• Για το βιβλίο Πέρι Άντερσον, The New Old World, Verso, London, 2009
  • Ο νέος παλαιός κόσμος: η Ευρωπαϊκή Ένωση στον αστερισμό του νεοφιλελευθερισμού

  • 16 May 13 Posted under: Reviews
  • «Ο Edward Thompson είναι ο επιφανέστερος σοσιαλιστής συγγραφέας σήμερα – σίγουρα στην Αγγλία και πιθανότατα στην Ευρώπη».1 Με αυτό τον επαινετικό χαρακτηρισμό ο Perry Anderson άρχιζε, τριάντα τρία χρόνια πριν, τη μονογραφία του για τον E. P. Thompson, Arguments Within English Marxism. Μια ακριβοδίκαιη ιστορική κρίση, ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη απώλεια του Eric Hobsbawm, μου επιτρέπει να επαναλάβω απλόχερα τον ίδιο χαρακτηρισμό και σήμερα. Η ιστορική του γραφή, παρότι απέχει σημαντικά από τον παθιασμένο και συχνά πολεμικό τόνο του θεμελιωτή της κοινωνικής ιστορίας, διατηρεί ορισμένες από τις πιο σημαντικές και γόνιμες όψεις της βρετανικής μαρξιστικής ιστοριογραφίας. Να ποια είναι τα βιογραφικά ορόσημα, μεταξύ άλλων, της μέχρι τώρα διανοητικής πορείας του Anderson: μέλος της συντακτικής ομάδας και για πολλά χρόνια διευθυντής σύνταξης της διμηνιαίας μαρξιστικής επιθεώρησης New Left Review, ιθύνων νους στον αδελφό εκδοτικό οίκο Verso, ο οποίος τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες έχει εκδώσει πάνω 3.000 τίτλους και 10 οξυδερκείς μελέτες στα πεδία της διανοητικής ιστορίας και της ιστορικής κοινωνιολογίας, οι θεματικές των οποίων εκτείνονται από τον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής έως τις καταβολές της μετανεωτερικότητας. Συνυπολογίζοντας την ευχέρειά του σε 11 γλώσσες, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο τελευταίος σημαντικός μοντερνιστής ιστορικός.

     

    Κεντρικό θέμα του The New Old World είναι η ιστορία του θεσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ιδιοτυπία του, συγκριτικά με την πλειοψηφία των μελετών με παραπλήσια θεματική, έγκειται αφενός στο ότι υιοθετεί μια ιστορική-κριτική ματιά, επιχειρώντας να απονομιμοποιήσει και ταυτοχρόνως να αποφύγει τις τρέχουσες τεχνικές συζητήσεις περί Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφετέρου στο ότι επιχειρεί να διασώσει το διεθνιστικό πολιτικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με δεδομένη την ιδεολογική τοποθέτησή του στην Αριστερά2 παρά τον νεοφιλελεύθερο εκτροχιασμό της. Υπό αυτό το πρίσμα, το The New Old World συνιστά έναν θεωρητικό και ιστορικό αντίλογο στους κυρίαρχους σοσιαλδημοκρατικούς και χριστιανοδημοκρατικούς εξιδανικευτικούς μονολόγους υπεράσπισης της τωρινής μορφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ίδια στιγμή μια έμμεση αντιπρόταση μετασχηματισμού της προς την κατεύθυνση ενός υπερεθνικού πολιτικού σχηματισμού, ο οποίος θα λειτουργεί υπέρ του κόσμου της εργασίας. Η μελέτη αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια, όπου η λογική της ανάλυσης κινείταιαπό το γενικό στο ειδικό και καταλήγει ξανά στο γενικό. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται οι καταβολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η σημερινή της μορφή και οι θεωρίες γι’ αυτή, στα επόμενα δύο κεφάλαια ο φακός ανάλυσης στρέφεται διαδοχικά σε ορισμένες εθνικές κατά περίπτωση μελέτες της δυτικής (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) και της ανατολικής (Τουρκία, Κύπρος) Ευρώπης και στο τελευταίο κεφάλαιο συζητούνται οι ιδεολογικοί προπάτορες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γίνονται ορισμένες προγνώσεις για το μέλλον της. Εντούτοις, θα σταθούμε αποκλειστικά, για λόγους χώρου, στα κεφάλαια που σχολιάζονται οι υπερεθνικές διαστάσεις του θεσμού.

     

    Πρόθεση του συγγραφέα στο βιβλίο αυτό είναι να ανοίξει έναν κριτικό διάλογο για την Ευρωπαϊκή Ένωση στον αντίποδα των σύγχρονων κομφορμιστικών αποτιμήσεών της, που έχουν αφυδατώσει τη δημόσια σφαίρα και περιορίζουν ασφυκτικά την επιστημονική και πολιτική οπτική στο να διερευνήσει τους ορίζοντες πέρα από τον σημερινό νεοφιλελεύθερο βηματισμό της. O Perry Anderson, αρχίζοντας την έρευνά του, στρέφεται στις στιγμές ίδρυσης της ευρωπαϊκής κοινότητας, εγγράφοντας τη γέννησή της στο μεταπολεμικό ιστορικό συγκείμενο. Τηρώντας αποστάσεις από τη βεμπεριανή αρχή της αξιολογικής ουδετερότητας, δηλώνει τον θαυμασμό του για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, θεωρώντας το ως «το τελευταίο μεγάλο κοσμοϊστορικό επίτευγμα της αστικής τάξης».3 Κατά τον Βρετανικό ιστορικό, η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστά απότοκο μιας ιδιότυπης σύνθεσης των γεωπολιτικών συμφερόντων και των ορθολογικών σχεδιασμών των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων με τις εμπρόθετες φεντεραλιστικές ιδέες του Jean Monnet και του κύκλου του για την οικοδόμηση μιας υπερεθνικής ευρωπαϊκής πολιτείας. Η θεώρηση αυτή, αναγνωρίζοντας μια λανθάνουσα −στο μέτρο που ακόμη δεν έχει υλοποιηθεί− σπερματική πολιτική ουτοπία στον μηχανισμό επανεθεμελίωσης των συμφερόντων της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αστικής τάξης, αποπειράται να προσφέρει μια πολιτική εναλλακτική στον σημερινό μετασχηματισμό της σε μόρφωμα προώθησης του ακραίου ενδοκρατικού ανταγωνισμού.

     

    Επιταχύνοντας τον ιστορικό χρόνο, ο Anderson προχωράει από την ανάλυση της μετάβασης στην ανάλυση της συγχρονίας και με σύντομους ενδιάμεσους σταθμούς επικεντρώνεται ιστορικά στην περίοδο πριν και μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία οδήγησε στη δημιουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, του ευρώ Ο μετασχηματισμός που χαρακτηρίζει τις τελευταίες τρεις δεκαετίες παγκοσμίως είναι «η γενική μεταμόρφωση του καπιταλισμού ως διεθνούς συστήματος».4 Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επηρεαστεί καθοριστικά από την ευρύτερη νεοφιλελεύθερη στροφή της οικονομίας και το εκτελεστικό της όργανο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από τη δεκαετία του 1990 «έχει δεσμευτεί ανοιχτά στην αρχή της ιδιωτικοποίησης, προωθώντας τη χωρίς ντροπή στις χώρες-μέλη μαζί με άλλα δημοκρατικά ραφιναρίσματα».5 Οι επιδιώξεις του μεταπολεμικού έθνους-κράτους για πλήρη απασχόληση και παροχή κρατικής πρόνοιας έχουν σταματήσει να αποτελούν προτεραιότητες. Η νέα πανευρωπαϊκή επιταγή είναι ο έλεγχος της ύφεσης και αυτό επιδιώκεται μέσω της μετατόπισης στη χάραξη μακροοικονομικής πολιτικής από εθνικό στο διεθνικό επίπεδο, από τις «εθνικές πρωτεύουσες στην Φρανκφούρτη και στις Βρυξέλλες».6 Για αυτό τον λόγο ολόκληρη η Ευρωζώνη υποστηρίζεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο υποχρεώνει τις εθνικές κυβερνήσεις να δεσμευτούν σε σκληρούς δημοσιονομικούς στόχους. Αυτή η διαδικασία έχει οδηγήσει στην αλλαγή βασικών λειτουργιών του έθνους-κράτους, στερώντας του τη δυνατότητα να σχεδιάζει τη δική του αυτόνομη οικονομική πολιτική. Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει πλέον ρυθμιστικό ρόλο, αλλά παρεμβαίνει ουσιωδώς στα «ζητήματα που οι πολίτες νιώθουν πράγματι ότι μπορούν να επηρεάσουν με την ψήφο τους − εργασία, φορολογία και κοινωνικές υπηρεσίες».7 Η παρεμβατική της δράση ωστόσο δεν περιορίζεται στην οικονομική σφαίρα, αλλά εκτείνεται και στα πεδία της στρατιωτικής και διπλωματικής πολιτικής, με τη «Νέα Ευρώπη» να εμπλέκεται, μεταξύ άλλων, στον «ανθρωπιστικό» πόλεμο «στον Αφγανιστάν, όπου μια σύγχρονη εκδοχή εκστρατευτικής δύναμης στάλθηκε για να αποκρούσει το Πόλεμο των Μπόξερ σκοτώνοντας περισσότερους πολίτες... από ό,τι αντάρτες που αρχικά επιδίωκε να ξετρυπώσει».8

     

    Τρεις ιστορικές διαδικασίες συνέβαλαν καθοριστικά στην καθιέρωση της σημερινής νεοφιλελεύθερης φυσιογνωμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρώτη ήταν η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος. Οι δεδηλωμένοι αρχικά στόχοι της κίνησης αυτής –του χαμηλότερου κόστους συναλλαγής και της μεγαλύτερης προβλεψιμότητας των κερδών για τις επιχειρήσεις− έχουν αποτύχει. Η εαρινή πρόγνωση της Κομισιόν αναφορικά με το περασμένο έτος διέβλεψε ύφεση 0,3% για το 2012 στις 17 χώρες που χρησιμοποιούν το ευρώ. Έως τώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σημειώσει ρυθμό ανάπτυξης πολύ χαμηλότερο από αυτό των ΗΠΑ και υπολείπεται κατά πολύ σε σχέση με τα αλματώδη αναπτυξιακά βήματα της Κίνας.9 Μετά την παγκόσμια κρίση του 2008, η άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να εξαγοράσει το χρέος των κρατών-μελών έχει αυξήσει πολύ περισσότερο τους δείκτες των οικονομιών τους και ιδιαίτερα αυτών της νότιας περιφέρειας διά μέσου «της επιβολής από την Γερμανία... δρακόντειων προγραμμάτων λιτότητας, αδιανόητα για τους πολίτες της».10

     

    Η δεύτερη διαδικασία είναι η γερμανική επανένωση. Το κόστος της επανένωσης ήταν υψηλό και οδήγησε τη γερμανική ανάπτυξη σε σημαντική κάμψη. Η οικονομική της ανάκαμψη βασίστηκε σε μια αξιοσημείωτη μείωση του εργατικού κόστους: μεταξύ του 1998 και 2006 το εργατικό κόστος κατά μονάδα βρισκόταν σε διαρκή πτώση. Το 2006 η σταθεροποίηση της οικονομίας της την ανέδειξε εκ νέου στην κεντρική ηγεμονική δύναμη της ηπείρου.11 O Anderson αποδίδει διττό ρόλο στη νέα ευρωπαϊκή ηγεμονική, κατά την παρούσα συγκυρία, δύναμη: «Η Γερμανία, βασικός υπεύθυνος για την ευρωκρίση περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κράτος, ηγείται ενός συστήματος κεφαλαιακής χαλάρωσης στο εξωτερικό και μισθολογικής περιστολής στο εσωτερικό, την ίδια στιγμή που κυρίως αυτή σχεδιάζει εγχειρήματα για να υπερκεραστεί».12 Έτσι, οι ως τώρα προσπάθειες επιβολής της προαναφερθείσας στρατηγικής εκ μέρους της κυρίαρχης γερμανικής πολιτικής ελίτ έχουν αποδειχθεί ευνοϊκές για τις αγορές και καταστροφικές για τους εργαζόμενους και τους λαούς της Ευρώπης.

     

    Η τρίτη ιστορική αλλαγή σχετίζεται με την επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ανατολική Ευρώπη. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αντίθετα με την κυρίαρχη ρητορική των δυτικών δημοσιολόγων, χαρακτηρίζεται από μια έκδηλη «συνδυασμένη και ανισομερή ανάπτυξη». Αυτό μαρτυρείται από τον οικονομικό ρόλο που έχει αποδώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στη Νέα Ανατολή, αυτόν μιας «ζώνης οικονομικών καθεστώτων φιλικά προσκείμενων στις επιχειρήσεις, ασθενών ή ανύπαρκτών εργατικών κινημάτων, χαμηλών μισθών και ως εκ τούτου υψηλών επενδύσεων, η οποία καταγράφει ταχύτερη ανάπτυξη από τα παλαιότερα κέντρα της Ευρώπης».13 Οι βερμπαλισμοί των λομπιστών της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί «δημοκρατικής αποκατάστασης» στην Ανατολική Ευρώπη έχουν αποψιλωθεί ολοκληρωτικά. Οι Βρυξέλλες δεν διστάζουν να υποστηρίζουν διεφθαρμένες πολιτικές προσωπικότητες, όπως ο Φέρεντς Γκιουρτσάνι, που ήταν υπεύθυνος για την κατάλυση των δημοκρατικών κανόνων στην Ουγγαρία.14 Η υποστήριξη της Τρόικας στον μη εκλεγμένο πρωθυπουργό και πρώην τραπεζίτη Λουκά Παπαδήμο, στην ελληνική περίπτωση, απλώς επικυρώνει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προς την Ανατολή επιδιώχθηκε, για λόγους ισορροπίας, ως προϋπόθεση της αναπαραγωγής του ευρωπαϊκού καπιταλιστικού συστήματος στο μέτρο που «το ευρωπαϊκό κεφάλαιο του κέντρου τώρα έχει ένα σημαντικό απόθεμα φθηνής εργασίας στη διάθεση του, βολικά τοποθετημένο στο κατώφλι του, μειώνοντας δραματικά όχι μόνο το βιομηχανικό κόστος παραγωγής στην Ανατολή, αλλά και όντας ικανό την ίδια στιγμή να ασκήσει πιέσεις στους μισθούς και στις εργασιακές συνθήκες στην Δύση».15

     

    Ωστόσο, στην ιστορική αφήγηση του Anderson δεν μπορεί να εξηγήσει η κίνηση των παραγωγικών δυνάμεων τις νεοφιλελεύθερες συντεταγμένες της σημερινής Ευρώπης. Υιοθετώντας τη μαρξιστική θεωρητική αρχή πως το πολιτικό επίπεδο είναι αυτό στο οποίο μπορούν να χαρτογραφηθούν οι δείκτες της αλλαγής, η ανάλυσή του θέτει ως κεντρικό ερμηνευτικό κλειδί της χαγιεκιανής μορφής της ευρωπαϊκής οικονομίας τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών ελίτ. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν προκύπτει, ως εκ τούτου, ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας αλλά ως απότοκο των αντιμαχιών μεταξύ των διαφορετικών μερίδων του κεφαλαίου, μόνη διέξοδος των οποίων είναι η συμπίεση του εργατικού κόστους. Με την επιστημολογική απόφαση να αναγνωρίσει την σημασία της πολιτικής επιλογής εντός των υφιστάμενων οικονομικών δομικών περιορισμών, ο Anderson αποφεύγει μια αναγωγιστική ερμηνεία της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής τροχιάς, χρεώνοντας την στους διάφορους πολιτικούς δρώντες που μετείχαν στη διαμόρφωση της. Με αυτό τον τρόπο, στις σελίδες του The New Old World βλέπουμε «τους βασικούς δρώντες κατά τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης –με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια όσο η ιστορία προσεγγίζει την περίοδο του Μάαστριχτ και την άφιξη των Σιράκ και Σρέντερ− να λειτουργούν όχι ως μαριονέτες απρόσωπων δυνάμεων αλλά ως φιγούρες με έναν βαθμό επιλογής».16 Η μεταμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε «πειραματικό εργαστήριο του σύγχρονου φιλελευθερισμού»17 έχει συμβεί επειδή οι υφιστάμενες πολιτικές των δύο κυρίαρχων πολιτικών μπλοκ εξουσίας (σοσιαλδημοκρατίας και χριστιανοδημοκρατίας), μην έχοντας κάποια ουσιαστική διαφορά στον πυρήνα τους, αναδιπλασιάζουν τις πραγματικότητες της οικονομικής βάσης σε συνεργασία με τους φορείς εκπροσώπησής της, συμβάλλοντας καθοριστικά «στην απορύθμιση και την ιδιωτικοποίηση όχι μόνο των βιομηχανιών αλλά και των κοινωνικών υπηρεσιών».18

     

    Επιπλέον, ο οικονομικός «εκσυγχρονισμός» της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συμβάδισε με τη, δημοκρατική διεύρυνση του πολιτικού της εποικοδομήματος, παράγοντας κατά αυτό τον τρόπο μια ενδογενή δομική ασυμμετρία στο εσωτερικό της. Οι οριζόντιοι ταξικοί ανταγωνισμοί μεταξύ των ευρωπαϊκών ελίτ είναι υπεύθυνοι για το τρέχον ανολοκλήρωτο πρόγραμμα της ιδεοτυπικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο ημιτελής καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός, με άλλα λόγια, παρήγαγε μια απαθή ομοσπονδιακή ένωση, «μια καρικατούρα δημοκρατικής ομοσπονδίας, στον βαθμό που το κοινοβούλιό της στερείται του δικαιώματος αυτόνομης νομικής δράσης, ενέχει κόμματα με μηδαμινή παρουσία σε ευρωπαϊκό επίπεδο και ακόμη δεν στηρίζεται σε ευρεία νομιμοποιητική βάση».19 Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό, η περιστολή της έκφρασης της λαϊκής βούλησης των ευρωπαϊκών λαών επιτυγχάνεται επίσης με την υποστήριξη των Συνταγματικών δικαστηρίων. Απορρίπτοντας μια αξιολογικά ουδέτερη νομικίστικη αντίληψη των ανωτάτων διερμηνέων του συντάγματος που θεωρεί τα δικαστήρια ως «προπύργια των δημοκρατικών αρχών», ο Anderson τα αντιμετωπίζει, αντ’ αυτού, ως δικαιικές ασφαλιστικές δικλίδες του συστήματος και ο ρόλος τους κατ’ αυτόν είναι η «εξυπηρέτηση του πολιτικού κατεστημένου».20 Έτσι, τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά έθνη-κράτη δημιούργησαν και χρησιμοποίησαν τα νέα συνταγματικά δικαστήρια ως νομικούς «στενούς επιτηρητές»21 των νεόδμητων δημοκρατιών στη μάχη ενάντια στον κομμουνισμό. Ως παραδειγματική περίπτωση αυτής της λογικής, ο Anderson κάνει μνεία στην απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας το 1956 από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό δικαστήριο.

     

    Η εικόνα που αναδύεται από το New Old World είναι αυτή της αποτυχίας της ευρωπαϊκής αστικής τάξης να εκπληρώσει τον ιστορικό της ρόλο, δημιουργώντας και διατηρώντας μια πολιτική δημοκρατία στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό το επιχείρημα επανεγγράφει το βιβλίο του Anderson στο παράδειγμα των αστικών επαναστάσεων, το οποίο είχε εισάγει αρχικά με το άρθρο του «Origins of the Present Crisis»,22 όπου η αγγλική αστική τάξη εμποδίστηκε να ολοκληρώσει μια «ορθή» αστική επανάσταση από μια ακλόνητη αριστοκρατία. Το μοτίβο επανέρχεται στη μελέτη του για το Απολυταρχικό Κράτος,23 όπου η μετάβαση στην καπιταλιστική νεωτερικότητα προϋποθέτει την πραγματοποίηση αστικών επαναστάσεων. Παρά τους όποιους πολιτικούς και μεθοδολογικούς περιορισμούς ενδέχεται να ενέχει η συγκεκριμένη ιστορική θεώρηση, είναι αξιοσημείωτο ότι ο Anderson καταφέρνει να αναδείξει επιτυχώς αφενός τον σημερινό νεοφιλελεύθερο εκτροχιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις οδυνηρές συνεπαγωγές αυτού για τους λαούς της Ευρώπης, αφετέρου την ίδια στιγμή, διακρίνοντας τη μορφή από το περιεχόμενο, δείχνει ότι το πολιτικό της όραμα δεν ανάγεται πλήρως στις υφιστάμενες σχέσεις παραγωγής, αναγνωρίζοντάς την ως προνομιακό πεδίο ταξικού αγώνα.

    Σημειώσεις

    1. P. Anderson, Arguments Within English Marxism, Verso, London 1980, σ. 1.

    2, Συνέντευξη του Perry Anderson στη ρωσική εφημερίδα Kommersant, (αγγλική μετάφρασή της) seansrussiablog.org/2006/12/15/kommersant-interview-with-perry-anderson/.

    3. Perry Anderson, The New Old World, Verso, London, 2009, σ. 78.

    4. P. Anderson, ό.π., σ. 541.

    5 . Ό.π., σ. 65.

    6 Ό.π., σ. 64.

    7. Ό.π.

    8 Ό.π., σ. 72.

    9. Ό.π., σ. 50.

    10 Ό.π., σ. 53.

    11 Ό.π., σ. 52.

    12. Π. Άντερσον, «Μετά το Συμβάν ΙΙΙ», Rednotebook, www.rednotebook.gr/details.php.

    13. P. Anderson, ό.π., σ. 55.

    14. Π. Άντερσον, «Μετά το Συμβάν ΙΙ».

    15. P. Anderson, ό.π., σ. 55.

    16. A. Coates, “The New Old World. Perry Anderson. Review Essay”, Tendance Coatesy, tendancecoatesy.wordpress.com/2010/06/28/the-new-old-world-perry-anderson-review-essay/, 28/ 9/ 2010.

    17. P. Anderson, ό.π., σ. 133.

    18, Ό.π., σ. 6.

    19 Ό.π., σ. 60.

    20. Π. Άντερσον, «Μετά το Συμβάν ΙΙ», ό.π.

    21 Ό.π.

    22 P. Anderson, “Origins of the Present Crisis”, New Left Review, τ. 23, Οκτώβριος-Νοέμβριος 1964.

    23.Πέρυ Άντερσον, Το Απολυταρχικό Κράτος, Οδυσσέας, Αθήνα, 2008 & Πέρυ Άντερσον, Από την Αρχαιότητα στην Φεουδαρχία, Οδυσσέας, Αθήνα, 2001.


Related articles