• Η Εναλλακτική Σύνοδος των ευρωπαϊκών κινημάτων (Alter Summit): Η ενότητα στη δράση κρίνεται απαραίτητη

  • 16 May 13 Posted under: Alter Summit
  • Τα πρόσφατα γεγονότα με τις προσπάθειες να «σωθεί» η Κύπρος μας επιτρέπουν να καταλήξουμε σε δύο διαφορετικά συμπεράσματα. Από τη μια πλευρά, επιβεβαιώνουν ότι η Ευρώπη εξαιτίας της υποταγής της στις αγορές (κυρίως τις χρηματοπιστωτικές αγορές) και στον γενικευμένο ανταγωνισμό (κατά βάση σε φορολογικό επίπεδο) εισέρχεται σε ένα αδιέξοδο «λιτότητας». Από την άλλη πλευρά όμως, μπορεί επίσης να αποδειχθεί ότι υπάρχουν εναλλακτικές οικονομικές λύσεις: μαζική φορολόγηση του μεγάλου πλούτου ή έλεγχος στην κίνηση κεφαλαίων – λύσεις που θεωρούνται αδύνατες όταν τις προτείνουμε. Ωστόσο, οι λύσεις που θέτει σε εφαρμογή η κυρία Μέρκελ δεν αποδίδουν στην πράξη. Το μόνο που λείπει είναι η πολιτική βούληση για να διαρραγούν οι υπερ-φιλελεύθερες αρχές της Τρόικας και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Παραμένει ωστόσο το εξής πρόβλημα: παρά την ευρεία συναίνεση προοδευτικών κομμάτων όσον αφορά τις κύριες επιθυμητές αντιδράσεις, αυτή η πολιτική αποφασιστικότητα θα συνεχίσει να απουσιάζει όσο ένα ενωμένο και αποφασιστικό ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνημα δεν θα το εντάσσει στην ημερήσια διάταξή του.

    Για τον λόγο αυτό η ανάγκη να ενοποιηθούν οι δραστηριότητες των κοινωνικών κινημάτων της Ευρώπης γύρω από κάποιους συγκεκριμένους και επείγοντες κοινούς πολιτικούς στόχους είναι τόσο σαφής. Το ευρώ σώθηκε... για πολλοστή φορά, αλλά το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο και η ίδια η δημοκρατία απειλούνται με εξαφάνιση. Επιπλέον, τα διάφορα εθνικά κινήματα αντίστασης, παρά τον αυτοπροσδιορισμό και τη δημιουργικότητα που τα χαρακτηρίζουν, έχουν δείξει τα όριά τους. Οι κραυγές των εκατομμυρίων διαδηλωτών στη Λισαβόνα, στη Μαδρίτη, στη Ρώμη ή στην Αθήνα δημιουργούν ένα μικρό μουρμουρητό στη Φρανκφούρτη ή στις Βρυξέλλες.

    Για να περάσουμε από την αναγνώριση αυτής της ανάγκης στη δυνατότητα κοινής δράσης, πρέπει να μεταφέρουμε τη δική μας ερμηνεία της κρίσης, πέρα από τους συνήθεις ακτιβιστικούς κύκλους, στον ευρύτερο πληθυσμό. Το γεγονός αυτό πρέπει να γίνει σε δύο επίπεδα. Πρώτον, τονίζοντας ότι η καταγωγή της κρίσης, το βάθος και η έκτασή της έχουν ουσιαστικά πολιτική προέλευση. Το 2008, μετά το ξέσπασμα της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου, ο Σαρκοζί ή το G20 κατηγόρησαν πράγματι τον «ανήθικο καπιταλισμό», υποσχόμενοι την εξυγίανσή του (θέτοντας τέρμα, για παράδειγμα, από το τέλος του 2009 στους φορολογικούς παραδείσους. Με τη μόλυνση ωστόσο των δημόσιων προϋπολογισμών η συζήτηση άλλαξε: Ως πρόβλημα αναδείχθηκε «το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης», «οι υπερβολικές κρατικές δαπάνες» και το ύψος των μισθών. Συνεπώς, θα πρέπει να αντικαταστήσουμε την αναφορά του «αναπόφευκτου της οικονομικής κρίσης από εκείνη της κρίσης» με πολιτική προέλευση, της οποίας οι λύσεις, ως εκ τούτου, είναι πολιτικές.

    Δεύτερον, θα πρέπει να επανασυνδέσουμε τους επιμέρους εθνικούς αγώνες με αυτή την ευρωπαϊκή εξήγηση. Για παράδειγμα, οι επιτροπές αλληλεγγύης στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη που αντιτίθενται στη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ή τα κινήματα στην Ισπανία που αντιτίθενται στις εξώσεις αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα ζητήματα κατά τόπους και με την εθνική νομοθεσία αλλά και με τις αστυνομικές δυνάμεις. Θεωρούμε ότι πίσω από αυτές τις πολύ πραγματικές επιδιώξεις υπάρχουν κοινές αιτίες: οι ευρωπαϊκές πολιτικές. Εφόσον οι κύκλοι των ακτιβιστών μας, οι οποίοι έχουν ένα σκεπτικό σχετικά με τις πολιτικές λιτότητας της Τρόικας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαχωρίζονται από τους αγώνες των φτωχών, των εργαζομένων και του υπόλοιπου πληθυσμού σχετικά με πολύ συγκεκριμένα θέματα, καθώς και από τα κοινωνικά κινήματα, θα συνεχίσουμε να είμαστε αδύναμοι. Για τον λόγο αυτό οι κυρίαρχες δυνάμεις και τα μέσα ενημέρωσης που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους αναπτύσσουν έναν «οικονομικό» και «εθνικό» διάλογο για την κρίση. Πίσω από αυτά τα πολιτικά-ταχυδακτυλουργικά κόλπα στόχος είναι το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο και η πραγματική δημοκρατία.



    Δημοκρατία: Για ποιους και πώς;

    Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, μέσα από ποικίλες μορφές και με διαφορετικούς ρυθμούς, στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη εγκαθιδρύθηκε μια συνεπής δημοκρατία − στην Ανατολική Ευρώπη, ενώ είχε στερηθεί η πολιτική ελευθερία, σύμφωνα με την στην Οικουμενική Διακήρυξη του 1948 για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που αναγνώριζε ορισμένα δικαιώματα ως θεμελιώδη, ορισμένες κοινωνικές πρόοδοι (εκπαίδευση, υγεία, στέγαση κτλ.) ήταν εγγυημένες. Είναι σημαντικό να θυμηθούμε ότι το έργο του εκδημοκρατισμού των ολιγαρχικών κοινωνιών του 19ου αιώνα στόχευε σε πολύ περισσότερα από ένα σύνολο θεσμών και διαδικασιών (εκλογές, νομοθετικές διαδικασίες κτλ.). Για να περιγράψει κανείς μια δημοκρατία ως συνεπή, πρέπει να έχει κεντρικό στόχο, ο οποίος, με τη σειρά του, συνοδεύεται από τα απαραίτητα μέσα. Πρωταρχικός στόχος δεν είναι η «ποιότητα της διακυβέρνησης», η νομιμότητα των διαδικασιών, αλλά η πρόοδος της ισότητας των πραγματικών πολιτών της − ισότητα όχι μόνο στις κάλπες αλλά και στην πραγματική πρόσβαση σε βασικούς πόρους: στη γνώση, στον πολιτισμό, στην ασφάλεια της ύπαρξης, καθώς και στην πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων.

    Η επιδίωξη ενός τέτοιου στόχου απαιτεί να αποκτηθούν τα μέσα για να ανατρέψουμε αυτή την ψευδή ισότητα, η οποία εκφράζεται υποκριτικά με τα εξής: «Στη μαγευτική του αμεροληψία ο νόμος απαγορεύει σε όλους, πλούσιους και φτωχούς, να κοιμούνται κάτω από μια γέφυρα ή να κλέψουν ψωμί», όπως τόσο ειρωνικά το έθεσε ο Ανατόλ Φράνς έναν αιώνα πριν. Η απαίτηση της ισότητας σημαίνει πρώτα απ’ όλα την αναγνώριση της ανισότητας και η προσπάθεια να αντιτάξουμε τη δύναμη της συλλογικής δράσης απέναντι στην εξουσία του χρήματος και των συσσωρευμένων προνομίων. Πολύ πριν τον Σαρκοζί και τον Μπερλουσκόνι τα προνόμια και ο πλούτος έκαναν δυνατή την άσκηση της εξουσίας − και όχι μόνο πάνω στους ανθρώπους και στην ιδιοκτησία, αλλά και στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων και στις εκλογές. Αυτός είναι και ο λόγος για όσους θέλουν πραγματική ισότητα και κανένα κοινοβούλιο. Γι’ αυτούς ακόμη και ένας εκλεγμένος σύμφωνα με το πιο αξιοθαύμαστο σύνταγμα θα ήταν αρκετός.

    Αυτό που καθορίζει μια δημοκρατία αντάξια του ονόματός της είναι μια κοινωνία που έχει ως κύριο στόχο την ποιότητα και την ελευθερία της συλλογικής δράσης ως βασική αρχή της. Εν πάση περιπτώσει, αυτό ακριβώς έχει αρχίσει να χάνει η δημοκρατία μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), με την οικοδόμηση της Ευρώπης υπό την επιρροή της νεοφιλελεύθερης επανάστασης, που αντικαθιστά σταδιακά την κυριαρχία των κρατών, μέσα από ένα σύνθετο πολιτικό σύστημα στο οποίο οι εθνικοί ηγέτες έχτισαν μαζί, «στις Βρυξέλλες», τους πολιτικούς περιορισμούς που χρειάζονταν – τους οποίους σπεύδουν να καταγγείλουν όταν επιστρέφουν στις χώρες τους.

    Το θέμα δεν είναι να απορρίψουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν οι δημοκρατίες μας έχουν γνωρίσει καλύτερες μέρες, αυτό σίγουρα δεν οφείλεται σε κάποιες μαγικές δυνάμεις του έθνους (μια εθνικιστική υπαναχώρηση θα ήταν η χειρότερη λύση), αλλά στη δύναμη των κοινωνικών αγώνων.

    Η κρίση του 2008 επιτάχυνε δραματικά την εξαθλίωση της δημοκρατίας. Αν όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις εκτελούν κοινωνικά καταστροφικές, δημοκρατικά αυτοκτονικές και οικονομικά παράλογες πολιτικές λιτότητας, δεν είναι επειδή έχουν όλες συγχρόνως χτυπηθεί από μια γενική απόλυτη ηλιθιότητα. Είναι επειδή βλέπουν σε αυτή την κρίση μια μοναδική ευκαιρία να επιτύχουν σε σύντομο χρονικό διάστημα ό,τι δεν μπορούσαν να κάνουν σε τριάντα χρόνια: τη μετάβαση σε ένα καθεστώς μόνιμης λιτότητας, που θα υπηρετεί την ανταγωνιστικότητα και το κέρδος.

    Αντιμέτωποι με αυτή τη «σιωπηλή επανάσταση» (όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο Μπαρόζο), όλοι όσοι είναι αφοσιωμένοι στην πραγματική δημοκρατία −κάποιος που δεν είναι ικανοποιημένος με τη νομιμότητα, αλλά επιδιώκει την ισότητα− βλέπουν πόσο αναγκαία και επείγουσα είναι η ενότητα στη δράση των συνδικάτων, των κοινωνικών κινημάτων, όσων δραστηριοποιούνται στον πολιτιστικό και τον επιστημονικό τομέα, καθώς και των πολιτικών ηγετών που δεν έχουν εγκαταλείψει την πρόοδο.

    Πώς μπορούμε όμως να οικοδομήσουμε στέρεες βάσεις για να ενισχυθεί ο συντονισμός που θα λαμβάνει υπόψη του την ποικιλομορφία των εθνικών πραγματικοτήτων, τις οργανωτικές κουλτούρες και τα είδη των κινημάτων; Αυτός είναι ο κεντρικός στόχος της Εναλλακτικής Συνόδου των Ευρωπαϊκών Κοινωνικών Κινημάτων (Alter-Summit) − ένα δίκτυο συνδικαλιστικών οργανώσεων, κοινωνικών κινημάτων (οικολόγοι, φεμινίστριες, επισφαλείς εργαζόμενοι κ.ά.) από 30 χώρες της Ευρώπης γύρω από ένα συνοπτικό Κάλεσμα, επισημαίνοντας την ιστορική και πολιτική έκταση αυτής της «κρίσης» (βλ. το Κάλεσμα στο www.altersummit.eu). Έχουμε εντοπίσει τρεις προϋποθέσεις:

    1. Η πρώτη είναι η δυνατότητα (η οποία έχει σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί) δημιουργίας ενός δικτύου που θα σέβεται την ισορροπία μεταξύ των συστατικών του μερών (κυρίως μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των κινημάτων), καθώς και μεταξύ των περιφερειών της Ευρώπης και θα ακολουθεί σαφείς κανόνες εργασίας − είναι αυτό που έλειπε από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ. Έτσι, η Εναλλακτική Σύνοδος των Ευρωπαϊκών Κοινωνικών Κινημάτων υιοθετεί το πνεύμα του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ («Μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή!»), χωρίς ωστόσο να θέλει να το επαναλάβει, αλλά ούτε και να το αντικαταστήσει. Η Εναλλακτική Σύνοδος των Ευρωπαϊκών Κοινωνικών Κινημάτων διευκρίνισε επίσης τις σχέσεις της με τις πολιτικές δυνάμεις: Αν θέλουμε πραγματικά να εξαναγκάσουμε μια αλλαγή στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αντίσταση απέναντι στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο, στη λιτότητα και την καταστροφή των συλλογικών διαπραγματεύσεων...) χρειαζόμαστε ενότητα όλων των διαθέσιμων δυνάμεων. Καλούμε συνεπώς δημόσια πρόσωπα της πολιτικής, που αποδέχονται πλήρως τους στόχους αυτούς, να ενωθούν μαζί μας − γι’ αυτό δεν θέλουμε στην ηγεσία του κινήματος να βρίσκονται κόμματα, ούτε θέλουμε να μας «εκπροσωπούν». Το κοινωνικό κίνημα δεν χρειάζεται εκπροσώπους. Καθένας από μας πρέπει να πραγματοποιήσει τον αγώνα στον δικό του κοινωνικό χώρο: στα συνδικάτα στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, στα κοινωνικά κινήματα στους χώρους τους και στα πολιτικά κόμματα στα κοινοβούλια και στις πολιτικές συζητήσεις...

    2. Η δεύτερη προϋπόθεση εξαρτάται από την έκφραση ενός περιορισμένου αριθμού πολιτικών προτεραιοτήτων, οι οποίες μοιράζονται ευρέως και είναι πολύ επείγουσες όσον αφορά το χρέος, τη λιτότητα, τη μετάβαση προς ένα οικολογικό και κοινωνικό μοντέλο και την «κοινωνικοποίηση» των τραπεζών. Είναι σημαντικό να υπάρχει μια μικρή λίστα προτεραιοτήτων˙ αλλιώς θα είναι αδύνατον να δημιουργηθεί μια πραγματικά κοινή βάση.

    3. Η τρίτη σημαντική προϋπόθεση είναι η σύγκλιση των δυνάμεων, όπως εκφράστηκε στη Σύνοδο Κορυφής των Λαών και των Εναλλακτικών Προτάσεων στις 7-8 Ιουνίου στην Αθήνα, η οποία δεν ήταν απλώς άλλο ένα συνέδριο «Ευρωπαίων Ειδικών», αλλά μια πραγματική λαϊκή κινητοποίηση, με ρίζες στην πραγματικότητα και στους εθνικούς αγώνες. Σε πολλές χώρες οι εθνικές συντονιστικές επιτροπές εργάζονται για να πετύχει αυτή η κινητοποίηση.

    Οι αντίπαλοί μας, η κυρία Μέρκελ, οι κύριοι Ντράγκι και Μπαρόζο και οι υπόλοιποι, κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν την οικονομική κρίση ως την ιδανική ευκαιρία ώστε να προσπαθήσουν να επιβάλουν το όραμά τους για την κοινωνία. Δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο.







Related articles

Alter Summit