• Ο δεξιός λαικισμός στην Ευρώπη

  • 24 Jan 12 Posted under: Ακροδεξιά , Transformative Strategies


  • Αρκετές συζητήσεις θεματοποιούν την άνοδο των ακροδεξιών λαϊκιστικών κομμάτων που παρατηρείται σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ευρωπαϊκών χωρών, σαν να πρόκειται για μία σειρά παράλληλων και  μεμονωμένων  φαινόμενων που εμφανίζονται στα επιμέρους κράτη. Ωστόσο, πίσω από αυτή την άνοδο υπάρχει μία ευρωπαϊκή διάσταση που ελάχιστοι επισημαίνουν και που αφορά, εξίσου, ολόκληρη την Ευρώπη, Κεντρική, Βόρεια και Ανατολική.
    Στις εκλογικές αναμετρήσεις που διεξήχθησαν από τον Ιούνιο του 2009 έως  τον Μάρτιο του 2011 για την ανάδειξη 13 κοινοβουλίων, τα ακροδεξιά κόμματα έλαβαν 155 έδρες σε σύνολο 3066 εδρών, ποσό που αντιστοιχεί στο 5% της συνολικής εκπροσώπησης. Το αποτέλεσμα ήταν η συνολική ενίσχυση και η είσοδος στα κοινοβούλια της Ευρώπης, μίας σειράς εθνικιστικών, δεξιών-λαϊκιστικών και ακροδεξιών  κομμάτων  όπως το ATKAKA στη Βουλγαρία, το Jobbik στην Ουγγαρία και το ΛΑ.Ο.Σ στην Ελλάδα. Μία περαιτέρω ενίσχυση αυτής της τάσης παρατηρήσαμε στις ευρωεκλογές το 2010, όπου ενισχύθηκαν τα δεξιά λαϊκιστικά και τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, ενώ αντίστοιχη ενίσχυση παρατηρήθηκε και στις εκλογές της Ολλανδίας και της Φινλανδίας.
    Αν και οι εθνικές ιδιαιτερότητες εξηγούν σε σημαντικό βαθμό τα φαινόμενα ενίσχυσης της Ακροδεξιάς, εν τούτοις οι τελευταίες εξελίξεις ίσως σηματοδοτούν μία βαθιά μεταβολή στην πολιτική γεωγραφία της Ευρώπης ως οντότητας.
    Με μία πρώτη ματιά, η οικογένεια των ακροδεξιών και λαϊκιστικών κομμάτων μοιάζει κερματισμένη στον Ευρωπαϊκό χώρο. Όμως, οι επικαλύψεις που παρατηρούνται ανάμεσα στα ακροδεξιά πολιτικά μορφώματα μαρτυρούν ότι έχει αρχίσει να δρομολογείται μία διαδικασία ανασυγκρότησης του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Χαρακτηριστική περίπτωση, εδώ, αποτελούν οι επικαλύψεις ανάμεσα στις δύο διαφορετικές πολιτικές ομάδες της Ακροδεξιάς σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Από τη μία πλευρά είναι η Ευρώπη της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας   (EFD), πολιτική ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου που ιδρύθηκε το 2009 και περιλαμβάνει 27 ευρωβουλευτές. Ανάμεσα στα κόμματα-μέλη της συγκεκριμένης ομάδας περιλαμβάνονται το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου ( UKIP), το κόμμα των Αληθινών Φινλανδών, η Λίγκα του Βορρά και το ΛΑ.ΟΣ. Από την άλλη πλευρά είναι το ευρωκόμμα  Ευρωπαϊκή Συμμαχία για την Ελευθερία (EAF) που ιδρύθηκε το 2010 και περιλαμβάνει μέλη τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όσο και από τα εθνικά και τοπικά κοινοβούλια. Στην πρωτοβουλία για τη συγκρότηση αυτού του σχήματος συμμετείχαν μέλη του αυστριακού κόμματος της Ελευθερίας (FPÖ), της γερμανικής οργάνωσης Πολίτες σε Οργή, του ουγγρικού κόμματος Jobbik και των Σουηδών Δημοκρατών. Σε αυτό το σχήμα συμμετέχουν επίσης το UKIP και το κόμμα των Αληθινών Φινλανδών.
    Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ακροδεξιού χώρου, όπως τον περιγράψαμε παραπάνω, παρατηρούμε μία διπλή στρατηγική. Από τη μία πλευρά η ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου (EFD) επιχειρεί, μέσα από την προσεκτική επιλογή των μελών-κομμάτων της (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αποκλεισμός του  FPÖ) και τον μετριασμό του πολιτικού της στίγματος, να χτίσει ένα  πολιτικό προφίλ συνεννόησης και συμμαχιών με τα κόμματα της παραδοσιακής και συντηρητικής Δεξιάς. Από την άλλη πλευρά το ευρωκόμμα (EAF) διατηρεί  στενούς δεσμούς με τον ακροδεξιό εξτρεμισμό, κάτι που γίνεται εμφανές και από τη σύνθεσή του.
    Κομβικό ρόλο στους δεσμούς του EAF με την Ακροδεξιά παίζει το αυστριακό  FPÖ.  Οι πρόσφατες εκλογικές επιτυχίες του τελευταίου καταδεικνύουν ότι είναι εφικτή η στενή σύνδεση της Ακροδεξιάς με τον νέο-ναζισμό • σύνδεση συμβατή με την ανάπτυξη ενός εκσυγχρονισμένου λαϊκιστικού ιδεολογικού λόγου.
    Από την άλλη πλευρά, η διακριτή συγγένεια με τον παραδοσιακό ακροδεξιό εξτρεμισμό δεν αποτελεί κανόνα για όλα εκείνα τα πολιτικά κόμματα που βρίσκονται, σήμερα, στον ακροδεξιό χώρο του πολιτικού φάσματος. Ορισμένα  από αυτά δεν είναι τίποτα περισσότερο από διασπάσεις και μετεξελίξεις παραδοσιακών δεξιών κομμάτων που πολιτεύονται στο κέντρο της πολιτικής σκηνής, ενώ ένα άλλο κομμάτι αφορά πραγματικά νέα κομματικά μορφώματα. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, η παραδοσιακή αντιφασιστική ρητορική και οι κινητοποιήσεις που τη συνοδεύουν, όσο αναγκαίες κι αν είναι, εντούτοις δεν αντιμετωπίζουν από μόνες τους αποτελεσματικά τις νέες προκλήσεις που θέτει η σημερινή λαϊκιστική δεξιά.
    Στο τελευταίο τεύχος του transform! εξετάσαμε οχτώ παραδείγματα  ακροδεξιών και λαϊκιστικών κομμάτων και θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, φαινομενολογικά μιλώντας, ότι αναδείχθηκαν τρία κοινά σημεία που διατρέχουν αυτές τις οχτώ περιπτώσεις.
    Το πρώτο σημείο έγκειται στην υιοθέτηση ενός ιδεολογικού λόγου που συγκροτείται στη βάση της τριάδας “ασφάλεια-μετανάστευση-ανεργία”. Όλα τα κόμματα που μελετήθηκαν συγκλίνουν στο να θεωρούν τους μετανάστες ως ενόχους για την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της εγκληματικότητας και της ανεργίας. Ως εκ τούτου επιχειρηματολογούν υπέρ ενός ισχυρού κράτους με αυταρχικά χαρακτηριστικά, καθώς επίσης και υπέρ του κλεισίματος των συνόρων για την αποτροπή περαιτέρω μεταναστευτικών ροών.
    Το δεύτερο  κοινό σημείο έγκειται στον αντι-ισλαμισμό και στην απόρριψη της πολυπολιτισμικότητας. Αυτό το σημείο αποτελεί κοινή αναφορά όχι μόνο μεταξύ των ακροδεξιών κομμάτων, αλλά ανάμεσα σε αυτά και τα δεξιά  κόμματα που πολιτεύονται στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Ενδεικτική ως προς αυτό είναι η τελευταία δήλωση της Κας Μέρκελ  ότι η «πολυπολιτισμικότητα απέτυχε». Με αυτόν τον τρόπο προλειαίνεται το έδαφος για τη σφυρηλάτηση μίας ευρείας νομιμοποίησης των ακροδεξιών, εξτρεμιστικών κινημάτων. Επιπλέον τα παραδείγματα  καταξιωμένων συγγραφέων, όπως ο Πίτερ Σλότερντικ  και η Άλις Σβάρτσερ, καταδεικνύουν ότι αυτή η τάση εξακτινώνεται ακόμα και στους κύκλους της φιλελεύθερης διανόησης.

    Το τρίτο σημείο έγκειται στο ότι όλα τα κόμματα που μελετήθηκαν στο πλαίσιο του αφιερώματος έχουν αντικαταστήσει, ή τουλάχιστον αναθεωρήσει, υπό το βάρος της κρίσης, τον νεοφιλελεύθερο ιδεολογικό τους λόγο που απευθύνονταν πρωτίστως σε μερίδες τις μεσοαστικής τάξης, με έναν κρατικιστικό, εθνικό λόγο, ο  οποίος δομείται γύρω από μία πολιτική ατζέντα προστατευτισμού. Μεμονωμένα κόμματα κατάφεραν μέσα από την επίκληση στις κοινωνικές φοβίες ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού, να επεκτείνουν την εκλογική επιρροή τους και να αποσπάσουν 20 , 25 και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και το 30% της λαϊκής ψήφου. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε ξεκάθαρα για μία «λαϊκιστική» Δεξιά. Με τέτοια εκλογικά αποτελέσματα, τα λαϊκιστικά-δεξιά κόμματα δεν αρκούνται μόνο στο να επιβάλλουν την πολιτική τους ατζέντα στα υπόλοιπα κόμματα, μεταξύ των οποίων και τα σοσιαλδημοκρατικά, αλλά επιπλέον κατοχυρώνουν θέση κεντρικού παίχτη στον σχηματισμό κυβερνητικών σχημάτων.
    Η εκλογική επιρροή της Δεξιάς, που παραμένει σταθερά πάνω από το 20%, και τα υψηλά επίπεδα εκλογικής αποχής που εμφανίζονται σε μία σειρά χωρών, δείχνουν μία εξασθένιση της νομιμοποίησης των πολιτικών συστημάτων και ίσως σηματοδοτούν την έλευση μίας πολιτικής κρίσης που θα αγκαλιάσει πολλά κράτη, ειδικά αυτά των οποίων τα πολιτικά συστήματα είναι κατά παράδοση δύσκαμπτα όπως της Φινλανδίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου και της Αυστρίας.
    Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστημονική σημασία του όρου «λαϊκισμός» αντιστοιχεί στο να προσεταιρίζεσαι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, ώστε αυτά να κινητοποιηθούν εναντίον του κυρίαρχου συστήματος διαχείρισης της εξουσίας. Αυτόν τον «αντισυστημικό» λαϊκιστικό προσεταιρισμό οφείλουμε να τον πάρουμε στα σοβαρά.
    Η εμπειρία του αυστριακού FPÖ, που ύστερα από έξι χρόνια κυβερνητικής παρουσίας έχει βυθιστεί σε μία άβυσσο ολοκληρωτικού κερματισμού, δείχνει ότι όσο ο στόχος για την αλλαγή των ηγεμονικών συστημάτων διαχείρισης της εξουσίας δεν βρίσκει υποστηρικτές μέσα στην κυρίαρχη τάξη, τόσο πιο δύσκολο, έως αδύνατο, θα είναι για τα δεξιά κόμματα να αναλάβουν θεσμικές ευθύνες μένοντας ταυτόχρονα  πιστά στις αρχικές  λαϊκιστικές δεσμεύσεις τους. Μπροστά σε αυτό το νέο δεδομένο, ορισμένα από τα λαϊκιστικά ακροδεξιά κόμματα προτιμούν να μείνουν στην αντιπολίτευση, ακόμη και όταν τους ζητείται να συμμετέχουν στην κυβέρνηση, όπως έκανε το κόμμα των Αληθινών Φινλανδών ύστερα από την πρόσφατη εκλογική επιτυχία τους.
    Το ερώτημα λοιπόν είναι αν κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης, της οποίας ο συστημικός χαρακτήρας καθίσταται ολοένα και περισσότερο εμφανής, τμήματα της κυρίαρχης τάξης θα στραφούν υπέρ μίας ριζικής αλλαγής. Ή για να το θέσουμε διαφορετικά: Η άνοδος των λαϊκιστικών δεξιών κινημάτων, όπως αυτή υποστηρίζεται από τμήματα των πιο ισχυρών ΜΜΕ, συνιστά μόνο έκφραση  λαϊκής σύγχυσης και δυσαρέσκειας, ή μήπως αποτελεί και μία πολιτική επιθυμία τμημάτων της κυρίαρχης τάξης που στοχεύουν στην οικοδόμηση ενός νέου μετανεοφιλελεύθερου ηγεμονικού πολιτικού σχεδίου;

    Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προσφέρει  το τέλειο σημείο εκκίνησης ενός τέτοιου σχεδίου, εφόσον επιδεινώνει το βιωτικό επίπεδο εκατομμυρίων ανθρώπων και συνοδεύεται από μία ενίσχυση του πολιτικού αυταρχισμού.
    Ως προς αυτόν τον τελευταίο ρέπει ξεκάθαρα η λαϊκιστική Δεξιά, αφού η κοινωνική, οικονομική και πολιτική της ατζέντα συγκλίνει σε ένα σημείο: Την αναβίωση του  εθνικισμού και την εχθρότητα απέναντι σε οποιαδήποτε έννοια ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σημείο που εκφράζεται και από τα πολιτικά συνθήματα της λαϊκιστικής Δεξιάς, όπως “ εθνική προτίμηση”, η “αληθινή φύση των Φινλανδών”, η “Μεγάλη Ρουμανία”  και “Πρώτα η Ουγγαρία- ή η Αυστρία” κ.τ.λ.
    Σε πολιτικό επίπεδο, η λαϊκιστική Δεξιά προσπαθεί να συσχετίσει τα κοινωνικά αιτήματα με ένα πολιτικό πρόταγμα εθνικού προστατευτισμού που στοχεύει στην ενίσχυση της εθνικής οικονομίας. Αυτό περιλαμβάνει μία σειρά μέτρων όπως η επανεισαγωγή συνοριακών ελέγχων για να αποτραπούν οι μεταναστευτικές ροές, η επιβολή διοδίων στην είσοδο ξένων φορτηγών μέσα στη χώρα, η επιβολή δασμών στις εισαγωγές ξένων προϊόντων και υπηρεσιών, ο περιορισμός της πρόσβασης ξένων φοιτητών στα πανεπιστήμια της χώρας και η διακοπή των χρηματικών ενισχύσεων στα υπερχρεωμένα κράτη του Νότου, που δεν αποκαλούνται τυχαία PIGS. Όλες αυτές τις προτάσεις, συνοδευμένες από υποσχέσεις για περιορισμό της κρίσης μακρυά από τα σύνορα της εκάστοτε χώρας, τις βρίσκει κανείς στα προγράμματα όλων των λαϊκιστικών δεξιών κομμάτων, καθώς επίσης και στις οργανώσεις που λειτουργούν ως ομπρέλα τους στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα εμπειρικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι η λαϊκιστική Δεξιά έχει μετατραπεί στις μέρες μας σε εθνικιστική Δεξιά.
    Οφείλουμε σε αυτό το σημείο να είμαστε ξεκάθαροι: Ο τρόπος με τον οποίον εφαρμόζονται τα προγράμματα λιτότητας από την ΕΕ και το ΔΝΤ καταπατά τα δημοκρατικά δικαιώματα που έχουν κατοχυρωθεί στο πλαίσιο των εθνών-κρατών και  πληγώνουν την εθνική αξιοπρέπεια τους, κάτι που η Αριστερά δεν μπορεί να αποδεχθεί. Ωστόσο, η θεματοποίηση αυτού του φαινομένου με όρους εθνικισμού αντί με όρους κοινωνικόοικονομικής ανάλυσης, οδηγεί σε μία διπλή παγίδα. Όχι μόνο θα ενισχύσει τη λαϊκιστική Δεξιά αλλά θα ενδυναμώσει και το ήδη ισχυρό ρεύμα εθνικισμού που διαπερνά την Ευρώπη και το οποίο – όπως μπορούμε να διαβάσουμε στον γερμανικό Τύπο και να ακούσουμε στα διάφορα συμπόσια- καλεί σε μία νέα διευθέτηση των ευρωπαϊκών σχέσεων μέσα, για παράδειγμα, από τη διαίρεση της ευρωζώνης ανάμεσα σε ισχυρές και αδύναμες περιοχές.
    Αναμφισβήτητα το ζήτημα είναι αρκετά περίπλοκο για την Αριστερά, καθώς την ίδια στιγμή πρέπει να αντιταχθεί τόσο απέναντι στα μέτρα λιτότητας που επιβάλλουν το ΔΝΤ και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, όσο και απέναντι στους λαϊκισμούς που με αφορμή τη λιτότητα υποδαυλίζουν τους εθνικισμούς. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, απαιτεί την υιοθέτηση μίας καλά θεμελιωμένης και ταξικά προσανατολισμένης πολιτικής στάσης που θα  υποστηρίζει ότι η υπεράσπιση και η επέκταση του Κοινωνικού Κράτους στην Ευρώπη απαιτεί αλληλέγγυες λύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες με τη σειρά τους απαιτούν μία βαθιά αλλαγή όχι μόνο των κρατικών πολιτικών αλλά και της ΕΕ.

    Το κείμενο αποτελεί εισήγηση που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της συνάντησης που διοργάνωσε η Κοινωνική Διάσκεψη Συνεργασίας στο Λονδίνο στις 30 Σεπτεμβρίου 2011 με θέμα τις δημοκρατικές λύσεις στην κρίση των κρατικών χρεών. Η κοινωνικής Διάσκεψη Συνεργασίας  είναι ένα δίκτυο συνδικαλιστών και αντιπροσώπων των κοινωνικών κινημάτων που στοχεύει στη διατύπωση  κοινών ευρωπαϊκών αιτημάτων και στην ανάπτυξη κοινών στρατηγικών απέναντι στην κρίση. Η συνομοσπονδία των ευρωπαϊκών συνδικάτων συγκαταλέγεται ανάμεσα στους υποστηρικτές αυτού του δικτύου.
     


    Μετάφραση: Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος





Related articles