• The Network of Historians Meeting, Paris, 24 March 2013
  • Προς ένα κοινό ευρωπαϊκό ιστορικό αφήγημα;

  • 16 May 13 Posted under: Iστορία
  • Στις 24 Μαρτίου το Ευρωπαϊκό Τρανσφόρμ! διοργάνωσε μια συζήτηση για το «Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας» (ΣΕΙ), ώστε να ακουστούν κριτικές προσεγγίσεις σχετικά με τη δημόσια χρήση της ιστορίας και κυρίως σχετικά με τη δημιουργία του ΣΕΙ, το οποίο σχεδιάστηκε και χρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2009, έχοντας διακηρύξει ως στόχο τη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας μέσω μιας κοινής αφήγησης της ιστορίας της Ευρώπης. 

    Τη συνάντηση άνοιξε ο Φράνσις Βιρτζ (Επίτιμο μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), θέτοντας μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με το ΣΕΙ, στο συμβούλιο του οποίου συμμετέχει. Επιπλέον, ιστορικοί που συνεργάζονται με το ευρωπαϊκό Τρανσφόρμ! αντάλλαξαν ιδέες με μέλη του διοικητικού του συμβουλίου για το πώς μπορεί να εγκαθιδρυθεί ένα δίκτυο ιστορικών και ποιοι μπορεί να είναι οι στόχοι του δικτύου αυτού, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. 

      

    Το Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας: δημιουργία και στόχοι 

    Το ΣΕΙ είναι παιδί του Χανς Πέτερινγκ, πρώην προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο οποίος από τη θέση του προέδρου επέβλεψε το όλο σχέδιο από τη στιγμή της γέννησης του μέχρι τώρα. Το ότι ο Πέτερινγκ διατελεί επίσης πρόεδρος του ιδρύματος Κόντραντ Αντενάουερ και είναι ενεργό μέλος της Ομάδας Συμφιλίωσης των Ευρωπαϊκών Ιστοριών (Reconciliation of European History Group) και της Πλατφόρμας Ευρωπαϊκής Ιστορίας και Μνήμης (Platform of European History and Conscience) δείχνει ότι το νέο αυτό ευρωπαϊκό ίδρυμα μπορεί να έχει ευρεία πολιτική και διανοητική στήριξη και να στοχεύει «στη δημιουργία ενός τόπου μνήμης, όπου θα αναπτυχθεί η ευρωπαϊκή ιδέα». Με προσωπική πρωτοβουλία του Πέτερινγκ ορίστηκε μια ομάδα οκτώ ειδικών για να σκιαγραφήσει την ιδέα του ΣΕΙ σε ένα κείμενο, το οποίο υιοθετήθηκε χωρίς πολλή συζήτηση από το γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως η επιστημονική κατεύθυνση του προγράμματος. Μπορεί η εκτελεστική επιτροπή του ΣΕΙ να είναι αρκετά πλουραλιστική, αλλά από την άλλη η επιστημονική του επιτροπή είναι αρκετά μονομερής, γεωγραφικά και πολιτισμικά, αφού υπερισχύουν συντηρητικοί ειδικοί, οι οποίοι προέρχονται από την ανατολική Ευρώπη. Δεν αποτελεί έτσι έκπληξη το γεγονός ότι το κείμενο που αποτελεί τη βάση του ΣΕΙ παρουσιάζει μια γραμμική, μη ισορροπημένη ερμηνεία της ιστορίας, τυπική στην παραδοσιακή ιστορία που μας κληροδότησε ο Ψυχρός πόλεμος και ένας τελεολογικός ευρωπαϊσμός. Πολλές από τις ιστορικές ερμηνείες σημαντικών γεγονότων του 20ούαιώνα είναι αν μη τι άλλο συζητήσιμες, αν όχι εντελώς λάθος, αν ιδωθούν από την πλευρά όσων υποστηρίζει η επιστημονική κοινότητα. Επιπλέον, η έκθεση είναι ένα κείμενο που γράφτηκε το 2007, άρα δεν περιλαμβάνει τη βαθιά κρίση του ευρωπαϊκού μοντέλου και του προγράμματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για να μην αναφερθούμε στην παγκοσμιοποίηση. 

     

    Μερικά επιπλέον επιχειρήματα αφορούν τη μεγάλη σημασία που πρέπει να δοθεί στο πώς στοιχειοθετείται διανοητικά και πολιτικά κάθε προσπάθεια να δημιουργηθεί μια «επίσημη ιστορία» της ευρωπαϊκής μνήμης, ιστορία που δεν θα είναι απλώς  παράθεση των επιμέρους εθνικών ιστοριών, αλλά θα τις υπερβαίνει. Η φιλοδοξία του όλου εγχειρήματος του ΣΕΙ ακολουθεί ξεκάθαρα το μοντέλο του Γερμανικού Σπιτιού της Ιστορίας (Haus der Geschichte der Bundesrepublik), το οποίο επιδιώκει να είναι ένας ζωντανός χώρος, όπου λαμβάνουν χώρα πλουραλιστικές συζητήσεις για την ιστορία της Ευρώπης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Το ΣΕΙ είναι αρκετά φιλόδοξο, έχει 50 εκατομμύρια ευρώ προϋπολογισμό, 4.000 τετραγωνικά μέτρα μόνιμων εκθέσεων, 800 τ.μ. προσωρινών, 300 τ.μ. για το κέντρο πληροφόρησης και ένα μεγάλο χώρο συνεδριάσεων, όλα σε μια κεντρική τοποθεσία δίπλα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλες, όπου δίνεται η δυνατότητα σε εκατομμύρια επισκέπτες –κυρίως νέους− να φιλοξενηθούν και να γίνουν κοινωνοί της συγκεκριμένης οπτικής και ερμηνείας της ευρωπαϊκής ιστορίας. Επιπλέον, το ΣΕΙ φιλοδοξεί να γίνει ένας χώρος όπου νέοι ιστορικοί θα πραγματοποιούν την έρευνά τους. 

     

     

      Η συζήτηση και τα συμπεράσματά της

     

    Το πρώτο ερώτημα που συζητήθηκε στη συνάντηση έχει να κάνει με το κατά πόσο ένα τέτοιο σχέδιο είναι αποδεκτό επί της αρχής, και αν ναι, πώς θα διασφαλίζει ότι θα είναι πλουραλιστική και επιστημονικά άρτια η ευρωπαϊκή ιστορία που παρουσιάζει το ΣΕΙ. Συμφωνήθηκε ότι μια επίσημη ιστορία στη βάση ενός επιστημονικού κειμένου όπως αυτού στο οποίο στηρίζεται η μόνιμη έκθεση του μουσείου δεν μπορεί να είναι πραγματικά κριτική, πλουραλιστική και διαλεκτική. Από την άλλη βέβαια, δεν υπάρχει ζήτημα ακύρωσης του εγχειρήματος, αφού βρίσκεται σε τέτοιο στάδιο που τίποτα δεν μπορεί να το σταματήσει. Φαίνεται όμως ότι ακόμη και στο συμβούλιο του ΣΕΙ δεν υπάρχει ομοφωνία πάνω σε θεμελιώδη ερωτήματα. Η προτεραιότητα λοιπόν πρέπει να αφορά την εποικοδομητική συνεισφορά στον διάλογο, ώστε να αποφευχθεί η απομόνωσή μας και οι συζητήσεις σε δευτερεύοντα ζητήματα. Πρέπει να δείξουμε ότι είμαστε έτοιμοι για έναν πραγματικά ανοιχτό διάλογο, ο οποίος μπορεί να μας βοηθήσει να απευθυνθούμε στον κόσμο. Συνεπώς, αποφασίστηκε ότι πρέπει να προκαλέσουμε ένα δημόσιο διάλογο για το ΣΕΙ, ξεκινώντας από το επιστημονικό του κείμενο, το οποίο αποτελεί και το μοναδικό δημόσιο κείμενο, δηλαδή τη «βίβλο» της έκθεσης. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να τεθούν σε επιστημονική συζήτηση κάποιες από τις προφανώς προβληματικές ερμηνείες του κειμένου, χωρίς όμως να γράψουμε ένα άλλο κείμενο. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να ανοίξουμε ένα διάλογο για κάποια κεντρικά και ουσιώδη ζητήματα τα οποία αναφέρονται στο υπάρχον κείμενο. 

     

    Επιπλέον, το θέμα του ΣΕΙ βάζει στο τραπέζι το βασικό ερώτημα, αν πρέπει να υπάρξει μια αριστερή προσέγγιση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και ιστορία. Συμφωνήθηκε ότι η Αριστερά δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη νεοφιλελεύθερη ευρωπαϊκή ενοποίηση, αλλά να συνεισφέρει κριτικά σε αυτήν. Αυτό σημαίνει τουλάχιστον δύο πράγματα: Μια δημόσια ιστορία πρέπει να στηρίζεται στην ιστορική επιστήμη και όχι στη χειραγώγηση του παρελθόντος, σαν αυτή που επιδιώκει το συγκεκριμένο σχέδιο. Μια τέτοια δημόσια ιστορία πρέπει να δείχνει μέσα από ένα πρίσμα πολιτικό, ταξικό, αλλά και αυτό του κοινωνικού φύλου ότι υπάρχει πλήθος προσεγγίσεων και ιστορικών υποκειμένων. Πρέπει επίσης να συμπεριλαμβάνει θέματα που άπτονται της διεθνούς ιστορίας και επικεντρώνονται στην κουλτούρα, στις ανταλλαγές και τις επαφές μεταξύ των ευρωπαϊκών και μη ευρωπαϊκών κοινωνιών – σε αντίθεση με την παλιά, επίσημη, διπλωματική ιστορία των θεσμών, των μεγάλων ηγετών και των ελίτ των μεγάλων κρατών, όπως της Γαλλίας και της Γερμανίας. 

     

    Εν συντομία, φαίνεται ότι το ΣΕΙ χαρακτηρίζεται από μια γενεσιουργό αντίφαση, αφού προσπαθεί να δημιουργήσει μια υπερεθνική ταυτότητα στηριζόμενο σε μια τυπική εθνοκεντρική προσέγγιση της χρήσης της ιστορίας ως πολιτικού μέσου για τη δημιουργία εθνικής ταυτότητας. Ο πραγματικός του στόχος είναι η δημιουργία ενός ιδεολογικού λόγου ο οποίος στοχεύει στην απόκρυψη των προβλημάτων, υπέρ της δημιουργίας μιας κοινής μνήμης και ταυτότητας. Αυτή η πολιτική στρατηγική δεν είναι καινούργια. Μέσω του ελέγχου του παρελθόντος προσπαθεί να ελέγξει το παρόν και το μέλλον του Ευρωπαίου πολίτη σε μια στιγμή κρίσης των πολιτικών συστημάτων αντιπροσώπευσης. Δεν μπορούμε λοιπόν να δεχτούμε την παρουσίαση μιας ενοποιημένης ευρωπαϊκής ιστορίας που έμμεσα στηρίζεται στις αρχές αυτές. Αντιθέτως, πρέπει να δημιουργήσουμε διαλεκτικές, κριτικές και πλουραλιστικές εκδοχές της ευρωπαϊκής ιστορίας. Η συζήτηση χρειάζεται ένα μεθοδολογικό αναστοχασμό εκ μέρους μας για το πώς προσεγγίζουμε την ευρωπαϊκή ιστορία και την ευρωπαϊκή ενοποίηση από μια εναλλακτική και κριτική σκοπιά, κυρίως ως προς τον ρόλο των ιστορικών στις πολιτικές διαμάχες για την κοινή μας μνήμη και ειδικότερα τον ρόλο τους στα εγχειρίδια ιστορίας, στα μουσεία και τα υπόλοιπα δημόσια μέρη ιστορίας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν σκεφτούμε πόσο χρειάζονται κριτικά  εργαλεία και κείμενα οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι θα έρχονται σε καθημερινή βάση αντιμέτωποι με τα ζητήματα αυτά όταν θα επισκέπτονται με τους μαθητές τους το ΣΕΙ. 

     

    Ένα τελευταίο θέμα έχει περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα και σχετίζεται με το πώς το ευρωπαϊκό Τρανσφόρμ! και οι πολιτικοί του σύμμαχοι  μπορούν να συναρθρώσουν ή να προωθήσουν τον διάλογο αυτό μαζί με τους κριτικούς ιστορικούς, που είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν και να συζητήσουν τα ζητήματα σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Το πολιτικό ζητούμενο είναι μεγάλο, αν αναλογιστούμε ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης βρίσκεται στο μέσο μιας καθαρής και ξαφνικής φάσης απονομιμοποίησής της, εξαιτίας των συνεπειών της νεοφιλελεύθερης στροφής της ευρωπαϊκής ενοποίησης κατά τα τελευταία χρόνια. Η στροφή αυτή δεν δείχνει να αντιστρέφεται, αλλά να εντείνεται, με συνέπεια την αποδόμηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου (του κράτους πρόνοιας) για το οποίο εργάστηκε η Αριστερά επί έναν ολόκληρο αιώνα. Συνεπώς, δεν θα είχαμε άδικο αν υποστηρίζαμε ότι το ζήτημα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα. Το ζήτημα δηλαδή της ευρωπαϊκής ιστορίας του 20ού αιώνα, όχι μόνο μέσω της συμβολής της Αριστεράς (Διεθνείς Ταξιαρχίες, Αντίσταση και αντιαποικιοκρατία), αλλά και του τρόπου με τον οποίο διαφορετικά κοινωνικά κινήματα (το εργατικό, το φεμινιστικό κτλ.) πολέμησαν τον φασισμό, τον νεοφιλελευθερισμό και κάθε μορφή καταπίεσης. Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για εμάς, γιατί υπάρχει μια ανοιχτή συζήτηση στο εσωτερικό της Αριστεράς για το είδος του ευρωπαϊκού οικοδομήματος το οποίο πρέπει να προωθήσουμε ή να απορρίψουμε, συμπεριλαμβανόμενης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ. Χρειαζόμαστε λοιπόν μια πλουραλιστική και διαλεκτική προσέγγιση των ερωτημάτων αυτών, για να προωθηθεί μια εμπεριστατωμένη θεωρητική και ιστορική συζήτηση για την παρούσα κατάσταση της δημοκρατίας στην Ευρώπη. 

     

    Συμπερασματικά, ανοίγοντας τη συζήτηση για το ΣΕΙ πρέπει να δεχτούμε ότι αυτή χρειάζεται να είναι μέρος μιας στρατηγικής που θα θέσει τα θεμέλια μιας εναλλακτικής ιστορίας της Ευρώπης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Υπάρχει μια κριτική σε τρία επίπεδα, πάνω στα οποία μπορούμε να στηρίξουμε τη συνεισφορά μας: μεθοδολογικό, επιστημονικό και πολιτικό. Όπως συμφωνήθηκε, η ομάδα πρέπει να δουλέψει πάνω σε ένα σύντομο κείμενο, το οποίο να αποτελέσει τη βάση για να αναπτυχθεί η άποψή μας σε καθένα από τα τρία αυτά επίπεδα όσον αφορά το ΣΕΙ και τα σχετικά με αυτό ζητήματα. Το κείμενο αυτό πρέπει να προσπαθήσει να έχει ευρεία απεύθυνση, ώστε να μπορέσει να συμπεριλάβει τις θέσεις και όσων δεν ήταν παρόντες στη συνάντηση. 

      

     

    Συνέχεια

    Το δίκτυο έχει συμφωνήσει σε τρεις βασικούς στόχους: Άμεσα πρέπει να εδραιωθεί και να ανοιχτεί. Πρέπει να αυξήσουμε τις δυνατότητές μας και να ανοιχτούμε σε κριτικές προσεγγίσεις πάνω στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. 

    Μεσοπρόθεσμα σκεφτόμαστε να διοργανώσουμε σε συνεργασία με αριστερές δομές ένα συνέδριο το οποίο θα πραγματεύεται πώς το ΣΕΙ μπορεί να υιοθετήσει πλουραλιστικές, διαλεκτικές και επιστημονικές προσεγγίσεις για την ιστορία της Ευρώπης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Σκοπός είναι να παραμείνουμε στα πλαίσια των συζητήσεων και των δραστηριοτήτων που γίνονται στα πλαίσια του ΣΕΙ και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για να διαδραματίσουμε ένα ρόλο σε αυτές. 

    Μακροπρόθεσμα, τα μέλη του δικτύου αυτού θα μπορούσαν να διοργανώσουν –μέσω των ιδρυμάτων τους, των πανεπιστημίων ή άλλων φορέων (περιοδικών, ιστοσελίδων, ενώσεων και μουσείων)– μια πανευρωπαϊκή συνάντηση με πολλές ομάδες εργασίας, όπου θα γίνει ενδελεχής συζήτηση πάνω σε ένα βασικό μεθοδολογικό ζήτημα (την «κριτική δημόσια ιστορία») αλλά και πάνω σε βασικά ερωτήματα (όπως «το κόκκινο νήμα») («the red thread»), ώστε με αυτό τον τρόπο να διευρυνθεί και να εδραιωθεί ένα δίκτυο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όσο για τα πανεπιστήμια, το δίκτυο αυτό και το πρόγραμμά του μπορεί να αποτελέσουν το έναυσμα για πρωτοβουλίες που πιθανόν να λάβουν κάποιου είδους δημόσια χρηματοδότηση, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. 


Related articles