• Τέλος στη «διακυβέρνηση»

  • 16 May 13
  • Πάνε άσχημα τα πράγματα στην Ευρώπη; Αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχει ομοσπονδιοποιηθεί αρκετά, μας λένε. Κατά προέκταση προτείνεται να δοθούν περισσότερες εξουσίες σε εκείνους που έχουν φτάσει την Ευρώπη στη σημερινή κατάσταση.


    Σήμερα οι επίμονες αναφορές στην «ομοσπονδιοποίηση» καλύπτουν το ουσιαστικό πρόβλημα, που είναι εκείνο της δημοκρατίας. Στην ουσία, το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται σε καμία από τις δύο βασικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας. Δεν βασίζεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δεδομένου ότι το μοναδικό αιρετό όργανό του έχει εξαιρετικά περιορισμένες νομοθετικές αρμοδιότητες, αλλά ούτε και σε κάποια μορφή άμεσης δημοκρατίας, καθώς η δυνατότητα να προβούν σε ενέργειες οι πολίτες είναι δραστικά περιορισμένη.

    Μια περιγραφή που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε, κατά προσέγγιση, είναι εκείνη της γνωμοδοτικής δημοκρατίας. Οι θεσμοί της λαμβάνουν τη γνώμη περιορισμένου αριθμού οργανισμών και ομάδων συμφερόντων, που θεωρούν ως «συνεταίρους» και οι οποίοι ενεργούν μέσω γνωμοδοτικών ή διαπιστευμένων επιτροπών και ακροάσεων. Ωστόσο, τα δύο τρίτα αυτών των «οργανισμών πολιτών», που θεσμοθέτησε η Συνθήκη της Λισαβόνας (άρθρο 8Β, παρ. 2), αποτελούνται από ομάδες που υπερασπίζονται ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα.



    Η αρχή της διακυβέρνησης

    Ο τρόπος αυτός λήψης αποφάσεων της Ένωσης κατά κανέναν τρόπο δεν αποτελεί εξαίρεση. Το 1975 μια συλλογική εργασία που εξέδωσε η άκρως ελιτιστική και αδιαφανής Τριμερής Επιτροπή επιτέθηκε στην «υπερβολική δημοκρατία» και επινόησε τον μέχρι τότε άγνωστο όρο της «διακυβέρνησης». Αυτός ο παλαιός, μεσαιωνικός όρος, προ πολλού ξεχασμένος, επανεμφανίστηκε τη δεκαετία του 1970 στο λεξιλόγια των επιχειρήσεων («εταιρική διακυβέρνηση»). Τη δεκαετία του 1980 κατοχυρώθηκε ως όρος που αναφέρεται στην ανωτερότητα των εταιρικών υποδειγμάτων σε σχέση με τη δημόσια διοίκηση, νομιμοποιώντας έτσι τις νεοφιλελεύθερες απαιτήσεις για ένα κράτος «ελάχιστου μεγέθους» διοικούμενο από τις «ελίτ». Με τη στήριξη των φιλελεύθερων, παρέχεται έτσι η ιδεολογική βάση για την ευρεία τάση περιορισμού του μεγέθους του δημόσιου τομέα, των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, των φόρων επί του κεφαλαίου και των δασμών, καθώς και του κρατικού ελέγχου των νομισμάτων. Προσδίδει θεωρητικό υπόβαθρο στη συρρίκνωση του κράτους και ταυτόχρονα απονομιμοποιεί τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες. Μόλις ο εμπορικός ανταγωνισμός έγινε ο απαραίτητος ορίζοντας κάθε μορφής ρύθμισης, η «διακυβέρνηση» εμφανίστηκε ως ο ελάχιστος τρόπος δημόσιας ρύθμισης στο πλαίσιο μιας κοινωνικής ισορροπίας η οποία βασίζεται στις διαπραγματεύσεις μεταξύ «εμπειρογνωμόνων», αντί των συγκρούσεων και του νόμου.

    Η δημόσια διοίκηση, από το τοπικό επίπεδο έως το παγκόσμιο, με τον τρόπο αυτό ερμηνεύεται ως ζήτημα τριμερούς συμμετοχής. Ο προσανατολισμός των οικονομικών δραστηριοτήτων είναι ευθύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αυτορυθμιζόμενων μηχανισμών τους (π.χ. των οίκων αξιολόγησης τίτλων), η νομισματική πολιτική και η πίστη στα χέρια ανεξάρτητων οργανισμών χωρίς πολιτικές αρμοδιότητες (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Διεθνής Τράπεζα, περιφερειακές τράπεζες), ο πολιτικός συντονισμός πραγματοποιείται μέσω αυτού που ο Μπέρτραντ Μπάντι έχει ονομάσει «διπλωματική συνενοχή», σε αντιστοιχία με τη συμμετοχή των πλουσιότερων κρατών σε κλειστές ομάδες-συλλόγους.

    Αυτό είναι το γενικό πνεύμα που ορίζει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην ουσία της, η διαδικασία αυτή δεν είναι ούτε ομοσπονδιακού χαρακτήρα ούτε συνομοσπονδιακού, αλλά τεχνοκρατικού και ελάχιστα δημοκρατικού.



    Τολμάμε τη διάσπαση;

    Συνεπώς, έφτασε η στιγμή να συμφωνήσουμε ότι η υφιστάμενη συσσώρευση συνθηκών έχει δημιουργήσει μια κατάσταση που δεν μεταρρυθμίζεται. Κάθε προωθητική ενέργεια αξίζει τον κόπο, ακόμα και στο πλαίσιο του παρόντος περιοριστικού πλαισίου, αλλά τυχόν ημίμετρα πολύ σύντομα εξαντλούν τις δυνατότητές τους και τελικά αποτυγχάνουν. Η ρήξη με τις υπερνεοφιλελεύθερες αρχές που εφαρμόζονται τουλάχιστον τα τελευταία τριάντα χρόνια και με τις αντιδημοκρατικές μεθόδους διακυβέρνησης αποτελεί ρεαλιστική προοπτική.

    Αντιμέτωπη με την κρίση, η Ευρώπη επέλεξε να στηρίξει τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Θα ήταν προτιμότερο να δοκιμάσουμε χωρίς άλλη καθυστέρηση μια διαφορετική προσέγγιση, η οποία θα στηρίζεται στο τεράστιο δυναμικό της σημερινής Ευρώπης, αλλά αντιστρέφοντας τις αρχές που ελέγχουν το μέλλον της – τις αρχές της απορρύθμισης, της ιδιωτικοποίησης και της αποδυνάμωσης της τοπικής κοινωνίας. Απαιτείται μαζική εισαγωγή ρυθμίσεων, κοινωνική οικειοποίηση και αναβίωση των τοπικών κοινωνιών στο πλαίσιο της Ένωσης. Η αρχή του Συμφώνου Σταθερότητας πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, καθώς και προϋπολογισμό. Δεν πρόκειται για τη διόρθωση διαρθρωτικών ελλειμμάτων, αλλά για την προσπάθεια να περιοριστούν μέσω της άρνησης παροχής φορολογικών διευκολύνσεων και χρηματοδότησης των τραπεζών χωρίς αντάλλαγμα, που ήταν στο επίκεντρο των πρόσφατων καταχρήσεων.

    Εφόσον η λογική ορισμένων επιλογών κινείται από τον ανταγωνισμό στη συνεργασία, από την ανταγωνιστικότητα στη συγκέντρωση πόρων και στην αλληλεγγύη, η θεσμική δυναμική πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο αυτό. Για να είναι πλήρως αποτελεσματικό, η κοινωνικοοικονομική ρήξη πρέπει να συνοδεύεται από ρήξη στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Στην κατεύθυνση αυτή δεν πρέπει να κάνουμε λάθος ως προς την απόδοση ευθυνών: πρέπει να επιτεθούμε στις ρίζες τις ίδιες της δημοκρατικής δυσανεξίας. Σύμφωνα με ορισμένους, η Ευρώπη πάσχει από έλλειψη ολοκλήρωσης, που μπορούμε να διορθώσουμε περιορίζοντας την εθνική κυριαρχία. Από την άλλη πλευρά, άλλοι θεωρούν ότι η Ευρώπη θα βγει από την κρίση μόνο εφόσον η διάρθρωση ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παύσει και επανέλθει η πλήρης εθνική κυριαρχία των μελών-κρατών της. Ενισχυμένη ομοσπονδία ή αυστηρή συνομοσπονδία; Το πρόβλημα είναι ότι κανένα από αυτά τα δύο υποδείγματα δεν λαμβάνει υπόψη του τη συνθετότητα της πραγματικότητας.

    Ως αποτέλεσμα των διαφόρων μορφών «παγκοσμιοποίησης» που πραγματοποιούνται τους τελευταίους τέσσερις αιώνες, ο κόσμος έχει αποκτήσει μια γενική και μέχρι τώρα ανύπαρκτη διάσταση, που ξεπερνά τα όρια της αφαίρεσης. Διά μέσου της αλληλεπίδρασης των ανταλλαγών, την αμεσότητα των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και την ανάδειξη μιας κοινωνικής ευρωπαϊκής σφαίρας, η Ευρώπη τείνει να καταστεί μια κοινότητα που υπερβαίνει το εμπορικό πλαίσιο, εμφανώς κάτι περισσότερο από μια απλή δικτύωση κατεστημένων συμφερόντων. Προκύπτει συνεπώς το ζήτημα της διαμόρφωσης σχέσεων ικανών να νικήσουν και να ελέγξουν την «υπερδιεθνική» αυτή πραγματικότητα. Για μεγάλο διάστημα οι σχέσεις μεταξύ των κρατών –η ισορροπία δυνάμενων ή/και συνεργασία– αρκούσε για τη διαχείριση των ηπειρωτικών και πλανητικών περιοχών. Αυτό δεν ισχύει πλέον, δεδομένου ότι η «δι-εθνική» διάσταση είναι ο ίδιος ο «κόσμος». Ωστόσο, ένας κοινωνικός σχηματισμός δεν υποσκελίζεται αμέσως επειδή τείνει να καταστεί απαρχαιωμένος.

    Η δύναμη της εθνικής εικόνας από τα μέλη μιας κοινωνίας προέρχεται από το γεγονός ότι η κοινωνία μετατρέπεται με τον τρόπο αυτό σε μια κοινότητα πολιτών που είναι σε θέση να έχουν κοινούς στόχους. Σήμερα είναι αναγκαία και δυνατή η εμφάνιση άλλων, μεγαλύτερων κοινοτήτων, που μπορούν να διαμορφώσουν συλλογικές δράσεις σε ευρύτερη κλίμακα από εκείνη των εθνών-κρατών. Ωστόσο, μέχρι σήμερα οι πολιτικές αυτές κοινότητες δεν έχουν κάνει την εμφάνισή τους. Ο υπερεθνικός «λαός» είναι εικονικός, μάλλον παρά πραγματικός. Συνεπώς, η διαχείριση του διεθνικού τείνει να ανατίθεται σε μεγάλους, τεχνοκρατικούς οργανισμούς, πολυεθνικές εταιρείες ή υπερεθνικές διοικήσεις. Εδώ και αρκετές δεκαετίες, σε ηπειρωτικό όπως και σε πλανητικό επίπεδο, έχει διαμορφωθεί μια ελίτ που μοιράζεται την ευθύνη διακυβέρνησης, με διαρκή επικοινωνία, στη βάση μιας συλλογικής εμπειρίας και που έχει εγκαθιδρύσει μια κοινή βάση αξιών και κωδίκων. Επειδή απουσιάζει μια πολιτική κοινότητα, η περιορισμένη αυτή ηγετική ομάδα, έχει την ευθύνη της γενικής ρύθμισης συχνά στο κομβικό σημείο μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου. Ωστόσο, ως αντίδραση, η κυριαρχία της ομάδας αυτής, σχεδόν παντού, επιδεινώνει τις καταστροφικές συνέπειες της «εθνικότητας», της απόσυρσης των αρχέγονων πληθυσμιακών ομάδων. Αποτελεί το αίτιο της επικίνδυνης και σφοδρής ρήξης μεταξύ ενός «ευρωπαϊσμού» που στρέφεται προς τις ελίτ και ενός περισσότερου δημοφιλούς «ευρω-σκεπτικισμού», που τροφοδοτεί την απομάκρυνση και την αδιαφορία, αν όχι τη δυσαρέσκεια της πλειοψηφίας.

    Περιορισμός της εθνικής σφαίρας; Στην πραγματικότητα, τίποτα θετικό δεν θα προκύψει από τη σύγκρουση μεταξύ των παγκοσμιοποιημένων τεχνοκρατών και ορισμένων μεμονωμένων κοινωνιών στη βάση του φυλετισμού ή του κοινοτισμού. Ίσως ένα αποτέλεσμα θα ήταν ο δημοκρατικός έλεγχος ενός αποδεκτού μείγματος εθνικού και υπερεθνικού.  



    Μια ορθολογική ισορροπία μεταξύ εθνών και Ένωσης

    Η πλέον εύλογη λύση θα ήταν η πρόσδεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε δύο απλές και αμοιβαία συμβατές αρχές: εκείνη της επικουρικότητας, που υποδηλώνει ότι η Ένωση αναλαμβάνει μόνο ό,τι τα κράτη μέλη αδυνατούν να πράξουν τα ίδια, και εκείνη της λαϊκής κυριαρχίας, που προϋποθέτει ότι οι πολίτες δρουν σε όλες τις καταστάσεις. Αυτό μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί μέσω επτά απλών πρακτικών:

    1. Οι αποφάσεις της Ένωσης καλύπτουν θέματα που θεωρούνται σχετικά με το κοινό πλαίσιο: η καθιέρωση και τήρηση νομικών και οικολογικών προτύπων, ο ορισμός και η διαχείριση δημόσιων κοινοτικών περιοχών (συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών δημοσίων υπηρεσιών), η διαμόρφωση τομεακών πολιτικών και η διαχείριση κοινοτικών θεσμών. Οι βασικές, γενικές κατευθύνσεις, που ορίζουν την καθιέρωση των περιοχών αυτών (ισορροπία μεταξύ ιδιωτικού/δημόσιου, τα θεσμικά συστήματα) είναι προνόμιο των κρατών-μελών. Το ένα τρίτο των κρατών αυτών να μπορούν να εμποδίσουν να υιοθετηθεί από τους οργανισμούς μια πρόταση με νομοθετικές αρμοδιότητες – σε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω πρόταση εγκριθεί, η πλειοψηφία των εθνικών κοινοβουλίων να είναι σε θέση να την αναστείλει.

    2. Η άσκηση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας πρέπει να διευρυνθεί. Ο σχηματισμός συνδέσεων μεταξύ των πολιτών και η πιθανότητα αυτο-έκφρασης να ενθαρρύνεται ουσιαστικά. Η απευθείας ανάληψη νομοθετικής δράσης να είναι πιθανή: Οποιοδήποτε ευρωπαϊκό σχέδιο που φέρει την υπογραφή ενός εκατομμυρίου πολιτών να συζητείται στο Κοινοβούλιο και να τίθεται προς ψήφιση. Η ανάληψη πρωτοβουλίας από τους πολίτες, που επιτρέπει να τίθενται σε ψηφοφορία κανονισμοί ή οδηγίες της Ένωσης, να καταστεί ευχερέστερη. Η Επιτροπή δεν πρέπει να έχει τη δυνατότητα παρέμβασης, που διαθέτει σήμερα και που την καθιστά ουσιαστικά συνταγματικό όργανο ερμηνείας των συνθηκών. Επιπλέον, το κριτήριο της διαμονής θα επιτρέπει σε όλους όσοι διαμένουν στην Ένωση, ανεξαρτήτως από τον τόπο προέλευσής τους και βάσει πανομοιότυπων συνθηκών σε όλα τα κράτη, να απολαμβάνουν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα ως πολίτες της Ένωσης.

    3. Οι εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρέπει να είναι ουσιαστικές. Η υφιστάμενη κατάσταση που τις περιορίζει σε θέματα νομοθέτησης και προϋπολογισμού πρέπει να καταργηθεί. Το Κοινοβούλιο πρέπει να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η συνεργασία του με τα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να ενισχυθεί.

    4. Από τη στιγμή κατά την οποία οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί θα στηρίζονται στην πλήρη λαϊκή κυριαρχία (μέσω της διεύρυνσης της ιθαγένειας και των ουσιαστικών αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), θα αποκτήσουν τη νομιμοποίηση εκείνη που θα τους επιτρέψει να καταστούν κοινό πρότυπο της Ένωσης. Σε περίπτωση επίμονης διαφωνίας από ένα κράτος, η διενέργεια δημοψηφίσματος στη συγκεκριμένη χώρα δύναται να αποφασίσει τη μη εφαρμογή ενός ευρωπαϊκού νομοθετήματος.

    5. Ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων θα ενισχυθεί μέσω της εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας, της συζήτησης των ευρωπαϊκών πολιτικών, καθώς και της εντολής προς τους εκπροσώπους κάθε χώρας να συμμετάσχουν στη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων της Ένωσης.

    6. Κανένας ευρωπαϊκός θεσμός, ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ούτε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δεν μπορεί να λειτουργεί με τρόπο ώστε να νομοθετεί όπως το Συμβούλιο ή το Κοινοβούλιο. Για τον σκοπό αυτό η πρόσφατη Συνθήκη για τη Σταθερότητα, Συντονισμό και Διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο πρέπει να καταργηθούν εξ ολοκλήρου.

    7. Οι δημόσιες αρχές πρέπει να διαθέτουν τα απαραίτητα εργαλεία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους: Πρέπει να αποφασίζουν ελεύθερα για τον προϋπολογισμό τους (χωρίς τους περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας) και να ελέγχουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τη νομισματική πολιτική. Πρέπει να διαθέτουν ένα δημόσιο, ευρωπαϊκό τραπεζικό κέντρο, ανακατευθύνουν την φορολογία και να στηριχθούν σε περισσότερες και ισχυρότερες δημόσιες υπηρεσίες. 



    Για μια συνταγματική διαδικασία

    Ο ευρωπαϊκός θεσμικός μηχανισμός αντιμετωπίζει μια γενική κρίση νομιμοποίησης. Η συσσώρευση συνταγματικών συνθηκών έχει δημιουργήσει ένα μηχανισμό που δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Συνεπώς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη συνολική επανίδρυση. Η συμφιλίωση των λαών της Ευρώπης με την Ένωση κυριολεκτικά απαιτεί την εφαρμογή μιας συνταγματικής διαδικασίας.

    Με δεδομένο το υφιστάμενο πλαίσιο της συνύπαρξης κρατών και Ένωσης, ο σκοπός μιας τέτοιας διαδικασίας είναι η διαμόρφωση μιας διεθνούς συνθήκης. Σε αντίθεση με τις υφιστάμενες συνθήκες, δεν θα χρειάζεται να προσδιορίσει το οικονομικό υπόδειγμα και πολύ λιγότερο τις πολιτικές που πρέπει να εφαρμόζονται. Μια νέα συνθήκη θα έχει ένα μοναδικό σκοπό: να δημιουργήσει με δημοκρατικό τρόπο την Ένωση και τον λειτουργικό της ιστό – μέσα από τη βελτίωση και την ενδυνάμωση των θεσμών εκπροσώπησης, την ανάπτυξη και τη νομιμοποίηση των πρακτικών ιθαγένειας και της διαμόρφωσης μιας ευρωπαϊκής συμμετοχικής δημοκρατίας. Η Ευρώπη της Συνθήκης της Ρώμης, των εμπόρων και των τεχνοκρατών, θα αποκλειστεί – ένας νέος δρόμος πρέπει να διανοιχθεί για την Ευρώπη και τους λαούς της: η Ευρώπη των δικαιωμάτων.

    Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της συνταγματικής αυτής διαδικασίας είναι θεμελιακής σημασίας. Καμία θεσμική οικοδόμηση δεν νομιμοποιείται πλήρως αν δεν προκύπτει από τη βούληση των πολιτών. Συνεπώς, η μοναδική λογική μέθοδος πρέπει να περιλαμβάνει τρία στάδια: μια φάση διαλόγου σε βάθος με τους πολίτες όλων των χωρών της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να εκλεγούν αντιπρόσωποι σε μια Συνέλευση, σκοπός της οποίας θα είναι η διαμόρφωση ενός ιδρυτικού κειμένου. Τέλος, το κείμενο που θα προκύψει από τη λειτουργία της Συνέλευσης πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαλόγου σε κάθε κράτος της Ένωσης και να επικυρωθεί με δημοψήφισμα.

    Ορισμένοι διαφωνούν με την απευθείας γνωμοδότηση των λαών, φοβούμενοι την εθνική αναδίπλωση. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία διαβεβαίωση ότι σε μια δημοκρατική συνταγματική διαδικασία οι λαοί θα επιλέξουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμα και σε νέα θεμέλια. Ωστόσο, τίποτα δεν είναι χειρότερο από το να διατηρηθεί η υφιστάμενη τάξη πραγμάτων, γιατί η Ευρώπη των λαών έχει ήδη αποστραγγιστεί πλήρως.

    Εάν η συνταγματική διαδικασία αποτελεί προϋπόθεση και εφόσον επιτύχει τον σκοπό της, τότε θα υπάρξει γενική ανασύνταξη. Προηγούμενες αποκλίσεις μπορεί να ξεπεραστούν. Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια θα γίνει πραγματικότητα και όχι απλώς η διαρκής απογοήτευση μιας ευσεβούς ευχής. Η ισορροπία μεταξύ της Ένωσης και των κρατών θα επαναπροσδιοριστεί, εφόσον οι φόβοι, η πικρία και οι υποψίες εκλείψουν. Η Ένωση τότε θα λειτουργήσει ως μια πολιτική κοινότητα βασισμένη στην ελεύθερη συμμετοχή των λαών και των πολιτών.

    Η ζωή θα επιλύσει τις βασικές επιλογές μεταξύ εκείνων που επιθυμούν μια κοινωνική Ευρώπη και εκείνων που επιζητούν μόνο μια μεγάλη αγορά. Το ζήτημα των συστατικών στοιχείων της Ένωσης, όπως είναι τα σύνορά της, θα αποκτήσει σχετική έννοια. Εάν ένας λαός αποφασίσει, είτε προσωρινά είτε όχι, να αποσυρθεί στο περιθώριο της Ένωσης, θα είναι τραγωδία; Εάν, από την άλλη πλευρά, ένας άλλος λαός αποφασίσει να συμμετέχει στη διαδικασία οικοδόμησης, γιατί να το αντιμετωπίσουμε ως προοίμιο κινδύνου;

    Εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι η προσέγγιση των λαών που αποφασίζουν να συμμετάσχουν σε ένα κοινό σχέδιο για το μέλλον. Ο τελευταίος λόγος τούς ανήκει.