• Μεταρρυθμίσεις στη Δημοκρατία της Τσεχίας - Προς τον κοινωνικό δαρβινισμό

  • 24 Jan 12 Posted under: Central and Eastern Europe , Τσεχία



  • Το άρθρο ασχολείται με τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται στη Δημοκρατία της Τσεχίας από το 1990, παίρνοντας υπ’ όψη τις πολιτικές και οικονομικές ιδιαιτερότητες μιας μετακομμουνιστικής χώρας. Στην παρούσα φάση της λιτότητας, οι μεταρρυθμίσεις που δρομολογήθηκαν υπό την επίδραση της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον μοιάζουν να επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους. Κύριος στόχος τους είναι η κατάργηση του κοινωνικού κράτους και η ιδιωτικοποίηση «ελκυστικών» τμημάτων του δημόσιου τομέα, όπως η τριτοβάθμια εκπαίδευση, το σύστημα υγείας και κυρίως το συνταξιοδοτικό σύστημα. Διαχρονικά, λοιπόν, η οικονομική πολιτική της Δημοκρατίας της Τσεχίας αρνείται να λάβει υπ’ όψη τη διεθνή οικονομική ανάπτυξη και δείχνει ανίκανη να μάθει από τα λάθη της. Είναι αυτονόητο ότι οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις δημιουργούν φόβο στην κοινωνία, δίπλα στον οποίο εμφανίζονται ήδη σημάδια ξενοφοβίας και φασισμού.



    Η κατάσταση στη Δημοκρατία της Τσεχίας είναι σήμερα αρκετά τεταμένη. Για μια ακόμα φορά, είκοσι χρόνια μετά την επονομαζόμενη Βελούδινη Επανάσταση, οι πολίτες καλούνται να «σφίξουν το ζωνάρι» – αυτή τη φορά, όμως, όχι με την προοπτική κάποιων καλύτερων ημερών που πρόκειται να έρθουν, αλλά με τη γνώση ότι οι ημέρες αυτές είναι οριστικά πίσω τους. Η σημερινή κυβέρνηση του Πετρ Νέτσας εφαρμόζει ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές που, σε κάθε περίπτωση, είναι παρούσες στη χώρα ήδη από τη δεκαετία του ’90.

    Η δεκαετία του ’90 ξεκίνησε με την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, για υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, με τη δυνατότητα να ταξιδεύει κανείς, να εκφράζεται ελεύθερα κ.ο.κ. Στο οικονομικό επίπεδο, η συζήτηση για το «τι να κάνουμε», πώς να μεταρρυθμιστεί η καθυστερημένη οικονομία, υπήρξε αρκετά περιορισμένη.
    Κατ’ αρχάς υπήρχε το διεθνές κλίμα που ευνοούσε τη Συναίνεση της Ουάσινγκτον ως το μοναδικό σωστό δρόμο. Μολονότι η εφαρμογή αυτής της πολιτικής δεν ήταν όσο ακραία, όσο για παράδειγμα υπήρξε στη Ρωσία, εντούτοις επηρέασε καθοριστικά την τσεχική οικονομική πολιτική. Κατά δεύτερον, το βασικό πρόσωπο που συνδέθηκε με τις μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του ’90 ήταν ο Βάσλαβ Κλάους, νυν πρόεδρος και χαρισματική προσωπικότητα, που έδειχνε να ξέρει τι πρέπει να κάνει• η αυτοπεποίθησή του, παρότι ενίοτε δύσκολα διακρινόταν από την αλαζονεία, προκαθόριζε σχεδόν ότι αυτός θα οδηγούσε το έθνος σε ένα «καλύτερο αύριο». Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι πίστευαν στ’ αλήθεια ότι οι χώρες της Δύσης έρχονταν να βοηθήσουν, και όχι να γεμίσουν την αγορά με σκουπίδια που δεν θα πουλιούνταν οπουδήποτε αλλού. Πίστευαν στ’ αλήθεια ότι με το να σφίξουν για λίγα χρόνια το ζωνάρι, η Δημοκρατία της Τσεχίας (Τσεχοσλοβακία μέχρι το 1993) θα μπορούσε να καλύψει το χάσμα που τη χώριζε με τη Γερμανία. Και πίστευαν στ’ αλήθεια στις αρετές της οικονομίας της αγοράς χωρίς προσδιορισμούς, όπως συνήθιζε να αποκαλεί ο Κλάους το οικονομικό μοντέλο που επεδίωκε να συστήσει.

    Οι μεταρρυθμίσεις στις αρχές της δεκαετίας του ’90 οδήγησαν σε μια ταχεία και ακραία αναδιανομή πλούτου. Μια φράση που αναπαριστά με τον καλύτερο, ίσως, τρόπο αυτή την εποχή –μια εποχή που «γέννησε» μια νέα τάξη «επιχειρηματιών» – ήταν ο ισχυρισμός του Κλάους ότι δεν γνωρίζει τι είναι βρώμικο χρήμα. Αυτό πρακτικά άνοιξε το δρόμο για διαδικασίες που σε πολιτισμένες χώρες θα ήταν παράνομες. Παρ’ όλα αυτά, οι Τσέχοι οικονομολόγοι υποστήριξαν ότι, αν οι μεταρρυθμίσεις επρόκειτο να είναι επιτυχείς (εν προκειμένω αυτό σήμαινε απλά να είναι γρήγορες), οι ίδιοι θα έπρεπε να κινούνται πιο γρήγορα από τους νομικούς. Η ιδιωτικοποίηση μέσω κουπονιών, μια πραγματικά ασυνήθιστη μέθοδος, θεωρήθηκε αρχικά ως δρόμος προς τον λαϊκό καπιταλισμό, όπου κάθε πολίτης θα μπορούσε να είναι και μέτοχος. Εξαρχής, το χάσμα ενημέρωσης ανάμεσα στο κοινό και εκείνους που γνώριζαν την πραγματική κατάσταση των επιχειρήσεων που επρόκειτο να ιδιωτικοποιηθούν, καθώς αργότερα και την ανάδυση των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων, κατέδειξαν πλήρως πόσο αφελής υπήρξε αυτή η προσέγγιση.

    Σύντομα, λοιπόν, έγινε σαφές ότι η ιδιωτικοποίηση με κουπόνια οδηγούσε στα ακριβώς αντίθετα από τα υπεσχημένα. Ένας γνωστός οικονομολόγος, σκληρός αντίπαλος του Βάσλαβ Κλάους, ο Μίλος Πικ, το έθεσε ευθέως: «Ούτε εγώ δεν περίμενα ότι η διοίκηση και ο έλεγχος αυτής της περιουσίας, της διαχωρισμένης από τους κατόχους, θα συγκεντροποιούνταν τόσο γρήγορα και με τόσο ακραίο τρόπο. Οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες, μια ασφαλιστική εταιρεία και δεκατέσσερις επιχειρήσεις, κυρίως δηλαδή οι επενδυτικές τους εταιρείες, ελέγχουν πάνω από το 40% των μετοχών από τον πρώτο κιόλας γύρο των ιδιωτικοποιήσεων με κουπόνια, καθώς και το 80% περίπου των τραπεζικών πιστώσεων. Πρόκειται για μια νέα πυραμίδα οικονομικής εξουσίας, αποτελούμενης από μάνατζερ και μέλη διοικητικών συμβουλίων, που στην πραγματικότητα αντιστοιχούν σε ελάχιστα οικονομικά υποκείμενα. Περίπου 500 οικογένειες ελέγχουν αυτή τη στιγμή την οικονομία χωρίς να την έχουν υπό την κατοχή τους. Πρόκειται για ένα νέο οικονομικό «πολίτμπιρο», το οποίο οι διάσπαρτοι ιδιοκτήτες δεν ψήφισαν ποτέ και το οποίο ελάχιστα θυμούνται. Ακραία συγκέντρωση οικονομικής εξουσίας, ακραία διαχωρισμένη από ακραία διασπασμένους κατόχους – αυτό είναι το αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης με κουπόνια»(Pick 2009, 42).

    Η σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση, αργότερα, θα αποκαλούσε αυτού του είδους την ιδιωτικοποίηση «κλοπή του αιώνα», δίνοντας έμφαση στο ότι πολλές επιχειρήσεις ιδιωτικοποιήθηκαν (και πολλές έκλεισαν), ενώ οι τράπεζες έμειναν σε κρατικά χέρια να συσσωρεύουν επαχθή δάνεια, καθώς η απόφαση για τη δανειοδότηση εταιρειών βασιζόταν περισσότερο σε πολιτικά παρά σε οικονομικά κριτήρια.

    Οι γρήγορες και λυσσαλέες μεταρρυθμίσεις επηρέασαν το τσέχικο και το σλοβάκικο τμήμα της χώρας με διαφορετικούς τρόπους. Το πρώτο είχε πολύ καλύτερες συνθήκες στην αφετηρία, ενώ το δεύτερο αντιμετώπισε υψηλότερη ανεργία και περισσότερες δομικές ανεπάρκειες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξάρτηση του σλοβακικού τμήματος από το τσεχικό έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ στη δεκαετία του ’80, όταν το 8% του τσεχικού εθνικού εισοδήματος αναδιανεμήθηκε στη Σλοβακία. Τα αποτελέσματα των εκλογών του 1992 έδειξαν τεράστιες διαφορές ανάμεσα στους δύο πληθυσμούς: το τσέχικο τμήμα ευνοούσε τον Βάσλαβ Κλάους και τις μεταρρυθμίσεις του, ενώ το σλοβακικό προτιμούσε περισσότερο εθνικιστικές πολιτικές και διαφορετικού τύπου μεταρρυθμίσεις. Στο τέλος συμφωνήθηκε η Τσεχοσλοβακία να διαιρεθεί.

    Στον ορίζοντα, όμως, υπήρχαν και μεγαλύτερες καταστροφές. Μια από τις πιο σημαντικές αποφάσεις ήταν ο ορισμός της ισοτιμίας συναλλάγματος. Το ΔΝΤ «συνέστησε» ραγδαίες υποτιμήσεις. Τα μέτρα αυτά έδωσαν στις (όχι ακόμα εκσυγχρονισμένες) επιχειρήσεις το πλεονέκτημα της «προστασίας» των τιμών, έδειξαν όμως και την κατεύθυνση για την Τσεχία – τον ανταγωνισμό των τιμών. Οι τσέχικες επιχειρήσεις αποσύρθηκαν, για παράδειγμα, από τις αγορές της Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής, και προσανατολίστηκαν αυστηρά προς τη Δυτική Ευρώπη, όπου –προς έκπληξή τους– δεν ήταν ιδιαιτέρως καλοδεχούμενες, καθώς δεν αποτελούσαν τμήμα των υπερεθνικών δικτύων. Η εξαγωγική δομή, προσανατολισμένη στις παραδοσιακές μηχανές, στράφηκε προς τις πρώτες ύλες (ξύλο, καολίνη) και την παραγωγή εντάσεως εργασίας. Η Τσεχία έπεσε χαμηλά στην κλίμακα του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας και βρέθηκε να συναγωνίζεται αναπτυσσόμενες χώρες. Η στρατηγική αυτή οδήγησε, αργότερα, σε μεγάλα εμπορικά ελλείμματα και ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία οδήγησαν σε οικονομική κρίση το 1997, οπότε και η σταθερή ισοτιμία της τσεχικής κορώνας έπρεπε να τερματιστεί.

    Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 ήταν πλέον φανερό ότι αυτή η αλληλουχία νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων δεν σήμαινε καλύτερη ζωή για την πλειοψηφία του πληθυσμού - για πρώτη φορά, λοιπόν, η δημοτικότητα του Βάσλαβ Κλάους (πρωθυπουργού την εποχή εκείνη) άρχισε να καταρρέει. Όσο κι αν ήταν απίστευτο, η κυβερνώσα ελίτ αρνήθηκε να παραδεχτεί τα λάθη της, και αντίθετα ισχυρίστηκε ότι οι μεταρρυθμίσεις κατά μείζονα λόγο είχαν πετύχει. Όταν η εσωτερική ανισορροπία (προσφοράς και ζήτησης) έπαψε να είναι αποδεκτή, οι δεξιοί οικονομολόγοι είχαν την απάντηση έτοιμη: οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους. Ανακοίνωσαν, έτσι, ένα δεύτερο κύμα λιτότητας, προσπαθώντας να επαναλάβουν τη θεραπεία-σοκ των αρχών του ’90. Τη στιγμή εκείνη, ωστόσο, οι άνθρωποι εξαγριώθηκαν, μαθαίνοντας μέχρι ποιο σημείο η κρατική περιουσία είχε ιδιωτικοποιηθεί και, με έναν πολύ παράξενο τρόπο, εξαφανιστεί. Κάπως έτσι, το 1998 η αντιπολίτευση –οι σοσιαλδημοκράτες– έλαβαν το υψηλότερο ποσοστό τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, και έπειτα από δύσκολες διαπραγματεύσεις, μπόρεσαν να δημιουργήσουν μια κυβέρνηση μειοψηφίας.

    Η μειοψηφική σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση αντιμετώπισε μια δυσχερή οικονομική κατάσταση από πολλές απόψεις. Η διαδικασία της ιδιωτικοποίησης είχε δημιουργήσει μια νέα τάξη πλούσιων «επιχειρηματιών» εξαιρετικά εχθρικών προς οτιδήποτε «κοινωνικό». Έπειτα υπήρχαν τα ΜΜΕ, που συγκροτούνταν κυρίως από πρώην κομμουνιστές και νέους κομμουνιστές (svazák), οι οποιοι στο εξής ήταν με τη «σωστή» πλευρά. Αυτή η κατάσταση επικρατεί μέχρι σήμερα. Αν δεν υπήρχε το Διαδίκτυο, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να ενημερωθεί κανείς για τα συνδικάτα κ.ο.κ. Ολόκληρο σχεδόν το μιντιακό στερέωμα βρίσκεται στα «σωστά» χέρια (για παράδειγμα στον δισεκατομμυριούχο Μπακάλα, για τον οποίο μέχρι και το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ίσως είναι αποδεκτό να τον λένε μπάσταρδο). Τα λεγόμενα δημόσια ΜΜΕ είναι απλώς …λεγόμενα , καθώς σύμφωνα με διάφορες δημοσκοπήσεις, ένα 90% περίπου των δημοσιογράφων ισχυρίζονται ότι είναι δεξιοί (και το επιδεικνύον επαρκώς σε όλα τα προγράμματα του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης). Κοντά σε αυτά, υπήρχε επίσης μια δύσκολη κατάσταση που χαρακτήριζαν η υπερφόρτωση ενός μη ιδιωτικοποιημένου τραπεζικού τομέα με επαχθή δάνεια, παραδοσιακές επιχειρήσεις υπό χρεοκοπία, η αυξανόμενη ανεργία και οι κακές επιδόσεις στο διεθνές εμπόριο.

    Οι σοσιαλδημοκράτες ακολούθησαν μια παραδοσιακή συνταγή αναδιανομής, έπρεπε όμως να αποφασίσουν τι θα κάνουν με την τσέχικη βιομηχανία. Σκέφτηκαν ότι μόνη λύση ήταν η προσέλκυση ξένου κεφαλαίου στη χώρα για δύο λόγους. Πρώτον διότι έτσι  θα σταματούσαν, τουλάχιστον μερικώς, τη διαμόρφωση μιας νέας τάξης «τσέχων ολιγαρχών» και. δεύτερον, διότι ο εκσυγχρονισμός ήταν βαθιά αναγκαίος. Βάσει της ίδιας λογικής, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση ιδιωτικοποίησε τις τράπεζες, κάνοντας ένα βήμα που οι δεξιές κυβερνήσεις φοβούνταν να κάνουν. Μια βαθιά τραπεζική κρίση με πολλές πτωχεύσεις οδήγησε στην παρούσα κατάσταση, όπου δεν έχει μείνει σχεδόν καμιά τσεχική τράπεζα. Κάπως έτσι, όμως, η εξάρτηση από το ξένο κεφάλαιο μεγάλωσε σε κάθε τομέα. Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Ζέμαν συνέστησε μια περίπλοκη πολιτική εξαγωγών και επενδύσεων, με νέους και ενισχυμένους θεσμούς. Καθώς η ανεργία έφτασε στο 10%, προτιμήθηκαν ξένες επενδύσεις σε εργοστάσια με γραμμή παραγωγής, καθώς αυτά μπορούν να δημιουργήσουν πολλές θέσεις εργασίας.

    Μολονότι στην αρχή φαινόταν αβέβαιη, εντούτοις η κυβέρνηση του Ζέμαν κατάφερε να εξαντλήσει την τετραετία και, ακόμα πιο αναπάντεχα, το 2002 οι σοσιαλδημοκράτες κέρδιζαν και πάλι τις εκλογές. Η κυβέρνηση συνεργασίας που σχημάτισαν ήταν ιδιαίτερα ασταθής (με τρεις αλλαγές πρωθυπουργών), όμως η οικονομική κατάσταση άρχιζε να βελτιώνεται. Το 2004 η Δημοκρατία της Τσεχίας εντάχτηκε στην ΕΕ, και από το 2005 απέκτησε θετικό εμπορικό ισοζύγιο, που αποτελεί σοβαρό αναπτυξιακό παράγοντα για μια οικονομία κατά παράδοση πολύ ανοιχτή και μικρή. Πρέπει, εντούτοις, να υπενθυμίσουμε ότι οι σοσιαλδημοκράτες αποδέχτηκαν πλήρως την περίοδο εκείνη τον «Τρίτο Δρόμο» των Μπλερ και Σρέντερ, και προσπάθησαν να «εκσυγχρονίσουν» το κοινωνικό κράτος. Το πιο κρίσιμο ίσως λάθος τους ήταν η μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, πολιτική που υπαγόρευσαν στον υπουργό Οικονομικών οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι που κράτησε στην ομάδα του. Τα αυξανόμενα ελλείμματα και, κατά συνέπεια, η υπερχρέωση της χώρας ήταν ο κύριος στόχος των κομμάτων της δεξιάς που βρίσκονταν στην αντιπολίτευση.

    Τα τελευταία αναμενόταν να κερδίσουν τις επόμενες εκλογές, όμως το τέλειο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε στις εκλογές του 2006 περιέπλεξε την κατάσταση. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων υπάρχουν 200 θέσεις. Στις εκλογές, λοιπόν, προέκυψαν 100 εκλεγμένοι από την αριστερά (σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές) και 100 από τη Δεξιά (συμπεριλαμβανομένων εδώ των Πρασίνων, για τους οποίους η είσοδος στη Βουλή σημειωνόταν για πρώτη και πιθανότατα τελευταία φορά. Όσο κι αν είναι εντυπωσιακό, οι Πράσινοι της Τσεχίας έχουν έναν αυστηρά δεξιό προσανατολισμό). Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν χωρίς αποτέλεσμα, αλλά στις αρχές του 2007, ο προσωρινός πρωθυπουργός Μίρεκ Τοπολάνεκ ανακοίνωσε ότι είχε την υποστήριξη (διάβαζε: είχε εξαγοράσει) δύο βουλευτές από τους σοσιαλδημοκράτες, αποκτώντας έτσι την πλειοψηφία.

    Τα «επιτεύγματα» του Τοπολάνεκ υπήρξαν τριών ειδών:

    -    Υποστήριξη της εγκατάστασης αμερικανικής πυραυλικής βάσης σε τσεχικό έδαφος.
    -    Νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που ούτε ο Κλάους δεν τόλμησε να περάσει.
    -    Ένας νέος τύπος πολιτικής «κουλτούρας».

    Παραδόξως, το σχέδιο εγκατάστασης της αμερικανικής βάσης έφερε κάτι καλό. Έπειτα από πολλά χρόνια πλήρους παθητικότητας των Τσέχων, προέκυπτε ένα θέμα ικανό να συγκροτήσει το πιο πετυχημένο κίνημα πολιτών μέχρι σήμερα – το Ne Základnám (Πρωτοβουλία Ενάντια στις Βάσεις). Η αμείλικτη αντίσταση αυτού του κινήματος σε κάθε είδους προσπάθεια χειραγώγησής του από τα ΜΜΕ στάθηκε αξιοθαύμαστη. Τα τσεχικά ΜΜΕ ήταν εξοργισμένα που ένα κίνημα αυθόρμητο μπόρεσε να αναδυθεί έξω από τον έλεγχό τους. Οι εκπρόσωποι του κινήματος αυτού κατηγορούνταν συχνά ότι ήταν πράκτορες των Ρώσων, αφελή παιδιά ή φανατικοί κομμουνιστές. Η καμπάνια των μέσων ήταν απίστευτη (εκπρόσωποι του κινήματος δεν μπορούσαν να εμφανιστούν στην τηλεόραση), όμως ό,τι κι αν έκαναν τα ΜΜΕ για να στηρίξουν αυτό το σχέδιο (η γυναίκα υπουργός Άμυνας έφτασε στο σημείο να τραγουδήσει ένα κιτς τραγούδι προκειμένου να υποστηρίξει τους Αμερικανούς), περίπου το 70% του πληθυσμού παρέμεινε σταθερά ενάντια στις βάσεις. Το πιο εκπληκτικό, ίσως, ήταν ότι οι Πράσινοι, οι ομόλογοι των οποίων παντού στην Ευρώπη συνδέονται με ειρηνιστικά κινήματα, υποστήριξαν τις βάσεις. Αυτό το θέμα, όμως, απέβη τελικά αιτία διάσπασης του κόμματος, καθώς δύο βουλευτές των Πρασίνων στράφηκαν αργότερα κατά της κυβέρνησης.

    Ο Τοπολάνεκ δεν είχε τη συντριπτική υποστήριξη που διαθέτει η σημερινή κυβέρνηση της Τσεχίας, μπόρεσε ωστόσο να περάσει κάποιες «μεταρρυθμίσεις» που επέφεραν βαθιές αλλαγές, όχι μόνο στην τσεχική οικονομία, αλλά συνολικά στην κοινωνία.

    Οι μεταρρυθμίσεις του Τοπολάνεκ ακολούθησαν το νεοφιλελεύθερο σκεπτικό ότι το κράτος θα πρέπει να είναι το ελάχιστο δυνατό και ο καθένας να κοιτάζει τη δουλειά του, χωρίς να ενοχλεί το κράτος με αρρώστιες, τραυματισμούς, γηρατειά κ.ο.κ.

    Με βάση τη λογική αυτή, η κυβέρνηση αύξησε το ΦΠΑ και μείωσε (και πάλι!) τη φορολογία των επιχειρήσεων. Ναυαρχίδα, ωστόσο, των μεταρρυθμίσεων υπήρξε η εισαγωγή του ενιαίου φόρου. Ο φόρος αυτός ήταν μια οπισθοδρομική επιλογή και φυσικά οι πιο πλούσιοι επωφελήθηκαν από αυτόν στο έπακρο. Ένα ακόμα βήμα ήταν η μεταρρύθμιση της υγείας, πρότυπο για την οποία αποτέλεσε το αμερικανικό σύστημα. Η κυβέρνηση του Τοπολάνεκ δεν είχε τη δύναμη να πετύχει όλα όσα επεδίωκε• επέβαλε «απλά» αντίτιμο για την επίσκεψη στο ιατρείο. Το κύριο επιχείρημα ήταν ότι οι συνταξιούχοι πάνε στο γιατρό πάρα πολύ συχνά και καταχρώνται την περίθαλψη, και γι’ αυτό η τελευταία θα πρέπει να υπόκειται σε ρύθμιση.

    Το μέτρο αυτό, όμως, είχε πολύ μεγάλη επίδραση συνολικά στην κοινωνία. Αποτέλεσε ορόσημο όσον αφορά τη νέα αντίληψη περί δημόσιας υπηρεσίας, καθώς οι άνθρωποι ήταν συνηθισμένοι να έχουν όλες αυτές τις υπηρεσίες δωρεάν. Ειδικά η νέα γενιά, που γεννήθηκε μετά το 1989, υιοθέτησε μια στάση σύμφωνα με την οποία ήταν φυσιολογικό να πληρώνει κανείς μετρητά για δημόσιες υπηρεσίες αν απαιτεί «ποιότητα».

    Η αντίδραση στη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση ήταν πολύ συγκεκριμένη. Πρώτον, η τσεχική κυβέρνηση αρνήθηκε να αναγνωρίσει ότι υπάρχει κρίση. Όταν την αναγνώρισε πάλι, αρνήθηκε ότι αυτή θα μπορούσε να αγγίξει την Τσεχία. Ο Καλούσεκ, υπουργός Οικονομικών, και στη συνέχεια ιδρυτής του ακροδεξιού κόμματος Παράδοση-Ευθύνη-Ευημερία (TOP09), δήλωνε: «Επαναλαμβάνω: δεν υπάρχει κρίση στην Τσεχία. Η οικονομική ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί. Παρά τα προβλήματα, όμως, η Τσεχία θα αναπτυχθεί».

    Η τραγωδία δεν ήταν απλά ότι κατά πάσα πιθανότατα το πίστευε, αλλά ότι στην πεποίθησή του αυτή στηρίχτηκε ο προϋπολογισμός για το 2009, που σχεδιάστηκε παίρνοντας ως δεδομένη μια ανάπτυξη άνω του 4%, όταν στην πραγματικότητα το ΑΕΠ έπεφτε κατά 4%. Διόλου παράλογα, το Τοπολάνεκ «κατάφερε» να φτάσει το έλλειμμα στο μέγιστο ύψος στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Από την άλλη, βέβαια, είχε τη μοναδική ευκαιρία να υποδείξει την κρίση ως αιτία για την καταστροφική οικονομική του διαχείριση…

    Η νέα πολιτική κουλτούρα είχε πολλά χαρακτηριστικά. Ένα από αυτά ήταν η τεράστια αλαζονεία της κυβέρνησης, που παρότι προέκυψε από μια ισχνή «πλειοψηφία», αρνήθηκε να διαπραγματευτεί με την αντιπολίτευση και έδειξε παντελή έλλειψη σεβασμού για τους κοινωνικούς εταίρους, για παράδειγμα τα συνδικάτα. Τα ΜΜΕ κατελήφθησαν από μια σκληροπυρηνική δεξιά ρητορική, για την οποία οτιδήποτε κοινωνικό θεωρούνταν κομμουνιστικό και καταραμένο. Η ρητορική δεν ήταν απλά ακροδεξιά, αλλά ειδικά ο πρωθυπουργός Τοπολάνεκ έδειξε κατ’ επανάληψη τη ροπή του στην ορολογία των ναζί. Όταν το κόμμα του κατέκτησε την εξουσία, υποσχέθηκε μια «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών», ενώ κλωτσώντας κάποιον δημοσιογράφο ανήγγειλε στα γερμανικά «es kommt der Tag»: «Η ημέρα έφτασε». Ο ίδιος είχε πει, εξάλλου, ότι οι προεκλογικές υποσχέσεις των σοσιαλδημοκρατών είναι ψέμα σαν το Άουσβιτς. Σε διεθνές επίπεδο δε, ο ίδιος ισχυροποίησε τη φήμη του όταν φωτογραφήθηκε γυμνός στη βίλα του Μπερλουσκόνι.

    Με όλα τα παραπάνω, μάλλον εύλογα οι προοπτικές του κομματικού συνασπισμού τις παραμονές των εκλογών του 2010 ήταν δυσοίωνες. Οι σοσιαλδημοκράτες εμφανίζονταν νικητές σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Τότε, όμως, ήρθε η ελληνική κρίση. Τα δεξιά κόμματα, και μαζί τους αυτά που είχαν συγκροτηθεί πρόσφατα – το ακροδεξιό ΤΟΡ09 του υπουργού Οικονομικών Κάλουσεκ και το δεξιό  κόμμα του δημοσιογράφου Ράντεκ Τζον, Το Κοινό Μετράει (Věci Veřejné)- άδραξαν τη μοναδική ευκαιρία. Η ελληνική κρίση, και ειδικά το θέμα του χρέους και της κρατικής πτώχευσης, απέσπασε τη μεγαλύτερη προσοχή και απλά κυριάρχησε στην ατζέντα. Δεν υπήρχε πολιτική συζήτηση στην τηλεόραση που να μην ασχολείται με την περίπτωση της Ελλάδας και τη σημασία της για την Τσεχία. Τα δεξιά κόμματα χρησιμοποίησαν το κλασικό πεδίο ανταγωνισμού με τους σοσιαλδημοκράτες, το κοινωνικό κράτος, ως σύμβολο της επίθεσής τους, λέγοντας ότι με τέτοιες εξαλλοσύνες θα καταλήξουμε αναπόφευκτα σαν την Ελλάδα. Δυστυχώς, οι σοσιαλδημοκράτες αποδείχτηκαν απολύτως ανίκανοι να αντιδράσουν σε αυτή την ατζέντα, και αντί να υποστηρίξουν ότι το χρέος της Τσεχίας είναι από τα χαμηλότερα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, πλημμύρισαν τη χώρα με κάτι ανόητους πορτοκαλί λογαριασμούς στο πρότυπο καμπανιών που γίνονται στις ΗΠΑ.

    Τα αποτελέσματα των εκλογών του 2010 ήταν ένα σοκ σχεδόν για όλους. Μολονότι οι σοσιαλδημοκράτες κέρδισαν, επρόκειτο για μια πραγματικά πύρρειο νίκη. Τα δεξιά κόμματα ήταν σε θέση να φτιάξουν μια πολύ ισχυρή κυβέρνηση – η συντριπτική πλειοψηφία τους απέφερε 118 βουλευτές στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Πίσω στην αρχή λοιπόν, η κυβέρνηση του Πετρ Νέτσας ανήγγειλε «μεταρρυθμίσεις αναγκαίας λιτότητας», για τις οποίες, όπως ισχυρίστηκαν, είχαν μια ισχυρή εντολή από τους ψηφοφόρους τους.

    Είναι σημαντικό για την πολιτική σκηνή της Τσεχίας ότι κάθε τέσσερα χρόνια εμφανίζεται ένα κόμμα «νέων, σύγχρονων πολιτικών» και ισχυρίζεται ότι διαφέρει από το παλιό, διεφθαρμένο κατεστημένο. Μολονότι η εμπειρία ως προς το φαινόμενο αυτό είναι πλούσια, οι Τσέχοι ψηφοφόροι εμφανίζονται πρόθυμοι να δοκιμάσουν την «τύχη» τους ξανά και ξανά. Οι Πράσινοι είχαν κι αυτοί το ίδιο προφίλ του νεοεισερχόμενου, αλλά μετά την αποδοχή της αμερικανικής πυραυλικής βάσης, η απογοήτευση που προκάλεσαν υπήρξε έντονη και οδήγησε στην εκλογική αποτυχία τους το 2010. Στη θέση τους εμφανίστηκε ένα νέο κόμμα –αν θα μπορούσε να αποκληθεί έτσι– που αποτέλεσε την έκπληξη των εκλογών. Το Věci Veřejné στήριξε την εκστρατεία του στη μάχη κατά της διαφθοράς.

    Έβαλαν γι’ αυτό επικεφαλής του «κόμματος» έναν πρώην δημοσιογράφο, γνωστό από διάφορες τηλεοπτικές έρευνες. Ένας επιπλέον λόγος που το κόμμα κέρδισε σε δημοφιλία ήταν η κριτική του στα παλιά κατεστημένα κόμματα – ακριβώς όπως συνέβη με τους προκατόχους του. Δεν δόθηκε, ωστόσο, πολλή προσοχή στο ότι το κόμμα χρηματοδοτείτο από μια εταιρεία σεκιούριτι και οργάνωνε πολίτες σε περιπόλους για την εκδίωξη αστέγων και άλλων μη καλοδεχούμενων έξω από πάρκα και μακριά από την κοινή θέα. Ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες προειδοποίησαν ότι το Věci Veřejné δεν μπορούσε να θεωρείται κόμμα, καθώς αποτελούσε μια κοινοπραξία διαφόρων ανθρώπων που συνδέονταν με επιχειρηματικά συμφέροντα και προμήθειες συμβάσεων.

    Το παραδοσιακό Χριστιανικό Κόμμα έχασε τη στήριξη που είχε, και για πρώτη φορά στη μακρά ιστορία του έμεινε εκτός Βουλής. Από την άλλη, ένα νέο κόμμα, το οποίο ίδρυσε ο Μίροσλαβ Κάλουσεκ, ο διαβόητος υπουργός Οικονομικών, κέρδισε ευρεία στήριξη, ειδικά ανάμεσα στη νεολαία. Το κόμμα θεωρείτο (και εν μέρει θεωρείται ακόμα) «χαλαρό» και διαφορετικό. Ο μόνος τυπικός ηγέτης είναι ο αριστοκράτης Κάρελ Σβάρτζενμπεργκ. Είναι δύσκολο να πει κανείς αν κέρδισε στήριξη χάρη στην ευγενή του καταγωγή ή την προθυμία του να αποκοιμιέται κατά τη διάρκεια όλων των διαπραγματεύσεων, ασχέτως της σοβαρότητάς τους.

    Ο Κάλουσεκ μίλησε εξαρχής με απίστευτη υπεροψία για την ανάγκη να μειωθούν τα κρατικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Έκανε το κόμμα του μέρος των δεξιών Χριστιανών και ανέδειξε ως κύρια θέματα της ατζέντας του τις δραστικές μεταρρυθμίσεις και την πλήρη κατάργηση του κοινωνικού κράτους (που, όπως ισχυρίστηκε, «δεν μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά»). Στο πλαίσιο της προεκλογικής του εκστρατείας έφτασε να στείλει μια επιταγή σε κάθε Τσέχο πολίτη, ζητώντας του να πληρώσει το δικό του μερίδιο στο χρέος. Πολλοί συνταξιούχοι σοκαρίστηκαν τόσο ανοίγοντας το φάκελο, που χρειάστηκε να μεταφερθούν στο νοσοκομείο.

    Το TOP09 έγινε ιδιαίτερα γνωστό χάρη στη σύνδεσή του με ένα σποτ όπου νέοι άνθρωποι (διάσημοι νέοι ηθοποιοί) πείθουν τους συνομηλίκους τους να επισκεφτούν τους παππούδες τους – οι οποίοι παρουσιάζονται ως τρακαδόροι κομμουνιστές– και να τους εξηγήσουν ότι πρέπει να ψηφίσουν δεξιά, αλλιώς τα εγγόνια τους δεν θα τους ξαναεπισκεφτούν. Αν και το βίντεο προκάλεσε ευρεία δυσαρέσκεια, οι νέοι το βρήκαν «κουλ», και σε συνδυασμό με τον αριστοκράτη που δε νοιάζεται αν θα αποκοιμηθεί και που μιλάει τόσο διασκεδαστικά, οι Τσέχοι πείστηκαν να ψηφίσουν μαζικά αυτό  το κόμμα με το παράξενο όνομα.

    Τα δύο αυτά «κόμματα» έκριναν αποφασιστικά την έκβαση των εκλογών, καθώς ανακοίνωσαν ότι θα συμπήξουν έναν συνασπισμό με το κόμμα που ήρθε δεύτερο –τους Δημοκρατικούς Πολίτες (κόμμα που ίδρυσε στις αρχές του ’90 ο Βάσλαβ Κλάους)– και έτσι κέρδισαν την προαναφερθείσα τεράστια πλειοψηφία της δεξιάς. Ο Πετς Νέτσας, του οποίου το όνομα σημαίνει «κακός καιρός», έγινε πρωθυπουργός. Οι σοσιαλδημοκράτες και οι κομμουνιστές έμειναν στην αντιπολίτευση.

    Οι διαπραγματεύσεις εντός του συνασπισμού ήταν ταχύτατες και σε πρακτικά μηδενικό χρόνο σχηματίστηκε η πιο δεξιά κυβέρνηση που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Η ίδια κατέστησε εξαρχής σαφές ποιες ήταν οι προτεραιότητές της, αυτοαποκαλούμενη «Κυβέρνηση με Ευθύνη τον Προϋπολογισμό» και «Κυβέρνηση για τη Μάχη κατά της Διαφθοράς».

    Η κυβέρνηση διακήρυξε ρητά ότι κύριος στόχος της ήταν να φέρει σε πέρας τις βαθιές, δομικές μεταρρυθμίσεις με πολλά μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά και άλλες που για να αναστραφούν θα απαιτούνταν πολύ υψηλό κόστος. Η Διακήρυξη της Κυβέρνησης αναφέρει ότι η Τσεχία πρέπει να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της, αλλιώς θα καταλήξει να βρίσκεται μεταξύ μιας ομάδας χωρών που αδυνατούν να λύσουν τα προβλήματά τους (εννοώντας εδώ την ανάμειξη του ΔΝΤ ως τη λεγόμενη απειλή τελευταίας καταφυγής). Μάθαμε επίσης ότι ο πλούτος έρχεται από τον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας. Η κυβέρνηση ξεκίνησε με την ανάγκη να εφαρμόσει μέτρα λιτότητας, ώστε η Τσεχία να μην καταλήξει σαν την Ελλάδα. Επρόκειτο για μοτίβο στο οποίο κινήθηκε η προεκλογική εκστρατεία.

    Είναι ενδιαφέρον ότι η έμφαση δίνεται αποκλειστικά στο σκέλος του προϋπολογισμού που αφορά τις δαπάνες και ότι δεν υπάρχει αναφορά σε οποιαδήποτε προσπάθεια απόσβεσης των εσόδων από φόρους που χάθηκαν λόγω της κατάργησης της προοδευτικής φορολογίας. Η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι θα περικόψει κοινωνικές παροχές, ότι σε πολλές περιπτώσεις θα τις καταργήσει, και ότι θα ιδιωτικοποιήσει επικερδείς τομείς του δημοσίου – με την προτεραιότητα να έχει δοθεί στο σύστημα συνταξιοδότησης.

    Η κυβέρνηση σχεδίασε επίσης σοβαρές αλλαγές στον Εργατικό Κώδικα, αδυνατίζοντας την ισχύ των συνδικάτων και των υπαλλήλων ως σύνολο, και ευνοώντας περισσότερο τους αυτοαπασχολούμενους. Σε ό,τι ακολουθεί, θα ήθελα να αναλύσω τα συγκεκριμένα βήματα που έχουν ήδη γίνει ή ετοιμάζονται, αλλά και τις αντιδράσεις από την πλευρά της κοινωνίας των πολιτών.

    Μετά το σοκ των εκλογών, τα κόμματα της αριστεράς παρέλυσαν. Ειδικά οι σοσιαλδημοκράτες χρειάστηκαν αρκετούς μήνες να καταλάβουν τι σήμαινε η πύρρειος νίκη τους – τόσο γι’ αυτούς όσο και για την κοινωνία. Αν η κυβέρνηση Νέτσας προκάλεσε κάτι θετικό, ήταν η ενεργοποίηση των συνδικάτων και ειδικά της κοινωνίας των πολιτών, που για είκοσι περίπου χρόνια βρισκόταν σε υπνώττουσα κατάσταση, με κάποιες βραχείας διάρκειας εξαιρέσεις. Συγκροτήθηκαν πολλά νέα κινήματα, οργανώσεις και πρωτοβουλίες πολιτών. Η δραστηριότητα αυτή δεν έχει προηγούμενο και σημαίνει ότι πράγματι αλλάζει κάτι στην κοινωνία της Τσεχίας. Μόλις πριν από τις εκλογές, εμφανίστηκε μια πρωτοβουλία πολιτών με το όνομα Εναλλακτική Λύση από τα Κάτω (Alternativa zdola). Ως ευθεία δε αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική, συγκροτήθηκε επίσης η πρωτοβουλία Εναλλακτικές Λύσεις ενάντια στις Περικοπές (Proalt). Από εκείνη τη στιγμή πολλοί άλλοι ήρθαν στο προσκήνιο και γίνονται τώρα προσπάθειες για καλύτερο συντονισμό διαδηλώσεων και εκδηλώσεων, καθώς και για μια πιο στενή συνεργασία με τα συνδικάτα.

    Επιγραμματικά, η κυβέρνηση πρόκειται να επιχειρήσει σοβαρές μεταρρυθμίσεις στα εξής πεδία:

    -    το φορολογικό σύστημα
    -    τη δημόσια διοίκηση
    -    το ασφαλιστικό
    -    το σύστημα υγείας
    -    την τριτοβάθμια εκπαίδευση

    Η ίδια ξεμπέρδεψε αμέσως με τα μέτρα λιτότητας. Ένα από τα πρώτα της βήματα ήταν να φέρει σε πέρας τις μαζικές απολύσεις στο δημόσιο τομέα, μαζί με μείωση μισθών τουλάχιστον στο 10%. Το μέτρο αυτό ενεργοποίησε τα συνδικάτα, που οργάνωσαν τη μεγαλύτερη κινητοποίηση έπειτα από πάρα πολλά χρόνια, με τη συμμετοχή 40.000 μελών τους, συμπεριλαμβανομένων αστυνομικών και πυροσβεστών. Η κυβέρνηση, ωστόσο, χρησιμοποιεί το ίδιο τροπάρι όταν αντιμετωπίζει δυσαρέσκεια και αντίσταση στις πολιτικές της:
    -    Έχουμε εντολή από τους ψηφοφόρους να φέρουμε σε πέρας όλα τα απαραίτητα μέτρα λιτότητας.
    -    Άσχετα με το τι συμβαίνει, οι μεταρρυθμίσεις είναι το «ύστατο καλό» και πρέπει να ενεργοποιηθούν, αλλιώς θα καταλήξουμε σαν την Ελλάδα - μολονότι το δημόσιο έλλειμμα στην Τσεχία είναι γύρω στο 40% και μεταξύ των χαμηλότερων σε ολόκληρη την ΕΕ.

    Αν η κυβέρνηση του Μίρεκ Τοπολάνεκ είχε ήδη ζημιώσει σοβαρά τον πολιτικό πολιτισμό στην Τσεχία, η κυβέρνηση Νέτσας κατάφερε να πάει ακόμα παραπέρα. Ο Νέτσας μας σόκαρε και πάλι όταν κάλεσε τον Ρόμαν Τζοχ ως σύμβουλό του σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Τζοχ είναι μια εκκεντρική πολιτική φυσιογνωμία. Υποστηρίζει ανοιχτά ότι τα βασανιστήρια είναι αναγκαία στο όνομα της δημοκρατίας, θεωρεί θεμιτό τον πυροβολισμό εναντίον διαδηλωτών, πιστεύει ότι οι ευγενείς άνδρες (έναν εκ των οποίων θεωρεί και τον εαυτό του) μπορούν να έχουν δούλους αν θέλουν και υποστηρίζει ότι η καθολική ψηφοφορία είναι στην πραγματικότητα ένα επικίνδυνο εργαλείο που πρέπει να καταργηθεί. Σε ό,τι αφορά τις επαναστάσεις στις αραβικές χώρες, ο ίδιος έκανε «ήπιες» συστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες υπανάπτυκτες χώρες σαν αυτές απλά δεν μπορούν να έχουν δημοκρατία – προτιμότερο γι’ αυτές θα ήταν ένα αυταρχικό δεξιό καθεστώς που θα πρέπει να διευθετήσουν οι ΗΠΑ. Ο Τζοχ επαινεί, επίσης, την παραδοσιακή οικογένεια και εναποθέτει στις γυναίκες το καθήκον να γεννούν τουλάχιστον δύο παιδιά, ως προϋπόθεση για να αποκτούν δικαίωμα ψήφου. Με τον Τζοχ, φασιστικές τάσεις που ήταν ήδη ορατές στον Τοπολάνεκ ξεπρόβαλαν δυναμικά μπροστά στην κοινωνία, και όχι μόνο τράβηξαν την προσοχή του κοινού και των μέσων, αλλά βρήκαν θέση στο κυρίαρχο ρεύμα: όχι ως πράγματα που είναι αδύνατο να συμβαίνουν σε μια πολιτισμένη χώρα, αλλά ως απόψεις που αποτελούν μέρος των «κανονικών»  δεξιών τάσεων.
     
    Έκτοτε υπήρξαν άρθρα και συζητήσεις στο Ίντερνετ, καθώς και στο δεξιό Τύπο, που επέκριναν την καθολική ψηφοφορία, γιατί δίνει σε έναν φτωχό (προφανώς υπεύθυνο για τη φτώχεια του λόγω της τεμπελιάς και της απροθυμίας του να δουλέψει) ίση ψήφο με την ψήφο ενός πλουσίου. Καθημερινά σχεδόν υπάρχουν προτάσεις κατάργησης της καθολικής ψηφοφορίας, σύνδεσής της με την περιουσία, εξάρτησής της από το αν κανείς πληρώνει φόρους ή δουλεύει.

    Το μίσος για τους φτωχούς –τους Ρομά, τους αστέγους ή τους ανέργους– χρησιμοποιείται καθημερινά ως εργαλείο της κυβερνητικής πολιτικής. Οι ομάδες αυτές είναι, σύμφωνα με την κυβέρνηση, υπεύθυνες για τα οικονομικά μας προβλήματα (και όχι οι πλούσιοι που μεταφέρουν τα κέρδη τους σε φορολογικούς παραδείσους). Προφανώς, στα συμφραζόμενα αυτά, έχουν εμφανιστεί προτάσεις οι άστεγοι να απελαθούν έξω από τις πόλεις (ειδικά την Πράγα), σε ειδικά «στρατόπεδα». Το χειρότερο δε, είναι ότι πολλοί από τη μεσαία τάξη θα καλοδέχονταν τέτοιες προτάσεις.

    Η κυβέρνηση ενεργοποίησε επίσης προτάσεις μεταρρύθμισης που αφορούν κοινωνικές παροχές, προκειμένου να αποτρέψει την «κατάχρησή» τους. Οι προϋποθέσεις για τη λήψη επιδόματος ανεργίας είναι ήδη από τις αυστηρότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήδη δε, η κυβέρνηση κατέληξε στην ιδέα οι παροχές να δίνονται με τη μορφή κουπονιών (ώστε να αποτραπεί το ξόδεμά τους στο αλκοόλ ή τον τζόγο), αλλά και υποχρεωτικής δημόσιας εργασίας. Όλα αυτά τα μέτρα στοχεύουν στον περαιτέρω στιγματισμό όσων χρειάζονται την κοινωνική προστασία. Καθώς αυτές οι ομάδες εξαρτώνται από τις κρατικές παροχές, είναι αυτές που θεωρούνται ένοχες.

    Μολονότι τα κόμματα του δεξιού συνασπισμού ψηφίστηκαν περισσότερο από νέους ψηφοφόρους, αποτέλεσε δυσάρεστη έκπληξη γι’ αυτούς η εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η επιβολή διδάκτρων στις σχολές ήταν μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους.  Ήταν αυτή που κατέδειξε ότι πολλοί ψηφοφόροι, και ειδικά η νεολαία, δεν είχαν ιδέα για τα προγράμματα των κομμάτων, δεν τα είχαν διαβάσει καν: ήξεραν μόνο ότι ο Σβάρζενμπεργκ ήταν «ωραίος τύπος» και ότι οι μεταρρυθμίσεις ήταν απαραίτητες. Οι μεταρρυθμίσεις, ωστόσο, είναι απαραίτητες όσο δεν βλάπτουν τους νέους αυτούς ψηφοφόρους. Οι ίδιοι που ψήφισαν το TOP09 ήταν αυτοί που αντιτάχθηκαν άγρια στα δίδακτρα, καθώς η επιβολή τους τους έπληττε άμεσα. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης περιλαμβάνουν πολύ περισσότερα από τα δίδακτρα. Το σχετικό νομοσχέδιο αναφέρει ρητά ότι τα πανεπιστήμια θα πρέπει να συνεργάζονται περισσότερο με τις επιχειρήσεις και ότι η έρευνα και η ανάπτυξη είναι χρήσιμες, αλλά θα πρέπει να υποστηρίζονται μόνο αν βοηθούν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Τα πανεπιστήμια θα πρέπει επίσης να διοικούνται όπως οι ιδιωτικές εταιρείες.

    Κοντά στις μαζικές απολύσεις, οι αλλαγές στη δημόσια διοίκηση οδηγούν σε μια περαιτέρω ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών. Ένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα είναι η μεταρρύθμιση του Γραφείου Εργασίας. Αυτά τα γραφεία θα κλείσουν και θα συγκεντρωθούν στην επαρχία. Η επίσημη εξήγηση είναι ότι έτσι θα εξοικονομηθούν χρήματα, αλλά ο κύριος λόγος είναι ότι τα ιδιωτικά πρακτορεία εύρεσης εργασίας θα αποκτήσουν σημαντικότερο ρόλο.

    Σε ό, τι αφορά το σύστημα υγείας, το πρότυπο υγείας του κυβερνητικού συνασπισμού είναι το αμερικανικό σύστημα. Το πρόγραμμα του ΤΟΡ09 προέβλεπε μια διαρκή αύξηση των ατομικών δαπανών, συνεπώς μια υγειονομική περίθαλψη όλο και λιγότερο εγγυημένη από δημόσιες δαπάνες. Ένα από τα κύρια βήματα των μεταρρυθμίσεων θα είναι ο ορισμός της «βασικής» φροντίδας, που θα καλύπτεται από δημόσιους πόρους, ενώ οι άλλες υπηρεσίες θα πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς. Δίπλα σε αυτό υπάρχουν και άλλα βήματα, όπως η μείωση των νοσοκομειακών κλινών, που θα αυξήσει δραματικά το κόστος για ασθενείς με μακροχρόνιες παθήσεις• η αιτιολόγηση είναι ότι οι ηλικιωμένοι καταχρώνται την υγειονομική περίθαλψη. Το κόστος που πληρώνεται απευθείας σε γιατρούς, κυρίως ειδικευμένους, θα ανέβει μέχρι και εφτά φορές. Είναι και πάλι αξιοσημείωτο ότι η κυβέρνηση ψάχνει χρήματα από τους πιο φτωχούς μέσα στην κοινωνία, τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους, αντί να στοχεύει στο λόμπι των φαρμακευτικών και την πολιτική για τα φάρμακα, η οποία κάνει την Τσεχία φλέβα χρυσού γι’ αυτές τις πλούσιες και με ισχυρή επιρροή εταιρείες. Από την άλλη πλευρά, όλο και περισσότερα φάρμακα θα πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς.

    Ασφαλιστικό και φορολογική μεταρρύθμιση συνδέονται στενά. Αρχικά, λοιπόν, η κυβέρνηση είχε την ιδέα απλά να προστάξει τους πολίτες να αποταμιεύουν χρήματα σε ιδιωτικά αποθεματικά. Αυτό φάνηκε υπερβολικό ακόμα και για κάποιους δεξιούς δημοσιογράφους και οικονομολόγους που αντιτάχθηκαν στην πρόταση. Μολονότι επρόκειτο για κρίσιμη μεταρρύθμιση, η κυβέρνηση, αφού ανήγγειλε θορυβωδώς την πρόταση, έπειτα την άλλαξε γύρω στις πέντε φορές μέσα στην εβδομάδα, πράγμα που κλόνισε ακόμα περισσότερο την όποια υποστήριξη είχαν τα μέτρα. Σύμφωνα με την τελευταία εκδοχή, άνθρωποι άνω των 35 έχουν την επιλογή να αποταμιεύσουν χρήματα σε ιδιωτικά αποθεματικά. Ωστόσο, εξαιτίας του κόστους (που μειώνεται στις κοινωνικές εισφορές), η κυβέρνηση «έπρεπε απλά» να αυξήσει το ΦΠΑ. Καθώς δε η αύξηση του ΦΠΑ θα κάνει ακριβότερα επίσης τα φάρμακα και τον εξοπλισμό, οι εισφορές θα πρέπει να αυξηθούν περισσότερο, ενώ η καθολική κοινωνική ασφάλιση θα καλύπτει ολοένα και λιγότερο την υγειονομική φροντίδα. Πρόκειται για τον τέλειο φαύλο κύκλο, αλλά η κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίξει: «πρέπει να προχωρήσουμε στο δρόμο αυτό – βλέπετε, δεν υπάρχουν χρήματα στο σύστημα».

    Η κυβέρνηση παλινδρομεί ξανά και ξανά στην ίδια πολιτική: εφαρμόζει λιτότητα κόβοντας έσοδα που κατευθύνονται σε συγκεκριμένες σφαίρες, και στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα στο σύστημα – άρα θα πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί, αφού οι ιδιώτες είναι πάντα καλύτεροι από το κράτος.

    Αλλά η ογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια –οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κυβέρνηση έχει την εμπιστοσύνη μόνο του 20% των πολιτών– δεν σχετίζεται μόνο με τη λιτότητα. Υπάρχει ακόμα ένα θέμα, το δεύτερο κυριότερο για την κυβέρνηση, και ειδικότερα το Věci Veřejné. Πρόκειται για τη μάχη κατά της διαφθοράς. Ιδού πώς έχει η μάχη αυτή:

    Στο τέλος αυτής της χρονιάς, ένας υπάλληλος δημοσιοποίησε την προσπάθεια του Υπουργού Περιβάλλοντος (του Κόμματος των Πολιτών) να πλουτίσει ο ίδιος και το κόμμα του από προμήθεια ύψους 500 εκατομμυρίων κορωνών. Πρόκειται για ποσό που ξεπερνά κατά πολύ τις παροχές στους ανέργους. Παρ’ όλα αυτά δεν ήταν ο υπουργός αλλά ο υπάλληλος που αποκλήθηκε δημόσια «προδότης», «μπάσταρδος» κ.λ.π – γιατί στην πραγματικότητα έκανε γνωστό ένα κρούσμα διαφθοράς κορυφαίου επιπέδου. Ο υπουργός έπρεπε βέβαια να φύγει, του δόθηκε όμως η θέση του «ιδεολογικού υπευθύνου» του κόμματος. Έκτοτε εμφανίζεται κάθε μέρα και ένα σκάνδαλο. Κάθε μέρα οι πολ


Related articles