• Οι ιδιατερότητες της ελληνικής κρίσης

  • 24 Jan 12 Posted under: Ελλάδα , Συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα
  • Οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής κρίσης
    Δημήτρης Παπανικολόπουλος, Γιώργος Τσιρίδης

    Είναι ευρέως διαδεδομένη η άποψη που θέλει τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου να έχουν ακολουθήσει παρόμοιες ιστορικές πορείες, ιδιαίτερα μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, με τη μετάβασή τους στη δημοκρατία κατά τη δεκαετία του ΄70, συμπεριλήφθηκαν σε αυτό που ο Σάμιουελ Χάντινγκτον αποκαλούσε «το τρίτο κύμα του εκδημοκρατισμού».   Από το 1974 και σε διάρκεια μόλις δεκαεννέα μηνών, τα δικτατορικά καθεστώτα αντικαταστάθηκαν από δημοκρατικά και στις τρεις χώρες. Αυτή η ταυτόχρονη αλλαγή προκάλεσε σειρά ακαδημαϊκών συζητήσεων σχετικά με τις μεταξύ τους ομοιότητες. Παρόλο που κάθε χώρα βίωσε με διαφορετικό τρόπο τη μετάβασή της στη δημοκρατία, η ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε μια κοινή εμπειρία. Ένα επιπλέον κοινό τους χαρακτηριστικό υπήρξε και η χρονική σύμπτωση της μεταβολής των οικονομιών τους από αγροτικές σε βιομηχανικές (βλ. παρακάτω πίνακες).

     


    Πράγματι, οι νοτιοευρωπαϊκές χώρες γνώρισαν μια εντυπωσιακή ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα. Εντούτοις, η διαδικασία αυτή έχει συχνά χαρακτηριστεί ως μια περίπτωση «εκβιομηχάνισης χωρίς ανάπτυξη», αφού ο ευρωπαϊκός Νότος παρουσίαζε έλλειψη στις υποδομές που θα του επέτρεπαν να εκμεταλλευτεί αποτελεσματικά τα κοινωνικά οφέλη της αστικοποίησης και του οικονομικού εκσυγχρονισμού.
    Το στοιχείο όμως που διαφοροποίησε καθοριστικά την οικονομική πραγματικότητα των χωρών του Νότου από αυτή των βόρειων γειτόνων τους ήταν, τόσο η φύση όσο και η χρονική συγκυρία της αλλαγής καθεαυτής. Η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, συνέδεσαν σκόπιμα τη μετάβασή τους στη δημοκρατία με τη μετάβαση σε μια μοντέρνα οικονομία. Η πολυ-αναμενόμενη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είχε, έτσι, ένα διπλό αντίκτυπο στις νοτιοευρωπαϊκές χώρες: Από τη μία πλευρά συνέδεσε άμεσα τους εγχώριους πολιτικούς θεσμούς με τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς, εδραιώνοντας έτσι την πολιτική αλληλεξάρτηση, ενώ από την άλλη, οι μη ανεπτυγμένες οικονομίες της Νότιας Ευρώπης αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν απότομα τα κριτήριά τους στα αντίστοιχα βορειοευρωπαϊκά. Επιπλέον, κάτι τέτοιο έπρεπε να πραγματοποιηθεί υπό καθεστώς σκληρής λιτότητας. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973-1974 είχε συνταράξει τα θεμέλια ακόμη και των πιο εύρωστων οικονομιών του πλανήτη. Συνεπώς, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης είχε προλάβει να συνδυάσει την οικονομική ανάπτυξη με τη δημοκρατία κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «χρυσής περιόδου», η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία προσπάθησαν να προσδέσουν την οικονομική τους ανάπτυξη στη διαδικασία εκδημοκρατισμού τους, σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή οικονομία είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια καμπής.


    Ελλάδα: οικονομικές και κοινωνικές μεταβάσεις, προς την τρέχουσα κρίση

    Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα αίτια της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης έχουν τις ρίζες τους τόσο σε ενδογενείς όσο και σε εξωγενείς παράγοντες. Σε αυτό το σημείο θα εστιάσουμε κυρίως στους πρώτους. Ο πρωτογενής τομέας σταδιακά απαξιώθηκε, εγκαταλείποντας, έτσι, το συγκριτικό πλεονέκτημα που η χώρα διέθετε στη γεωργική παραγωγή. Το ελληνικό κράτος παραιτήθηκε από τον αρχικό ρυθμιστικό του ρόλο στη γεωργία σε μια περίοδο που αυτός ήταν αναγκαίος. Όταν δηλαδή οι μέχρι τότε προνομιακές αγορές σταμάτησαν να απορροφούν τη γεωργική παραγωγή παραχωρώντας τη θέση τους σε νέους δυναμικούς ανταγωνιστές. Έτσι, το γηραιότερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αφέθηκε μόνο του απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό και τους κανονισμούς της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η οποία αποδείχτηκε καταστροφική για το αγροτικό τμήμα της χώρας. Ως αποτέλεσμα, ο πρωτογενής τομέας δέχτηκε ένα τεράστιο πλήγμα και σταδιακά περιθωριοποιήθηκε σε οικονομικό επίπεδο. Το αξιοπρόσεκτο είναι πως τα γεγονότα αυτά δεν αποτέλεσαν καν αντικείμενο του δημόσιου διαλόγου. Από αυτό το σημείο και στο εξής το ισοζύγιο εισαγωγών - εξαγωγών των αγροτικών προϊόντων είναι σταθερά ελλειμματικό.
    Αλλά και ο τομέας της βιομηχανίας συρρικνώθηκε, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και το συνεπακόλουθο άνοιγμα των συνόρων. Εκατοντάδες ήταν οι βιομηχανίες που μεταφέρθηκαν σε βαλκανικές χώρες και την Τουρκία, προς αναζήτηση φτηνού εργατικού δυναμικού.
    Σε αυτό το πλαίσιο και ενώ η παραγωγική βάση της χώρας μειώνονταν ραγδαία και όλοι απορούσαν «μα τι παράγει αυτή η χώρα τέλος πάντων;», οι κυβερνήσεις παρακολουθούσαν την ελληνική οικονομία να στηρίζεται όλο και περισσότερο στον τριτογενή τομέα. Το μέχρι πρότινος μικρό μέγεθος του κράτους, σε επίπεδο οικονομικής οντότητας, μεγάλωσε ραγδαία, το ίδιο και οι κοινωνικές δαπάνες. Αυτό προκάλεσε τη σύναψη μιας σειράς δανείων που έπρεπε να παρθούν ούτως ώστε η χώρα να συνεχίσει την απατηλή αναπτυξιακή της πολιτική. Ταυτόχρονα, η φοροδιαφυγή είχε εξελιχθεί σε πολιτικό έπαθλο των εκλογικών αναμετρήσεων, το αποτέλεσμα των οποίων κρινόταν από τον λεγόμενο «μεσαίο χώρο».
    Ως συνέπεια, για περισσότερο από τριάντα χρόνια, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν μπορούσαν να αιτιολογήσουν στα μάτια του εκλογικού σώματος τις αντιφάσεις στις οικονομικές τους πολιτικές. Για αυτό, έπρεπε να στηριχθούν σε πελατειακού τύπου παροχές, οι οποίες με τη σειρά τους αύξησαν τις ανάγκες για περαιτέρω δανεισμό και ευνόησαν τις πρακτικές κακοδιαχείρισης στο δημόσιο τομέα. Επομένως, οι ιστορικές ρίζες του νεποτισμού και της διαφθοράς εν Ελλάδι δε θα έπρεπε να αναζητούνται αποκλειστικά στο προ-καπιταλιστικό κράτος ή το οθωμανικό παρελθόν της χώρας. Αντίθετα, υπήρξαν τα αναγκαία υποπροϊόντα ενός στρεβλού καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης, το οποίο για λόγους ιστορικής συγκυρίας εμφανίστηκε στη συγκεκριμένη γωνιά του πλανήτη. Κάτι τέτοιο, παρ΄ όλα αυτά, δε σημαίνει πως το συγκεκριμένο μοντέλο ευνόησε, έστω και έμμεσα, μεγάλα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Αντιθέτως, κάποιοι αμφιλεγόμενοι επιχειρηματίες και δημόσιοι υπάλληλοι φτιάξανε περιουσίες, «στην πλάτη» της μεγάλης πλειοψηφίας των ελλήνων πολιτών.  Αυτή όμως ήταν η πλειοψηφία που για χρόνια στήριζε κυβερνήσεις, οι οποίες διέπρεπαν στην κατασκευή ψευδών στοιχείων σχετικά με τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, η συνεπαγόμενη αίσθηση γενικής ευημερίας δεν είχε αποδειχθεί απατηλή πριν τη εκτόξευση του ιδιωτικού δανεισμού, που εν τω μεταξύ είχε προκύψει. Το αποκορύφωμα ήρθε με την ενασχόληση σύσσωμου του ελληνικού λαού με χρηματιστηριακές δραστηριότητες. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 θεωρήθηκαν από πολλούς ο κολοφώνας του ελληνικού αναπτυξιακού μοντέλου, ενός συνδυασμού κατασκευών και τουρισμού. Εντούτοις, όταν τα φώτα έσβησαν, η χώρα έμεινε με ένα τεράστιο χρέος και ένα πλαστό αίσθημα επιτυχίας.
    Σήμερα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια πολύ σοβαρότερη οικονομική και πολιτική πρόκληση σε σύγκριση με τους ευρωπαίους εταίρους της. Οι έλληνες βιώνουν τη δραματική του πτώση ενός βιοτικού επιπέδου, το οποίο μέχρι πρόσφατα βρισκόταν ανάμεσα στα τριάντα υψηλότερα του κόσμου. Η χώρα πάλευε για 50 χρόνια να πετύχει την κοινωνική της συνοχή και τελικά κατάφερε να απολαύσει τα οφέλη μιας σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας. Παρ΄όλα αυτά, αυτό συνέπεσε χρονικά με τη λήξη της «ένδοξης τριακονταετίας» και της κοινωνικής δημοκρατίας στη Δυτική Ευρώπη. Η ελληνική κοινωνία είδε το ΑΕΠ της χώρας να αυξάνεται κατά 60% από τη δεκαετία του ’90. Η εξέλιξη αυτή όμως δε σηματοδότησε μια αντίστοιχη άνοδο του βιοτικού επιπέδου των μεσαίων και κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Και ήταν τότε που πολλοί έλληνες συνειδητοποίησαν πως το κόστος της ανοχής έχει, εδώ και αρκετό καιρό, ξεπεράσει το κόστος της κοινωνικής κινητοποίησης. Μια συνειδητοποίηση που έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρη με το πακέτο λιτότητας του 2010.
    Πέρα από την ανεπανάληπτη φορολογική επιδρομή που στρέφεται, μεταξύ άλλων, και ενάντια σε εισοδήματα των 500 ευρώ, ακόμη και σε επιδόματα ανεργίας, οι έλληνες γίνονται μάρτυρες του ξεπουλήματος κάθε εθνικού πόρου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων ύδρευσης και ηλεκτρισμού, καθώς και μιας πληθώρας παραλιακών εκτάσεων, αεροδρομίων και λιμανιών. Παρά την ευρεία απέχθεια για τα νέα μέτρα, οι περισσότεροι Έλληνες θα ήταν μάλλον έτοιμοι να τα δεχθούν αδιαμαρτύρητα, αν είχαν πεισθεί πως η λιτότητα που βιώνουν θα μπορούσε να επαναφέρει τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης. Όμως, κανείς πλέον δε φαίνεται να πιστεύει κάτι τέτοιο, μιας και το έλλειμμα συνεχίζει να διογκώνεται, καθώς η χώρα βυθίζεται σε βαθύτερη ύφεση. Για μια ακόμη φορά η Ελλάδα επιτελεί το ρόλο του πειραματόζωου εν μέσω μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

    Ο καπιταλισμός ενάντια στη δημοκρατία σε διεθνές επίπεδο
    Οι ενδογενείς αιτίες των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους συνάντησαν τους εξωγενείς παράγοντες που συνδέονται με την παγκόσμια οικονομική κρίση και, συγκεκριμένα, τη νέα στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού για το ξεπέρασμά της. Η απόφαση των αγορών και των θεσμικών τους στηριγμάτων να μη δανείζουν τα υπερχρεωμένα κράτη, παρά μόνο με την προϋπόθεση να υπαγορεύουν σε αυτά τις πολιτικές τους, οδηγεί προοδευτικά σε έναν οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό απεκδημοκρατισμό. Οικονομικό γιατί πληρώνουν τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα με αποτέλεσμα να διευρύνονται οι οικονομικές ανισότητες, πολιτικό γιατί για να περάσουν αυτά τα μέτρα πρέπει να παρακαμφθούν ή να καμφθούν οι λαϊκές αντιδράσεις είτε αυτές εκφράζονται θεσμικά είτε κινηματικά, ιδεολογικό γιατί για να φανούν απαραίτητα αυτά τα μέτρα πρέπει να αποσιωπηθεί η δυνατότητα για κάθε εναλλακτική πολιτική και να ασκηθεί ιδεολογική τρομοκρατία.
    Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στις αναπτυσσόμενες χώρες στηρίχθηκε στο έλλειμμα δημοκρατίας. Είναι πλέον σαφές πως ο καπιταλισμός στις δυτικές χώρες εξασφαλίζει την ηγεμονία του, εν πολλοίς, με τη μεταφορά μεγάλου μέρους του κύκλου εργασιών του σε χώρες με έλλειμμα δημοκρατίας. Η έλλειψη κάποιου σοβαρού οικονομικού μοντέλου μετά την πτώση του ανύπαρκτου σοσιαλισμού, που θα μπορούσε να λειτουργήσει  ως εναλλακτική αναπτυξιακή πρόταση, καθιστά την ανακοπή αυτής της διαδικασίας δύσκολη. Τόσο οι σοσιαλδημοκρατικές όσο και οι συντηρητικές κυβερνήσεις ασπάστηκαν μια μονόδρομη σκέψη και πολιτική, χωρίς άλλωστε να έχουν κάποιο εναλλακτικό όραμα. Δεδομένου όμως ότι η λαϊκή συναίνεση σε οικονομικό επίπεδο ήταν αδύνατη, το μόνο που τους απέμεινε ως εργαλείο για την πολιτική επιβίωση σοσιαλδημοκρατών και συντηρητικών ήταν ο ιδεολογικός πειθαναγκασμός και η απόπειρα περιορισμού των ευκαιριών για αντίδραση, σε θεσμικό και κινηματικό επίπεδο.

    Η δημοκρατία ενάντια στον καπιταλισμό στην Ελλάδα

    Η «αραβική άνοιξη» έδωσε νέα ελπίδα στις δυνάμεις της δημοκρατίας. Ποια; Πως η κοινωνία μπορεί αδιαμεσολάβητα να αντιτάξει τις δυνάμεις της απέναντι σε αυτές που μέχρι τότε φαίνονταν υπέρτερες και ακλόνητες. Το ρεπερτόριο των «αγανακτισμένων» (Ισπανία, Ελλάδα, ΗΠΑ κλπ) ήταν αντιδάνειο από τον αραβικό κόσμο. Δεν είναι η πρώτη φορά που επανεφευρίσκουμε κάτι στην Ευρώπη μέσω των Αράβων (γι΄ αυτό άλλωστε οι Άραβες πρέπει να θεωρούνται ευρωπαϊκά έθνη). Επιλέχθηκε λοιπόν η Ελλάδα ως πειραματόζωο. Οι αγορές όμως και τα θεσμικά τους στηρίγματα δεν γνωρίζουν τους λαούς, γιατί ακριβώς δεν τους υπολογίζουν.
    Ας δούμε κάποια δεδομένα που μάλλον αγνοούν. Η έναρξη του κοινοβουλευτικού βίου στην Ελλάδα ήδη από το 19ο αιώνα και σχεδόν παράλληλα με τα πλέον ανεπτυγμένα έθνη-κράτη της δυτικής Ευρώπης, η ύπαρξη τόσων κοινοβουλευτικών κομμάτων, πολιτικών εφημερίδων και οργανώσεων, η γρήγορη συχνά πολιτικοποίηση των αγώνων, ακόμα και ο έντονος εθνικισμός που παρατηρείται στην Ελλάδα , συνιστούν συμπαρομαρτούντα της πολιτικοκοινωνικής μηχανικής της κοινωνίας μας από πολύ παλιά, η οποία συμπυκνώνεται στο εξής: Το κράτος εγγυάται την αναπαραγωγή της μικροϊδιοκτησίας μέσω των κάθετων (πελατειακών) και οριζόντιων (κινηματικών) διαύλων. Η «υπερπολιτικοποίηση» και ο «μικροαστικός αντισυστημισμός» της ελληνικής κοινωνίας μοιάζει να διαφεύγει από αυτούς που υπολογίζουν να μειώσουν το κράτος, τη μικροϊδιοκτησία και τη δυνατότητα αμοιβαίας αναπαραγωγής τους. Προσπαθούν να κατεδαφίσουν την πολιτικοκοινωνική μηχανική αυτής της κοινωνίας, δηλαδή «να εκλέξουν έναν άλλο λαό», όπως έλεγε και ο Μπρεχτ. Απόδειξη; Μόλις αντιλαμβάνονται αυτό που στους εντόπιους φαίνεται αυτονόητο, δηλαδή το λαό να μη θέλει και το πολιτικό προσωπικό που εξαρτάται από την ψήφο του να μην μπορεί, αναφωνούν «καλά, είναι τρελοί οι Έλληνες;» Το τι ακολούθησε είναι γνωστό: 40 μέρες στην Πλατεία Συντάγματος, διήμερη απεργία τον Οκτώβρη και εκατοντάδες χιλιάδες στο κέντρο της Αθήνας, παρέμβαση στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου.



    Κοινωνική αναταραχή και νέες μορφές διαμαρτυρίας πριν από την κρίση  

    Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κοινωνικός αναβρασμός στην Ελλάδα τραβάει την προσοχή των ευρωπαϊκών και διεθνών μέσων. Αναμφισβήτητα η ελληνική κοινωνία μοιάζει να κινητοποιείται συχνότερα από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Μια νέα γενιά πολιτικής διαμαρτυρίας εμφανίστηκε το 2005, όταν μαζικές φοιτητικές κινητοποιήσεις οργανώθηκαν ενάντια στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της ανώτερης εκπαίδευσης και την τροποποίηση του συνταγματικού άρθρου 16. Το φοιτητικό κίνημα ανέδειξε τους τεράστιους περιορισμούς που οι νεολαία αντιμετώπιζε σε συνάρτηση με την εργασιακή της προοπτική. Το κίνημα αυτό χρησιμοποίησε ολοένα και πιο αποτελεσματικές δομές κινητοποίησης, οι οποίες εξασφάλισαν τα γρήγορα αντανακλαστικά του και την πολιτική του εγρήγορση, βοηθώντας το με αυτό τον τρόπο να σημειώσει μια μικρή νίκη, μπλοκάροντας την προγραμματισμένη συνταγματική αναθεώρηση. Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν σαφέστατα αύξησαν τη βαρύτητα μη θεσμικών μορφών διαμαρτυρίας και κυρίως έφεραν τη νεολαία της χώρας στο προσκήνιο των πολιτικών αντιδράσεων που ακολούθησαν.
    Το 2008, εν μέσω των καταστροφικών πυρκαγιών στην Πελοπόννησο και της εξοργιστικής κρατικής ανεπάρκειας ως προς τον έλεγχο της κατάστασης, άτυπα κοινωνικά κανάλια αναδύθηκαν ως τα πλέον σημαντικά μέσα κοινωνικής κινητοποίησης. Χιλιάδες μπλόγκερς καλούσαν σε διαμαρτυρία προβάροντας, όπως αποδείχθηκε, την αποτελεσματικότητά τους για τον Δεκέμβρη, που ήρθε αργότερα την ίδια χρονιά.
    Όλα ξεκίνησαν με τον απρόκλητο φόνο του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου. Μια βίαιη και αυθόρμητη κοινωνική έκρηξη, η οποία εκδηλώθηκε αμέσως μετά το αποτρόπαιο γεγονός, λειτούργησε ως το ορόσημο της νέας γενιάς πολιτικής διαμαρτυρίας. Για αρκετές εβδομάδες η εικόνα του κράτους στα μάτια των απλών πολιτών είχε ολοκληρωτικά απαξιωθεί. Η κυβέρνηση, η πηγή κάθε νομιμότητας, είχε η ίδια πλέον απονομιμοποιηθεί συμπαρασύροντας τόσο την αστυνομία όσο και τα καταφανώς ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης, τα οποία με τρόπο ξεδιάντροπο επιχείρησαν να συγκαλύψουν τη φριχτή αλήθεια. Η οργανωμένη παρουσία τόσο της κοινοβουλευτική, όσο και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς προσέδωσε μεγαλύτερη δυναμική σε ένα ήδη εξοργισμένο νεανικό σώμα.
    Όλα τα γεγονότα που περιγράφηκαν παραπάνω είχαν ως άμεσο αποτέλεσμα την εμπέδωση μιας παράδοσης κοινωνικής κινητοποίησης, στοιχεία της οποίας συναντώνται και στο πρόσφατο κίνημα των «αγανακτισμένων». Αυτό καταδεικνύει πως αυτό το κίνημα δεν αποτελεί μια απλή περίπτωση μιμητισμού του αντίστοιχου ισπανικού κινήματος, αφού ήταν μάλλον οι ενδογενείς συνθήκες αυτές που διαμόρφωσαν την αντίστοιχη πολιτική πραγματικότητα.


    Επίσημα και ανεπίσημα πολιτικά δίκτυα

    Οι χώρες της νότιας Ευρώπης πέτυχαν την εμπέδωση των δημοκρατικών τους πολιτευμάτων πριν από 30 και πλέον χρόνια. Ωστόσο, ενώ τα διαθέσιμα μέσα διαμαρτυρίας απέναντι σε αντιλαϊκές πολιτικές είναι αντίστοιχα με αυτά που επικρατούν στις πιο ανεπτυγμένες δημοκρατίες, τα προβλήματα που οι νέοι και οι εργαζόμενοι είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν είναι ασύγκριτα εντονότερα. Ταυτόχρονα, τα θεσμικά κανάλια μέσω των οποίων θα μπορούσαν να διεκδικηθούν πολιτικά αιτήματα, αν λειτουργούν έστω και υποτυπωδώς, δε φαίνεται να λειτουργούν σωστά. Για αυτό το λόγο, άτυπα δίκτυα αναζητούνται ως υποκατάστατά τους. Πρόκειται για ένα σύστημα που είναι ταυτόχρονα «ανοιχτό» και «κλειστό», συνθήκη εξόχως ευνοϊκή για την ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων.
    Σήμερα, η ελληνική κοινωνία των πολιτών κατέχει σημαντικούς οργανωτικούς πόρους. Η εικόνα των αριστερών κομμάτων του κοινοβουλίου δεν έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, αφού δεν υπήρξε συμμετοχή τους ούτε στην πρόσφατη συγκυβέρνηση, ούτε και σε προηγούμενες κυβερνήσεις. Επιπλέον, ποικίλα κοινωνικά κινήματα και οργανώσεις έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους με άτυπα δίκτυα της κοινωνίας των πολιτών, επιδεικνύοντας μια πρωτοφανή εγρήγορση σε κάθε τομέα του δημόσιου βίου. Σε συνδυασμό με το γεγονός πως η Αθήνα φιλοξενεί το 40% του συνολικού πληθυσμού, καθώς και την πλειονότητα των επιχειρήσεων και πανεπιστημιακών σχολών, η μαζικότητα κάθε καλά οργανωμένης κινητοποίησης είναι σχεδόν δεδομένη.
    Οι ιδεολογικοί πόροι που διαθέτει η ελληνική κοινωνία των πολιτών είναι επίσης άφθονοι. Η επιχειρηματολογία κυρίως της Αριστεράς, αλλά όχι αποκλειστικά, παρέχει ισχυρά υποκατάστατα απέναντι στην κυβερνητική ρητορική, η οποία εκφράζεται κατά κύριο λόγο από τα ολοένα και πιο απαξιωμένα ΜΜΕ.
    Ο αποκλεισμός της κοινωνίας από κρίσιμες αποφάσεις της κυβέρνησης -συχνά μέσω παράκαμψης του κοινοβουλίου- η κυβερνητική υιοθέτηση πολιτικών ευθέως αντίθετων με αυτές που εξαγγέλθηκαν πριν τις εκλογές και ο περιορισμός κοινωνικών δικαιωμάτων που ίσχυαν για χρόνια, είχαν ένα άμεσο αποτέλεσμα: Τη δυσλειτουργία των επίσημων θεσμικών διαύλων και την εξάπλωση άτυπων,  εξωθεσμικών. Πράγματι, η νότια Ευρώπη πάντα διέφερε από τη βόρεια στο ότι η κοινωνία των πολιτών στο Νότο μοιάζει να ανταποκρίνεται σε άτυπα, ανεπίσημα πρότυπα, στον αντίποδα των επίσημων και καλά οργανωμένων που συναντώνται στο Βορρά. Ο εννοιολογικός αυτός διαχωρισμός είναι απαραίτητος για την πλήρη κατανόηση της έννοιας της «κοινωνίας των πολιτών». Η επίσημη κοινωνία των πολιτών περιγράφει αυτόνομες, οργανωμένες ομάδες ανθρώπων, η δράση των οποίων έχει ως στόχο την προώθηση και υπεράσπιση των συμφερόντων τους, πολλές φορές και ενάντια στο κράτος. Τέτοιες είναι τα πολιτικά κόμματα ή τα εργατικά συνδικάτα. Από την άλλη πλευρά, πολλοί είναι οι ερευνητές, οι οποίοι στον ορισμό τους για την κοινωνία των πολιτών, αφήνουν χώρο και για ανεπίσημες προεκτάσεις της, τονίζοντας την ανάγκη υιοθέτησης ενός ευρύτερου ορισμού της έννοιας. Όπως το θέτει η Μαίρη Κάλντορ, «η κοινωνία των πολιτών αναφέρεται σε ενεργοποίηση του πολίτη, σε μια αυξανόμενη αυτο-οργάνωση εκτός επίσημων πολιτικών κύκλων και σε ένα διευρυμένο χώρο στα όρια του οποίου τα άτομα μπορούν να επηρεάσουν τις συνθήκες στις οποίες ζουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω πολιτικής πίεσης.»   Τα τελευταία γεγονότα που έλαβαν χώρα στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου απλά επιβεβαιώνουν τον αντίκτυπο που μπορεί να έχουν τέτοια άτυπα δίκτυα στα πολιτικά τεκταινόμενα.

    Το κίνημα στην πλατεία Συντάγματος

    Το κίνημα της πλατείας Συντάγματος, όπως και τα αντίστοιχα στην Ισπανία, την Πορτογαλία, ακόμη και τη Βόρεια Αφρική, θα μπορούσαν να θεωρηθούν θύλακες της άτυπης κοινωνίας των πολιτών. Παρόλα αυτά, αν και η «αραβική άνοιξη» έτυχε της υποστήριξης των δυτικών μέσων ενημέρωσης, κάτι τέτοιο δεν ίσχυσε για τα εν λόγω ευρωπαϊκά κινήματα. Οι λόγοι που αναλύθηκαν προηγουμένως σίγουρα διευκόλυναν την ανάδυση και κλιμάκωση του κινήματος της πλατείας Συντάγματος. Αλλά το σημείο που το ποτήρι ξεχείλισε ήταν το γεγονός πως αυτοί που δημιούργησαν το πρόβλημα, καλούνταν τώρα να το επιλύσουν. Οι διάφορες συζητήσεις στο δρόμο περιέγραφαν ευθέως ένα παρηκμασμένο πολιτικό σύστημα, στελεχωμένο από ψεύτες και απατεώνες. «Αν είναι έτσι, πού ήταν οι αγανακτισμένοι μέχρι τώρα;» είναι συχνά το ειρωνικό σχόλιο για την καθυστέρηση που επέδειξε το κίνημα. Όσο κακεντρεχές και αν ακούγεται αυτό το ερώτημα, η απάντηση σε αυτό είναι καθοριστικής σημασίας: Η πλειονότητα των ελλήνων δεν αποδεχόταν πλέον τις συνήθεις μορφές διαμαρτυρίας και το κατεστημένο ρεπερτόριο δράσης. Με άλλα λόγια, οι διαδηλώσεις, που παραδοσιακά οργανώνονταν από την Αριστερά και συχνά τελείωναν με συμπλοκές μεταξύ της αστυνομίας και τμήματος των διαδηλωτών (συνήθως αναρχικών) και οι οποίες πάντα αποτέλεσαν αντικείμενο εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση και τα μεροληπτικά ΜΜΕ, δεν ήταν καθόλου ελκυστικές για τον μέσο έλληνα πολίτη. Ιδιαίτερα μετά τον αποτρόπαιο θάνατο τριών πολιτών στο φλεγόμενο κτήριο της Marfin, η αναζήτηση ειρηνικών μέσων διαμαρτυρίας, που δε θα εξαπλώνονταν σε ολόκληρη την Αθήνα, αλλά θα εστίαζαν στην περιοχή του κοινοβουλίου, ήταν εμφανής.  Το παράδειγμα της Ισπανίας έδωσε τη λύση. «Ησυχία! Θα ξυπνήσουμε τους Έλληνες» φέρεται να έγραφε ένα ισπανικό πανό. Και έτσι, οι έλληνες άρχισαν να μαζεύονται στην πλατεία Συντάγματος. Οι οργανωτές διακήρυξαν τον ειρηνικό και ανεξάρτητο χαρακτήρα του εγχειρήματος, γεγονός που εξασφάλισε την απαιτούμενη μαζικότητα που χρειαζόταν. Για σαράντα μερόνυχτα, δεκάδες χιλιάδες πολίτες συγκεντρώνονταν στις πλατείες της χώρας, ενώ οι συγκεντρωμένοι στο Σύνταγμα κάποιες φορές έφταναν τις εκατοντάδες χιλιάδες. Λαϊκές συνελεύσεις, συζητήσεις και διαδικασίες λήψης αποφάσεων έδωσαν ζωή σε μια πολιτική πραγματικότητα που στάθηκε στον αντίποδα της αντιπροσώπευσης: Αυτή της «άμεσης δημοκρατίας». Η έννοια αυτή προβλήθηκε ως η κυρίαρχη πολιτική αξίωση του κινήματος. Για πρώτη φορά, μετά από χρόνια, αριστεροί και δεξιοί, απολιτικοί και πολιτικοποιημένοι, νέοι και γέροι, συζητούσαν σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο χωρίς καμία προκατάληψη. Η όλη διαδικασία κατέληξε σταδιακά σε μια κοινή πολιτική προγραμματική θέση. Τα τείχη μεταξύ υποστηρικτών των διάφορων κομμάτων υποχώρησαν ενώ υψώθηκαν νέα μεταξύ των διαδηλωτών και του ισχύοντος πολιτικού συστήματος. Υπό αυτή την έννοια, το κίνημα των πλατειών είχε ήδη αρχίσει να παράγει ένα αποτέλεσμα. Παρ΄όλα αυτά, οι διαχωρισμοί ήταν επίσης προφανείς. Το πρώτο σκαλί της πλατείας Συντάγματος εξελίχθηκε σε φυσικό σύνορο ανάμεσα σε δυο εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές, αλλά και αισθητικές προσεγγίσεις. Η λεωφόρος Αμαλίας έγινε το σημείο συνάντησης υποστηρικτών της Δεξιάς, της Ακροδεξιάς και γενικότερα διαδηλωτών με πατριωτική ρητορική. Στην κυρίως πλατεία μαζεύονταν αριστεροί διαφόρων αποχρώσεων, φιλελεύθεροι και αντιεξουσιαστές.
    Συνοψίζοντας, οι έλληνες αναγκάζονται να δουλεύουν, να σπουδάζουν και να ζουν εν μέσω ενός πεπαλαιωμένου και ανελεύθερου πολιτικού συστήματος, το οποίο αποδεικνύεται όλο και πιο ανεπαρκές για την εκπροσώπηση τους. Οι διαδηλωτές στην πλατεία Συντάγματος ήταν, στη μεγάλη πλειονότητά τους, μορφωμένοι πολίτες – πολλοί απόφοιτοι ευρωπαϊκών πανεπιστημίων – με στέρεες δημοκρατικές αρχές. Δε θα αποτελούσε υπερβολή να πούμε πως ο σημερινός μέσος νέος έλληνας πολίτης έχει ξεπεράσει τους κοινοβουλευτικούς του εκπροσώπους, τόσο σε επίπεδο εκπαίδευσης, όσο και δημοκρατικών αξιών. Οι έλληνες καθημερινά αντιμετωπίζουν μια εχθρική κρατική μηχανή, η οποία εσχάτως δε δίστασε να καταστείλει ωμά ειρηνικές διαδηλώσεις, χρησιμοποιώντας μέσα που προσιδιάζουν –κάποιοι λένε πως ξεπερνούν- σε αυτά που χρησιμοποιήθηκαν από αυταρχικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής. Δεκάδες βίντεο στο διαδίκτυο καταγράφουν τη συνεργασία μεταξύ αστυνομικών και αμφιλεγόμενων ατόμων, ντυμένων ως διαδηλωτές. Περισσότερα βίντεο ξεκάθαρα επιβεβαιώνουν τη ρήψη χημικών ακόμη και ενάντια στην αυτοσχέδια σκηνή του Ερυθρού Σταυρού της πλατείας. Ταυτόχρονα, τα περισσότερα ΜΜΕ εξακολουθούν να κρύβουν την αλήθεια που όλοι πια γνωρίζουν και να λειτουργούν ως επίσημος κυβερνητικός κήρυκας.
    Οι έλληνες, λοιπόν, δε διαμαρτύρονται αποκλειστικά για τις περικοπές του εισοδήματός τους. Μια νέα γενιά ενεργών πολιτών παλεύει ενάντια σε ένα εμφανώς διεφθαρμένο κράτος, διεκδικώντας τις βασικές τις ελευθερίες.

    Ο καπιταλισμός ενάντια στη δημοκρατία

    Το ελληνικό κράτος συνεχίζει την αποτυχημένη πολιτική του επαχθούς δανεισμού παρά τη σχεδόν καθολική αντίθεση των ελλήνων. Προκειμένου λοιπόν να συνεχίσουμε να δανειζόμαστε με επαχθείς όρους και προϋποθέσεις, δεν προκρίθηκε η προσφυγή σε δημοκρατικές εκλογές, αλλά η συγκυβέρνηση χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση. Με λίγα λόγια, σοσιαλδημοκράτες και συντηρητικοί συνασπίστηκαν για να περισωθούν οι ίδιοι σώζοντας ταυτόχρονα και τα οικονομικά συμφέροντα που τους στηρίζουν. Υπολογίζουν πλέον στο ότι αφενός θα μπορούν να κρύβουν τις εναλλακτικές, όταν αυτές προβάλλονται με συμβατικά μέσα, και αφετέρου θα εκφοβίζουν ότι χωρίς αυτούς η χώρα θα καταστραφεί, καθώς ελέγχουν τα ΜΜΕ, θα καταστέλλουν όποιους τους αμφισβητούν με μη συμβατικά μέσα, καθώς ελέγχουν την αστυνομία, και θα υπολογίζουν στην πολυδιάσπαση των αντιπάλων τους. Η δημοκρατία θα συνεχίσει να υποχωρεί, για να σωθεί ο καπιταλισμός στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του.
    Το ίδιο συνέβαινε στην Ελλάδα μεταπολεμικά μέχρι την πτώση της χούντας, όπου ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν ραγδαία χάρη στην καθυπόταξη των εργαζομένων. Ο αγώνας και η ενότητα των δημοκρατικών δυνάμεων είχαν ως αποτέλεσμα να κερδηθούν κάποιες μάχες από το 1974 μέχρι και τη διακυβέρνηση του Α. Παπανδρέου. Από τη δεύτερη τετραετία του τελευταίου και μέχρι τη διακυβέρνηση του Κ. Σημίτη δεν σημειώθηκε καμιά σημαντική προώθηση αμφοτέρων. Από τη διακυβέρνηση της ΝΔ μέχρι σήμερα ο καπιταλισμός ροκανίζει τη δημοκρατία. Άραγε οι δημοκρατικές δυνάμεις θα πετύχουν τη συγκέντρωσή τους προκειμένου ν’ αντεπιτεθούν αποτελεσματικά;



Related articles