτεραιότητες και χρηματοδότηση- την εθνική διάσταση –οι δημόσιοι φορείς πρέπει να λειτουργούν και να εφαρμόζουν την στρατηγική που σχεδιάζεται- και την τοπική διάσταση –συγκεκριμένοι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς πρέπει να εμπλέκονται στην σύνθετη διαδικασία ανάπτυξης νέων οικονομικών δραστηριοτήτων.  

     

    Οι υπάρχοντες θεσμοί θα μπορούσαν να ανασυγκροτηθούν και να ενσωματωθούν σε μια τέτοια βιομηχανική πολιτική συμπεριλαμβανομένων –σε επίπεδο ΕΕ- των Διαρθρωτικών Ταμείων και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕ). Ωστόσο, ο τρόπος λειτουργίας τους πρέπει να προσαρμοστεί στις διαφορετικές απαιτήσεις του νέου τους ρόλου. Ενώ βραχυπρόθεσμα η προσαρμογή υπαρχόντων θεσμών είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να προχωρήσουμε, μακροπρόθεσμα υπάρχει ανάγκη για ειδικούς θεσμούς –είτε μια Ευρωπαϊκή Δημόσια Επενδυτική Τράπεζα, είτε ένας Ευρωπαϊκός Βιομηχανικός Φορέας- συμβατούς με τον στόχο τουεπαναπροσδιορισμού των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρώπη.  

     

    Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα σύστημα όπου οι κυβερνήσεις της ΕΕ και το Ευρωκοινοβούλιο θα συμφωνούσαν στις κατευθυντήριες γραμμές και τη χρηματοδότηση της βιομηχανικής πολιτικής, καλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να χρησιμοποιήσει κατάλληλα εργαλεία και μηχανισμούς κατανομής δαπανών για την εφαρμογή τους. Σε κάθε χώρα, ένας οργανισμός –είτε υπάρχων, είτε νέος, μια Εθνική Τράπεζα Δημόσιων Επενδύσεων ή ένας ΕΘνικός Βιομηχανικός Φορέας- θα αναλάμβανε τον ρόλο του συντονισμού της εφαρμογής της βιομηχανικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο σε συνεργασία με το αντίστοιχο εθνικό σύστημα καινοτομίας, τους αρμόδιους δημόσιους φορείς, το χρηματοπιστωτικό σύστημα κλπ. Ειδικότεροι φορείς, κοινοπραξίες ή επιχειρήσεις με ευέλικτο χαρακτήρα αλλά ξεκάθαρο δημόσιο προσανατολισμό, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν (ή να προσαρμοστούν σε περίπτωση που ήδη υπάρχουν), για να υλοποιήσουν δράσεις σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο και να αναλάβουν πρωτοβουλίες σε συγκεκριμένα πεδία.  

     

     

     

    Η χρηματοδότηση της βιομηχανικής πολιτικήςων. ﷽﷽﷽﷽﷽οτανικοπικτικ αμβλ αυτ 

     

    Οι πόροι για μια ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική πρέπει να προέλθουν από ευρωπαϊκές πηγές. Όπως αναφέρεται και στην πρόταση τηςDGB «Ένα Σχέδιο Μάρσαλ για την Ευρώπη» (DGB, 2013), θα μπορούσαν να αντληθούν πόροι από τις χρηματοοικονομικές αγς ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽σμός νέου Δημμικές αγονικορές μέσω ενός νέου Δημόσιου Ευρωπαϊκού Οργανισμού. Ο οργανισμός αυτός θα μπορούσε να συγκεντρώνει τα έσοδα από έναν εφάπαξ φόρο στον πλούτο ή από τον νεοεισαχθέντα φόρο στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Τα έσοδα αυτά θα συνέβαλαν ώστε να καλυφθούν οι τόκοι για προγράμματα που δεν είναι κερδοφόρα με όρους αγοράς. Η ρύθμιση αυτή δεν θα επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά των χωρών και θα συνέδεε την πολιτική για τον περιορισμό του χρηματοπιστωτικού τομέα με την πολιτική για τη φορολόγηση των πλουσίων, τη μείωσης της ανισότητας και την βιομηχανική πολιτική, οδηγώντας από κοινού σε νέες οικονομικές δραστηριότητες και νέες θέσεις εργασίας.  

     

    Μια εναλλακτική κατεύθυνση μπορεί να σχεδιαστείμε πιο ενδελεχή αναδιάρθωση της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πολιτικής που θα εισάγει έναν ενιαίο ευρωπαϊκό φόρο στις επιχειρήσεις, εμποδίζοντας έτσι τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ. Ίσως το 15% των εσόδων να κατευθύνοντανστην χρηματοδότηση της βιομηχανικής πολιτικής, των δημόσιων επενδύσεων και τη διάχυση της γνώσης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ τα υπόλοιπα να μεταφέρονταν απευθείας στα ταμεία των χωρών.  

     

    Για τις χώρες της ευρωζώνης, η χρηματοδότηση θα μπορούσε να διανεμηθεί μέσω των μηχανισμών της ΟΝΕ.Η βιομηχανική πολιτική θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί μέσω ευρωομολόγων, μιας νέας Ευρωπαϊκής Δημόσιας Τράπεζας Επενδύσεων που θα δανειζόταν απευθείας από την ΕΚΤ, ή από την ίδια τη ΕΚΤ η οποία θα μπορούσε να παρέχει άμεσα τους αναγκαίους πόρους.   

     

    Επιπλέον, οι ρυθμίσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση θα μπορούσαν να διαφέρουν ανάλογα με το βαθμό της «δημόσιας» παρέμβασης: 

     

    α) το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων πόρων πρέπει να κατευθύνεται σε δημόσιες επενδύσεις και δραστηριότητες εκτός αγοράς –όπως η παροχή δημόσιων αγαθών, οι υποδομές, η γνώση, η παιδεία και η υγεία. 

    β) οι δημόσιοι πόροι και οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις πρέπει να συνδυάζονται με την χρηματοδότηση νέων «στρατηγικών» δρατηριοτήτων στην αγορά, όπως η παροχή δημόσιου κεφαλαίου για αναδυόμενους κλάδους. 

    γ) οι δημόσιες ενισχύσεις μπορούν να αναγκάσουν τις χρηματαγορές να επενδύσουν σε ιδιωτικές εταιρείες και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς για την ανάπτυξη «καλών» δραστηριοτήτων που μπορούν να αποπληρώσουν την επένδυση πιο εύκολα.  

     

    Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη για χρηματοδότηση της βιομηχανικής πολιτικής δεν μπορεί να αιτιολογείται μόνο στη βάση μιας οικονομίστικης λογικήςπερί«επιστροφής των επενδύσεων». Τα οφέλη, με όρους περιβαλλοντικής ποιότητας, κοινωνικής ευημερίας, εδαφικής συνοχής και διάχυσης της ανάπτυξηςπεδο ΕΕ﷽﷽﷽ωνικοον περιβαλλοντικώ πλοανάασε ευρωπαϊκό επίπεδοπρέπει να συνυπολογίζονται, και το κόστος να επιμερίζεται αντίστοιχα.  

     

     

    Το σύστημα διακυβέρνησης 

     

    Οι επιλογές που περιγράφηκαν πιο πάνωσυνδέονται με διαφορετικά μοντέλα διακυβέρνησης. Ως παράδειγμα μπορούμε να υποθέσουμε τη δημιουργία μιας δημόσιας τράπεζας ή ενός οργανισμού επενδύσεων –ας τον ονομάσουμε Οργανισμό Ευρωπαϊκών Δημόσιων Επενδύσεων (ΟΕΔΕ) –και ταυτόχρονα παρόμοιων οργανισμώνΟργανισμοί Εθνικών Δημόσιων Επενδύσεων- σε κάθε χώρα. Ο ευρωπαϊκός οργανισμός θα αναφέρεται στο ευρωκοινοβούλιο, το οποίο θα καθορίζει το διοικητικό του συμβούλιο με εκπροσώπους επιχειρήσεων, ερευνητικών φορέων, συνδικάτων και οργανισμών περιβαλλοντικής προστασίας από την κοινωνία των πολιτών.Δεν θα υπάρχουν «περιστρεφόμενες πόρτες» μεταξύ θεσμών βιομηχανικής πολιτικής, ιδιωτικών εταιρειών και τραπεζών. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός θα μπορούσε να έχει την ευθύνη για τις διαβουλεύσεις με πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς φορείς σε επίπεδο ΕΕ, ενώ η διαμορφούμενη πολιτική θα πρέπει να εγκίνεται από το Ευρωκοινοβούλιο. Κατόπιν, θα διανέμονται οι πόροι και θα αποδίδονται στους εθνικούς φορείς για συγκεκριμένες δράσεις. Οι αποφάσεις πρέπει να χαρακτηρίζονται απόδιαφάνεια, ενώ ο έλεγχος της διαδικασίας αξιολόγησης να προσδιορίζεται κατάλληλα πεδο ΕΕ﷽﷽﷽ωνικοον περιβαλλοντικώ πλο 

     

    Το ίδιο ς﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ περιοχδα που περιγρα΄ι αποφσύστημα διακυβέρνησης θα μπορούσε να εφαρμόζεται και στους εθνικούς φορείς που είναι υπεύθυνοι για τον συντονισμό της πολιτικής σε κάθε χώρα.  

     

    Οι κλάδοι που προσφέρονται για τέτοιου είδους προγράμματα μπορεί να εμπίπτουν στα ευρύτερα πεδία που περιγράφηκαν πιο πάνω. Οι χώρες και οι περιοχές που θα δεχθούν αυτές τις επενδύσεις πρέπει να προσδιοριστούν εξαρχής, με στόχο τον περιορισμό της πόλωσης η οποία αποδυναμώνει την παραγωγική βάση της ευρωπαϊκής «περιφέρειας». Για παράδειγμα, το 75% των πόρων θα μπορούσε να δίνεται στις χώρες της «περιφέρεια»(Ανατολική και Νότια Ευρώπη, και Ιρλανδία). Τουλάχιστον το 50% των πόρων πρέπει να δίνεται στις φτωχότερες περιοχές αυτών των χωρών, ενώ το 25% θα μπορούσε να κατευθύνεται στις φτωχότερες περιοχές των χωρών του «κέντρου» 

     

    Οι πρωτοβουλίες αυτές θα μπορούσαν να στηρίζονται σε ευρεία δημόσια διαβούλευση και δημοκρατική συζήτηση για το τι και το πως παράγεται, έτσι ώστε η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική να αποκτήσει ομοφωνία και αξιοπιστία.  

     

    Το άνοιγμα μια συζήτησης για την βιομηχανική πολιτική στην Ευρώπη αποτελεί επείγον καθήκον. Στο πλαίσιό της πρέπει να κατατεθούν και να συζητηθούν πολλές ιδέες και προτάσεις. Τα πολιτικά εμπόδια για μια τέτοια πολιτική είναι πραγματικά δυσθεώρητα και η εφαρμογή της θα απαιτούσε πολύ μεγάλες αλλαγές.  

     

     

     

     

    Βιβλιογραφία 

    Coriat, Benjamin (2004): Politique de la concurrence et politique industrielle dans l’Union européenne. Un rééquilibrage est-il possible?Les Cahiers français. La Documentation française, Παρίσι 

    DGB (2012): A Marshall Plan for Europe: Proposal by the DGB for an economic stimulus, investment and development programme for Europe, www.dgb.de.  

    European Commission (2010a): Europe 2020. A strategy for smart, sustainable and inclusive growth, COM (2010) 2020 final, Brussels.  

    European Commission (2010b): Innovation Union, COM(2010) 546, Βρυξέλλες 

    European Commission (2010c): An integrated industrial policy for the globalization era, COM (2010) 614, Βρυξέλλες 

    Eurostat (2013): Eurostat newsrelease 121, Industrial production up by 0.7% in euro area, 13 August 2013; epp.eurostat.ec.europa.eu/cache/ITY_PUBLIC/4-13082013-AP/EN/4-13082013-AP-EN.PDF  

    Lerner, Josh (2009) Boulevard of Broken Dreams, Why Public Efforts to Boost Entrepreneurship and Venture Capital Have Failed and What to Do About It, Princeton University Press, Πρίνστον 

    Lundvall, Bengt-Åke and Edward Lorenz (2011): From the Lisbon Strategy to Europe 2020 in: Nathalie Morel, Bruno Palier and Joakim Palme (eds.): Towards a Social Investment Welfare State? Ideas, Policies and Challenges, Policy Press, Μπρίστολ. 

    Pianta, Mario (2010): Industrial and innovation policies in Europein: Andrew and Andreas Botsch (eds.): After the Crisis: Towards a Sustainable Growth Model, Βρυξέλλες, ETUI, 92-95. 9  

    Pianta, Mario andMatteoLucchese(2012): Industrial and innovation policies in the European Union in: Francesco Garibaldo, MirellaBaglioni, Volker Telljohann andCatherine Casey (eds.): Workers, Citizens, Governance: Socio-Cultural Innovation at Work, Βερολίνο, Peter Lang.  

    Rodrik, Dani (2008): Normalizing Industrial Policy, The International Bank for Reconstruction and Development/The World Bank, Commission on Growth and Development, Working Paper, no. 3.  

    Sbilanciamoci (2008): Budgeting for the Future. Building Another Europe. European Economic Policies From a Civil Society Perspective, Ρώμη, Sbilanciamoci, www.sbilanciamoci.org/2008/04/budgeting-for-the-future-building-another-europe/  

    Mario Vivarelli and Mario Pianta, M. (eds.) (2000) The Employment Impact of Innovation, Routledge, Λονδίνο 



Related articles