• Η κρίση της Ευρώπης: Στοιχεία πολιτικής στρατηγικής

  • 24 Jan 12 Posted under: Contemporary Capitalism , Transformative Strategies


  • Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Ευρώπη πέφτει σε ολοένα μεγαλύτερη αστάθεια και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οδεύουμε σε αλλεπάλληλες τραγωδίες.

    Η μεγάλη κρίση που βιώνουμε είναι το αποτέλεσμα σχεδόν σαράντα χρόνων νεοφιλελεύθερων επιθέσεων που εξαπολύει η Δεξιά με όλο και μεγαλύτερη αποφασιστικότητα – και που έχουν μολύνει επίσης και ολόκληρα τμήματα της Αριστεράς.

    Οι μορφές που παίρνει αυτή η κρίση αποκτούν χαρακτηριστικά που μέχρι πριν από λίγους μήνες ήταν αδιανόητα στην Ευρώπη. Οι περικοπές που επηρεάζουν τους λαούς της αρχίζουν να φέρνουν τραγικά αποτελέσματα.

    Παρακολουθούμε την πραγματοποίηση και τον αντίκτυπο στην κοινωνία αυτού του σταδίου του καπιταλισμού που δίκαια έχει ονομαστεί «χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός»  ή «απολίτιστος» καπιταλισμός. Αυτό που βλέπουμε είναι η επιδείνωση της συστημικής κρίσης ή ακόμα και μια κρίση του πολιτισμού  και όχι η διέξοδος από την κρίση, στο βαθμό που οι κύριες αντιφάσεις της κρίσης ολόκληρου του συστήματος συσσώρευσης και αναπαραγωγής δεν έχουν επιλυθεί κατά κανέναν τρόπο.

    Η κρίση αφορά πλέον την ίδια την ύπαρξη της ΕΕ και του ευρώ. Αφού πρώτα έσωσαν τις τράπεζες από τη δεινή θέση όπου είχαν βρεθεί, όλο και περισσότερα κράτη καταλήγουν αιχμάλωτα των αγορών, καθώς βλέπουν την κυριαρχία τους να υπονομεύεται από τις οικονομικές δυνάμεις και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα που έχουν συστήσει η γερμανική και η γαλλική κυβέρνηση. Με αυτές τις πολιτικές ακραίας λιτότητας, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, μια καθοδική πορεία που θα προκαλέσει αντιδράσεις τις οποίες κανείς δεν μπορεί να προβλέψει.

    Όλο και περισσότερες φωνές ακούγονται στην Ευρώπη, ακόμα και από το στρατόπεδο των ισχυρών, που λένε ότι η επιλογή της λιτότητας είναι λανθασμένη. Ο Τίμοθι Γκάιτνερ, υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, λέει ότι «οι κυβερνήσεις πρέπει να αναγνωρίσουν πως η ανάπτυξη είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ολόκληρος ο κόσμος».  Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, βραβευμένος με Νόμπελ οικονομικών επιστημών, πιστεύει ότι «οι κακές νομισματικές πολιτικές που μας έχουν φέρει στη σημερινή κατάσταση δεν μπορούν να μας βγάλουν από αυτή».  Επικρίνοντας με καυστικό ύφος «τη μόδα της χαμηλής φορολογίας» και το «φετιχισμό του χρέους», τονίζει την αντίφαση κατά την οποία «οι μεγάλες εταιρείες διαθέτουν άπειρη ρευστότητα, ενώ οι τράπεζες αρνούνται να δώσουν δάνεια στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που σε κάθε οικονομία είναι η κύρια πηγή δημιουργίας θέσεων εργασίας», και δεν μπορεί να φανταστεί παρά μόνο απαισιόδοξα σενάρια για το μέλλον. Ο Τζορτζ Σόρος λέει ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας της αδυναμίας των τραπεζών και των ρίσκων που επέλεξαν να πάρουν στο παρελθόν, καθώς και από την έλλειψη οποιασδήποτε απόπειρας αναζωογόνησης των οικονομιών της και των εσωτερικών της αγορών.

    Όλα αυτά δείχνουν ότι τα νεοφιλελεύθερα δόγματα καταρρέουν αλλά οι κυρίαρχες δυνάμεις είναι ανίκανες να επινοήσουν εναλλακτικούς τρόπους αντίδρασης. Νέες μορφές ολιγαρχίας υπονομεύουν τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία. Σε αυτό το πλαίσιο μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση, στην οποία οι θεμελιώδεις έννοιες της αλληλεγγύης και της συνύπαρξης υπονομεύονται συστηματικά, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι στο τέλος θα νικήσει η ενωμένη και συντονισμένη αντίσταση των προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων.

    Οι ευρωπαίοι ηγέτες ενισχύουν διαρκώς τις πολιτικές λιτότητας, αν και αυτό το φθινόπωρο υπήρξαν χειροπιαστά και ευρύτατα αποδεκτά στοιχεία που έδειχναν ότι οι επιλογές αυτές –που στην Ελλάδα σήμερα τις εφαρμόζουν στην πιο ακραία μορφή τους– δεν επιδεινώνουν απλώς την οικονομική και κοινωνική κατάσταση, αλλά μακροπρόθεσμα στερούν τα κράτη από τα έσοδά τους και άρα από κάθε μέσο παρέμβασης. Τα ψευδεπίγραφα «σχέδια βοήθειας» προς την Ελλάδα –που στόχο έχουν τη σωτηρία των τραπεζών και όχι του πληθυσμού– έχουν οδηγήσει, μέσα σε 18 μήνες, στην απώλεια 300.000 θέσεων εργασίας· σε μείωση των μισθών κατά 30% και σε ελάττωση του ΑΕΠ κατά 5%. Η ανεργία συνεχίζει να αυξάνεται, αγγίζοντας το 12,5% στην Πορτογαλία (Eurostat), το 14,5% στην Ιρλανδία και το 16% στην Ελλάδα στο δεύτερο τέταρτο του 2011. Όπως έχει συμβεί και με τα «σχέδια δομικής αναπροσαρμογής» που εφάρμοσε το ΔΝΤ στο παρελθόν, των οποίων τα καταστροφικά κοινωνικά και οικονομικά αποτελέσματα αναγνωρίζονται σήμερα από τη διεθνή κοινότητα, οι πολιτικές αυτές οδηγούν στην ύφεση. Στη Γαλλία ξεσπούν αυτές τις μέρες δημοσιονομικές κρίσεις, καθώς ολοένα περισσότεροι φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης χρεοκοπούν, αδυνατώντας να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους εξαιτίας τοξικών δανείων  που τους είχαν προταθεί από την τράπεζα Dexia.

    Ευρώπη: προς έναν αυταρχικό καπιταλισμό;

    Η κρίση είναι ιδιαίτερα σοβαρή στην Ευρώπη – γεγονός αλληλένδετο με τον τρόπο που έχει οικοδομηθεί: πάνω στις αρχές του «καθαρού νεοφιλελευθερισμού» και με γνώμονα τα συμφέροντα του «πυρήνα» της Ευρώπης. Η διατήρηση της λογικής της ανταγωνιστικότητας και της λιτότητας μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2008 οδήγησε σε ακραίες ανισότητες. Η κοινωνία πλήττεται διαρκώς από τις πολιτικές λιτότητας. Η ΕΕ κινδυνεύει να διαιρεθεί σε κεντρικά και σε περιφερειακά κράτη-μέλη. Η έλλειψη ισορροπίας, που υπήρχε και πριν από την κρίση, δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα. Τα κράτη έσωσαν τις τράπεζες χωρίς να εξασφαλίσουν κάποιον τρόπο για να τις ελέγχουν. Αποκατέστησαν την ισχύ των χρηματαγορών, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια να τις ελέγξουν πραγματικά, καθώς δεν φρόντισαν να αναπτύξουν κοινωνικά και οικολογικά χρήσιμες μορφές έρευνας και παραγωγής ή να αυξήσουν τα δημόσια έσοδα· αντιθέτως, η επιλογή τους ήταν να μεταφέρουν το βάρος του χρέους στην κοινωνία. Τα «σχέδια βοήθειας» δεν στηρίζουν την παραγωγή και τις υπηρεσίες, αλλά υποχρεώνουν τα κράτη να επιβάλουν τη λιτότητα και να καταστρέψουν το κοινωνικό τους μοντέλο· απαλλοτριώνουν την κοινωνία μέσω της εκτεταμένης ιδιωτικοποίησης. Με το Σύμφωνο του ευρώ έγινε ένα ακόμα βήμα προς την κατεύθυνση μιας αυταρχικής Ευρώπης. Μόλις τον Ιούνιο του 2010, ο κ. Μπαρόζο παραχώρησε στους οίκους αξιολόγησης σε όλη την ΕΕ το δικαίωμα να κινούνται ελεύθερα.

    Γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι η λογική αυτή μπορεί μόνο να επιδεινώσει την κρίση. Η ΕΕ αντιμετωπίζει μια δομική, ίσως και υπαρξιακή κρίση.

    «Υπάρχουν όλα τα συστατικά ώστε η κρίση να γίνει ακόμα χειρότερη. […] Εξαιτίας της αποτυχίας να προβλεφθεί έστω και η ελάχιστη αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους ώστε να αποφευχθεί η υποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των ιδιωτικών τραπεζών, είναι δυστυχώς πιθανό η κρίση να βρίσκεται ακόμα μπροστά μας. […] Ο κίνδυνος δεν έγκειται τόσο στο ότι μπορεί να διαλυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση ή να καταρρεύσει το ευρώ, μιας και αυτά ήδη πεθαίνουν, αλλά κυρίως στο ότι οι εθνικοί εγωισμοί, η απόρριψη της αλληλοβοήθειας ή ακόμα και η ξενοφοβία ίσως είναι τα μόνα που θα αναδυθούν από τα ερείπια».

    Πράγματι, δεν μπορούμε να φανταστούμε τη διάλυση παρά σαν κάτι εκρηκτικό και χαοτικό, με αμέτρητες χρεοκοπίες. Ακόμα και από επίσημη γερμανική σκοπιά, σύμφωνα με τον Γιόζεφ Άκερμαν, πρόεδρο της Ντόιτσε Μπανκ, το κόστος για την υποστήριξη των πιο αδύναμων οικονομικά μελών της ΕΕ θα ήταν πολύ χαμηλότερο από το κόστος της διάλυσης, λαμβάνοντας υπόψη τους εμπορικούς δεσμούς με τις περιφερειακές ευρωπαϊκές χώρες και το πόσο εκτεθειμένος είναι ο γερμανικός χρηματοπιστωτικός τομέας στις χώρες αυτές.

    Μπορεί ακόμα να αποφευχθεί η διάλυση του ευρώ και της ΕΕ; Από τη μία, «η έλλειψη συγκεκριμένων εργαλείων οικονομικής δράσης και αλληλεγγύης, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τις εθνικές οικονομίες να αντεπεξέλθουν στις πιέσεις της ύφεσης και στις κερδοσκοπικές επιθέσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών, δημιούργησε περισσότερα προβλήματα για την οικονομική και κοινωνική συνοχή και ενίσχυσε τις ανισότητες μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση»·  από την άλλη, οι προσπάθειες εγκαθίδρυσης μιας νέας «ευρωπαϊκής διακυβέρνησης» εντείνονται. Ακολουθώντας τις κυρίαρχες κατευθύνσεις, παίρνουν τη μορφή ενός «αυταρχικού καπιταλισμού» που οδηγεί σε μια «ευρωπαϊκή “μεταδημοκρατία” στο πλαίσιο των δομών του “αυταρχικού καπιταλισμού”».  Πράγματι, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για ένα «ευρωπαϊκό πραξικόπημα», όταν τα εθνικά κοινοβούλια παραδίδουν τη δημοσιονομική τους εξουσία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και όταν αυτή η τελευταία καθορίζει την πορεία σε όλα τα κοινωνικά, δημοσιονομικά, μισθολογικά και επενδυτικά ζητήματα. Οι προσπάθειες των ευρωπαίων ηγετών «ριζοσπαστικοποιούν το νεοφιλελευθερισμό».

    Σήμερα μπορούμε να αποτολμήσουμε την υπόθεση ότι το μόνο μέλλον που μπορεί να έχει η Ευρώπη θα διέπεται από μια λογική αντίθετη προς το νεοφιλελευθερισμό. Ένα πράγμα είναι οπωσδήποτε φανερό: η νομισματική ένωση δεν μπορεί να είναι βιώσιμη χωρίς ένα σχέδιο οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής ανάπτυξης, που θα λειτουργεί με γνώμονα την αλληλεγγύη και την οικοδόμηση της δημοκρατίας. Για την ΕΕ αυτό σημαίνει μια διπλή αλλαγή: διαφορετική οικονομική λογική και ριζική θεσμική αλλαγή.

    Η Αριστερά πρέπει να βάλει στο τραπέζι το ζήτημα των κρατικών αρχών και των λειτουργιών της. Αντί να «εξευμενίζουν τις αγορές», είναι στο χέρι των κυβερνήσεων «να θέσουν τις αγορές υπό πολιτικό και δημοκρατικό έλεγχο και να αποδώσουν την εξουσία εκ νέου στα κοινοβούλια και στους πολίτες».  Πολλώ μάλλον όταν σημάδια κρίσης εμφανίζονται και στο πολιτικό καθεστώς διαφόρων χωρών.

    Μολονότι η κρατική παρέμβαση στο οικονομικό πεδίο έχει αυξηθεί από το 2008, η νεοφιλελεύθερη λογική δεν έχει εγκαταλειφθεί. Τα ευρωπαϊκά κράτη και οι θεσμοί εξακολουθούν να ευθυγραμμίζουν τη δράση τους με το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Ο κίνδυνος ενός αυταρχικού κρατισμού στην Ευρώπη αυξάνεται. Το νόημα του «χρυσού κανόνα» είναι: «επαναφέρετε το κράτος σε ένα ρόλο όπου θα αρκείται να επιτελεί καθαρά συμβολικές λειτουργίες. Αυτό θα ήταν μεγάλη οπισθοδρόμηση, την οποία επιθυμούν οι νεοφιλελεύθεροι και η οποία έχει επίσης μολύνει ορισμένα τμήματα του Σοσιαλιστικού Κόμματος».

    Από τη μία μεριά, η υπερχρέωση των κρατών, που οφείλεται στις διάφορες προσπάθειες να σωθούν οι τράπεζες αλλά επιδεινώθηκε από τη συγκυρία της παγκόσμιας ύφεσης –χωρίς προοπτική αναζωογόνησης–, αποδυναμώνει τα κράτη και περιορίζει τα μέσα τους. Από την άλλη, η νομιμοποίηση των κυβερνήσεων καταρρέει, τη στιγμή που υπάρχει τεράστια ανάγκη για κρατική παρέμβαση ώστε να ευνοηθούν οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις και η μετάβαση σε μια νέα οικολογική ανάπτυξη.

    Η ταξική αντιπαράθεση γύρω από το δημόσιο χρέος

    Η κρίση του δημόσιου χρέους αποκρυσταλλώνει μια σημαντική κοινωνική και πολιτική σύγκρουση, συνέπεια της νεοφιλελεύθερης λογικής, αλλά δεν περικλείει ολόκληρη την πραγματικότητα της κρίσης. Το σημερινό δημόσιο χρέος πολλών ευρωπαϊκών χωρών έχει διάφορες αιτίες: την αύξηση των ανισοτήτων και τη μειωμένη φορολόγηση του εισοδήματος του κεφαλαίου· τη μείωση του μεριδίου της εργατικής τάξης στον παραγόμενο πλούτο και την απώλεια εισοδημάτων για την κοινωνία· τις πολιτικές των τραπεζών και τις εγγυήσεις για αυτές το 2008, χωρίς αντισταθμιστικό μέτρο· την πίεση και τους εκβιασμούς των χρηματοπιστωτικών αγορών καθώς και την έλλειψη πολιτικής βούλησης να αλλάξει η πορεία των πραγμάτων.

    Δεν χωρά αμφιβολία ότι υπάρχει κρίση χρέους: «Η τεράστια χρηματιστική συσσώρευση των τελευταίων 25 χρόνων, όπως αυτή ενός κατά κύριο λόγο “πλασματικού” κεφαλαίου, με το νόημα που έδινε στον όρο ο Μαρξ, οι περιορισμοί που επέβαλε στις χώρες και στους εργαζόμενους αυτή η πυραμίδα πιστώσεων […] είναι πραγματική. Ας σημειώσουμε ωστόσο ότι το χρέος δεν εξηγεί την κρίση – άρα η λιτότητα δεν θα μας βοηθήσει να βγούμε από αυτή. Από τη δεκαετία του 1980, προκειμένου να αυξηθεί η κερδοφορία αυτής της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, οι μέτοχοι ασκούν ασφυκτικές πιέσεις στην εργασία και στους εργαζόμενους. […] Έτσι, η κρίση έχει και μια ανθρωπολογική διάσταση. Η ανθρώπινη εργασία, που θα έπρεπε να βρίσκεται στην καρδιά της κοινωνικής ανάπτυξης, έχει υποβιβαστεί σε μια μεταβλητή προσαρμόσιμη».  Η συνακόλουθη μείωση των εσόδων του δημοσίου και των νοικοκυριών αντισταθμίστηκε από το δανεισμό – κάτι που δείχνει πόσο βαθιά φτάνει η ασθένεια.

    Ενώ το χρέος σήμερα απαιτεί μια άμεση θεραπεία, οι πραγματικές αιτίες πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω μιας νέας προσέγγισης στην ανάπτυξη, την εργασία, την πραγματική οικονομία και την κοινωνική ασφάλεια. Η λύση βρίσκεται περισσότερο στην αύξηση των εσόδων παρά στη μείωση των δημόσιων δαπανών.

    Κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες και η μάχη για την ερμηνεία τους

    Αναμφίβολα, το ψέμα για το «αόρατο χέρι» της αγοράς καταρρέει. Ωστόσο, ακόμα κι αν οι ανισότητες (στο εισόδημα, στην περιουσία και στην ισχύ) έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, ακόμα κι αν οι κυρίαρχοι κύκλοι αποκαλούνται συχνά «ολιγαρχία» και το βιβλίο Le Président des riches (Ο πρόεδρος των πλουσίων)  έχει πουλήσει 100.000 αντίτυπα, ή το «αγανακτήστε» έχει γίνει σύνθημα σε όλη τη νότια Ευρώπη, είμαστε ακόμα δέσμιοι μιας αίσθησης αδυναμίας, μιας τυφλής οργής.  Αυτό αφήνει περιθώριο για ελιγμούς στις εξουσίες και στις αγορές. «Το χρέος» βρίσκεται στην καρδιά της πολιτικής και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, η οποία εξομαλύνεται από το γεγονός ότι οι αιτίες του χρέους δεν γίνονται κατανοητές ως το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών σύμφυτων με το σύστημα – τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες επιθέσεις σε παγκόσμια κλίμακα.

    Σε πολλές περιπτώσεις, οι περισσότεροι άνθρωποι που εναντιώνονται στις πολιτικές λιτότητας δεν έχουν την προοπτική μιας αξιόπιστης εναλλακτικής λογικής. Αυτή η απουσία μιας ερμηνείας της κρίσης από ταξική σκοπιά αφήνει ελεύθερο το πεδίο σε εθνικιστικές και άλλες ιδεολογίες, που στόχο έχουν τη δημιουργία διαχωρισμών στο εσωτερικό των υποτελών τάξεων. Αν ο εναλλακτικός τρόπος σκέψης θέλει να σπάσει τις παρωπίδες στη θεώρηση του δημόσιου χρέους, πρέπει να αναμετρηθεί με την κρίση σε όλες της τις εκφάνσεις: την κοινωνική κρίση, την κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας και το δημόσιο χρέος. Αυτό προϋποθέτει την άμεση διεξαγωγή ενός διαλόγου για τη σημερινή πραγματικότητα, για τους λόγους που οδήγησαν στο χρέος και για τις λύσεις του προβλήματος – και όλα αυτά σε ένα πλαίσιο συγκροτημένης και σε παγκόσμια κλίμακα κριτικής του συστήματος.

    Υπάρχουν αρκετές συγκεκριμένες προτάσεις που μας επιτρέπουν να δείξουμε τη δυνατότητα μείωσης του δημόσιου χρέους: λογιστικοί έλεγχοι από πολίτες σχετικά με τη διάρθρωση του χρέους, εντοπισμός και ακύρωση παράνομων χρεών, άμεση μείωση των επιτοκίων (που θα μπορούσαν επίσης να θεωρηθούν παράνομα) που καταβάλλουν τα κράτη, οι φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης και οι δημόσιοι οργανισμοί. Σχετικά με την κατάργηση ορισμένων χρεών, πρέπει να τηρούνται τα κριτήρια της κοινωνικής δικαιοσύνης ώστε να μην πλήττονται οι άνθρωποι που η κοινωνική τους προστασία εξαρτάται από ιδιωτικά ταμεία. Ένα νέο στάδιο κοινωνικοποίησης των απωλειών πρέπει να περιλαμβάνει κάποια στοιχεία ιδιοποίησης περιουσιακών στοιχείων και εξουσιών από το δημόσιο.

    Ο διάλογος αυτός πρέπει επίσης να συμπεριλάβει τους τρόπους ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την πολιτισμική, κοινωνική και οικολογική ανάπτυξη – η οποία προϋποθέτει ριζικές πολιτικές αλλαγές, τη μετάβαση σε μια διαφορετική μορφή ανάπτυξης.

    Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το περίπλοκο της κατάστασης έγκειται στο γεγονός ότι μια τέτοια εναλλακτική λογική πρέπει να εφαρμοστεί τόσο σε επίπεδο κρατών-μελών όσο και σε επίπεδο ΕΕ.

    Η ανάγκη ενός κοινωνικού μετώπου – σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο

    Αν είμαστε αποφασισμένοι να αντισταθούμε στην αύξηση των εχθρικών αισθημάτων, των διακρίσεων και των εθνικιστικών διαχωρισμών, πρέπει να αναδείξουμε την πραγματική φύση αυτής της αντιπαράθεσης, ανάμεσα στις τάξεις που ασκούν την κυριαρχία στο πλαίσιο του χρηματιστικού καπιταλισμού και σε εκείνες που υφίστανται την κυριαρχία στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Αυτό σημαίνει τη διατύπωση ξεκάθαρων προτάσεων που θα επιτρέψουν στους αγώνες να γίνουν πιο αποτελεσματικοί και να λάβουν ευρύτερη στήριξη. Αν διασαφηνιστεί η ίδια η φύση αυτής της αντιπαράθεσης, οι εναλλακτικές προτάσεις θα είναι σε θέση να μειώσουν τις εχθρότητες ή ακόμα και να εμποδίσουν εντελώς τις υποβόσκουσες συγκρούσεις να μετατραπούν σε διακρίσεις, εχθρότητα και εθνικισμό.

    Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να οδηγήσουν οι βάναυσες πολιτικές που εφαρμόζονται από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στην αναζήτηση εξιλαστήριων θυμάτων, όχι μόνο στο εσωτερικό της κοινωνίας αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η «εθνικοποίηση» των προβλημάτων θα δώσει περισσότερο βάρος στις εθνικιστικές τάσεις, στις λαϊκιστικές και εξτρεμιστικές δεξιές δυνάμεις που είναι ήδη παρούσες στην Ευρώπη, και θα οδηγήσουν επίσης σε σχίσμα ανάμεσα στα βόρεια και τα νότια ή στα ανατολικά και τα δυτικά τμήματα της ηπείρου. Γενικότερα, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η επιθετική λογική του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού είναι απειλή για τη δημοκρατία και την ειρήνη, και για την αντιμετώπισή της απαιτούνται ευρύτερα μέτωπα.

    Καθώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με την κρίση, ανακύπτει παντού το ερώτημα πώς θα διαμορφωθεί ένα νέο κοινωνικό μπλοκ που θα μπορέσει να πραγματοποιήσει την αλλαγή πολιτικής, να προσφέρει μια εναλλακτική λογική. Λαμβάνοντας υπόψη τον κοινωνικό κατακερματισμό που χαρακτηρίζει το νεοφιλελεύθερο καθεστώς, μια τέτοια οπτική πρέπει να είναι ιδιαίτερα σύνθετη.  Στις σημερινές συνθήκες, με τον κατακερματισμό και την εργασιακή αστάθεια των μισθωτών, με τις εμπειρίες από την κρίση και τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, η ταξική πάλη, η αναζήτηση νέων συμμαχιών μεταξύ των υποτελών τάξεων απαιτεί στρατηγικές καινοτομίες. Το ζήτημα δεν είναι απλώς να βρεθεί το πολιτικό σχέδιο που θα μπορέσει να υπερβεί τον κοινωνικό κατακερματισμό, αλλά επίσης και οι θέσεις που θα μπορέσουν να φέρουν κοντά διαφορετικές ομάδες. Έχουμε δει ότι η «αξιοπρέπεια» είναι μια καταλυτική έννοια, που βρίσκει απήχηση σε πολύ διαφορετικά στρώματα και μέρη· αυτό φαίνεται καθαρά από την ανταπόκριση στο κάλεσμα για αγανάκτηση του Στεφάν Εσέλ.

    Όπως έχουμε πει, οι νεοφιλελεύθερες ιδέες καταρρέουν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αναδύεται μια εναλλακτική ηγεμονική δύναμη. Η οργή συχνά δυσκολεύεται να καθορίσει το αντικείμενό της και να βρει ποιον πρέπει να προσεγγίσει, κάτι που οδηγεί στην εξάντληση και την παραίτηση. Η επιδείνωση της κρίσης έχει εντείνει τόσο την οργή όσο και την αίσθηση της αδυναμίας. Η αδυναμία να δοθούν ερμηνείες, η αδυναμία δράσης και η δυσκολία συσπείρωσης έχουν την τάση να δημιουργούν εχθρικά συναισθήματα, τα οποία μπορεί να καπηλευτούν και να χειραγωγήσουν (όπως βλέπουμε ότι συμβαίνει σήμερα στην Ευρώπη) ακροδεξιές λαϊκιστικές δυνάμεις που ισχυρίζονται ότι προασπίζονται τα κοινωνικά κεκτημένα ενός περιορισμένου τμήματος του πληθυσμού. Ο αγωνιστικός λόγος, αν και είναι σίγουρα απαραίτητος, δεν επαρκεί για να αντιστρέψει τις εχθρικές διαθέσεις. Για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητο να προτείνονται πραγματικές προοπτικές σχετικά με τη δυνατότητα ερμηνείας, τη δυνατότητα δράσης και τη δυνατότητα συσπείρωσης.

    Δυσκολευόμαστε ακόμη πολύ να συλλάβουμε τις απαραίτητες αντιπαραθέσεις σε ευρωπαϊκή κλίμακα,  καθώς οι πολιτικές και οι δημοκρατικές δυνάμεις, οι κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις, η ιδιότητα του πολίτη και η πολιτική κουλτούρα, οι κοινωνικές βάσεις και τα πολιτικά εγχειρήματα παραμένουν δομημένα σε εθνικό επίπεδο. Οι οικονομικές δυνάμεις που ασκούν τεράστια επιρροή στους ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι πολύ πιο εξελιγμένες από αυτή την άποψη απ’ ό,τι οι δημοκρατικές δυνάμεις. Η ίδια λογική που είναι τόσο διαδεδομένη στο επίπεδο των κρατών –η κυριαρχία των μεγάλων εταιρικών ομίλων και των χρηματαγορών στις πολιτικές δυνάμεις– επιβάλλεται ακόμα πιο ριζικά στο επίπεδο της ΕΕ. Αυτή η κρατικού τύπου δομή εγκαθιδρύθηκε στο αποκορύφωμα της νεοφιλελεύθερης περιόδου, αλλά σε αντίθεση με τα εθνικά κράτη, ή αλλιώς «δημοκρατίες», δεν πλαισιωνόταν από την ανάδυση αντιτιθέμενων δυνάμεων, δημοκρατικών οργάνων, μορφών της κοινωνίας των πολιτών ή κοινωνικών και πολιτικών οργανισμών.

    Αυτός είναι ο λόγος που ο εξευρωπαϊσμός των δυνάμεων που αντιτίθενται στη νεοφιλελεύθερη ολοκλήρωση είναι τόσο δύσκολος. Μολοντούτο, έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται πρωτοβουλίες και διαδικασίες με στόχο την επιδίωξη συγκλήσεων και κοινών δράσεων. Το τελευταίο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Εργατικών Συνδικάτων στην Αθήνα, καθώς και οι δύο ευρωδιαδηλώσεις, στη Βουδαπέστη (με συμμετοχή 50.000 ατόμων) και στην Πολωνία (με 70.000 διαδηλωτές), ήταν πιο αγωνιστικές απ’ ό,τι στο παρελθόν. Το Θερινό Πανεπιστήμιο που διοργανώθηκε από την Attac Europe (στο Φράιμπουργκ τον περασμένο Αύγουστο) ήταν μια σημαντική συνάντηση που βοήθησε να δημιουργηθούν πρωτοβουλίες πολιτών.

    Στις 31 Μαΐου, διοργανώθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια ευρωπαϊκή συνδιάσκεψη με θέμα «Λιτότητα, χρέος και κοινωνική καταστροφή της Ευρώπης», η οποία μας επέτρεψε να εκτιμήσουμε σε ποιο βαθμό έχει υπάρξει πραγματική σύγκλιση μεταξύ κοινωνικών και πολιτικών δρώντων από είκοσι περίπου χώρες. Αυτό επέτρεψε επίσης να εκτιμηθεί η βάση μιας εναλλακτικής λογικής για την Ευρώπη.  Κάλυπτε συγχρόνως το χρέος, την οικονομική κρίση, αλλά και καίρια κοινωνικά ζητήματα που αφορούν την εργασία, τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και τη δημοκρατία.

    Το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, στη δήλωση που εξέδωσε τον Ιούλιο στο Τρέβι,  υπέδειξε τις βασικές κατευθύνσεις για την εφαρμογή εναλλακτικών λύσεων από τη λιτότητα, στη βάση των οποίων αγωνίζονται πολλές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις με στόχο μια άλλη Ευρώπη. Ωστόσο, έδωσε περισσότερη έμφαση στο ζήτημα των μισθών (που έχει υποτιμηθεί σε αρκετές λαϊκές πρωτοβουλίες), του ευρωπαϊκού κατώτατου μισθού, της παραχώρησης εξουσιών στους μισθωτούς. Εξέτασε επίσης τη ριζική τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών και την ενίσχυση των εξουσιών σωμάτων που θα εκλέγονται από τους πολίτες. Στόχος του είναι να συμβάλει στην ανάδυση ενός ευρωπαϊκού μετώπου αντίστασης και εναλλακτικών επιλογών.

    Σχετικά με τα κινήματα, φαίνεται ότι έχει έρθει η στιγμή να ενωθούν εκείνοι που διαμαρτύρονται ενάντια στο «χρηματοπιστωτικό σύστημα» και εκείνοι που αντιτίθενται στον «καπιταλισμό» – με άλλα λόγια, εκείνοι που ασκούν ριζική κριτική στη χρηματοπιστωτική εξουσία και εκείνοι που βασίζουν τη δράση τους στην κριτική των σχέσεων εργασίας/κεφαλαίου. Όσον αφορά τις προκλήσεις που θέτει η οικολογία, είναι επίσης σαφές ότι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σοβαρά στο πλαίσιο της υπάρχουσας λογικής. Απέναντι στις επιθέσεις που συνδέονται με το δημόσιο χρέος και τη λιτότητα, τα διάφορα κινήματα, είτε είναι κοινωνικά, πολιτικά, συνδικαλιστικά, αντιπαγκοσμιοποιητικά ή οικολογικά, δεν μπορούν παρά να συνδέσουν περισσότερο τους αγώνες τους για να αντιπαρατεθούν σε μια λογική που είναι εμφανώς πιο καταστροφική από τις επιμέρους όψεις της που αναλογούν στο ειδικότερο πεδίο του καθενός από αυτά. Είναι σημαντική η αυτοδιαχείριση που παρατηρείται σε πολλούς δημόσιους χώρους –το κίνημα των πλατειών δείχνει τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει αυτό το φαινόμενο στην περίοδο που διανύουμε– καθώς και σε χώρους εργασίας, απ’ όπου μπορεί να προκύψει η σύγκλιση στον αγώνα.

    Το πολιτικό τοπίο συνεχίζει να αλλάζει. Η λαϊκιστική Δεξιά αρχίζει να εδραιώνεται.  Οι δεξιές πλειοψηφίες που βρίσκονται στην εξουσία στη Γερμανία και τη Γαλλία, και διαμορφώνουν την ευρωπαϊκή δράση, αποδυναμώνονται διαρκώς στο εσωτερικό. Έτσι, το προπύργιο της γαλλικής Δεξιάς, η Γερουσία, πέρασε στην Αριστερά· για πρώτη φορά στην ιστορία της Πέμπτης Δημοκρατίας  έχει αριστερή πλειοψηφία. Το γερμανικό CDU υπέστη αλλεπάλληλες ήττες στις περιφερειακές εκλογές και είδε τον κυβερνητικό συνασπισμό να καταρρέει. Την ίδια στιγμή ο Παπανδρέου, πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, αποδεχόταν τις προσταγές της τρόικας, που θα βυθίσουν τη χώρα του σε μια καταστροφή χωρίς τέλος. Τους ερχόμενους μήνες, ιδίως με την προεκλογική εκστρατεία στη Γαλλία, οι αντιφάσεις στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας θα οξυνθούν. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ποια κατεύθυνση θα πάρουν αυτές οι επερχόμενες κοινωνικές εκρήξεις.

    Για την πολιτική Αριστερά η μεγάλη αυτή κρίση και ο μετασχηματισμός του πολιτικού τοπίου αναδεικνύει νέες μεγάλες προκλήσεις. Αντιμέτωπη με τη διαδικασία αποσύνθεσης των κοινωνιών και την κατάρρευση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, πρέπει να εργαστεί για τη δημιουργία μιας νέας πολιτισμικής και πολιτικής ηγεμονίας.


Related articles