• Νέοι πολιτικοί παίκτες στις δημοκρατίες της πόλωσης: η περίπτωση του Μπέπε Γκρίλο – προοπτικές για την Αριστερά

  • 16 May 13
  • Η διάθεση για αλλαγή που χαρακτήρισε τις πρόσφατες εθνικές εκλογές στην Ιταλία τον Φεβρουάριο του 2013 ταυτίστηκε και εκφράστηκε σε μεγάλο βαθμό από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο (Μ5S), το οποίο πήρε το 25% των ψήφων. Η εξέλιξη αυτή ανέτρεψε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμασταν τα τελευταία είκοσι χρόνια, στον οποίο κυριαρχούσε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους δύο πόλους, την Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά. Το Δημοκρατικό Κόμμα δεν πέτυχε τη νίκη, που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις ήταν αναπόφευκτη, επειδή ενδιαφερόταν περισσότερο να καθησυχάσει τις αγορές στις Βρυξέλλες παρά να αφουγκραστεί και να ερμηνεύσει το αίτημα για αλλαγή. Δεν πέτυχαν όμως ούτε τα υπόλοιπα αριστερά κόμματα, τα οποία παρουσιάζονταν ως εκείνα που ήταν ικανά να καλύψουν αυτή την ανάγκη για αλλαγή. Η Αριστερά, Οικολογία, Ελευθερία (με ηγετική μορφή τον Νίκι Βέντολα) πήρε μόλις 3% και η Πολιτική Επανάσταση του Αντόνιο Ιγκρόια 2%.

    Η επιτυχία του M5S γεννήθηκε από ένα κίνημα που, παραδόξως, αναπτύχθηκε στη διάρκεια κάποιων ετών από κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις που οργανώθηκαν μέσω διαδικτύου. Μόλις πρόσφατα το κίνημα του Γκρίλο αναμείχθηκε άμεσα στις εκλογές, αρχικά ως τοπικό κόμμα και αργότερα με τη συμμετοχή του στις εθνικές εκλογές, μέσα στην περασμένη χρονιά. Στην Ιταλία δεν έχουν υπάρξει −ακόμα− διαδηλώσεις που θα μπορούσαν να συγκριθούν με εκείνες των αγανακτισμένων στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και την Ελλάδα. Η απογοήτευση και το αίτημα για αλλαγή έχουν εκφραστεί κυρίως μέσα από τις εκλογές. Το M5S κατάφερε αυτό που πολλοί άλλοι δεν μπόρεσαν: Να φέρει τα ζητήματα των τοπικών και των εθνικών κινητοποιήσεων των πολιτών στους πολιτικούς θεσμούς, ζητήματα τα οποία δεν αναγνωρίζονται από τα πολιτικά κόμματα και αγνοούνται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

     

    Ο πολιτικός χώρος του λαϊκισμού στην Ιταλία

    Στην Ευρώπη υπάρχουν δύο λόγοι για τη δημιουργία των σημερινών ευνοϊκών συνθηκών για λαϊκίστικες διαμαρτυρίες. Ο πρώτος είναι η κρίση των παραδοσιακών κομμάτων και οι αλλαγές που έχουν προκύψει στα αντιπροσωπευτικά συστήματα. Ο δεύτερος είναι η εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, που έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα και αιτήματα σε διάφορες χώρες και έχει δημιουργήσει νέες κοινωνικές ρήξεις, τις οποίες τα μεγάλα κόμματα δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν και να διαχειριστούν. Τα προβλήματα αυτά έχουν επιδεινωθεί από τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των μέτρων λιτότητας που προωθούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και την αντιφασιστική αντίσταση, το πολιτικό σύστημα της Ιταλίας δεν άφηνε πολύ χώρο για λαϊκισμό. Η απόσταση ανάμεσα στις μάζες και στα μεγάλα κόμματα μεγάλωσε τη δεκαετία του 1990, μετά τη λήξη του Ψυχρού πολέμου και κυρίως μετά τα σκάνδαλα διαφθοράς «Ταντζεντόπολι». Η δυσπιστία απέναντι στην τάξη των πολιτικών αυξήθηκε κατακόρυφα και η συμμετοχή στα κόμματα συρρικνώθηκε.

    Έτσι, δημιουργήθηκε στην Ιταλία πολύ μεγαλύτερο περιθώριο για δυσφορία και λαϊκίστικη πολιτική απ’ ό,τι στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα, το πιο κοντινό στο γαλλικό Εθνικό Μέτωπο ιταλικό κόμμα, ως προς την ιστορία και την ιδεολογική του παράδοση δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί αυτό τον πολιτικό χώρο. Επιπλέον, στα τέλη της δεκαετίας του 1980 εμφανίστηκε μια κρίση στην ταύτιση με τα κόμματα, ιδίως για τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους του Κέντρου και τους ενεργούς καθολικούς. Η Λίγκα του Βορρά, ένα τοπικό σχήμα που δεν συνδεόταν με τις σημαντικότερες ιταλικές πολιτικές παραδόσεις, εντόπισε και εκμεταλλεύτηκε τον χώρο που είχε δημιουργηθεί για ένα λαϊκίστικο κίνημα. Στη συνέχεια, ο ίδιος πολιτικός χώρος αξιοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία από τον άνθρωπο που κατείχε σχεδόν το μονοπώλιο της εμπορικής τηλεόρασης, τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Οι διαφορές ανάμεσα στον λαϊκισμό της Λίγκας και εκείνον του Μπερλουσκόνι οδήγησαν για ένα διάστημα σε ανταγωνισμό και συγκρούσεις, αλλά από το 2001 αναζητήθηκαν τρόποι σύγκλισης και τα δύο κόμματα κυβέρνησαν την Ιταλία για πολλά χρόνια. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο, η δυσπιστία απέναντι στην κεντροδεξιά κυβέρνηση αυξάνεται διαρκώς. Οι υπουργοί όχι μόνο του Μπερλουσκόνι αλλά και της Λίγκας του Βορρά θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τις αποτυχίες σε σχέση με τις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει.

    Με το τέλος της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι, ο σχηματισμός της κυβέρνησης με επικεφαλής το Μόντι και την υποστήριξη του Δημοκρατικού Κόμματος (PD) και του Λαού της Ελευθερίας (PdL) υπονόμευσε την αξιοπιστία των μεγάλων κομμάτων, που άρχισαν να θεωρούνται όλο και λιγότερο ικανά να λύσουν τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών. Δικαστικές έρευνες αποκάλυψαν σκάνδαλα στα οποία εμπλέκονταν μέλη όλων των κομμάτων, ενώ το κοινό πιεζόταν όλο και περισσότερο από την οικονομική κρίση και τα μέτρα λιτότητας της κυβέρνησης, την οποία στήριζαν τα τρία μεγαλύτερα κόμματα. Η Λίγκα βρισκόταν και πάλι στην αντιπολίτευση και προσπάθησε να ηγηθεί στις διαμαρτυρίες ενάντια στις κυβερνητικές πολιτικές, με μικρή όμως επιτυχία, επειδή πρόσφατα είχε θεωρηθεί υπεύθυνη ως κυβέρνηση μαζί με τον Μπερλουσκόνι. Τον τελευταίο χρόνο πολλοί ψηφοφόροι της Λίγκας προτίμησαν την αποχή, ενώ άλλοι προτίμησαν το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, θεωρώντας το πιο κατάλληλο εκφραστή των διαμαρτυριών ενάντια στα κόμματα και στην κυβέρνηση Μόντι. Το κίνημα του Γκρίλο αναγνώρισε και εξέφρασε την τεράστια επιθυμία για αλλαγή, κάτι που φάνηκε ολοκάθαρα στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2013.

     

    Η δημιουργία ενός νέου είδους κινήματος

    Πριν φτάσει στις εκλογές, ο Γκρίλο οικοδόμησε και εδραίωσε ένα γνήσιο κίνημα, βασισμένο στο διαδίκτυο. Ο Γενοβέζος κωμικός μεταμόρφωσε σταδιακά τον ρόλο του και σε πολλές περιπτώσεις έγινε η φωνή των διαμαρτυριών και των κινημάτων των πολιτών. Ένας κωμικός που μπαίνει στην πολιτική μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα αποτελεσματικός, επειδή μπορεί να χρησιμοποιήσει και να μετασχηματίσει βασικά στοιχεία της λαϊκής κουλτούρας, κάτι που έχει τονιστεί πολλές φορές σε ανθρωπολογικές μελέτες. Χρησιμοποιώντας σάτιρα, μιμήσεις και καρικατούρες πολιτικών, μπορεί να μεταδώσει πληροφορίες που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο ή δυσάρεστο να ειπωθούν, πληροφορίες που μπορούν με ευκολία να ξεπεράσουν τους φραγμούς που θέτουν οι κοινωνικοί κανόνες και επιδρούν σημαντικά στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και αισθάνεται το κοινό.

    Ωστόσο, η πρωτότυπη προσέγγιση και οι καινοτόμες πλευρές του νέου κινήματος φανερώθηκαν μόνο ύστερα από τη συμμετοχή του Τζανρομπέρτο Καζαλέτζο, ενός από τους μεγαλύτερους ειδικούς της Ιταλίας στις διαδικτυακές στρατηγικές μάρκετινγκ. Η συνεργασία αυτή έδειξε ότι ήταν εφικτό να συνδυαστούν αποτελεσματικά δύο στρατηγικές για τη διαχείριση των πολιτικών πρωτοβουλιών και των συλλογικών κινητοποιήσεων. Οι συμβουλές και οι επαγγελματικές ικανότητες του Καζαλέτζο έδωσαν στον πολιτικό ακτιβισμό του Γκρίλο και στην εξαιρετική του ικανότητα να επικοινωνεί με το κοινό τη δυνατότητα να αυξηθεί εκθετικά, έτσι που δεν γινόταν να τον εμποδίσουν εκείνοι που ελέγχουν τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα και τις εφημερίδες.

    Το ιστολόγιό του, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 2005, ήταν ένας χώρος πληροφόρησης και συζήτησης, αλλά έγινε επίσης και πλατφόρμα για την προώθηση συλλογικών και συμμετοχικών πολιτικών πρωτοβουλιών, όπως οι εκστρατείες «Έξω από το Ιράκ», για την απόσυρση των ιταλικών στρατευμάτων, «Καθαρό Κοινοβούλιο», για την απομάκρυνση καταδικασμένων βουλευτών από το κοινοβούλιο, καθώς και εκστρατείες που υπερασπίζονταν τους καταναλωτές και τους μικρομετόχους από τις μεγάλες εταιρείες.

    Η δημιουργία του ιστολογίου άρχισε να αποδίδει πραγματικά όταν ξεκίνησαν οι «ομάδες συνάντησης», πλατφόρμες που επέτρεπαν στους επισκέπτες του ιστολογίου να οργανώνονται ως ακτιβιστές σε τοπικό επίπεδο, παραμένοντας σταθερά και αμοιβαία σε επαφή. Είχε δημιουργηθεί ένας χώρος συνάντησης, αλληλεπίδρασης και κοινωνικών επαφών για ανθρώπους που ενδιαφέρονταν να αλλάξουν την πολιτική και την κοινωνία της Ιταλίας, πολλοί από τους οποίους δεν είχαν ποτέ ως τότε συμμετάσχει σε κόμματα, ομάδες ή οργανώσεις.

    Με διαδηλώσεις στο κέντρο εκατοντάδων πόλεων –οι «Μέρες βαφανκούλο» («Άντε γ…») ή V-Days το 2007 και το 2008– το κίνημα έδειξε τη δυναμική που θα μπορούσαν να έχουν τα δίκτυα συνάντησης και εκτός διαδικτύου. Στόχος των κινητοποιήσεων ήταν η συλλογή υπογραφών για φιλολαϊκά νομοσχέδια και δημοψηφίσματα. Οι δύο V-Days έκαναν το κίνημα για πρώτη φορά ευδιάκριτο στα εθνικά ΜΜΕ και την κοινή γνώμη, φανερώνοντας ότι μπορεί να υπάρξει και πέρα από το διαδίκτυο.

    Μέσα σε τρία χρόνια είχε δημιουργηθεί ένα δίκτυο μεταξύ ανθρώπων που είχαν κοινές πεποιθήσεις, μια αίσθηση του ανήκειν, συλλογική ταυτότητα και κοινούς αντιπάλους – τυπικά χαρακτηριστικά ενός κοινωνικού κινήματος. Το νέο κίνημα στην Ιταλία γνώρισε επιτυχία που μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των Πειρατών στη Γερμανία ή των διαδηλώσεων MoveOn για την υποστήριξη του Ομπάμα στην προεκλογική εκστρατεία του 2008. Σήμερα το M5S έχει ένα δίκτυο περίπου 1.100 ομάδων συνάντησης σε 900 πόλεις και κωμοπόλεις, με περίπου 140.000 ακτιβιστές.

    Ο Γκρίλο διατήρησε τον ρόλο του ως εκπρόσωπος και μεγάφωνο των λαϊκών διαμαρτυριών, αλλά σταδιακά άλλαξε την πολιτική του στάση, καθώς προσπαθεί να κατανοήσει και να αφουγκραστεί τις ανάγκες του κοινού, να συγκεντρώσει και να επανεξετάσει τις απόψεις των ακτιβιστών του κινήματός του, ώστε να συντονιστεί με τις πολιτικές και κοινωνικές κινητοποιήσεις «βάσης» που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία είκοσι χρόνια.



    Συμμετοχή στον εκλογικό στίβο και διαχείριση της διαμαρτυρίας

    Μετά την επιτυχία των συγκεντρώσεων των V-Days, το κίνημα άρχισε να προσανατολίζεται όλο και περισσότερο προς τη χρήση ενός ακόμα δημοκρατικού εργαλείου: της προώθησης μη κομματικών καταλόγων για τη συμμετοχή στις εκλογές σε τοπικό επίπεδο. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων (M5S) ιδρύθηκε στο Μιλάνο στις 4 Οκτωβρίου 2009, με ένα πρόγραμμα 120 σημείων και ένα «μη-καταστατικό», το οποίο όριζε τους κανόνες συμμετοχής. Το κίνημα απορρίπτει την ιδέα δημιουργίας κόμματος, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα οργανωμένο και επαγγελματικού χαρακτήρα εργαλείο, που λειτουργεί ως εκπρόσωπος-διαμεσολαβητής ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς.

    Η κρίση των κομμάτων που είχαν δημιουργηθεί μετά την Πρώτη Δημοκρατία σε συνδυασμό με τη μεγάλη δυσπιστία απέναντι στην τάξη των πολιτικών δημιούργησε ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες για το M5S. Στις τοπικές εκλογές του 2012 το κίνημα συγκέντρωσε 500.000 ψήφους, φτάνοντας έτσι το 7% στην περιφέρεια Εμίλια-Ρομάνια και το 5% στο Πιεμόντε. Ο υποψήφιος του M5S στην Πάρμα έγινε δήμαρχος παίρνοντας το 19% των ψήφων και το 60% στον δεύτερο γύρο. Το M5S σημείωσε επίσης επιτυχία στη Γένοβα (με 14%) και σε πολλούς άλλους δήμους στη βόρεια και την κεντρική Ιταλία, με ποσοστά από 8 μέχρι 12%. Τα αποτελέσματα αυτά ήταν υψηλότερα από τα αναμενόμενα, καθώς διπλασίασαν −από 6-7% στο 18-20%– τις εκτιμήσεις των εθνικών δημοσκοπήσεων για το κίνημα.

    Το M5S απέκτησε ευρύτερη αποδοχή επειδή μπόρεσε να βασιστεί σε ένα διαδικτυακό δίκτυο που ήταν ήδη ισχυρό και διαδεδομένο. Ο Γκρίλο αρνήθηκε να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε τηλεοπτική εκπομπή, αλλά το μήνυμά του έφτασε σε όλες τις κατηγορίες κοινού, ιδίως η κριτική, η αντιπαράθεση και η γελοιοποίηση που είχε ως στόχο τα κεντρικά πολιτικά και κυβερνητικά πρόσωπα. Με τον τρόπο αυτό, μέσα σε λίγους μόνο μήνες, το M5S έγινε το βασικό σημείο αναφοράς για τις διαμαρτυρίες ενάντια στα κόμματα και στην κάστα» των πολιτικών, παίζοντας έναν ρόλο παρόμοιο με εκείνον της Λίγκας του Βορρά κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990.

    Το M5S ήταν το κόμμα που πήρε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων τον Φεβρουάριο του 2013, με 25% στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Συγκέντρωσε σχεδόν το ένα τρίτο όσων είχαν ψηφίσει το κόμμα SinistraArcobaleno (Αριστερό Ουράνιο Τόξο, έναν εκλογικό συνασπισμό των Rifondazione, ComunistiItaliani, των Πρασίνων και της SinistraDemocratica) ή την Ιταλία των Αξιών το 2008, καθώς και το 14% των πρώην ψηφοφόρων του PD. Κέρδισε επίσης πολλούς ψηφοφόρους χάρη στην κρίση που συγκλόνισε τον κεντροδεξιό συνασπισμό: το κίνημα του Γκρίλο πήρε έτσι το 16% των ψηφοφόρων που είχαν ψηφίσει το PdL το 2008 και το 24% εκείνων που είχαν ψηφίσει τη Λίγκα του Βορρά.

    Οι τάσεις αυτές άλλαξαν το κοινωνικό προφίλ των ψηφοφόρων του M5S. Κέρδισε την υποστήριξη όλων των κοινωνικών στρωμάτων, αλλά αυτή ήταν ιδιαίτερα υψηλή στους βιομηχανικούς εργάτες, στους άνεργους, στους αυτοαπασχολούμενους και τους φοιτητές. Δεν είναι παράξενο ότι το PD και το PdL είναι ιδιαίτερα αδύναμα σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες, οι οποίες έχουν πληγεί περισσότερο από τις επιπτώσεις της κρίσης και τα μέτρα λιτότητας της κυβέρνησης Μόντι. Το PD είναι πιο δημοφιλές στους συνταξιούχους και το PdL στις νοικοκυρές.

     

    Από τη λαϊκίστικη ρητορική στην προώθηση της συμμετοχικής δημοκρατίας

    Πολλοί σχολιαστές προσπάθησαν να απονομιμοποιήσουν το M5S, συγκρίνοντάς το με τα πολυάριθμα λαϊκίστικα φαινόμενα που διαχειρίζονται δεξιά πολιτικά κόμματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο ίδιος ο Γκρίλο αποδέχτηκε με αντιφατικό τρόπο τη σύγκριση αντιστρέφοντάς τη. Το εμφανέστερο κοινό χαρακτηριστικό του M5S με λαϊκίστικα κινήματα είναι η σκληρή κριτική στα πολιτικά κόμματα και στους πολιτικούς. Η προσέγγιση του Γκρίλο υιοθετεί πολλές όψεις της λαϊκίστικης ρητορικής, εκφράζοντάς τες με τους απομυθοποιητικούς και ειρωνικούς τρόπους ενός κωμικού. Οι ψηφοφόροι του M5S διαφέρουν κυρίως από εκείνους άλλων πολιτικών κομμάτων λόγω της βαθιάς έλλειψης εμπιστοσύνης στα δημόσια αντιπροσωπευτικά σώματα και στους πολιτικούς θεσμούς. Στην πραγματικότητα, η εμπιστοσύνη προς τα κόμματα (4%), στη Βουλή των Αντιπροσώπων (12%) και στα σωματεία (19%), είναι πολύ χαμηλή, σαφώς χαμηλότερη από εκείνη των ψηφοφόρων της Λίγκας. Ιδιαίτερη κριτική ασκείται και στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ΜΜΕ. Οι ψηφοφόροι του M5S εμπιστεύονται ελάχιστα τις τράπεζες (6%) και το χρηματιστήριο (13%). Η εκτίμησή τους για την αξιοπιστία της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου είναι επίσης πολύ χαμηλή, με το RAI στο 13% και τη Mediaset στο 23%.

    Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο το M5S έχει μετατρέψει τις διαμαρτυρίες σε προτάσεις διαφέρει πολύ από εκείνον της λαϊκιστικής δεξιάς. Για τα κόμματα της λαϊκιστικής δεξιάς, ο λαός μπορεί να ανακτήσει την κυριαρχία αν εμπιστευτεί έναν «ισχυρό» ηγέτη, ικανό να εκπροσωπήσει τη βούληση των απλών ανθρώπων στα θεσμικά όργανα. Ο λαός ορίζεται ως κοινότητα με εθνοτικούς-πολιτισμικούς όρους, η οποία βλέπει σαν εχθρούς τους μετανάστες και γενικότερα τις άλλες εθνικές κοινότητες ή υπερεθνικούς οργανισμούς.

    Από την άλλη, το εγχείρημα του M5S είναι να εδραιωθεί ως εργαλείο για την ανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας ενεργοποιώντας όλες τις μορφές συμμετοχής των πολιτών. Το πρόγραμμα που συνέταξε το κίνημα του Γκρίλο είναι εντελώς διαφορετικό, στην πραγματικότητα σχεδόν το αντίθετο από τις πλατφόρμες που υποστηρίζουν τα λαϊκίστικα κόμματα. Οι στόχοι που τίθενται έχουν σκοπό κυρίως να ενθαρρύνουν τη δημιουργία μιας συμμετοχικής δημοκρατίας των πολιτών, που θα υπερασπίζεται ένα κοινωνικό κράτος οικουμενικών αρχών και θα προστατεύει και θα ενισχύει την κοινή και/ή τη δημόσια περιουσία.

    Το M5S διαφέρει πολύ από τα παραδοσιακά πολιτικά μορφώματα, αλλά παραδόξως υποχρεώθηκε να αναπαραγάγει με νέους τρόπους πολλούς ρόλους που έπαιζαν τα κόμματα αυτά στο παρελθόν και είτε έχουν πέσει σε αχρησία ή η χρήση τους είναι ανεπαρκής, όπως η δημιουργία ενός δικτύου ακτιβιστών εξαπλωμένου σε όλη τη χώρα, η επιλογή και ο έλεγχος των υποψηφίων που εκλέγονται σε πολιτικά αξιώματα και, τέλος, η κατανόηση και η προβολή των αιτημάτων του λαού.

    Τα μεγάλα ιστορικά κόμματα στο παρελθόν αναφέρονταν στην προνομιούχα κοινωνική βάση τους ή πρότειναν γενικούς στόχους, οι οποίοι δικαιολογούσαν την ύπαρξή τους. Όπως έχουμε ήδη πει, το M5S απορρίπτει την ιδέα δημιουργίας κόμματος, καθώς θεωρεί ότι πρόκειται για ένα οργανωμένο και επαγγελματικού χαρακτήρα εργαλείο, που λειτουργεί ως εκπρόσωπος-διαμεσολαβητής ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς. Το βασικό σχέδιο είναι να ξαναβάλει τους πολίτες στο επίκεντρο της πολιτικής, κάνοντάς τους πρωταγωνιστές σε όλες τις επιλογές και τις αποφάσεις, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Οι παραδοχές που δηλώνονται από το «μη καταστατικό» δείχνουν πόσο παρεμφερές είναι το M5S με το γερμανικό κόμμα των Πειρατών, αν και το τελευταίο δεν μπορεί να βασιστεί στις επικοινωνιακές ικανότητες και τη φήμη ενός χαρισματικού ηγέτη.

    Το M5S έχει εκπονήσει ένα σχέδιο που προβλέπει τρία επίπεδα συμμετοχής: ακτιβιστής, συμπαθών και ψηφοφόρος. Από την αρχή υιοθέτησε διαδικασίες εγγραφής που ήταν ανοιχτές σε όλους τους συμπαθούντες. Οι βασικές διαφορές σε σχέση με τα παραδοσιακά κόμματα έχουν να κάνουν με τη δυνατότητα αύξησης της συμμετοχής, ιδίως στο πλαίσιο του κινήματος, που προσφέρει το διαδίκτυο. Αυτή είναι μάλλον η πιο καινοτόμα πλευρά αυτού του νέου πολιτικού υποκειμένου, η οποία και επέτρεψε στο M5S να ξεπεράσει τη μείωση της συμμετοχής που επηρεάζει όλα τα πολιτικά κόμματα. Το ιστολόγιο έχει επίσης εξελιχθεί στον σημαντικότερο δίαυλο για την άμεση μετάδοση μηνυμάτων στους συμπαθούντες και τους δυνητικούς ψηφοφόρους· στην πραγματικότητα, έχει αντικαταστήσει την πολιτική καθοδήγηση και κατήχηση που πραγματοποιούσαν τα κόμματα με άλλα μέσα.

    Το διαδίκτυο έδωσε τη δυνατότητα να στρατολογηθούν πολλοί ακτιβιστές, που μέχρι τότε ήταν αποξενωμένοι από την πολιτική. Η ιδιότητα του μέλους δίνει τη δυνατότητα συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που ενεργοποιούνται από το κίνημα και εδραιώνει μια σχέση με τους συμπαθούντες, όπως γινόταν με την παραδοσιακή κομματική ταυτότητα. Η χρήση του ιστολογίου και των ομάδων συνάντησης με σκοπό η πολιτική συζήτηση να επιστρέψει στον κόσμο και να προωθηθούν εκστρατείες της κοινής γνώμης έχει δημιουργήσει, στη διάρκεια εφτά ετών, πλήθος συμπαθούντων, κάποιοι από τους οποίους έχουν γίνει και μέλη του M5S και σε πολλές περιπτώσεις ακτιβιστές.

    Το M5S δεν συγκροτήθηκε βάσει ενός προγράμματος που είχε οριστεί από την αρχή. Ανέπτυξε σταδιακά την προγραμματική πλατφόρμα του, η οποία επιδίωκε να ανταποκριθεί στις πιο κοινές ανάγκες και απαιτήσεις των πολιτών, της κοινής γνώμης και ειδικότερα των πιο τακτικών χρηστών του διαδικτύου. Στο παρελθόν τα πολιτικά κόμματα των ευρωπαϊκών χωρών έπαιζαν κεντρικό ρόλο στη ζωή της δημοκρατίας, διασφαλίζοντας ότι θα ακούγονται οι απαιτήσεις των πολιτών για πολιτική δράση. Δημιουργώντας το πρόγραμμα αυτό, το M5S προσπάθησε να αναπαραγάγει με διάφορους τρόπους αυτό τον ρόλο, ο οποίος εκπληρώνεται όλο και λιγότερο και συχνά με μη ικανοποιητικό τρόπο από τα υπάρχοντα κόμματα.

    Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές προκλήσεις και προβλήματα στα ζητήματα που άνοιξε το M5S: η απόρριψη της πολιτικής ως επάγγελμα, η άσκηση της πολιτικής ως προσωρινής δραστηριότητας των πολιτών και η αντίσταση στη δημιουργία οργανωτικών δομών περά από το διαδίκτυο – όλα αυτά μπορούν να δημιουργήσουν πολλά προβλήματα σε ένα πολιτικό υποκείμενο που πρέπει να διαχειριστεί εξουσία και ευθύνη σε εθνικό επίπεδο. Το κίνημα δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στον ρόλο του «εργαλείου» που θα ενθαρρύνει τις διαμαρτυρίες και την άμεση συμμετοχή των πολιτών, αλλά πρέπει να επανεξετάσει τις οργανωτικές δομές του. Η άμεση δημοκρατία μπορεί να επαρκεί για τη διαχείριση πολιτικών ζητημάτων σε περιορισμένο τοπικό επίπεδο ή στη διαδικτυακή κοινότητα. Είναι όμως δύσκολο να εφαρμοστεί όταν περνάμε στο εθνικό επίπεδο και οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται στην πραγματικότητα μόνο από τον Γκρίλο και το κεντρικό προσωπικό. Στη φάση αυτή ο Γενοβέζος κωμικός δεν μπορεί να περιοριστεί στον ρόλο του «εγγυητή», ώστε να μην επαναλάβει τις παραδοσιακές πολιτικές πρακτικές. Για να μπορεί να έρχεται καθημερινά σε επαφή με τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς, πρέπει να τονίσει τον ρόλο του ως πολιτικού ηγέτη του κινήματος. Ο Γκρίλο είναι επίσης ο σημαντικότερος κρίκος για να διατηρηθεί η ενότητα των ακτιβιστών και να εξασφαλιστεί ότι θα μπορούν να επηρεάζουν σημαντικά τον πολιτικό στίβο. Εξακολουθεί ωστόσο να υπάρχει κάποια αμφισημία σχετικά με τον ρόλο του, η οποία έχει οδηγήσει σε συζητήσεις και διαφωνίες μεταξύ των ακτιβιστών του M5S.

    Σε κάθε περίπτωση, το M5S έχει συμβάλει αποφασιστικά στην πολιτική αλλαγή, τραβώντας ξανά την προσοχή σε πολλά καίρια ζητήματα και προβλήματα που πολιορκούν τη δημοκρατία μας – από την απώλεια της κυριαρχίας και των εξουσιών των πολιτών μέχρι την έλλειψη εμπιστοσύνης στο σημερινό σύστημα αντιπροσώπευσης και τη δυσκολία να δημιουργηθούν νέοι και αξιόπιστοι τρόποι συμμετοχής στην πολιτική. Οι απαντήσεις που προτείνει η εμπειρία του M5S για αυτά τα ερωτήματα έχουν τα δικά τους προβλήματα και αντιφάσεις· πρέπει όμως να τις σκεφτούμε σοβαρά ως προσπάθειες διερεύνησης νέων τρόπων για να αλλάξει η πολιτική στην Ιταλία.



    Μετάφραση: Μιχάλης Λαλιώτης