• Το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής

  • 20 Jan 12 Posted under: Ελλάδα , Contemporary Capitalism



  • Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μια σύντομη ανάλυση και συμπύκνωση τόσο ορισμένων από τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις που εισάγονται με το πρόσφατα ψηφισμένο στο ελληνικό κοινοβούλιο νομοθετικό «δίδυμο» Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής και Εφαρμοστικού Νόμου (τον Ιούλιο του 2011), όσο και κυρίως του νέου τοπίου που διαμορφώνεται μετά από έναν και πλέον χρόνο εφαρμογής και εμβάθυνσης της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής «συνταγής» του Μνημονίου.

    Δεν επιχειρείται, επομένως, απλώς μια καταγραφή και ανάλυση βασικών όψεων της νομοθετικής παρέμβασης που συνιστά το Μεσοπρόθεσμο και ο Εφαρμοστικός του νόμος, αν και προφανώς υπάρχει και αυτή η μέριμνα. Καθώς το «δίδυμο» αυτό (θεωρητικά τουλάχιστον) αποτελεί ταυτόχρονα το βασικό πλαίσιο πολιτικής της χώρας από φέτος έως το 2015, δικαιούμαστε και οφείλουμε να το εξετάσουμε ως δέσμη μέτρων συμπληρωματική προς το αρχικό Μνημόνιο, προκειμένου να εντοπίσουμε και να αναδείξουμε τη βασική λογική και τις κεντρικές τάσεις που διαμορφώνονται πλέον όσον αφορά την πορεία της χώρας και της ελληνικής κοινωνίας για τα επόμενα χρόνια.

    Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι το πλαίσιο αυτό θα προχωρήσει και θα εφαρμοστεί όπως προβλέπεται, διαθέτουμε επαρκή ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία και δείκτες, σε μια σειρά τομείς, για να σχηματίσουμε μια σαφή εικόνα σχετικά με το πώς μπορεί να μοιάζει η ελληνική κοινωνία σε λίγα χρόνια από σήμερα, εάν δεν αλλάξει ριζικά ο πολιτικός και κοινωνικός συσχετισμός και η ακολουθούμενη πολιτική. Αυτές τις τάσεις καταγράφουμε στη συνέχεια, ανιχνεύοντας παράλληλα το κοινωνικό τοπίο που διαμορφώνεται. Η συνολική εικόνα μοιάζει λίαν δυσοίωνη, ακριβώς γι’ αυτό όμως μας προσκαλεί ταυτόχρονα να διατηρήσουμε δίπλα στην απαισιοδοξία της γνώσης, την αισιοδοξία της βούλησης.


    Προς μια αυταρχική δημοκρατία των «μονοδρόμων»

    Η ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου και του Εφαρμοστικού, με διαδικασίες κατεπείγοντος που τείνουν να γίνουν ο κανόνας στα ελληνικά κοινοβουλευτικά ήθη, ενώ την ίδια στιγμή οι διαδηλωτές απέκλειαν τη Βουλή και η αστυνομική βία επιχειρούσε να «αποκαθάρει» την πλατεία Συντάγματος από τους διαδηλωτές και τους αγανακτισμένους, σηματοδοτεί καθαρά το πέρασμα στο στάδιο της πολιτικής κρίσης. Έχει γίνει πλέον συνείδηση στη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας ότι το Μνημόνιο δεν ήταν αναπόφευκτο ή αναγκαίο, ότι υπήρχαν –και κυρίως υπάρχουν ακόμη και τώρα– εναλλακτικές λύσεις και πολιτικές για μια διαφορετική αντιμετώπιση της σημερινής δομικής κρίσης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με πολιτικές που δεν θα ισοπεδώνουν την κοινωνία.

    Η κυβέρνηση έχει πλέον συναντήσει τα όρια της δημοκρατικής νομιμοποίησης και της δυνατότητάς της να θέτει έστω εκβιαστικά διλήμματα, όπως το πιο πρόσφατο «Μεσοπρόθεσμο ή χρεοκοπία». Έτσι, αναγκάζεται να καταφύγει αφενός στην καταστολή της κοινωνικής διαμαρτυρίας, αφετέρου στον πλήρη ευτελισμό της κοινοβουλευτικής διαδικασίας (με διαδικασίες εξπρές και χωρίς ουσιαστική δημοκρατική διαβούλευση).

    Παγιδευμένη σε αυτό το αδιέξοδο, η κυβέρνηση οδηγήθηκε πρόσφατα σε σπασμωδικές κινήσεις, όπως η άτυχη πρόταση συγκυβέρνησης με τη ΝΔ αλλά και ο κατεπείγων ανασχηματισμός, που όμως αποδείχτηκε ανεπαρκής για να κατευνάσει τα πνεύματα. Τώρα, επιχειρεί να βρει θεσμική διέξοδο προετοιμάζοντας ένα δημοψήφισμα για το φθινόπωρο, με άγνωστο προς το παρόν επίδικο. Εξίσου θα πρέπει όμως να προετοιμάζεται και η κοινωνία, ώστε η πολιτική κρίση να μην οδηγήσει σε μια κρίση της ίδιας της δημοκρατίας.


    Μια πολιτική χωρίς οικονομική αποτελεσματικότητα, δικαιοσύνη και προοπτική

    Το Μεσοπρόθεσμο και ο Εφαρμοστικός κατατέθηκαν και ψηφίστηκαν οριακά στη Βουλή, με το επιχείρημα ότι είναι η μόνη δυνατότητα της χώρας να αντιμετωπίσει το πρόβλημα χρηματοδότησης και να αποφύγει τη χρεοκοπία. Ωστόσο, τέτοια επιχειρήματα δεν είναι πλέον πειστικά, όχι μόνο γιατί διατυπώνονται κάθε φορά πριν την εκταμίευση της επόμενης δόσης του δανείου, με μόνο στόχο να εγκριθούν τα εκάστοτε αντικοινωνικά μέτρα που τη συνοδεύουν, αλλά γιατί πλέον είναι εμφανές ότι η πολιτική του Μνημονίου «δεν βγαίνει», κυρίως διότι δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα για το οποίο υποτίθεται ότι καταρτίστηκε: την επίλυση της κρίσης χρέους.

    Τα νούμερα δεν βγαίνουν: όλες οι προβλέψεις του Μνημονίου και των επικαιροποιημένων εκδοχών του μέχρι σήμερα έχουν διαψευσθεί. Το 2010 λ.χ., παρά τις δραματικές μειώσεις μισθών και συντάξεων, ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 4,7%, ενώ στο αρχικό Μνημόνιο η εκτίμηση ήταν 1,9%! Αλλά ακόμη και για το 2011, η τροποποίηση –επί τα χείρω πάντα– των δημοσιονομικών παρεμβάσεων είναι συνεχής: στο πρώτο Μνημόνιο προβλέπονταν μέτρα 9,65 δις, στον προϋπολογισμό του 2011 11,4 δις, στην αρχική έκδοση του Μεσοπρόθεσμου επιπλέον μέτρα 3 δις τα οποία στην τελική εκδοχή γίνονται 6,7 δις – κι ενώ ακόμη είμαστε στα μέσα του έτους.

    Βέβαια, ακόμη και αν δεν πάρουμε τοις μετρητοίς αυτές τις προβλέψεις, αναδύεται η συνολική λογική της πολιτικής αυτής. Κεντρικός στόχος είναι η μείωση του ελλείμματος από 10,5% του ΑΕΠ το 2010 σε 1% το 2015. Η «συνταγή» της δημοσιονομικής προσαρμογής παραμένει απαράλλαχτη: το βάρος πέφτει πάντα στη μείωση των δημόσιων δαπανών. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι τα δημόσια έσοδα το 2015 θα ανέρχονται στο 43% του ΑΕΠ (από 38% το 2009) και οι δαπάνες στο 44% (από 54% το 2009), εκ των οποίων όμως περίπου 9% είναι δαπάνες για τόκους. Δηλαδή οι πρωτογενείς δαπάνες το 2015 θα είναι γύρω στο 35% του ΑΕΠ, πράγμα που σημαίνει ότι το Μεσοπρόθεσμο συγκλίνει με τους στόχους του σεναρίου του ΔΝΤ για την Ελλάδα, όπου προβλέπεται να φτάσουμε σε πρωτογενείς δαπάνες 30% του ΑΕΠ το 2020 – δηλαδή σε επίπεδα δημόσιων δαπανών που συναντώνται σε τριτοκοσμικές χώρες και που φυσικά αφαιρούν κάθε δυνατότητα αναπτυξιακής πολιτικής ή οικοδόμησης ενός προνοιακού συστήματος που θα άρμοζε σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα.

    Από την άλλη, ελάχιστη βαρύτητα δίνεται στην αύξηση των δημόσιων εσόδων – ακόμη και ενάντια στις πιέσεις της ίδιας της Τρόικας για καταπολέμηση της φοροδιαφυγής! Είναι χαρακτηριστικό ότι για το 2011 και 2012 δεν προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο καμία απολύτως παρέμβαση για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, ενώ οι παρεμβάσεις που προγραμματίζονται για το 2013 και μετά (δηλαδή για την επόμενη κυβέρνηση) είναι πολύ κατώτερες από το εκτιμώμενο ύψος των εν λόγω φαινομένων: προγραμματίζεται για τη φοροδιαφυγή δημοσιονομική παρέμβαση ύψους 3 δις όταν αυτή (σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις) ανέρχεται σε πάνω από 12 δις ετησίως, ενώ για την εισφοροδιαφυγή προγραμματίζεται παρέμβαση ύψους 1,3 δις όταν αυτή υπολογίζεται σε 9 δις ετησίως.

    Συνολικά πρόκειται για μια φορολογική πολιτική κοινωνικά άδικη, αφού αφορά κυρίως έμμεσους φόρους αλλά και άμεσα πλήττει και πάλι τους μισθωτούς, αφήνοντας ανέγγιχτο τον μεγάλο πλούτο. Εμπεδώνεται έτσι μια πολιτική όχι αντιμετώπισης των στρεβλώσεων και των αδικιών του μέχρι σήμερα φορολογικού συστήματος αλλά όξυνσης των ανισορροπιών του (σε βάρος των μισθωτών και συνταξιούχων), που απαλλάσσει τις μεγάλες επιχειρήσεις, απομυζά τη μεσαία τάξη και διευρύνει τις τάξεις των «εργαζόμενων φτωχών». Ενδεικτικό είναι ότι η αναλογία άμεσων-έμμεσων φόρων, από 42 προς 58% το 2004, μεταβαίνει στο πρωτόγνωρο (και μοναδικό σε όλη την Ευρώπη!) 40-60%. Αντίθετα, η φορολογία επιχειρήσεων, που είχε ήδη μειωθεί τα προηγούμενα χρόνια από 40% σε 20%, στόχος είναι να μειωθεί ακόμη περισσότερο στο 15% – παρότι έχει επανειλημμένα αποδειχθεί, και όχι μόνο στην Ελλάδα, ότι η μείωση των φόρων δεν οδηγεί αυτόματα σε αύξηση των επενδύσεων.

    Και με όλα αυτά όμως, η πολιτική αυτή δεν υλοποιεί τον διακηρυγμένο στόχο της: το εντυπωσιακότερο όλων είναι ότι, ακόμη και αν επιτύχει, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, από 127% του ΑΕΠ το 2009 θα εκτοξευθεί στο 160% το 2015 – ή έστω στο 140% εάν «πετύχει» πλήρως η σχεδιαζόμενη εκποίηση του δημόσιου πλούτου!


    Κοινωνική δικαιοσύνη και πρόνοια: είδος προς εξαφάνιση

    Στην Ελλάδα του Μνημονίου φαίνεται να παγιώνεται οριστικά μια τάση διεύρυνσης των φαινομένων φτώχειας και ένδειας σε σημαντικές μερίδες του πληθυσμού (ενδεικτικά μόνο, το συνολικό ποσοστό φτώχειας αυξήθηκε κατά 5 μονάδες μεταξύ 2009 και 2010). Τα βάρη της «δημοσιονομικής προσαρμογής» που πέφτουν στους ώμους των χαμηλότερων κοινωνικά ομάδων είναι δυσανάλογα. Ταυτόχρονα όμως, αποκρυσταλλώνεται και ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της «συνταγής»: η ανάκαμψη με ανεργία. Φαίνεται δηλαδή από την κίνηση των ποσοστών ανεργίας, που έχουν ήδη εκτιναχτεί στο 17-18% για το 2011 (επίσημο ποσοστό), ότι η όποια ανάκαμψη δεν θα διασφαλίζει το στοιχειώδες δικαίωμα στην εργασία σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, δημιουργώντας ένα «απόθεμα» ανέργων, υπονομεύοντας καίρια την κοινωνική συνοχή και καταδικάζοντας σε μαρασμό μερικές από τις πιο υγιείς και δημιουργικές δυνάμεις.

    Στη μέγγενη μπαίνει βεβαίως και το κράτος πρόνοιας, καθώς η σημερινή πολιτική διαμορφώνει το έδαφος για την ολοσχερή εμπορευματοποίηση της υγείας και της ασφάλισης τα επόμενα χρόνια. Όχι μόνο δεν εξασφαλίζεται η οικονομική βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους, με αποτέλεσμα να παρέχει όλο και πιο ανεπαρκή προστασία, αλλά και διαμορφώνεται σαφώς ένα μοντέλο δύο ταχυτήτων, που έχει στον έναν πόλο τη δημόσια «φιλανθρωπική» πρόνοια και στον άλλο την ιδιωτική αγορά.

    Αρκεί ίσως να αναφερθεί ότι το 1/3 της συνολικής «δημοσιονομικής προσαρμογής» που προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο για τα επόμενα χρόνια προέρχεται από περικοπές ύψους 9,3 δις στους τομείς της υγείας και της κοινωνικής προστασίας. Έτσι, δημιουργείται ένας δημόσιος πυλώνας χωρίς τους πόρους που θα του επέτρεπαν να διατηρήσει τον κοινωνικό και καθολικό του χαρακτήρα, ο οποίος θα περιορίζεται στη «στοχευμένη» προστασία μόνο των πιο ευπαθών στρωμάτων του πληθυσμού. Αφετέρου, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για έναν επιθετικό πυλώνα ιδιωτικής παροχής υπηρεσιών υγείας και ασφάλισης, που θα επωφελείται από τη «φτωχοποίηση» του συστήματος υγείας και από τον εξατομικευμένο και ανεπαρκή χαρακτήρα της δημόσιας ασφάλισης.

    Συναφώς, το τοπίο στην εργασία συνεχίζει να επιδεινώνεται, μετά τα δραστικά μέτρα απορρύθμισης που έφερε το Μνημόνιο. Τα αποτελέσματα της απορρύθμισης ήδη γίνονται εμφανή: όλο και περισσότερες συμβάσεις πλήρους απασχόλησης μετατρέπονται σε μερικής ή σε εκ περιτροπής εργασία, ενώ όλο και περισσότερο οι νέες προσλήψεις βασίζονται σε σχέσεις μερικής απασχόλησης. Οδεύουμε δηλαδή προς μία συνθήκη όπου «κανόνας» δεν θα είναι πια η σταθερή εργασία αλλά οι ευέλικτες μορφές της.

    Η σημαντική νέα τομή όμως είναι ότι η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων (flexicurity) που εφαρμόστηκε βίαια στον ιδιωτικό τομέα περνάει πια και στον δημόσιο. Ο «κανόνας», που εισάγεται πειραματικά στην ιδιωτική αγορά εργασίας, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι θα επιχειρηθεί να παγιωθεί και σε ό,τι αφορά την εργασία στον στενό δημόσιο τομέα.



    Η ουσιαστική υποβάθμιση των δημόσιων αγαθών

    Κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής που διαμορφώνεται σήμερα, με αιχμή το Μεσοπρόθεσμο και τον Εφαρμοστικό, είναι το εκτεταμένο και κατεπείγον πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων επιχειρήσεων, σημαντικών υποδομών και ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου. Όπως σημειώσαμε και προηγουμένως, αυτή η γενική εκποίηση δεν αντιμετωπίζει σε καμία περίπτωση το πρόβλημα χρέους της Ελλάδας. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι υπονομεύει ουσιαστικά την κοινωνική συνοχή της χώρας.

    Όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία από ανάλογες παρεμβάσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις σε συνδυασμό με την απελευθέρωση των αγορών οδηγούν σε κοινωνικές αλλά και περιφερειακές ανισορροπίες, που αποκλείουν από την πρόσβαση σε στοιχειώδη αγαθά τις πιο ευπαθείς μερίδες της κοινωνίας ή και ολόκληρες περιοχές. Ενισχύουν όμως, αντίθετα, τις ολιγοπωλιακές τάσεις, σηματοδοτώντας έτσι το πέρασμα από τα δημόσια εθνικά μονοπώλια σε ιδιωτικά υπερεθνικά μονοπώλια.

    Επιπλέον, αυτή η «γενική εκποίηση» αποτελεί έναν μηχανισμό αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου, καθώς τα έσοδα από τη δημόσια περιουσία δεν θα κατευθυνθούν στο δημόσιο ταμείο αλλά στους ιδιώτες επενδυτές. Το δημόσιο ταμείο θα στερείται μάλιστα σταθερά έσοδα, κυρίως λόγω της εκποίησης κερδοφόρων επιχειρήσεων και οργανισμών (ΔΕΗ, ΟΠΑΠ, ΕΛΠΕ κλπ.), αλλά θα στερείται και φόρους και ασφαλιστικές εισφορές λόγω των απολύσεων και μειώσεων μισθών που είναι βέβαιο ότι συνεπάγονται οι ιδιωτικοποιήσεις.

    Εκτός όμως από τα δημόσια αγαθά και τις επιχειρήσεις, σημαντικό πλήγμα δέχεται και ο με τη στενή έννοια δημόσιος τομέας της χώρας. Αν, όπως σημειώσαμε παραπάνω, επιχειρείται να επιστρέψει η χώρα σε επίπεδα δημόσιων δαπανών που είχε πριν τη μεταπολίτευση (πριν δηλαδή συγκροτηθεί ένα ουσιαστικό σύστημα δημόσιων δαπανών και ένα ευρωπαϊκού τύπου κράτος), το εγχείρημα δεν είναι δυνατό να «επιτύχει» αν δεν συνοδευθεί με μια ριζική υπονόμευση του δημόσιου τομέα.

    Επιλογή που υλοποιείται με μια σειρά περαιτέρω περικοπές, μέσα από μειώσεις αποδοχών και προσωπικού (πάγωμα προσλήψεων, απολύσεις συμβασιούχων αλλά και προοπτική απολύσεων μόνιμου προσωπικού με δούρειο ίππο το θεσμό της «εργασιακής εφεδρείας» στον οποίο συναινεί ουσιαστικά και η ΝΔ), καθώς και με μια επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα, ενώ καμία μέριμνα δεν υπάρχει για παρεμβάσεις ουσιαστικής βελτίωσης της λειτουργίας και της κοινωνικής αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα – παρά τις διακηρύξεις περί «εξορθολογισμού» του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Μεσοπρόθεσμο προβλέπεται ότι από τους καταγεγραμμένους 770.000 δημόσιους υπαλλήλους το 2010 (μέγεθος που, παρά τους μύθους που διακινούνται περί «υπέρογκου κράτους», βρίσκεται στον ευρωπαϊκό μέσο όρο), το 2015 θα έχουν απομείνει στην καλύτερη περίπτωση 620.000 – που σημαίνει ότι θα υπάρξουν αναγκαστικά απολύσεις, με ενδιάμεσο σταθμό το καθεστώς της εργασιακής εφεδρείας με μειωμένο μισθό.

    Βαδίζουμε λοιπόν ολοταχώς προς έναν δημόσιο τομέα υποστελεχωμένο, υποαμειβόμενο, που θα διατηρεί τις σημερινές του ανεπάρκειες και κάθε άλλο παρά θα μπορεί να ανταποκρίνεται έστω και μερικώς στον κοινωνικό του ρόλο. Το χειρότερο είναι ότι ανοίγει έτσι η προοπτική να μεταβιβασθούν σημαντικές λειτουργίες του σε ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών, μετατρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον πολίτη σε πελάτη, όχι μόνο του παραδοσιακού πελατειακού κράτους, αλλά πλέον ευθέως της αγοράς.


    Το «μοντέλο» της φτηνής, φαστ τρακ και διαπλεκόμενης ανάπτυξης

    Και επειδή πολύς λόγος γίνεται για το «μοντέλο ανάπτυξης» της χώρας και την ανάγκη να μετασχηματισθεί προκειμένου να βγούμε από την κρίση, αξίζει να δούμε συνοπτικά πώς διαμορφώνεται το σχετικό πλαίσιο με την πολιτική των μνημονίων, παλαιών και νέων.

    Είναι σαφές ότι η βασική πολιτική επιλογή, όπως αποδεικνύεται και από τις μακροοικονομικές προβλέψεις του ίδιου του Μεσοπρόθεσμου, είναι π.χ. ότι το ύψος του ελληνικού ΑΕΠ το 2015 θα κινείται σε επίπεδα προ 2007! Το γεγονός ότι το διάστημα 2010-2015 θα είναι ένα διάστημα μηδενικής ανάπτυξης αποδεικνύει ότι η ύφεση στην Ελλάδα αποτελεί συνειδητή επιλογή στο πλαίσιο της ακολουθούμενης πολιτικής «εσωτερική υποτίμησης». Ταυτόχρονα, σε περιβάλλον παγκόσμιας οικονομικής αστάθειας, γίνεται σαφές και ότι η επιδιωκόμενη ανάκαμψη μέσω των εξαγωγών δεν έχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις επιτυχίας.

    Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι εντυπωσιακή και η απόλυτη αδυναμία ή ανικανότητα της κυβέρνησης να απορροφήσει τους μόνους διαθέσιμους πόρους που θα μπορούσαν να επανεκκινήσουν την οικονομία, δηλαδή τους ευρωπαϊκούς πόρους του ΕΣΠΑ. Έτσι φτάνει σήμερα να ζητάει την τεχνική συνδρομή της ΕΕ, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει ένα πλέγμα συναλλαγής και κομματικής πελατείας στα κοινοτικά προγράμματα.

    Σε αυτό το έδαφος, πώς διαμορφώνεται τελικά η πραγματική «αναπτυξιακή» επιλογή της κυβέρνησης και της Τρόικας; Είναι σαφές ότι η κεντρική επιλογή είναι η γενίκευση του μοντέλου «φαστ τρακ».

    Όταν η κυβέρνηση είχε υιοθετήσει στη Βουλή το νόμο για τις «φαστ τρακ» επενδύσεις στα τέλη του 2010, ήταν εξαρχής φανερό ότι επρόκειτο για μια παρέμβαση που ανατρέπει τον νομικό πολιτισμό της χώρας και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των πραγμάτων. Το κυβερνητικό κόμμα, που κέρδισε τις εκλογές με τη σημαία της πράσινης ανάπτυξης, με εκείνο το νόμο ακύρωνε τις συνταγματικές πρόνοιες περιβαλλοντικής προστασίας και παρέκαμπτε «κατ’ εξαίρεση» όλες σχεδόν τις θεσπισμένες διαδικασίες του δημόσιου τομέα.

    Όμως ο νόμος για τις «φαστ τρακ» επενδύσεις ήταν απλώς μια πρόβα τζενεράλε για την πλήρη καταστρατήγηση του πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, για την κατάργηση κάθε θεσμικού ελέγχου, προκειμένου να παραδοθεί ο πλούτος της χώρας (οικονομικός, περιβαλλοντικός) σε ιδιωτικά συμφέροντα για να επενδύσουν με τις ελάχιστες δυνατές οχλήσεις και υποχρεώσεις.

    Δεν είναι τυχαίο ότι στον Εφαρμοστικό νόμο, εκτός από το γιγάντιο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, προβλέπεται και η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας με μεθόδους όπως η απευθείας παραχώρηση της χρήσης αιγιαλού και παραλίας, θεσμοθετείται το δικαίωμα «επιφάνειας» επί δημόσιων κτημάτων, η οικοδόμηση δηλαδή δημόσιων εκτάσεων με παραχωρήσεις μακροχρόνιας μίσθωσης που μπορούν να φτάσουν ακόμα και τα 80 χρόνια κλπ.

    Ακόμη χειρότερα, προβλέπεται η εφαρμογή ειδικών φορολογικών καθεστώτων για τις επενδύσεις «φαστ τρακ» (ή μέσω του Αναπτυξιακού Νόμου), που θα μειώσει δραστικά τους φόρους για τις πραγματικά μεγάλες επενδύσεις. Δικαιούμαστε λοιπόν να υπογραμμίσουμε ότι η μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος για τις επιχειρήσεις δεν είναι μια συγκυριακή αντίδραση της κυβέρνησης ή μια προσωρινή απάντηση στην κρίση, αλλά δομικό στοιχείο της στρατηγικής που περιγράφουμε.

    Και βέβαια, αυτό το σύμπλεγμα «φαστ τρακ» στρατηγικής δεν είναι καθόλου απαλλαγμένο από τις πολιτικές αμαρτίες του παρελθόντος. Ενδεικτικό είναι ότι, με το πρόσχημα της «συναίνεσης», τα μέλη του πανίσχυρου Ταμείου Αξιοποίησης της Δημόσιας Περιουσίας που συστήνεται έχουν επιλεγεί μέσα από μια ανοιχτή διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων – με τη συμμετοχή και του ακροδεξιού ΛΑΟΣ. Το βασικό όργανο δηλαδή που θα διαχειριστεί τις ιδιωτικοποιήσεις και την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας συνολικά, που θα είναι η ατμομηχανή του «φαστ τρακ» μοντέλου, είναι δια-κομματικά ελεγχόμενο προκειμένου να μη διαταραχθούν οι σχέσεις συναλλαγής του δικομματισμού με τα ιδιωτικά συμφέροντα αλλά ενδεχομένως να περάσουν σε ένα νέο ποιοτικά στάδιο.

    *****

    Προσπαθήσαμε να αποτυπώσουμε μερικές μόνο από τις βασικότερες παρεμβάσεις που εισάγονται στην κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας με το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, σε πλήρη συνέχεια και αρμονία με το αρχικό Μνημόνιο και την πολιτική αντίληψη που το συνοδεύει. Στο μεταξύ, έλαβε χώρα η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής της 21ης Ιουλίου, η οποία ωστόσο έδωσε αποσπασματικές μόνο απαντήσεις που δεν διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και δεν απομακρύνουν τον κίνδυνο βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης. Κυρίως όμως δεν κατόρθωσε να υιοθετήσει μια πολιτική απάντηση που θα παρέκαμπτε τις αγορές και θα επαναθεμελίωνε σε νέες, στέρεες θεσμικές, οικονομικές και κοινωνικές βάσεις την Ευρώπη. Η προσπάθεια να διατηρηθεί ακόμη και τώρα ο πυρήνας του νεοφιλελεύθερου μοντέλου σημαίνει ότι παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες οι τάσεις που είδαμε να διαμορφώνονται «πειραματικά» στην ελληνική περίπτωση – και σταδιακά επεκτείνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη.

    Το κοινωνικό τοπίο που προδιαγράφουν αυτές οι τάσεις είναι εξαιρετικά δυσοίωνο και δεν αρμόζει σε μια σύγχρονη χώρα που μεριμνά για τους πολίτες της, για τον δημόσιο πλούτο και την κοινωνική συνοχή. Αυτή η καταφανής πια διαπίστωση δεν οδηγεί ωστόσο αναγκαστικά σε παραίτηση αλλά μας προσκαλεί στην ενεργή δραστηριοποίηση προκειμένου να αλλάξουν οι πολιτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί και μαζί τους το πλαίσιο της ακολουθούμενης πολιτικής στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ώστε να ανιχνεύσουμε, στα χρόνια που έρχονται, έναν μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και όλων των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ριζικά διαφορετικό από αυτόν που περιγράψαμε παραπάνω.



Related articles