• Η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και τα διλήμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς: Προκαταρκτικές σκέψεις

  • 20 Jan 12 Posted under: Ευρωπαϊκή Ένωση , Transformative Strategies
  •  

    «.........Το καθήκον που εγείρεται μπροστά μας δεν είναι απλά να ασκήσουμε κριτική στις πολιτικές των κυριάρχων τάξεων από την οπτική της υπάρχουσας κοινωνίας, αλλά  επίσης να αντιπαραβάλουμε την υπάρχουσα κοινωνία με το ιδεώδες μίας σοσιαλιστικής κοινωνίας[...]».
     Ρόζα Λούξεμπουργκ, Σοσιαλδημοκρατία και Κοινοβουλευτισμός (1904)

    «Το ζήτημα είναι η εξασφάλιση της αριστερής πλειοψηφίας κι αυτό είναι παντελώς αδύνατο αν περιοριστούμε στην αναπαραγωγή ακραίων σλόγκαν, αν αντιτασσόμαστε απέναντι στους πάντες και τα πάντα και αν αποδεικνυόμαστε ανίκανοι να συμφωνήσουμε με οποιονδήποτε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.»
    Ζ-Λ. Μελενσόν (Le Μonde, 28 Ιανουαρίου, 2010)


    Η επιστροφή των ηττημένων

        Ύστερα από την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι δυνάμεις που βρίσκονται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας δίνουν την εικόνα ενός στρατού σε άτακτη υποχώρηση. Το σιωπηρό συμβόλαιο με την «Ιστορία» που διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα, ακόμα και αν δεν είχε οριστικά ακυρωθεί, είχε,  από το 1989 (annus crucialis για τη σύγχρονη ιστορία του κομμουνισμού), τεθεί εν αμφιβόλω. Το βαθύ τραύμα που προκάλεσε η κατάρρευση αυτού του ιδιαίτερα καταστροφικού, και συνάμα ιδιαίτερα καινοτόμου, συστήματος εξουσίας δεν άφησε ανέγγιχτο τίποτα και κανέναν- ούτε καν εκείνα τα κόμματα που δεν ταυτίστηκαν με την ηττημένη εκδοχή του κομμουνισμού. Η βαριά ήττα παραμέρισε τους αισιόδοξους ισχυρισμούς μίας ορισμένης «αντισταλινικής» Αριστεράς, που θεώρησαν τη συγκεκριμένη κατάρρευση ως μία «τεράστια νίκη του αυθεντικού σοσιαλισμού» . Αντίθετα, αυτή η ήττα απονομιμοποίησε το σύνολο της αριστερής κουλτούρας, η οποία βρισκόταν ήδη σε οπισθοχώρηση, και επιτάχυνε την άνοδο και εδραίωση των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού. Η ήττα δεν οδήγησε μόνο στην πτώση των εκλογικών ποσοστών και στην εξασθένιση των κομματικών οργανώσεων, αλλά προκάλεσε μία ευρύτερη αποδυνάμωση του αριστερού χώρου: οικειοθελής αποχώρηση του πιο «μοντέρνου» στελεχιακού δυναμικού,  σιωπή των διανοουμένων, εξασθένηση των άλλοτε προνομιακών δεσμών με τα συνδικάτα και τη νεολαία, και, τέλος, στροφή του αριστερού λόγου σε αυτοεπιβεβαιωτικά μοτίβα στο πλαίσιο μιας ταυτότητας που γινόταν εξόχως  αμυντική («είμαστε ακόμη εδώ» για κάποιους, «ο ναρκισσισμός της χαμένης υπόθεσης», για να δανειστούμε την έκφραση του Σλάβοϊ Ζίζεκ, για άλλους ). Η ήττα του πιο φιλόδοξου σχεδίου κοινωνικού μετασχηματισμού του 20ου αιώνα, και ίσως της ιστορίας ολόκληρης, έπληξε την αντι-καπιταλιστική Αριστερά στο σύνολό της, την ορθόδοξη και την αναθεωρητική, την ελευθεριακή ή την τροτσκιστική. Για να χρησιμοποιήσω το σχήμα του Στάθη Κουβελάκη, η ήττα έπληξε τόσο τις «ορθοδοξίες», όσο και τις «αιρέσεις» . 
       

    «Ο Κομμουνισμός δεν υφίσταται πλέον ως πολιτικό πρόγραμμα», υποστήριζε το 2008 ο Βρετανός ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ. Ωστόσο, τα εκλογικά ποσοστά αφηγούνται μία ελαφρώς διαφορετική ιστορία. Τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, τα περισσότερα εκ των οποίων παραμένουν κομμουνιστικά ή έλκουν την καταγωγή τους από την κομμουνιστική παράδοση, καταλαμβάνουν μια σημαντική θέση στο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο. Η παρουσία τους είναι αισθητή σε χώρες με ισχυρή αριστερή παράδοση (Ελλάδα, Φινλανδία, Πορτογαλία, Γαλλία, Ισπανία Κύπρος), σε χώρες με λιγότερο ισχυρή αλλά πάντως σταθερή κομμουνιστική παράδοση (Δανία και Σουηδία) και τέλος σε χώρες δίχως αξιομνημόνευτη παρουσία κομμουνιστικών κομμάτων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Γερμανία, Ολλανδία). Μολονότι η παρουσία των κλασικών κομμουνιστικών κομμάτων έχει εξασθενήσει παντού (ειδικά σε Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και Φινλανδία, αλλά και σε Ελλάδα, Πορτογαλία), εν τούτοις η γεωγραφική κατανομή της εκλογικής επιρροής της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς είναι περισσότερο ισορροπημένη απ' ότι στο παρελθόν. Η Αριστερά έχει διευρύνει τη γεωγραφική διάχυση της εκλογικής της δύναμης. Επιπλέον, ορισμένα εξαιρετικά εκλογικά αποτελέσματα, αν και μεμονωμένα, καταδεικνύουν μία σημαντική εκλογική δυναμική (στη Σουηδία 12% στις εθνικές εκλογές του 1998 και 15.8% στις ευρωεκλογές του 1999• στην Ολλανδία 16.6% το 2006• στη Γερμανία 11.9% το 2009• στην Πορτογαλία 17.7% το 2009 και τέλος το ίδιο έτος στην Ελλάδα 12.1%). Η ριζοσπαστική Αριστερά, που μέχρι πριν από λίγο καιρό έμοιαζε καταδικασμένη σε παρακμή, είναι πάντα εδώ, πάντα παρούσα. Και μάλιστα, εκτός κινδύνου. Το «κομμουνιστικό πάθος», για να παραφράσω μία έκφραση του Μαρκ Λαζάρ, παραμένει ζωντανό. Αλλά με ποιόν τρόπο;
       

    Η επιστροφή της ριζοσπαστικής Αριστεράς, εκλογικά ασταθής και εύθραυστη, δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως, εκλογική. Είναι πάνω απ' όλα ιδεολογική, πολιτισμική και πολιτική. Οι αποτυχίες του χρηματιστικού καπιταλισμού, η εκλογική και ιδεολογική παρακμή της μετριοπαθούς Αριστεράς, η ανάδυση των κινημάτων της αντιπαγκοσμιοποίησης ή της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και η εμφάνιση πολυάριθμων κοινωνικών κινημάτων σε εθνικό επίπεδο, όλα τα προηγούμενα νομιμοποίησαν εκ νέου, ή, τουλάχιστον, σε μεγάλο βαθμό, τις ιδέες και τις κριτικές της «άλλης» Αριστεράς, τους προσκείμενους διανοουμένους και τις κομματικές οργανώσεις της. Από αυτή τη σκοπιά, οι «αποτυχίες του αντιπάλου» είναι το κλειδί της επιστροφής, ο παράγοντας που ερμηνεύει τη νέα ζωτικότητα του χώρου. 
       

    Ωστόσο, ο συγκεκριμένος τύπος εξήγησης δεν είναι πότε σε θέση να ερμηνεύσει, τουλάχιστον μόνον αυτός, ένα πολιτικό φαινόμενο. Η ενδυνάμωση του χώρου οφείλεται στην ικανότητα αλλαγής του, στην προσαρμογή της παλαιάς ριζοσπαστικής κουλτούρας και ατζέντας στις νέες ιστορικές συνθήκες. Οφείλεται στην strategic flexibility του χώρου. Πράγματι, η ριζοσπαστική Αριστερά κατάφερε να ανανεώσει το προγραμματικό της προφίλ και τις πολιτικές προτάσεις της και, ταυτόχρονα, αμφισβήτησε, αν και μόνον εν μέρει, στοιχεία της ιστορικής ιδεολογικής της συγκρότησης και περηφάνιας. Υπό μία έννοια, αναμετρήθηκε ιδεολογικά και πολιτικά με την ήττα. Έτσι, παρά την κυριαρχία μίας κουλτούρας διαμαρτυρίας, ανίκανης να σφυρηλατήσει πολιτική ηγεμονία, παρά την υπερβολική εστίαση στους «αγώνες» και παρά τον υπερφίαλο αριστερισμό ή σεχταρισμό κάποιων συνιστωσών της, η ριζοσπαστική Αριστερά επέδειξε, ως σύνολο, μεγάλη ικανότητα  προσαρμογής και ικανότητα δαρβινικής επιβίωσης. Η «Αριστερά της Αριστεράς» ενισχύεται ακριβώς λόγω του μετασχηματισμού της και του νέου - ανανεωμένου - προφίλ της. Ελάχιστη σημασία έχει αν κάποιες από τις πτυχές του νέου προφίλ δυσαρεστούν ορισμένους, μεταξύ τον οποίων συγκαταλέγεται και ο γράφων. Χάρη σε αυτό το ανανεωμένο προφίλ (που δεν αποτελεί αντικείμενο αυτού του σύντομου κειμένου), κατάφερε η αριστερά να επανέλθει στο προσκήνιο, ύστερα από μία τόσο βαριά ήττα. Είναι αυτό το προφίλ, και μόνον αυτό, που έχει τη νομιμοποίηση των μελών της αλλά και τη νομιμοποίηση  της λαϊκής ψήφου.

     

    Η χαμένη πρωτοκαθεδρία: Ο κομμουνιστικός "δείκτης"
          

    Σήμερα παρατηρούμε, πράγματι, την επιτελεσθείσα (αν και πάντα εν εξελίξει) αναδιάταξη του πολιτικού χώρου στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας. Ο εν λόγω χώρος είναι πολύ διαφορετικός από εκείνον της κομμουνιστικής αριστεράς, όπως τουλάχιστον τον γνωρίσαμε την προηγούμενη περίοδο. Πρόκειται για «χώρο», με την κυριολεκτική και πλήρη σημασία της έννοιας, εφόσον οι συνιστώσες του δεν συγκροτούν ενιαία κομματική οικογένεια. Ως συνέπεια της κατάρρευσης του ιστορικού κομμουνισμού, αλλά και των αποτυχιών του νεοφιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, διαμορφώθηκε ένα ευρύ φάσμα «μετακομμουνιστικών» οργανώσεων και ρευμάτων, ένας «πραγματικός λαβύρινθος πολιτικών και ιδεολογικών τάσεων» .             
       

    Ορθόδοξα κομμουνιστικά κόμματα, «μετεξελιγμένα» κομμουνιστικά κόμματα, πρώην κομμουνιστικά κόμματα, αριστερά σοσιαλιστικά κόμματα, κοκκινο-πράσινες οργανώσεις ή τάσεις, οργανώσεις τροτσκιστικής ή μαοϊκής προέλευσης, αριστεροί σοσιαλδημοκράτες, όπως και ένας εκτεταμένος ιστός δικτύων, συνθέτουν τον σύγχρονο ριζοσπαστικό χώρο. Ποτέ η ριζοσπαστική Αριστερά δεν ήταν τόσο κατακερματισμένη, ούτε είχε παράξει σε τέτοιο βαθμό πλουραλισμό και «πολυπλοκότητα».                                        
           

    Κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο,  το βασικό διακριτικό γνώρισμα της δομής της Αριστεράς ήταν η κυριαρχία των κομμουνιστικών κομμάτων επί του συνόλου - ή σχεδόν - του πολιτικού πεδίου στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας. Την ίδια εποχή, η έννοια «άκρα Αριστερά», στη μαοϊκή, τροτσκιστική ή ελευθεριακή εκδοχή της, παρέπεμπε σε ένα είδος «αριστερής αντιπολίτευσης» προς τα εδραιωμένα κομμουνιστικά κόμματα. Η τότε «άκρα Αριστερά» συγκροτούσε την πολιτική της ταυτότητα ακριβώς σε αντιπαράθεση, και σε σχέση, με αυτά . Κάτι τέτοιο δεν ισχύει πλέον. Η μεγάλη εξασθένηση των κομμουνιστικών κομμάτων αποτέλεσε τη μεγάλη τομή στην ιστορική συνέχεια της Αριστεράς. Ο κομμουνιστικός «δείκτης» δεν λειτουργεί πλέον. Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν ελέγχουν το σύνολο του ριζοσπαστικού πεδίου (ή το ελέγχουν ανεπαρκώς) και, άρα, δεν είναι σε θέση να ορίσουν τα χαρακτηριστικά του. Συνεπώς, από τη σκοπιά της τυπολογίας των κομματικών οργανώσεων, η σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά αντιπροσωπεύει μία νέα γενιά κομμάτων και κομματικών διαμορφώσεων. Επιπλέον, αυτή η Αριστερά, από ιδεολογική σκοπιά, δεν είναι πλέον η «κλασσική» κομμουνιστική Αριστερά του παρελθόντος. Αν οι λέξεις έχουν νόημα, αν τα προγράμματα των κομμάτων έχουν νόημα, η κομμουνιστική «ιδέα» και, πολύ περισσότερο, το κομμουνιστικό «σχέδιο», δεν έχουν επανέλθει στο κέντρο της σκηνής (παρά την προσπάθεια αποκατάστασης και επανοηματοδότησης τους, στην οποία επιδίδονται με ταλέντο σημαντικές προσωπικότητες της «φιλοσοφικής Αριστεράς») . Στο παρελθόν, τα κομμουνιστικά κόμματα, τα μεγάλα μαζικά κομμουνιστικά κόμματα, υπήρξαν παραγωγοί ιστορικού νοήματος και υπό ορισμένες συνθήκες «πραγματικοί σχεδιαστές και οικοδόμοι κοινωνιών και κρατών» . Αντιθέτως, τα κόμματα που συνθέτουν τη σημερινή ριζοσπαστική Αριστερά αδυνατούν να αναλάβουν έναν τέτοιο ρόλο. Αυτός ο «ρόλος» υπερβαίνει τις πολιτικές δυνατότητές τους. Υπερβαίνει, επίσης, την πολιτισμική και ιδεολογική εμβέλειά τους. Εάν η σύγχρονη ριζοσπαστική αριστερά δημιούργησε ξανά έναν ζωτικό χώρο για την πολιτική της επιβίωση και την ιδεολογική της ανάπτυξη,  δεν κατάφερε να επανασχεδιάσει τον δικό της «χώρο ουτοπίας», το σοσιαλιστικό ιδεώδες για το οποίο η Ρόζα Λούξεμπουργκ μιλούσε τόσο πειστικά.                        
     Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον του τέλους της κομμουνιστικής ιδεολογίας; Δεν είναι αυτό το επιχείρημα μας. Αυτό αφορά μια άλλη συζήτηση. Δεν διατυπώνεται εδώ ένα επιχείρημα του τύπου «τέλος των ιδεολογιών», ότι ο κομμουνισμός ως ιδεολογία έχει παρέλθει οριστικά. Αντίθετα, το επιχείρημα μας είναι επιχείρημα ενδιάμεσου βαθμού αφαίρεσης, αφορά το γιατί και το πώς της επιβίωσης και της ανάκαμψης του σημερινού ριζοσπαστικού χώρου: αν τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς ανακτούν επιρροή, ιδεολογική φερεγγυότητα και δυναμική, το οφείλουν στη διαδικασία μεταλλαγής και αναθεμελίωσης τους.  •
    Στο παρελθόν, η κομμουνιστική «πρωτοκαθεδρία», αλλά και η κομμουνιστική μεγάλη αφήγηση, ήταν οι κρίσιμοι παράγοντες συνοχής του αριστερού ριζοσπαστισμού. Η κομμουνιστική σφραγίδα προσέδιδε στην επαναστατική Αριστερά μία ικανότητα στρατηγικής δράσης και φυσιογνωμικής αποκρυστάλλωσης που όμοια της δύσκολα συναντά κανείς στην ιστορία. Ωστόσο, από τη στιγμή που ο κομμουνιστικός «δείκτης» απώλεσε τον ρόλο του παράγοντα συνοχής και απόδοσης ταυτότητας, η απόσταση που χωρίζει το παρελθόν με το παρόν της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι, τόσο από κομματική-οργανωτική όσο και ιδεολογική σκοπιά, ιδιαίτερα μεγάλη. Υπ' αυτό το πρίσμα, ο σημερινός ριζοσπαστικός χώρος είναι, εν μέρει έστω, ένας μετακομμουνιστικός χώρος, παρά το ότι σημαντικότατα κόμματα και ρεύματα στο εσωτερικό του διατηρούν και διεκδικούν με περηφάνια την κομμουνιστική τους ταυτότητα. Η ριζοσπαστική Αριστερά του παρόντος δεν είναι η Αριστερά των μεγάλων Maisons rouges του παρελθόντος . Με την υποχώρηση του κομμουνιστικού «δείκτη» η ιστορία της Αριστεράς άλλαξε σελίδα.                     
       

    Αν η κρίση της «κομμουνιστικής υπόθεσης» έφερε τα πάνω κάτω, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπονόμευσε περαιτέρω τις παλιές πολιτικές και ιδεολογικές σταθερές. Δίπλα στις μεγάλες «ενδογενείς» αβεβαιότητες που ταλάνιζαν τον χώρο -δηλαδή το ιδεολογικό κενό που προέκυψε με την κρίση του κομμουνισμού- ήρθε να προστεθεί και μία τεραστίων διαστάσεων «εξωγενής» αβεβαιότητα, αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Παγκοσμιοποίησης. Στις σελίδες που ακολουθούν θα επιχειρήσω να εξερευνήσω, εκ των πραγμάτων σχηματικά, την επιρροή που ασκεί η διαδικασία της  ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον «αστερισμό» της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα από τα πλέον αριστοτεχνικά δημιουργήματα θεσμικής και πολιτικής μηχανικής, και ως τέτοιο εξασκεί  μία άνευ προηγουμένου πίεση πάνω στα πολιτικά κόμματα γενικά και στα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς ειδικά.

    Η ΕΕ και η αναβίωση της διαιρετικής τομής ανάμεσα σε ρεφορμιστική και ριζοσπαστική Αριστερά


    Το μεγάλο κύμα μεταρρυθμίσεων της περιόδου 1985-1999 μετέτρεψε την ΕΕ σε βαριά και επιβλητική πολιτική μηχανή. Ως τέτοια δεν επηρεάζει απλώς τις κυβερνητικές πολιτικές, αλλά, επιπλέον, δημιουργεί νέες πολώσεις μέσα στο στρατόπεδο της Αριστεράς, όπως και σε αυτό της Δεξιάς, ενώ την ίδια στιγμή επαναφέρει στο επίκεντρο παλαιότερες - και εξασθενημένες - διαιρετικές τομές.  Η Ευρώπη έχει γίνει ισχυρή, άρα διαιρεί περισσότερο.
       

    Η κριτική στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι ένα χαρακτηριστικό που μοιράζονται οι δυνάμεις του σύγχρονου ριζοσπαστισμού. Δεν είναι κάτι καινούργιο. Αντίθετα, συνιστά, ήδη από τη δεκαετία του 1950, μια σταθερά της κομμουνιστικής οικογένειας. Ωστόσο, με την αναγέννηση της Ευρώπης και με τη μεταμόρφωση τόσο της σοσιαλδημοκρατίας, όσο και της ριζοσπαστικής Αριστεράς, διαμορφώθηκε, με επίκεντρο την ευρωπαϊκή ενοποίηση, μία νέα διαλεκτική ανταγωνισμού ανάμεσα στους δύο ιστορικούς πόλους του εργατικού κινήματος.
       

    Σταδιακά, και κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, το θέμα «Ευρώπη» (και «Παγκοσμιοποίηση») έγινε κεντρικό στην πολιτική ατζέντα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, τροφοδοτώντας τη σύγκρουση με τον αιώνιο αντίπαλο, τη σοσιαλδημοκρατία. Πράγματι, ο ευρωσκεπτικισμός της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχει εισέλθει σε νέα φάση. Είναι λιγότερο «σκληρός», «αντι-ιμπεριαλιστικός» και αντι-καπιταλιστικός συγκρινόμενος με το παρελθόν. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν «ρεφορμιστικό» ευρωσκεπτικισμό, αναμφίβολα πιο ρεφορμιστικό συγκριτικά με τον παραδοσιακό κομουνιστικό ευρωσκεπτικισμό . Την ίδια στιγμή, εν τούτοις, αυτός ο νέος ευρωσκεπτικισμός δομεί σε μεγαλύτερο βαθμό την καθημερινή πολιτική και ιδεολογική ατζέντα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Είναι πανταχού παρών, συνιστά ένα από τα κεντρικά μοτίβα της πολιτικής ρητορικής, χρησιμοποιείται ως στοιχείο τοποθέτησης (τοποθέτησης του αντιπάλου αλλά και αυτοτοποθέτησης) στον άξονα Αριστερά - Δεξιά. Η αξία του θέματος «Ευρώπη», ως στοιχείο της πολιτικής στρατηγικής, έχει σημαντικά αναβαθμιστεί. Με άλλα λόγια, η κριτική απέναντι στην ΕΕ αποτελεί ένα κρίσιμο συντακτικό στοιχείο της σύγχρονης raison d’être του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου. Πολύ δε περισσότερο που το μοντέρνο «φαντασιακό» του ριζοσπαστικού χώρου, έχοντας απολέσει τους παραδοσιακούς οδοδείκτες ιδεολογικής αναφοράς, στοιχειοθετεί την ηθική και πολιτική του νομιμοποίηση και ταυτότητα αποδίδοντας μεγαλύτερη έμφαση σε διακυβεύματα του παρόντος παρά σε διακυβεύματα που προέρχονται από τον «μακρύ χρόνο» του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος.
       

    Η κριτική στάση απέναντι στην Ευρώπη, όπως αυτή υιοθετείται από τον ριζοσπαστικό χώρο, εισφέρει στη δημιουργία μίας νέας και πολύ σύγχρονης διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα σε μετριοπαθείς και ριζοσπαστικές δυνάμεις, αναβιώνοντας έτσι την παλιά διαιρετική τομή ανάμεσα στα κόμματα της κεντρο-αριστεράς και της επαναστατικής Αριστεράς. Αυτή η διαχωριστική γραμμή καθίσταται περισσότερο ευδιάκριτη αν κανείς λάβει υπόψη το ότι η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται στην αφετηρία της «δεύτερης  θεμελίωσης» της ΕΕ: ο φιλοευρωπαϊκός μεταρρυθμισμός της σοσιαλδημοκρατίας μαζί με τον δεξιό φιλελεύθερο μεταρρυθμισμό οραματίστηκαν, διαπραγματεύθηκαν και εν τέλει οικοδόμησαν τη «νέα» Ευρώπη.
        Επιπλέον, από αυστηρά εκλογική άποψη, τα σοσιαλιστικά κόμματα  υφίστανται απώλειες λόγω του χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ως κόμματα κυβερνητικής κλίσης καλούνται να διαχειριστούν από τη μία πλευρά τις δυσκαμψίες της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης των Βρυξελλών και από την άλλη τη μειωμένη ικανότητα επίλυσης προβλημάτων των εθνικών κυβερνήσεων . Αντίθετα, τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, μολονότι συχνά δεν διαθέτουν ένα επεξεργασμένο σχέδιο ευρωπαϊκής πολιτικής, επωφελούνται από το κύμα δυσαρέσκειας που δημιουργεί η θεσμική δυσκαμψία και η φιλελεύθερη κατεύθυνση που έχει λάβει η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ΕΕ και ο νεοφιλελευθερισμός εξηγούν, τουλάχιστον εν μέρει, γιατί η ριζοσπαστική Αριστερά επιβίωσε και ανακάμπτει εκλογικά, μετά την πιο καταστροφική περίοδο της ιστορίας της. 
       

    Ανακεφαλαιώνοντας, τα επίδικα αντικείμενα γύρω από τα οποία αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα στη νέα σοσιαλδημοκρατία και στη νέα ριζοσπαστική Αριστερά δεν αποτελούν επανάληψη των μαχών του παρελθόντος. Το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι ένα από αυτά. Το «ευρωπαϊκό ζήτημα» είναι ένα βαρύ όπλο που διαθέτει στο εκλογικό οπλοστάσιο της η ριζοσπαστική Αριστερά. Όμως, πρόκειται για όπλο δίκοπο.

    Η ΕΕ και η αποσταθεροποίηση του ριζοσπαστικού πολιτικού σχεδίου.

       

    Ένα τμήμα της Αριστεράς δεν κατάφερε να ενσωματώσει επαρκώς στην πολιτική του κουλτούρα τη δυναμική της ευρωπαϊκής οικοδόμησης και την αλυσίδα των επιπτώσεων που αυτή προκάλεσε. Οι δύο κεντρικοί κρίκοι αυτής της αλυσίδας είναι ο «μεγάλος συνασπισμός» και η «μεταρρύθμιση». Στο ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον, η υιοθέτηση μίας δημόσιας πολιτικής προϋποθέτει, ανάλογα με τον τομέα και τον θεσμό που αυτή αφορά, τη σφυρηλάτηση ισχυρών πλειοψηφιών ή την επίτευξη ομοφωνίας. Αυτό οδηγεί τα κράτη-μέλη και τα εθνικά πολιτικά κόμματα να οικοδομήσουν μεγάλους συνασπισμούς, διαφορετικά αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις πολιτικές τους. Ο «συντηρητικός» αυτός τρόπος λειτουργίας της ΕΕ ., δεν προέρχεται από κάποια φιλελεύθερη διαστροφή και ούτε είναι εύκολο να αλλάξει. Αντίθετα, αποτελεί προϊόν της πολυκρατικής και πολυεπίπεδης φύσης του πολιτικού καθεστώτος της ΕΕ, η λειτουργία του οποίου απαιτεί δικλείδες ασφαλείας ικανές να αποτρέπουν την κυριαρχία μίας ομάδας χωρών ή δρώντων πάνω στα υπόλοιπα μέλη της ένωσης . Με αυτό ως δεδομένο, θα ήταν μάλλον αφελές να θεωρήσει κανείς ότι στο ορατό μέλλον, όσο βολονταριστικό ή επαναστατικό και αν είναι, η από κοινού διαχείριση των επιμέρους εθνικών κυριαρχιών θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με πολύ διαφορετικό τρόπο. Για όσο καιρό ακόμη η πραγματικότητα των εθνών παραμένει ισχυρή, η Ευρώπη, ως πολυκρατική δομή, θα παραμείνει μία πολιτική οντότητα βασισμένη στη λογική του συμβιβασμού. Το ευρωπαϊκό πολιτικό πεδίο είναι εξορισμού το πεδίο των συμμαχιών και των μεταρρύθμισης. Και μάλιστα μιας μεταρρύθμισης που επιτυγχάνεται δύσκολα, διότι ακριβώς προϋποθέτει την ωρίμανση ενός μεγάλου συνασπισμού προώθησης και στήριξης της μεταρρυθμιστικής λογικής.  Σε αυτό το πλαίσιο, η παραδοσιακή ρεφορμιστική στρατηγική της Αριστεράς, και ακόμη περισσότερο η ριζοσπαστική στρατηγική, είναι δύσκολο να παραμείνουν ίδιες, τη στιγμή που το πολιτικό και θεσμικό σύστημα έχει ριζικά αλλάξει.
       

    Ιστορικά, ο αριστερός ριζοσπαστισμός υπήρξε, στο πλαίσιο του έθνους-κράτους, ένα πολιτικό σχέδιο ανατροπής του καπιταλισμού. Η στρατηγική rationale του ριζοσπαστικού σχεδίου εδραζόταν στην ικανότητά ελέγχου του κράτους είτε με εξεγερσιακές μεθόδους είτε μέσω της κοινοβουλευτικής - δημοκρατικής οδού (βλ. δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό). Θεματοποιημένη κατ' αυτόν τον τρόπο, η λογική του ιστορικού ριζοσπαστισμού, στην αρχική εξεγερσιακή-επαναστατική  ή στην ύστερη δημοκρατική εκδοχή της (δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό),  ήταν, υπό το φως της παρούσης «μετά-εθνικής» εμπειρίας, αρκετά συνεκτική. Η λογική αυτή περιελάμβανε τρία βασικά σημεία:
    α) Την οικοδόμηση ενός ισχυρού και συγκεντρωτικού κόμματος που θα αναλάμβανε τον ρόλο του συντονιστικού και στρατηγικού κέντρου.
    β) Την οικοδόμηση και την ενεργοποίηση ισχυρών λαϊκών οργανώσεων (συχνά παραρτηματικών ως προς το κόμμα), όπως τα συνδικάτα.
    γ) Την «ενεργή» στήριξη και παρέμβαση των λαϊκών μαζών (αυτό το τελευταίο σημείο μετατράπηκε, στο πλαίσιο του ευρωκομμουνισμού, σε συγκρότηση ενός πλειοψηφικού εκλογικού συνασπισμού συνδεδεμένου, στο μέτρο του δυνατού, με τα κοινωνικά κινήματα).

    Το επαναστατικό υποκείμενο ήταν ένας σύνθετος actor, παρά την υπεραξιοδότηση της κεντρικότητας του κόμματος από τον λενινισμό (όχι όμως από τον «λουξεμπουργκισμό» ή τον τροτσκισμό). Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως των αντιλήψεων για τη φύση του επαναστατικού υποκειμένου, ο συγκεκριμένος φορέας στόχευε στην υλοποίηση ενός απολύτως κεντρικού στόχου, που ως τέτοιος συνιστούσε συντακτικό στοιχείο της επαναστατικής λογικής. Ο στόχος αυτός ήταν ο έλεγχος της χώρας μέσα από τον έλεγχο του κράτους, ή, στη χειρότερη περίπτωση, αν η αριστερά περιορίζονταν σε ρόλο αντιπολίτευσης, ο επηρεασμός των κρατικών πολιτικών μέσα από τη δράση, θεσμική και εξωθεσμική, του συνόλου των οργανώσεων που αναφέρθηκαν ανωτέρω. 

    Το σύγχρονο ευρωπαϊκό περιβάλλον, συγκρινόμενο με τα πολιτικά συστήματα του κράτους-έθνους, είναι ποιοτικά διαφορετικό. Πρακτικά, δεν υφίσταται ευρωπαϊκή κοινωνία πολιτών (με τη μορφή ενός  ευρωπαϊκού δήμου ή ενός «υπερεθνικού» αριστερού εκλογικού σώματος), ούτε ενιαία συγκεντρωτική εξουσία (που να αποτελεί το μοναδικό κέντρο λήψης των σημαντικών αποφάσεων) ούτε είναι εύκολη η συγκρότηση πανευρωπαϊκού τύπου κομμάτων και οργανώσεων, εχουσών τη ζωτικότητα της παλαιάς εποχής (αρκεί κανείς να παρατηρήσει τη δυσκολία συγκρότησης ισχυρών ευρωκομμάτων). Επιπλέον, η εμφάνιση σημαντικών μαζικών κινημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή, τουλάχιστον, η ταυτόχρονη εμφάνιση τους στις κύριες χώρες της Ευρώπης, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί (ιδιαίτερα σήμερα), δεν φαίνεται να είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο.
    Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση και, ειδικότερα, η θεσμική συγκρότηση της ΕΕ έχουν συμβάλει στην δημιουργία ενός δυσεπίλυτου προβλήματος συλλογικής δράσης. Το πρόβλημα αυτό έχει δύο ταυτόχρονα όψεις: α) στο πολιτικό σύστημα της ΕΕ, δεν υπάρχει ένα μοναδικό πολιτικό κέντρο και χειμερινά ανάκτορα τα οποία θα μπορούσε κανείς να περικυκλώσει ή να καταλάβει (συστημικό πρόβλημα), β) είναι εξαιρετικά δύσκολος ο συντονισμός στη βάση μιας κοινής στρατηγικής των εθνικών κομμάτων που συναποτελούν την ευρωπαϊκή Αριστερά, όπως και η ταυτόχρονη κινητοποίηση των εθνικών κοινωνικών τάξεων και ομάδων με αντικείμενο την επίτευξη κοινών στρατηγικών στόχων (πρόβλημα πολιτικού και κοινωνικού "υποκειμένου").

    Με δεδομένο αυτό το διπλό στρατηγικό πρόβλημα, στο πλαίσιο της ΕΕ η βίαιη κατάκτηση της εξουσίας μέσα από εξεγερσιακoύ τύπου κινητοποίηση δεν έχει απολύτως κανένα νόημα διότι, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους λόγους, δεν υπάρχει ένα και μοναδικό ισχυρό κέντρο άσκησης της. Σε ένα σύστημα πολυεπίπεδης και πολυκρατικής διακυβέρνησης, η αποφασιστικής σημασίας «τελική αναμέτρηση» προφανώς δεν είναι πλέον δυνατή . Από την άλλη πλευρά, η κατάκτηση της εξουσίας μέσα από την κοινοβουλευτική οδό (ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό), είτε αυτή υποστηρίζεται από μαζικές κινητοποιήσεις είτε όχι, έρχεται αντιμέτωπη με το ίδιο δυσεπίλυτο πρόβλημα: τον πολυπολικό και φυγόκεντρο χαρακτήρα των ευρωπαϊκών  δημόσιων εξουσιών αλλά και τις διαιρέσεις, στη βάση εθνικών διαιρετικών γραμμών, των αριστερών δυνάμεων στην Ευρώπη (για να μην αναφερθώ στην έλλειψη συγχρονισμού των εθνικών εκλογών).

    Το πλαίσιο έχει αλλάξει, και έχει αλλάξει δραματικά. Στο νέο περιβάλλον, ούτε η «μεγάλη νύχτα της επανάστασης», ούτε η «δημοκρατική υπομονή» αλλά ούτε και η άμεση αντικρατική δράση (action directe) αποτελούν ορθολογικές στρατηγικές. Τίποτα βέβαια δεν είναι ακατόρθωτο για τον ανθρώπινο νου. Όμως, η δομή πολιτικών ευκαιριών έχει γίνει δυσμενής για όλες τις ως άνω στρατηγικές επιλογές. Το επαναστατικό πολιτικό σχέδιο έχει απολέσει την παλαιά συνοχή του. Και καλείται να αντιμετωπίσει νέου τύπου στρατηγικά προβλήματα.

    Μία Αριστερά χωρίς στρατηγική είναι μία ακίνδυνη Αριστερά


    Αν η εικόνα που ιχνηλατήσαμε στην προηγούμενη ενότητα είναι σωστή, τότε οι επιπτώσεις για την αριστερή πολιτική είναι μεγάλες.
        1) Η Ευρωπαϊκή Ένωση, δομικά, όχι συγκυριακά, υπονομεύει τα ρεπερτόρια ριζοσπαστικής δράσης, όπως αυτά έχουν αναπτυχθεί ιστορικά. Η πολιτική κουλτούρα του ριζοσπαστισμού είναι ασύμβατη με τη διαρκή διαπραγμάτευση, με τις ατελείωτες διαδικασίες ελιγμών και με τον αυξημένο ρόλο των τεχνοκρατικών λύσεων. Στην πραγματικότητα, η  επαναστατική λογική είναι ασύμβατη με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν ένα αριστερό κόμμα δίνει προτεραιότητα στην «επανάσταση», εάν θεωρεί ότι υπάρχουν- ή πρόκειται να υπάρξουν στο εγγύς μέλλον- οι συνθήκες για μία μείζονος σημασίας αντι-καπιταλιστική ανατροπή, ή ακόμα και για μία συνολική έξοδο από τον καπιταλισμό, τότε δεν έχει απολύτως κανένα λόγο να εμπλακεί σε ένα παίγνιο με 26 άλλους παίκτες στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερα ανελαστικού συστήματος πολυεπίπεδης διακυβέρνησης (το οποίο, επιπλέον, είναι εξοπλισμένο με μεγάλη ποικιλία βαλβίδων ασφαλείας - τουλάχιστον 27, όσες και οι εθνικές κυβερνήσεις). Μία τέτοια επιλογή είναι ανορθολογική. Από την άλλη, εάν ένα πολιτικό κόμμα επιλέγει να πολιτευθεί στο ευρωπαϊκό πολιτικό πλαίσιο, τότε ο άξονας συνοχής ακούει στο όνομα «μεταρρύθμιση». Εκείνο το τμήμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που επιλέγει την ευρωπαϊκή στρατηγική, δηλαδή η πλειοψηφία των κομμάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στην πραγματικότητα επιλέγει μία στρατηγική μεταρρυθμίσεων. Το ευρωπαϊκό πεδίο είναι εξ' ορισμού πεδίο μεταρρυθμίσεων, και μάλιστα δύσκολων και βασανιστικών μεταρρυθμίσεων. Ως εκ τούτου, το κλειδί της συνοχής βρίσκεται στον πόλεμο θέσεων, όχι στον πόλεμο κινήσεων.               
    2) Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα υποχρεώνει τα ριζοσπαστικά κόμματα να αναμετρηθούν με το δύσκολο πρόβλημα του περιεχομένου των μεταρρυθμίσεων και της οικοδόμησης θεματικών συμμαχιών με άλλες πολιτικές οικογένειες. Συνεκτικές μεταρρυθμίσεις, σοβαρά επεξεργασμένες και ενταγμένες σε μία στρατηγική ενδιάμεσων στόχων είναι η συνθήκη αποτελεσματικότητας κάθε δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο . Μία Αριστερά που αρέσκεται στο να ασκεί κριτική σε ό,τι κινείται πάνω στον πλανήτη - με τα λόγια του Ζάν-Λύκ Μελενσόν: «ενάντια στα πάντα, ενάντια σε όλους [...] και ανίκανη να συμφωνήσει πάνω σε οτιδήποτε κάτω υπό οποιεσδήποτε συνθήκες»-, είναι μία Αριστερά ανήμπορη διότι δεν έχει την αίσθηση της ιστορίας. Στην πραγματικότητα, τα προηγούμενα δεν θέτουν ένα ζήτημα ιδεολογικό ή προγραμματικό («υπέρ» ή «κατά» της Ευρώπης) αλλά το οξύ πρόβλημα της στρατηγικής συνοχής.
    Κάθε πολιτική επιλογή ενέχει μια γκάμμα δυνατοτήτων και πιθανών εκβάσεων αλλά, επίσης, αμείλικτους «καταναγκασμούς συνεκτικότητας». Εν προκειμένω, οι πιθανές επιλογές είναι δύο. Είτε η Αριστερά επιλέγει την ευρωπαϊκή στρατηγική και διαχειρίζεται τις συνέπειες αυτής της επιλογής είτε επιλέγει την αντιευρωπαϊκή στρατηγική - που σημαίνει έξοδο από την ΕΕ και επιστροφή στην εθνική κυριαρχία- και αντιμετωπίζει, επίσης, τις συνέπειες που προκύπτουν από την επιλογή της. Αμφότερες οι στρατηγικές έχουν συνοχή, ο κεντρικός τους πυρήνας είναι στέρεος, δηλαδή εγγενώς συνεκτικός. Αυτό που είναι εγγενώς αντιφατικό, για την ακρίβεια πλήρως στερημένο στρατηγικού ορθολογισμού, είναι το να επιλέγει μία αριστερή οργάνωση την ευρωπαϊκή στρατηγική, δηλαδή την αναζήτηση πολιτικών λύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και την ίδια στιγμή να υιοθετεί έναν ιδεολογικό λόγο εμπνευσμένο από το εξεγερσιακό μοντέλο πολιτικής δράσης• ή να επιλέγει την «επιστροφή στο έθνος» και ταυτόχρονα να αυτοσυστήνεται ως εκπρόσωπος του ευρωπαϊκού προλεταριάτου και της οικουμενικότητας. Ο αναχρονιστικός χαρακτήρας των αντι-καπιταλιστικών ιδεολογιών δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου.                                             
    3) Για να συνοψίσουμε, το πολιτικό σύστημα της ΕΕ, σε αντίθεση με τα πολιτικά συστήματα που παρήγε το έθνος-κράτος, περιέπλεξε σε πρωτόγνωρο βαθμό τα δύο ιστορικά μοντέλα πολιτικής δράσης της Αριστεράς, τόσο το ρεφορμιστικό όσο και το επαναστατικό. Ως εκ τούτου προκύπτει η ανάγκη για αναθεώρηση και προσαρμογή τους στις νέες πραγματικότητες. Επιπλέον, λόγω, αφενός, των ευρωπαϊκών (και παγκόσμιων καταναγκασμών) και, αφετέρου, της κρίσης του «σοσιαλιστικού ιδεώδους», η παλιά διάκριση ανάμεσα σε ρεφορμιστές και επαναστάτες έχει απολέσει μέγα μέρος από την πολιτική και ιδεολογική βαρύτητα που κάποτε είχε. Η πραγματική, και όχι η ρητορική, απόσταση ανάμεσα στη ρεφορμιστική και την επαναστατική στάση είναι μικρότερη σήμερα απ' ότι στο παρελθόν.



    Η Ευρώπη ως παράγοντας διαίρεσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς
       

    Απέναντι σε ένα θεσμικό πλαίσιο με τόσο υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας και το οποίο, επιπλέον, ενθαρρύνει και προωθεί νεοφιλελεύθερες πολιτικές, κάθε ριζοσπαστικό κόμμα ή ρεύμα έρχεται αντιμέτωπο με το ακόλουθο δίλημμα: είτε θα αποσταθεροποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση είτε, διαφορετικά, θα αποσταθεροποιήσει τη δική του ριζοσπαστική ταυτότητα. Το σημείο είναι κρίσιμο: πώς μπορεί κανείς να παραμείνει ριζοσπάστης χωρίς να είναι (ή να γίνει) ευρωσκεπτικιστής ή ξεκάθαρα αντιευρωπαϊστής;

    Η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, παραδοσιακά μήλον της έριδος στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής Αριστεράς, τροφοδοτεί τις διαιρέσεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου, πολύ δε περισσότερο απ' ότι στις υπόλοιπες κομματικές οικογένειες.  Αυτό τουλάχιστον δείχνει η πολύπλοκη εικόνα των αποκλινουσών προσεγγίσεων και ευαισθησιών εντός της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Κόμματα ευρωκριτικά, ορθόδοξα κομμουνιστικά κόμματα με αντιευρωπαϊκό προφίλ, η έντονα δύσπιστη προς την Ευρώπη Ευρωπαϊκή Αντι-καπιταλιστική Αριστερά, οι Ολλανδοί με τη «λιγότερη Ευρώπη» τους και οι πάντα ευρωσκεπτικιστές Σκανδιναβοί συναποτελούν τον αστερισμό του σύγχρονου ριζοσπαστισμού. 

    Στην ουσία η ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο στρατηγικές λογικές. Η πρώτη έγκειται στο να εργαστεί μέσα στην ΕΕ υιοθετώντας ένα μακράς πνοής και διάρκειας μεταρρυθμιστικό σχέδιο χωρίς δυνατότητα πρακτικής προώθησης των πολιτικών προτιμήσεών της στο ορατό μέλλον. Η δεύτερη συνίσταται στην υιοθέτηση της αντιευρωπαϊκής πολιτικής (έξοδος από το ευρώ, επιστροφή στην εθνική κυριαρχία) με κίνδυνο να περιοριστεί στο ρόλο μίας μόνιμης μειοψηφίας αποκομμένης από τα  «μοντέρνα» κοινωνικά στρώματα και χωρίς ικανότητα επηρεασμού των διεθνών εξελίξεων. Πρόκειται για ένα «κακό» στρατηγικό δίλημμα χωρίς προφανή λύση. Και οι δύο λογικές έχουν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ τους αλλά και ισχυρότατες αδυναμίες. Οι «ευρωκριτικοί» δυσκολεύονται να πείσουν για την ικανότητά τους να προωθήσουν βαθιές αλλαγές, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η αριστερή ταυτότητά τους από τους αντιπάλους τους (όταν δεν εξομοιώνεται με τον σοσιαλφιλελευθερισμό). Οι «αντιευρωπαϊστές» δυσκολεύονται να πείσουν για τη δυνατότητα υλοποίησης της πολιτικής «ρήξης» που προτείνουν (και η οποία ποικίλει από τη «σοσιαλδημοκρατία σε μία χώρα» μέχρι τον «σοσιαλισμό σε μία χώρα») και οι αντίπαλοί τους, τους ταυτίζουν με την «εθνική οπισθοδρόμηση» ή/και τον «αριστερισμό». Κατά πάσα πιθανότητα, και αφού παραβλέψουμε το γνωστό παλιό παιχνίδι του ανέξοδου στιγματισμού του αντιπάλου, και οι δύο τάσεις έχουν δίκιο στις κριτικές που ασκεί η μία στην άλλη. Στην πραγματικότητα, η δομή πολιτικών ευκαιριών, το περιθώριο δράσης έχει συρρικνωθεί σημαντικά και για τις δύο .

    Ευλόγως, οι εν λόγω τάσεις βρίσκουν στην εν εξελίξει κρίση της ΕΕ μία μεγάλη στρατηγική ευκαιρία για να επιβεβαιώσουν, εμβαθύνουν και εκλεπτύνουν την πολιτική τους αντιπαράθεση. Η ένταση που προκάλεσε εντός του Συνασπισμού  η συζήτηση για την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη ή το πάθος που προκαλεί στη Γαλλία ο διάλογος περί «αποπαγκοσμιοποίησης» επιβεβαιώνουν την παραπάνω θέση. Η Ευρώπη είναι σημαντική για την αριστερή ατζέντα και τροφοδοτεί τη σύγκρουση ανάμεσα σε ευρωκριτικούς και αντιευρωπαϊστές  καθιστώντας έτσι την επίλυση του ριζοσπαστικού «γρίφου» ακόμα πιο δύσκολη. Η ΕΕ διαιρεί την ριζοσπαστική Αριστερά. Η διαίρεση αυτή αφορά κάτι πιο βαθύ από τις κομματικές στρατηγικές και το παιγνίδι για κυριαρχία: αφορά την κουλτούρα και τις νοοτροπίες, το πολιτικό στυλ, την ίδια την ψυχή της Αριστεράς.

    Το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς ως παράγοντας δόμησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

    Η διαδικασία του  «εξευρωπαϊσμού» (europeanisation)  παράγει ένα «πλέγμα ισχυρών πιέσεων που δεν ασκούνται όλες στην ίδια κατεύθυνση ». Η θεμελίωση και εδραίωση του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) είναι μία αντιπροσωπευτική περίπτωση άσκησης «θετικής πίεσης». Μία λεπτομερής ανάλυση του ΚΕΑ υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες αυτού του άρθρου. Η έμφαση θα δοθεί σε δύο όψεις της ανάπτυξης του συγκεκριμένου κόμματος: στη συμβολή  του αφενός στην «ενοποίηση», σε μια κάποια ενοποίηση, του κατακερματισμένου ριζοσπαστικού χώρου και, αφετέρου, στον «εξευρωπαϊσμό» της «κριτικής» Αριστεράς.

    Από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του το ΚΕΑ ακολούθησε μία πολιτική ανοικτών θυρών με στόχο την ένταξη σε αυτό μίας μεγάλης ποικιλίας κομμάτων που ανήκαν στον ευρύτερο χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη. Συγκρινόμενη με το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα ή το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, η αντιπροσωπευτικότητα του νέου κόμματος είναι πράγματι περιορισμένη, καθώς δεν εκπροσωπεί το σύνολο του ριζοσπαστικού πολιτικού μωσαϊκού. Μολονότι  σημαντικά εθνικά κόμματα δεν συμμετέχουν σε αυτό (όπως το ΚΚΕ, το  Κομμουνιστικό Κόμμα Πορτογαλίας και το Ολλανδικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) ή περιορίζονται στο ρόλο του παρατηρητή (π.χ ΑΚΕΛ), το ΚΕΑ έχει κατορθώσει να αποτρέψει, μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, την εμφάνιση ενός αριστερού ανταγωνιστικού σχηματισμού, είτε υπό τη μορφή μίας αντιευρωπαϊκής αριστερής κοινοβουλευτικής ομάδας εντός του ευρωκοινοβούλιου είτε ενός εναλλακτικού αριστερού ευρωκόμματος. Έχει επίσης καταφέρει να περιορίσει δραστικά την επιρροή της Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, τραβώντας το χαλί κάτω από τα πόδια της, χάρη στην ισχυρότερη θεσμική του θέση και στη στρατηγική ανοιχτών θυρών που υιοθέτησε.

    Το ΚΕΑ εδραιώθηκε αρκετά γρήγορα ως πόλος αναφοράς για την πλειοψηφία των εθνικών κομμάτων και των ηγετών της «ριζοσπαστικής Αριστεράς». Ως ένα βαθμό, κατέκτησε το στάτους της κινητήριας δύναμης στον χώρο της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς, μία αναμφισβήτητη επιτυχία αν λάβει κανείς υπόψη τον κερματισμό και την έλλειψη συνοχής του χώρου .
        Επίσης, το ΚΕΑ σταδιακά εισήγαγε μία δόση ρεαλισμού στην ευρωπαϊκή στρατηγική της ριζοσπαστικής Αριστεράς, απέναντι σε εθνικά κόμματα εξαιρετικά καχύποπτα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και που συχνά αρθρώνουν αντιφατικές και μη ρεαλιστικές προτάσεις. Η προγραμματική απόσταση που χωρίζει το συνέδριο του 2005 στην Αθήνα από αυτό που διοργανώθηκε τον Δεκέμβριο του 2010 στο Παρίσι είναι μία ένδειξη της προγραμματικής ωρίμανσης του ΚΕΑ. Στο συνέδριο του Παρισιού, σε αντίθεση με αυτό της Αθήνας, υπήρχε έντονη η φροντίδα να υπερβεί το κόμμα την αρνητική κριτική και να δώσει έμφαση στην διατύπωση «εναλλακτικών πολιτικών».

    Σε συστημικό επίπεδο, το ΚΕΑ είναι ένας αδύναμος παίκτης. Αυτή η α


Related articles