• Η προσέγγιση των Ηνωμένων Εθνών με τον ιδιωτικό τομέα − Ένας επικίνδυνος και αντιδημοκρατικός προσανατολισμός

  • 16 May 13
  • Εδώ και κάποιες δεκαετίες, αναπτύσσονται ολοένα και πιο στενές σχέσεις μεταξύ του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και του ιδιωτικού τομέα. Παρόλο που φαίνεται λογικό το γεγονός ένας παγκόσμιος και καθολικός θεσμός, όπως ο ΟΗΕ, να ελέγχει τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, οι οποίες εξ ορισμού ξεφεύγουν των κρατικών ελέγχων, εντούτοις τα τελευταία χρόνια ο Οργανισμός δεν ακολουθεί αυτή την κατεύθυνση.

    Ήδη από το 1992, το σχέδιο του ΟΗΕ για τον Κώδικα Συμπεριφοράς των Διακρατικών Εταιρειών (Δ.Ε.), που καταρτίστηκε το 1982 και προέβλεπε τον σεβασμό από μέρους τους των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών στις χώρες που αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους (1), εγκαταλείφθηκε. Παράλληλα, το Κέντρο των Ηνωμένων Εθνών για τις Διακρατικές Επιχειρήσεις (UNCTC), που είχε χρεωθεί τον έλεγχο αυτής της λειτουργίας, υπό την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών, εξαφανίστηκε. Το γεγονός αυτό σηματοδότησε και το τέλος των βλέψεων των Ηνωμένων Εθνών όσον αφορά τη ρύθμιση των δραστηριοτήτων των διακρατικών εταιρειών. 

    Οι βλέψεις αυτές εμφανίστηκαν πρώτη φορά τη δεκαετία του ’70, με στόχο την ενημέρωση σχετικά με τις καταχρήσεις που διαπράχθηκαν από τις εταιρείες αυτές, καθώς και με σκάνδαλα που αποκαλύφθηκαν (όπως η αποκάλυψη της εμπλοκής της ITT (Διεθνείς Τηλεφωνικές Τηλεγραφικές Βιομηχανίες) στο πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή). Στο ίδιο πλαίσιο, το 1977, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας του ΟΗΕ υιοθέτησε την Τριμερή Διακήρυξη Αρχών για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις και την Κοινωνική Πολιτική. Παρόλο που η Διακήρυξη δεν είχε καμία δεσμευτικότητα, εντούτοις στόχευε στον έλεγχο και στην εποπτεία των κοινωνικών πολιτικών των διακρατικών επιχειρήσεων. 

    Ωστόσο, από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα η στάση του ΟΗΕ απέναντι στις πολυεθνικές επιχειρήσεις δεν χαρακτηρίζεται από πρόθεση εποπτείας των δραστηριοτήτων τους˙ χαρακτηρίζεται μάλλον από πρόθεση συνεργασίας μαζί τους. Η σχέση αυτή όμως, στον βαθμό που έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα, δείχνει να ευνοεί τις επιχειρήσεις παρά τις αρχές και τις αξίες του Οργανισμού. 



    Νεοφιλελεύθερος προσανατολισμός

    Από το 1996, ο τότε γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Μπούτρος Μπούτρος-Γκάλι  μετέφερε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός την επιθυμία του «να συνδεθούν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις πιο στενά με τις διεθνείς αποφάσεις». Ο διάδοχός του Κόφι Ανάν κινήθηκε πιο έντονα στην ίδια κατεύθυνση. Η ανάπτυξη του ΟΗΕ προς φιλελεύθερες οικονομικές κατευθύνσεις φαίνεται σαφώς από την έκθεση του Κόφι Ανάν «Το επιχειρηματικό πνεύμα και η ιδιωτικοποίηση στην υπηρεσία της οικονομικής και βιώσιμης ανάπτυξης» (1998). 

    Τον Ιούλιο του 2000 ο Κόφι Ανάν προώθησε το Παγκόσμιο Οικονομικό  Σύμφωνο του ΟΗΕ (United Nations Global Compact) (2). Το σύμφωνο είχε ως στόχο να προσφέρει στις διακρατικές εταιρείες (που περιγράφονται ως «προνομιούχοι  εταίροι για την ανάπτυξη») μια κεντρική θέση στα Ηνωμένα Έθνη, με αντάλλαγμα τη δέσμευσή τους να τηρούν δέκα αρχές βασισμένες στα ανθρώπινα δικαιώματα, στα πρότυπα εργασίας, στην  καταπολέμηση της διαφθοράς και στον σεβασμό  προς το περιβάλλον (3). Πράγματι, ο Κόφι Ανάν θεώρησε ότι ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να έχει εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών ένα ρόλο σχεδόν ισοδύναμο με εκείνο των κρατών. Ωστόσο, στο σημείο αυτό οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι οι λέξεις «επιχείρηση», «εταιρική φίρμα» ή «εταιρεία» δεν εμφανίζονται ούτε στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ ούτε στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Παρά το γεγονός αυτό, ο ΟΗΕ, μέσω του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, εγκαθίδρυσε μια συνεταιριστική σχέση με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, παρέχοντας κατά αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα στις μεγαλύτερες από αυτές να συμμετέχουν στη ρύθμιση των  παγκόσμιων υποθέσεων. Η έκθεση του ύπατου αρμοστή του ΟΗΕ για τα  ανθρώπινα δικαιώματα με τίτλο «Επιχειρήσεις και  Ανθρώπινα Δικαιώματα» (2000) ακολουθεί την ίδια γραμμή, επιβεβαιώνοντας την ιδέα ότι οι επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα αλληλοενισχύονται. Έφτασε ακόμα στο σημείο να προτείνει την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και από τον σημερινό γενικό  γραμματέα Μπαν Κι Μουν (Ban Ki Moon).

    Το Οικουμενικό Σύμφωνο, που σήμερα συγκεντρώνει 7.000 επιχειρήσεις από 133 χώρες, έχει προκαλέσει δικαιολογημένα έντονη κριτική από τις κοινωνικές ΜΚΟ και τις κινήσεις πολιτών, οι οποίες έχουν επικρίνει αυτή τη συνεργασία σαν ένα ανόητο παζάρι. Πράγματι, η συνεταιριστική αυτή σχέση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής κανενός σαφούς νομικού πλαισίου. Αν και καθιερώθηκε εγγράφως ένας μηχανισμός συνδεδεμένος με τον ΟΗΕ, με στόχο τον έλεγχο αυτών των επιχειρήσεων (εξαιρώντας, μέχρι το 2008, πάνω από 600 επιχειρήσεις που δεν ανταποκρίνονταν στην τήρηση των δέκα αρχών του Οικουμενικού Συμφώνου (4)), ουσιαστικά δεν προβλέφθηκε κανείς αυστηρός μηχανισμός για να ελεγχθεί η τήρηση των εν λόγω εταιρικών δεσμεύσεων − το μόνο που καλούνταν να κάνουν ήταν μια ετήσια έκθεση. Από πολλές απόψεις η συνεταιριστική σχέση φαίνεται να είχε σε μεγάλο βαθμό ως στόχο να δώσει στις διακρατικές εταιρείες τα μέσα για να αυξήσουν την ισχύ τους, καθώς και μια ευκαιρία για να βελτιώσουν τη δημόσια εικόνα τους. Στην πραγματικότητα, τα Ηνωμένα Έθνη δεν ασκούν κανέναν έλεγχο στον τρόπο που οι υπογράφουσες διακρατικές επιχειρήσεις διεκπεραίωσαν τους όρους του Συμφώνου. Παρ’ όλα αυτά, οι επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν το λογότυπο του Παγκόσμιου Οικονομικού Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών (το οποίο δίνεται κατόπιν έγκρισης από το Γραφείο του Οικουμενικού Συμφώνου). Τελικά, το Οικουμενικό Σύμφωνο εμποδίζει πράγματι να αναπτυχθούν αποτελεσματικά πρότυπα κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων.


    Εκτός από το Παγκόσμιο Οικονομικό Σύμφωνο, η σταδιακή διάβρωση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών από τον ιδιωτικό τομέα λαμβάνει χώρα και μέσω ad hoc συνεταιριστικών σχέσεων, που έχουν εδραιωθεί μεταξύ των οργανώσεων του ΟΗΕ και των εταιρειών. Ας πάρουμε την UNESCO, για παράδειγμα, την εκπαιδευτική, πολιτιστική και επιστημονική οργάνωση του ΟΗΕ. Ανέπτυξε συνεργασία με την Oréal, για να απονείμει βραβεία σε γυναίκες επιστήμονες˙ με το Ίδρυμα MacArthur στα πλαίσια ενός προγράμματος σχετικά με τη φυσική κληρονομιά˙ με την DaimlerChrysler στο πλαίσιο του προγράμματος Mondialogo, το οποίο προάγει τον  διαπολιτισμικό διάλογο˙ με τη Samsung σε ένα πρόγραμμα σχετικά με την υλική πολιτιστική κληρονομιά˙ με τη Microsoft στο πλαίσιο ενός προγράμματος για την παγκόσμια οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη˙ με την Procter & Gamble και τη Nokia σε εκπαιδευτικά προγράμματα..., για να μην αναφέρουμε τη συνεταιριστική σχέση μεταξύ της UNESCO και του δικτύου Gems − μια επιχείρηση που ομοσπονδοποιεί ιδιωτικά σχολεία παγκοσμίως και προωθεί την ιδιωτική εκπαίδευση (5). 



    Συνεργασία με διακρατικές επιχειρήσεις


    Έτσι, στα πλαίσια της συνεργασίας του ΟΗΕ με τη  NoKia, η εταιρεία προμηθεύει κινητά τηλέφωνα στο νεο-εγγράμματο αφρικανικό πληθυσμό. Για να αντισταθμίσει  την έλλειψη αναγνωστικού υλικού για τους νεο-γραμματιζούμενους, το  εκπαιδευτικό πρόγραμμα της UNESCO στέλνει ασκήσεις ανάγνωσης μέσω γραπτών μηνυμάτων (SMS), οι οποίες πρέπει να απαντηθούν επίσης μέσω  SMS. Ενώ η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου δεν έχει αποδειχθεί, φαίνεται ότι ουσιαστικά επιτρέπει στη Nokia να ξεφορτωθεί τηλέφωνα παλαιότερης τεχνολογίας και να λάβει  καλή δημοσιότητα. Ομοίως, η συνεργασία με την Procter & Gamble έδωσε τη δυνατότητα στην εταιρεία να τοποθετήσει το λογότυπο της UNESCO στα πακέτα σερβιέτων που πωλούνται στη Δύση, με αντάλλαγμα τη δωρεάν παροχή σερβιετών στα νεαρά κορίτσια της Αφρικής. Κατ’ αυτό τον τρόπο τούς επέτρεψε να συνεχίσουν να πηγαίνουν στο σχολείο όταν έχουν περίοδο (παραδοσιακά, θα έμεναν στα σπίτια τους αυτές τα χρονικά διαστήματα, χάνοντας μαθήματα)(6). Αυτά  τα προγράμματα μπορεί εκ πρώτης όψεως να δείχνουν ελκυστικά, στην πραγματικότητα όμως ο πολλαπλασιασμός αυτών των επιχειρήσεων, που συχνά αποτελούν συλλήψεις των ίδιων των εταιρειών, οδηγεί σταδιακά να μην μπορούν τα Ηνωμένα Έθνη να οργανώνουν τα δικών τους προγράμματα, καθώς και να διαδίδουν τις δραστηριότητές τους.


    Η συνεργασία της UNESCO με την εταιρεία Gems Education, που ξεκίνησε το 2011, έχει ως στόχο τη δημιουργία προγραμμάτων κατάρτισης εκπαιδευτικών, ώστε να αντιμετωπίσουν την έλλειψη δασκάλων στις αναπτυσσόμενες χώρες (κυρίως στην Κένυα, στην  Γκάνα και την  Ινδία). Ωστόσο, στη γαλλική διαδικτυακή σελίδα της UNESCO, όπου και παρουσιάζεται το πρόγραμμα, δεν αποκαλύπτεται πουθενά ότι  αποκλειστικός στόχος της Gems είναι ομοσπονδοποίηση ιδιωτικών σχολείων και ότι το πρόγραμμα, ως εκ τούτου, συνίσταται στην ενίσχυση της παρουσίας ιδιωτικών σχολείων στις αναπτυσσόμενες χώρες. (7) Η επιλογή της UNESCO να ενισχύσει την ιδιωτική εκπαίδευση σε παγκόσμιο επίπεδο δεν είναι αβλαβής ή χωρίς συνέπειες. Ειδικότερα, μπορεί να συσχετιστεί με τις μακροχρόνιες σχέσεις μεταξύ της UNESCO και των καθολικών δικτύων, αλλά και του Βατικανού (8).


    Κατά τον Κιαν Τανγκ (Qian Tang), ο οποίος από το 2010 διευθύνει τον τομέα εκπαίδευσης της UNESCO, η αύξηση της συνεργασίας μεταξύ της UNESCO και ιδιωτικών εταιρειών αποτελεί ένα πολύ θετικό γεγονός και για τους δύο εταίρους (9). Ομοίως, η ετήσια έκθεση της UNESCO για την εκπαίδευση, που δημοσιεύθηκε στα τέλη του 2012, τονίζει τη σημασία χρηματοδότησης της εκπαίδευσης από τον ιδιωτικό τομέα. Παράλληλα, επαινεί τη δραστηριότητα ιδιωτικών ιδρυμάτων, όπως του Ιδρύματος της MasterCard, το οποίο διευκολύνει τους νέους να αποκτήσουν επαγγελματική εμπειρία (10).


    Αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι η UNESCO έχει λάβει επιχορηγήσεις από ορισμένες εξ αυτών των εταιρειών, οι οποίες επέτρεψαν να βρεθούν τα χρήματα που απαιτούνται για την εκτέλεση των προγραμμάτων της˙ χρήματα ευπρόσδεκτα αυτή τη χρονική περίοδο, που οι συνήθεις προϋπολογισμοί μειώνονται (11). Παρ’ όλα αυτά, μέσα από αυτές τις διαδικασίες δεν τείνει η UNESCO να «ξεπουληθεί», να πουλήσει το όνομά της, το «σήμα» της στις εταιρείες; Τα όργανα του ΟΗΕ δεν κινδυνεύουν να χειραγωγηθούν πλήρως σε αυτές τις επιχειρήσεις;


    Επιπλέον, υπάρχουν ολόκληρα τμήματα της διαχείρισης και της λειτουργίας των οργανώσεων των Ηνωμένων Εθνών που έχουν την τάση να τεθούν υπεργολαβικά σε αυτές τις εταιρείες. Ο γενικός διευθυντής της UNESCO από το 1990 έως το 2009 Κουϊτσίρο Ματσουάουρα ιδιωτικοποίησε πολλά τμήματα της δραστηριότητας του οργανισμού. Ο Πίτερ Σμιθ, ο Αμερικανός τον οποίο διόρισε βοηθό γενικό διευθυντή σε ζητήματα εκπαίδευσης, είναι υπεύθυνος για την αναδιάρθρωση όλων των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων του οργανισμού. Ανέθεσε την υπεργολαβία αυτού του έργου σε μια ιδιωτική αμερικανική εταιρεία, τη Navigant Consulting, με έδρα το Σικάγο, η οποία δεν είχε ούτε τα προσόντα ούτε την εμπειρία στον τομέα αυτό. Υπέγραψε ωστόσο συμβόλαια τα οποία προέβλεπαν γενναιόδωρες πληρωμές, χωρίς η επιλογή να γίνει έπειτα από δημόσιο διαγωνισμό. Σε μόλις ένα χρόνο πλήρωσε στην εταιρεία 2,15 εκατομμύρια δολάρια. Αυτή η υπεργολαβία οδήγησε σε σημαντική σπατάλη και σε παραβιάσεις των δημοσιονομικών κανόνων της UNESCO. Ως αποτέλεσμα, ο Πίτερ Σμιθ υποχρεώθηκε να παραιτηθεί (12). Ωστόσο, η σημερινή γενική διευθύντρια της UNESCO Ιρίνα Μπόκοβα ακολούθησε την ίδια τακτική, υποστηρίζοντας ότι ήταν υπέρ των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.



    Χρήματα από τον ιδιωτικό τομέα


    Η τακτική αυτή δεν επηρέασε αποκλειστικά την UNESCO. Πιο συγκεκριμένα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) διατηρεί μια αξιοσημείωτη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Ο προσανατολισμός αυτός ενθαρρύνθηκε από τα στελέχη του, ήδη από τη δεκαετία του ’90. Από την έναρξη της θητείας της ως επικεφαλής του ΠΟΥ το 1998, η Γκρο Χάρλεμ Μπρούντλαντ  ενθάρρυνε τη σύσφιξη των δεσμών μεταξύ του ΠΟΥ και των ιδιωτικών φαρμακευτικών εργαστηρίων. Επίσης, απηύθυνε έκκληση για να αυξηθεί η χρηματοδότηση του οργανισμού από τον ιδιωτικό τομέα. Κατηύθυνε κατά συνέπεια όλα τα προγράμματα και τις διαλέξεις του ΠΟΥ προς την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ιδιωτικών φορέων (όπως φάνηκε στην ομιλία της στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2001, ενώπιον των γενικών διευθυντών των μεγαλύτερων διακρατικών εταιρειών). «Χρειαζόμαστε απολύτως την ιδιωτική χρηματοδότηση. [...] Δεδομένου ότι η αμερικανική οικονομία είναι η πλουσιότερη στον κόσμο, θα πρέπει ο ΠΟΥ να γίνει ένα ελκυστικό σύστημα τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τις χρηματοπιστωτικές αγορές», τόνισε απερίφραστα ο επικεφαλής του προσωπικού του οργανισμού David Nabarro (13). 


    Την περίοδο 2009-2010, η κρίση της γρίπης H1N1 έφερε στο φως τους δεσμούς μεταξύ του ΠΟΥ και τα συμφέροντα των  φαρμακευτικών βιομηχανιών. Σε αυτή την «κρίση», ο ΠΟΥ ενήργησε έπειτα από προτροπή της Στρατηγικής Συμβουλευτικής Ομάδας Εμπειρογνωμόνων του (Strategic Advisory Group of Experts (SAGE)), σχεδόν όλα τα μέλη της οποίας είχαν οικονομικούς δεσμούς με ιδιωτικές φαρμακευτικές βιομηχανίες. Το γεγονός αυτό έθεσε υπό αμφισβήτηση την υποτιθέμενη ανεξαρτησία τους. Επιπλέον, εκπρόσωποι φαρμακευτικών εταιρειών παρευρίσκονταν και οι ίδιοι ως παρατηρητές στις συνεδριάσεις της Συμβουλευτικής Ομάδας.


    Όταν ο ΠΟΥ επισήμανε τον κίνδυνο πανδημίας, λέγεται ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες σημείωσαν κέρδη ύψους 7,5 έως 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η επιχείρηση εξάλειψης της «Γρίπης Α» αποτέλεσε τελικά μια πολύ επικερδή κίνηση για τα φαρμακευτικά εργαστήρια (14).


    Εκτός από τη διαχείριση της «Γρίπης Α», σε πολλούς τομείς της δραστηριότητάς του ο ΠΟΥ συνεργάζεται στενά με τις φαρμακευτικές βιομηχανίες. Η συνεργασία είναι έντονη ιδίως στον τομέα της καταπολέμησης του AIDS, η οποία ωστόσο εγείρει ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων (15).


    Κατά αυτό τον τρόπο, με το πλήθος συμπράξεων που δημιουργούνται μεταξύ οργανώσεων των Ηνωμένων Εθνών και ιδιωτικών εταιρειών (σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα παρέχοντας πραγματική υπεργολαβία ολόκληρων τμημάτων των προγραμμάτων τους στις επιχειρήσεις), καθώς και με τη διόγκωση των προσφυγών τους σε εμπειρογνώμονες που συνδέονται με τον ιδιωτικό τομέα, δεν οδηγούν τον ΟΗΕ σε τροχιά ιδιωτικοποίησης, σύμφωνα με τις επιθυμίες των κυρίαρχων δυνάμεων; (16) 


    Θεωρείται επείγον τα Ηνωμένα Έθνη να αναλάβουν τον έλεγχο του ιδιωτικού τομέα, τη ρύθμιση των κοινωνικών του πρακτικών (οι οποίες παραβλέπουν συχνά πολλά από αυτά που πρέπει να γίνουν), αντί να του δίνουν ολοένα και σημαντικότερη θέση στους κόλπους του ΟΗΕ, καθώς και εξουσίες στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε βάρος των δημοκρατικών αξιών. Εφόσον ο ΟΗΕ και οι υπηρεσίες του υπάρχουν για να διεκπεραιώνουν ορθά τη σημαντική αποστολή τους της κοινωνικής προόδου −την οποία ο κόσμος έχει τόσο ανάγκη−, οι κινήσεις αυτές κρίνονται απαραίτητες.



    Σημειώσεις

    1. Ο Κώδικα Συμπεριφοράς των Διακρατικών Εταιρειών των Ηνωμένων Εθνών, 23 I.L.M. 626 (1984).

    2. www.unglobalcompact.org

    3. Βλ. Tagi Sagafi-Nejad, The UN and Transnational Corporations: From Code of Conduct to Global Compact, Indiana University Press, Bloomington,2008, Thomas G. Weiss and Ramesh Thakur, Global Governance and the UN: An Unfinished Journey, Indiana University Press, Bloomington 2010.

    4. greentechexpert.blogspot.fr/2008/07/630-entreprises-exclues-du-global.html

     5. www.gemseducation.com

    6. Συνέντευξη με την Έλσπεθ Μακ Όσμιθ, UNESCO, 28 Νοεμβρίου 2012.

    7. www.unesco.org/new/fr/media-services/single-view/news/unesco_partners_with_gems_education_to_bolster_teacher_training/

    8. See Chloé Maurel, ‘L’inf luence du Vatican et des rιseaux catholiques à l’Unesco (1945-1974)’, Cahiers d’histoire. Revue d’histoire critique, No119, April-June 2012, 101-120.

    9. Συνέντευξη με τον Κιαν Τανγκ, 17 Δεκεμβρίου 2012.

    10.  Παγκόσμια έκθεση αξιολόγησης της Εκπαίδευσης για όλους 2012 της Unesco, Jeunes et compétences. L’éducation au travail, Paris, UNESCO, 2012,  547.

    11.  Ήδη από την εισδοχή της Παλαιστίνης στην UNESCO το 2011, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναστείλει την καταβολή της χρηματικής συνεισφοράς τους στον οργανισμό αυτό, στερώντας έτσι ένα πολύ σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού της.

    12. Gabrielle Capla, “The silent revolt to save UNESCO’”, Le Monde diplomatique, September 2009, www.monde-diplomatique.fr/2009/09/CAPLA/18155


    13. J.-L. Motchane, “When WHO espouses the cause of the pharmaceutical companies”, Le Monde diplomatique, July 2002.


    14. See Chloé Maurel, “L’OMS et la gestion des crises et catastrophes mondiales”, Chantiers Politiques, No 8, June 2010, 116-126.


    15. Σχετικά με αυτό το θέμα, βλ. Auriane Guilbaud, L’insertion progressive des entreprises dans la gouvernance mondiale de la santé. Le cas de la lutte contre le Vih/Sida et les maladies négligées, Guillaume Devin, Sciences Po, CERI, 2012..

    16. Βλ. See Collectif, Une autre ONU por un autre monde, Tribord , Brussels 2010; Anne- Cécile Robert, “Qui veut ιtrangler l’ONU?”, Le Monde diplomatique, February 2012 ; Christian Caubet G., “Liaisons dangereuses avec le monde des affaires”, Le Monde diplomatique, September 2005.