• Οργανική κρίση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού: σενάρια, συγκρούσεις, ανταγωνιστικά σχέδια

  • 24 Jan 12 Posted under: Contemporary Capitalism

  • Εισαγωγικές παρατηρήσεις
    Πρόσφατα διακηρύχθηκε η «σούπερ ανάκαμψη» και έτσι οι κυρίαρχες ελίτ στερούνται τις διακοπές που τόσο αξίζουν. Κάθε μια από τις λύσεις που υιοθετείται και ανακοινώνεται ως απάντηση στις τελευταίες εξελίξεις,  αποδεικνύεται μέσα σε λίγες μέρες ή έστω εβδομάδες ξεπερασμένη. Ούτε οι αγορές ούτε οι πολίτες που πλήττονται ανακουφίζονται. Η  αποσταθεροποίηση προέρχεται και από την οικονομία και από την κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο που οι φθισικές προσπάθειες των νέων προγραμμάτων λιτότητας σε Ιταλία και Γαλλία, οι διαμαρτυρίες όσων εγκατέλειψε η κοινωνία στην Αγγλία, η πείνα στην Ανατολική Αφρική και η διαρκής διαμάχη γύρω από το σταθμό της Στουτγάρδης συμβαίνουν(συντελούνται) ταυτόχρονα. Στις παρούσες συνθήκες, ποικίλες και εν μέρει αντιφατικές εξελίξεις έχουν παρόμοιο αποτέλεσμα. Παρά την ευρεία απαξίωση του νεοφιλελευθερισμού το 2008 και την ανυποληψία στην οποία περιήλθε ο καπιταλισμός, ακόμη και στα αστικά κυριακάτικα φύλλα, ο τρόπος αντιμετώπισης της κρίσης από την κοινωνία δεν εξασθένισε τις νεοφιλελεύθερες προοπτικές. Αντιθέτως, σε μια πρώτη φάση τις ενδυνάμωσε. Το μονοπάτι εξόδου από την κρίση που έχει επιλέγει έως σήμερα σταθεροποίησε τον νεοφιλελευθερισμό τοποθετώντας τον, με αυταρχικό τρόπο, σε ένα διαφορετικό θεμέλιο, το οποίο από την πλευρά του είναι ασταθές και συγκρουσιακό. Κατ’αρχάς, απέκλεισε άλλες κοινωνικές και οικολογικές μεταρρυθμιστικές λύσεις. Αυτή η εξέλιξη έφερε την Αριστερά αντιμέτωπη με μια εξολοκλήρου νέα πρόκληση. Το καλοκαίρι το Ινστιτούτο Κριτικής Κοινωνικής Ανάλυσης (ΙΚΚΑ) του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ επεξεργάστηκε μια συνολική ανάλυση αυτών των εξελίξεων. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια περίληψη αυτής της ανάλυσης.
    Θέση πρώτη: Η υφιστάμενη κρίση είναι κρίση υπερσυσσώρευσης και του τρόπου ρύθμισης του νεοφιλελεύθερου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.
    Όλες οι προσπάθειες να δοθούν για ακόμη μια φορά οι ίδιες λύσεις, τώρα πια καταρρέουν παρά τα ταχύτατα αντανακλαστικά που επέδειξαν οι κυρίαρχες ελίτ το 2008 και το 2009. Η αιτία βρίσκεται στα εγγενή όρια του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού: Η συσσώρευση είναι σε μεγάλο βαθμό καθοδηγούμενη από το χρηματοοικονομικό σύστημα. Η αναζήτηση νέων πηγών κερδοφορίας και η συνεχής βελτίωση των χρηματοοικονομικών εργαλείων δεν μπορούν να εμποδίσουν τη συσσώρευση όλο και μεγαλύτερων ποσών κεφαλαίου (μια αναδιανομή του πλούτου προς τα πάνω), κεφαλαίου για το οποίο δεν υπάρχουν νέες επαρκείς πηγές κερδοφορίας. Οι χρηματοπιστωτικές επενδύσεις φαίνονταν περισσότερο κερδοφόρες και έτσι προσέλκυσαν την κερδοσκοπία, η οποία με τη σειρά της οδήγησε στη δημιουργία φουσκών στους τομείς της τεχνολογίας, των μετοχών, των δανείων και των ακινήτων.
    Η μακροπρόθεσμη στρατηγική κατάσταση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η Αριστερά πρέπει να δράσει μέσα στο πλαίσιο της οργανικής κρίσης του νεοφιλελευθέρου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Έτσι, για πρώτη φορά μετά από καιρό οι πολιτικές αποφάσεις  - τόσο αυτές που λαμβάνονται από τα πάνω όσο και αυτές που προκύπτουν από τα κάτω – έχουν και πάλι ιδιαίτερη βαρύτητα.
    Θέση δεύτερη: Η περίοδος της πρόσφατης οργανικής κρίσης χαρακτηρίζεται από την άλυτη αντίφαση μεταξύ των ορίων του νεοφιλελεύθερου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού αφενός, και της κολοσσιαίας προσπάθειας σταθεροποίησής του αφετέρου.
    Η βασική υπόθεση του ΙΚΚΑ – ότι η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009 είναι τμήμα της οργανικής κρίσης του νεοφιλελεύθερου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού – επιβεβαιώθηκε. Μια κρίση αυτού του είδους χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το επιτυχημένο έως σήμερα καθεστώς συσσώρευσης έφτασε στα όριά του και ως εκ τούτου η σταθερότητα και η κατοχύρωση της εξουσίας δεν είναι δυνατή χωρίς το θεμελιώδη μετασχηματισμό του τρόπου ρύθμισης. Λόγω των δυσκολιών μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης, η οργανική κρίση γίνεται αντιληπτή ως ένας κύκλος από αλυσιδωτές, μεγαλύτερες και μικρότερες, κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις. Σε κάθε μια από αυτές τις μερικές κρίσεις συγκρούονται αντιτιθέμενες στρατηγικές. Ad hoc λύσεις και πιο μακροπρόθεσμες προσεγγίσεις συνδυάζονται και δοκιμάζονται. Στο πρώτο κύμα της κρίσης (2008-2009) συναθροίζονταν τα στοιχεία μιας δεύτερης μεγαλύτερης κρίσης.
    Θέση τρίτη: Το πρώτο κύμα διαχείρισης της κρίσης, μέσω της εφαρμογής κορπορατιστικών μεθόδων, παγίωσε και όξυνε τις ανισορροπίες του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.
    Το πρώτο κύμα διαχείρισης της κρίσης σημαδεύθηκε από ισχυρά (νέο)κορπορατιστικά στοιχεία, σχετικά περιορισμένη διεθνή συνεργασία και ισχυρή κρατική παρέμβαση. Ο στόχος ήταν μια μικρής διάρκειας σταθεροποίηση με κάθε κόστος. Η σύντομη κορπορατιστική φάση της κρίσης στη Γερμανία και σε άλλες χώρες χαρακτηρίστηκε από την σύμπτωση μιας αύξησης στη ζήτηση (για παράδειγμα μέσω μπόνους για την απόσυρση των αυτοκινήτων), τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας (για παράδειγμα μέσω της ρύθμιση της ημιαπασχόλησης) και την ενδυνάμωση των χρηματοπιστωτικών και παραγωγικών τομέων. Η καθοριστική θέση των χρηματοπιστωτικών αγορών έμεινε ανέπαφη, ενώ οι οίκοι αξιολόγησης και το ΔΝΤ αναβάθμισαν την θέση τους στην ιεραρχία της εξουσίας. Η γερμανική κυβέρνηση έχει καταστεί το σημαντικότερο κέντρο και παράγοντας της νεοφιλελεύθερης σταθεροποίησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πολιτικές λιτότητας εφαρμόζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη – ένα είδος αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού. Μέσα στην κρίση, οι συσχετισμοί των δυνάμεων για άλλη μια φορά μετατοπίζονται ξεκάθαρα προς όφελος των εκπροσώπων του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Επιπλέον, ειδικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύθηκαν οι θεσμικοί περιορισμοί της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.
    Θέση τέταρτη: Οι κατά τόπους «νικητές και οι ηττημένοι» της κρίσης μοιράζονται την ίδια μοίρα.
    Η πρώτη φάση της κρίσης και το πρώτο κύμα διαχείρισης της κρίσης είχαν πολύ διαφορετικές συνέπειες για τις διάφορες χώρες και περιοχές. Οι χώρες εκείνες που τα δύο τελευταία χρόνια όφειλαν την ανάπτυξή τους στο χρέος και την κερδοσκοπία έχουν πληγεί περισσότερο. Αυτή η ομάδα περιλαμβάνει τις ΗΠΑ και, στην Ευρώπη, κυρίως  την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα. Από την άλλη, οι χώρες και οι περιοχές που μέσω της εξαγωγικής τους ικανότητας αναδείχθηκαν στους παγκόσμιους και ευρωπαϊκούς πιστωτές του δημόσιου χρέους (Κίνα, Γερμανία, Ελβετία, καθώς και μια σειρά αναπτυσσόμενων χωρών) δίνουν μια αντεστραμμένη εικόνα και αναδεικνύονται στους σχετικά «κερδισμένους», των οποίων το κέρδος ωστόσο αυξάνεται ή μειώνεται σε σχέση με την σταθερότητα των «χαμένων». Για αυτό το λόγο η ανάκαμψη στη Γερμανία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εξασφάλιση της ζήτησης στην ευρωπαϊκή περιοχή, τις ΗΠΑ και την Κίνα. Την ίδια στιγμή αυτά τα υπαρκτά «κέρδη» καθιστούν πιθανή την μείωση της (επίσημης) ανεργίας. 
    Έχουν αναδυθεί ισχυρές ενδοευρωπαϊκές αντιφάσεις που η Αριστερά μέχρι σήμερα δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει με όρους αλληλεγγύης.
    Θέση πέμπτη: Το δεύτερο κύμα της διαχείρισης της κρίσης οδηγεί στην αποκατάσταση του νεοφιλελευθερισμού με αυταρχικό τρόπο και μια ακόμη πιο ακραία νεοφιλελεύθερη  ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    Οι ευρωπαϊκές χρηματαγορές, το ΔΝΤ και η κυβέρνηση της Μέρκελ (μαζί με τις κυβερνήσεις της Σκανδιναβίας, της Ολλανδίας και της Αυστρίας) έχουν συμμαχήσει για την ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών λιτότητας. Με άλλα λόγια, μαζικές περικοπές, εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις και όσον αφορά τα μέτρα για την βελτίωση των εσόδων υπερβολικές αυξήσεις στο φόρο προστιθέμενης αξίας. Οι αυξήσεις αυτές προκάλεσαν πολυάριθμες διαμαρτυρίες από την Ελλάδα και την Ισπανία έως την Μεγάλη Βρετανία, οι οποίες όμως δεν είχαν αποτελέσματα.
    Σε αυτό το πλαίσιο, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν αποτελεί πλέον αυταξία για την γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά αναγκαία συνθήκη για έναν νέο διεθνή ρόλο της Γερμανία, ο οποίος βασίζεται στην ισχυροποίηση της θέση της στο παγκόσμιο εμπόριο. Με άλλα λόγια, η κυριαρχία της Γερμανίας εντός της  ΕΕ είναι η βάση για την επέκτασή της στο παγκόσμιο εμπόριο. Ο παγκόσμιος πρωταθλητής των εξαγωγών γίνεται το καταφύγιο των νεοφιλελεύθερων αξιών την στιγμή της κρίσης του.
    Η Αριστερά είναι αντιμέτωπη με τις ενισχυμένες εξουσίες και τους κίνδυνους του νεοφιλελευθερισμού και έχει ανάγκη ένα ανεξάρτητο σχέδιο εναλλακτικής ευρωπαϊκής ενοποίησης.

    Θέση έκτη: Η αστάθεια θα αυξηθεί ακόμα και για το γερμανικό εξαγωγικό μοντέλο. Η εξέλιξη της οργανικής κρίσης μπορεί να ακολουθήσει διάφορες διαδρομές: είτε ως διαδοχή μερικών κρίσεων είτε μέσω της κατάρρευσης των υποσυστημάτων.
    Τα άμεσα αποτελέσματα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της κρίσης δημιούργησαν την βάση της τωρινής νέας κρίσης.
    Σε μία κατάσταση όπως αυτή τρία διαφορετικά οικονομικά σενάρια είναι πιθανά:
    α) Είναι πιθανόν, παρά την πτώση της, η παγκόσμια ζήτηση να μην υποστεί μια ολοκληρωτική κατάρρευση. Σε αυτήν την περίπτωση οι εξαγωγές της Γερμανίας μπορούν να συνεχίσουν να εγγυώνται μια χαμηλή ανάπτυξη στην χώρα, δίχως να καταστεί αναγκαία μια αλλαγή μοντέλου. Στην περίπτωση που υπάρξει ανάγκη, μπορούν να γίνουν μικρές και σταδιακές αλλαγές στον τομέα της ενέργειας και του οικολογικού εκσυγχρονισμού.
    β) Είναι επίσης πιθανό η ανάκαμψη να παραμείνει στάσιμη (είναι πιθανή ακόμη και η εμφάνιση στασιμοπληθωρισμού) και να σταθεροποιηθεί μια μακροπρόθεσμη τάση μηδενικής ανάπτυξης. Κάτι τέτοιο – για να προστατευθούν η οικονομία, τα κοινωνικά συστήματα και οι κρατικοί προϋπολογισμοί – συνεπάγεται τις πιο σκληρές αναδιανεμητικές συγκρούσεις γύρω από τους φόρους, τις κοινωνικές υπηρεσίες, τους μισθούς, τα εργατικά κεκτημένα και τα οικολογικά μέτρα.
    γ) Δεδομένων των πολύπλευρων ανισορροπιών και της οικονομικής υπερσυσσώρευσης, η οποία σταδιακά διογκώνεται ξανά, είναι πιθανή μια ακόμη βαθύτερη χρηματοπιστωτική και οικονομική συντριβή. Οι σοβαρές κρίσεις και οι αντίστοιχοι μετασχηματισμοί ακόμη και εντός του καπιταλισμού οδηγούν κανονικά σε μια σειρά καταστροφών και είναι πολύ παρατεταμένες.
    Η Αριστερά πρέπει να προετοιμαστεί για επισφαλείς συνθήκες, σφοδρές επιθέσεις, καταστολή και ραγδαίες αλλαγές στην τακτική κατάσταση. 
    Θέση έβδομη: Η υφιστάμενη κρίση έχει τέσσερις βασικές διαστάσεις. Αφορά την κοινωνική συνοχή, την αναπαραγωγή των φυσικών και κοινωνικών βάσεων της ζωής, την άσκηση της εξουσίας και την εγγύηση της ασφάλειας.
    Κρίση ενσωμάτωσης: Πρώτον, η ικανότητα ενσωμάτωσης των χωρών, των περιοχών, καθώς επίσης και της παγκόσμιας κοινωνίας έχει μειωθεί δραστικά. Η ανισότητα και η έλλειψη δικαιοσύνης, όπως και η διαίρεση και ο αποκλεισμός επιβαρύνουν υπερβολικά τις κοινωνίες. Αντί των στοιχειωδών προσεγγίσεων της αλληλέγγυας συνεργασίας κυριαρχούν ο εθνικός-οικονομικός ανταγωνισμός και η εκμετάλλευση φυσικών πόρων, η κοινωνική και πολιτισμική πόλωση. Τα κατώτερα στρώματα της παγκόσμιας κοινωνίας και των εθνικών κοινωνιών βλέπουν τον εαυτό τους αναπόδραστα εγκλωβισμένο.
    Κρίση αναπαραγωγής: Δεύτερον, παρά την εκρηκτική συσσώρευση κεφαλαίων η επένδυση στα κοινωνικά, πολιτισμικά και φυσικά θεμέλια υπολείπεται. Πρόκειται για μια κρίση που σχετίζεται με την κοινωνία, όπως επίσης και με τη φύση. Η έλλειψη πόρων και η μόλυνση της ατμόσφαιρας με επιβλαβή για το περιβάλλον αέρια έχουν αποκτήσει μη αναστρέψιμο χαρακτήρα. Ο κύκλος της ανάπτυξης, η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και η μεγιστοποίηση της κατανάλωσης παραμένουν ανέπαφες.
    Κρίση νομιμοποίησης και δημοκρατίας: Το χάσμα μεταξύ της κοινωνίας και των κατεστημένων θεσμών μεγαλώνει διαρκώς. Οι θεσμοί εμφανίζονται διεφθαρμένοι, στην υπηρεσία των μειοψηφικών συμφερόντων των προνομιούχων και των κυρίαρχων, δυσλειτουργικοί, επιβλαβείς ή τουλάχιστον ανίκανοι μπροστά στις πραγματικές ανάγκες μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Αυτό ισχύει και για την θεσμοποιημένη Αριστερά.  Σε σημαντικό βαθμό τα αριστερά κόμματα και τα συνδικάτα είναι δύσκολα αναγνωρίσιμα ή αποτελεσματικά ως μια κοινωνική δύναμη για την αλληλέγγυα ανασυγκρότηση. Για αυτό το λόγο τα κινήματα διαμαρτυρίας, που αναδύονται είναι είτε ελάχιστα είτε καθόλου συνδεδεμένα με την θεσμοποιημένη Αριστερά και ταυτόχρονα γινόμαστε μάρτυρες της εμφάνισης μιας νέας, κοινωνικά προσδεμένης Δεξιάς.
    Κρίση ασφάλειας: Σε αντίθεση με την εικόνα που σκιαγραφούν οι προαναφερθείσες εξελίξεις παρατηρούμε την συρρίκνωση, εν μέρει της ικανότητας και εν μέρει του ενδιαφέροντος για, των επιλογών πολιτικής διευθέτησης των συγκρούσεων. Αφενός θεωρούνται αναποτελεσματικές και αφετέρου οι συγκρούσεις είναι φονταμεταλιστικά ανταγωνιστικές (σε διεθνές επίπεδο, αλλά αυξανόμενα και εντός των κοινωνιών γίνονται αντιληπτές ως «σύγκρουση των πολιτισμών»). Η παρεμβατική εξωτερική πολιτική, οι παγκόσμιες στρατηγικές για την εξασφάλιση σφαιρών επιρροής, η ανάπτυξη όπλων μαζικής καταστροφής, όπως επίσης τα (αντί)τρομοκρατικά κινήματα και οι τοπικές συμμορίες είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη αποτελείται από την ενδοκοινωνική επιτήρηση (κρατική και ιδιωτική), την επέκταση καταπιεστικών μορφών ελέγχου και (αντί)βίας.
    Θέση όγδοη: Οι συγκρούσεις πρόκειται να πολλαπλασιαστούν.
    Η κρίση χρέους αναμένεται να διογκωθεί περαιτέρω και οι συγκρούσεις γύρω από ακόμη μεγαλύτερα πακέτα διάσωσης και κοινωνικών περικοπών θα χαρακτηρίζουν το πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη (και τις ΗΠΑ). Στην περίπτωση μιας νέας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης είναι αμφίβολο το κατά πόσο τα κράτη που εμπλέκονται θα καταφέρουν να κινητοποιήσουν ξανά αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια ή ευρώ, ώστε να εμποδίσουν την ύφεση. Η έξαρση των συγκρούσεων σχετικά με την επαναρύθμιση των αγορών και τις ζημιές της κρίσης φαίνεται αναπόφευκτη.

    Θέση ένατη: Οι κυρίαρχοι προσπαθούν να διαχειριστούν με στρατηγικό τρόπο τις συγκρούσεις. Σε αυτό το πλαίσιο τέσσερα εναλλακτικά σχέδια για την κοινωνία ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Ο ακραίος αυταρχικός φιλελευθερισμός, ο πράσινος καπιταλισμός, η νέα Δεξιά και το «πράσινο Νιου Ντίλ».
    Η πραγματική διαχείριση της κρίσης είναι περιστασιακή, συνδεδεμένη με την εξουσία και προσανατολισμένη σε γρήγορες λύσεις εντός του νεοφιλελεύθερου πλαισίου. Με δεδομένο ότι  οι αιτίες των κρίσεων υπάρχουν ακόμα, αλλά η ικανότητα για μια κορπορατιστική διαχείριση χρηματοδοτούμενη από το κρατικό χρέος έχει μειωθεί σημαντικά, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι εντός του αστικού μπλοκ, όπως και έξω από αυτό (λόγω της κοινωνίας πολιτών, των συνδικάτων και των κοινωνικών κινημάτων) η στρατηγική του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού θα αμφισβητηθεί. Στο βαθμό που αυτή η πρόχειρη διευθέτηση δεν θα είναι επιτυχής, αυτό που διαφαίνεται ως περισσότερο πιθανό είναι μια στενότερη διασύνδεση αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού και νέας Δεξιάς ή ένας πράσινος καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός. Και οι δύο εναλλακτικές μπορούν να αλληλοστηριχθούν.
    Η στρατηγική του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού (συνεπής κατεύθυνση πάνω σε μία αμετάβλητη βάση)
    Οι κυρίαρχοι κύκλοι επί του παρόντος προσπαθούν να μειώσουν τους κινδύνους που απειλούν τη σταθερότητα εντός των υπαρχόντων δομών. Πρόκειται για αποκατάσταση του αυταρχικού φιλελευθερισμού κατά το ότι η κρίση συναντιέται (όπως και σε προηγούμενες μείζονες κρίσεις) με την εντατικοποίηση παλαιών ρυθμιστικών μηχανισμών: χρηματιστικοποίηση, δικτατορίες για να φέρουν εις πέρας τις κοινωνικές περικοπές, ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικοποίηση, επισφάλιοποιηση, απο- εκδημοκρατισμός. Παρόλο που στη Γερμανία οι βασικές κοινωνικές υπηρεσίες έχουν διατηρηθεί οι περικοπές θα είναι επιλεκτικές και κατασταλτικές. Σε συνδυασμό με την περιθωριακή κοινωνική μερική βελτίωση και τις συμβολικές παραχωρήσεις ο καταναγκασμός ανακύπτει πιο ανοικτά πίσω από την καταρρέουσα συναίνεση. Διεθνώς θα πρέπει να εφαρμοσθεί μια ταξική πολιτική που ωφελεί τους πλούσιους και τις πολυεθνικές εταιρίες που προσανατολίζονται στις εξαγωγές. Κατευθυντήρια αρχή είναι η παγκόσμια ελεύθερη αγορά και το άτομο ως επιχειρηματίας της δικής του εργατικής δύναμης και πάροχος των δικών του βασικών (κοινωνικών) υπηρεσιών. Στο βαθμό που ο οικονομικός κύκλος το επιτρέπει σε κάποιες χώρες θα γίνουν κοινωνικές παραχωρήσεις, ενώ άλλες θα αντιμετωπίσουν κοινωνικές περικοπές σε τέτοια κλίμακα που δεν είχαμε δει έως σήμερα.
    Η δύναμη αυτής της στρατηγικής της συνέπειας στην κατεύθυνση πανω σε μια  αμετάβλητη βάση είναι η βαθιά διασύνδεσή της με τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ της εξουσίας και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, όπως επίσης και με τους θεσμούς. Όσο η κυριαρχία δεν απειλείται ευθέως, το μπλοκ εξουσίας δεν πρόκειται να δρομολογήσει μια σφοδρή επίθεση ενάντια σε αυτή τη αντίληψη. Επομένως, θα υπερισχύσει μια πρόχειρη διευθέτηση, η οποία θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όλο και πιο αυταρχικά και καταπιεστικά μέσα.
    Η αδυναμία αυτής της στρατηγικής είναι ότι κατ’ αρχάς πρέπει να μειώσει, τουλάχιστον εν μέρει, την προωθητική δύναμη που παρέχει η χρηματαγορά στο καθεστώς συσσώρευσης, που έως σήμερα αποτελούσε τη βάση του νεοφιλελευθερισμού. Δεν μπορούν να κινητοποιήσουν σημαντικά περισσότερες πηγές ούτε μέσω της θεραπείας των κρατικών χρεών, ούτε χρεώνοντας τα κατώτερα στρώματα. Δεύτερον, η στρατηγική αυτή είναι αντιμέτωπη με την απουσία μιας σταθερής μαζικής βάσης, δεδομένου ότι προσφέρει όλο και λιγότερα σε όλο και ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί στρέφονται στη νέα Δεξιά.
    Η νέα Δεξιά (σταθερή κατεύθυνση πάνω σε μία συντεθλιμμένη βάση)
    Στις ΗΠΑ και σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναδύεται μια νέα Δεξιά, η οποία έχει γαντζωθεί πρωτίστως στα συμφέροντα και τις αξίες των απειλούμενων μεσαίων στρωμάτων των μισθωτών και των αυτόνομων εργατών και τα ενσωματώνει σε ένα σχέδιο προστασίας των ατομικών προνομίων, της προσωπικής επικράτειας και κουλτούρας, σε θεμέλιο του νεοφιλελευθερισμού. Σε ένα τέτοιο σχέδιο προσφέρεται στις υπάλληλες τάξεις η συμμετοχή. Την ίδια στιγμή πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα περιορίζονται, κομμάτια της κοινωνίας απορρίπτονται ολοκληρωτικά («παράνομοι», «εγκληματίες», «τρομοκράτες», «μουσουλμάνοι», κτλ) και προωθείται ο εκβαρβαρισμός. Έχουμε να κάνουμε με την οικοδόμηση «κοινωνιών φρουρίων» με απολυταρχικά στοιχεία. Οι οριοθετήσεις και οι αποκλεισμοί μέσα στην κοινωνία ενάντια σε όσους βρίσκονται εκτός της, η αφοσίωση σε βραχυπρόθεσμα «εθνικά συμφέροντα» και μια επιλεκτική σύνδεση του προστατευτισμού με την ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου είναι στοιχεία αυτού του σχεδίου. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το κυνήγι αυτής της στρατηγικής διαπλέκεται με μια ευρύτερη διάκριση μεταξύ του ευρωπαϊκού πυρήνα και της περιφέρειας. Το σφράγισμα των εξωτερικών συνόρων μπορεί να γίνει ακόμα πιο δραστικό. Πράγματι, για τις ελίτ του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού αυτή η στρατηγική εξασφαλίζει μια μαζική βάση στα κέντρα του και κυρίως τους επιτρέπει να ενισχύσουν την περιφερειακή θέση της εξουσίας τους. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει πάνω σε μια περιορισμένη και αφυδατωμένη βάση και δεν ανοίγει νέα πεδία συσσώρευσης. Αντίθετα, τέτοια πεδία μπορούν να διανοιχθούν από τη μετάβαση σε ένα «πράσινο καπιταλισμό».

    Ο «πράσινος καπιταλισμός»  (αλλαγή της κατεύθυνσης σε τροποποιημένη βάση)
    Εδώ και πολύ καιρό, ο οικολογικός εκσυγχρονισμός και η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι επιλογές για την ανανέωση των τεχνολογικών βάσεων και το άνοιγμα νέων πηγών συσσώρευσης. Η επανάσταση της πληροφορίας, της επικοινωνίας και των μεταφορών που έχει συντελεστεί τα τελευταία 30 χρόνια πρέπει να συνδυαστεί με μια επανάσταση στην παραγωγή ενέργειας και στην υλική βάση. Οι αστικές καπιταλιστικές βάσεις της κοινωνίας έχουν αναπτυχθεί περαιτέρω, ενώ ταυτόχρονα οι δομές της κυριαρχίας έχουν διατηρηθεί. Οι κατώτερες τάξεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό παθητικά αντικείμενα αυτής της διαδικασίας. Τμήματα των ηγετικών ομάδων των κινημάτων διαμαρτυρίας έχουν ενσωματωθεί.
    Μια τέτοια στρατηγική απαιτεί τροποποίηση του τρόπου ρύθμισης. Η μαζική επέκταση της συσσώρευσης στα πεδία του οικολογικού εκσυγχρονισμού είναι δυνατή, μόνο εάν υπάρχουν δεσμευτικοί και υλοποιήσιμοι πολιτικοί στόχοι, εάν μακράς διάρκειας επενδύσεις και προωθητικά προγράμματα δημιουργήσουν κίνητρα και παράσχουν ασφάλεια και επίσης εάν μια στοχευμένη πολιτική για την ζήτηση εφαρμοσθεί σε αυτά τα πεδία. Τα οικολογικό-κευνσιανά στοιχεία στην διεύθυνση της αγοράς θα συνδυαστούν με νεοφιλελεύθερη ρύθμιση και επέκταση των πεδίων εξοικονόμησης κέρδους. Ο πράσινος καπιταλισμός σε σχέση με τον νεοφιλελευθερισμό είναι ταυτόχρονα συνέχεια και τομή. Η συνέχιση και η εντατικοποίηση της «συσσώρευσης δια της υφαρπαγής» (Harvey) στον τομέα των φυσικών πηγών, με αποκορύφωμα την αρπαγή γαιών ή την εξατομίκευση των οικολογικών προβλημάτων («συνειδητοποιημένη κατανάλωση») δείχνουν την συνέχεια όσο και το εμπόριο στις εκπομπές ρύπων με την αφομοίωση της λογικής της αγοράς στην καταπολέμηση της μόλυνσης του περιβάλλοντος. Δεν πρόκειται απλώς για την επιδίωξη περιορισμένης ρύθμισης των χρηματαγορών, πρόκειται περισσότερο για ζήτημα ανάπτυξης νέων εργαλείων.
    Η δύναμη αυτής της στρατηγικής εδράζεται στην περιοχή μιας νέας βιομηχανικής πολιτικής. Μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί κυρίως από τις χώρες με εξαγωγικό προσανατολισμό και με υψηλό μερίδιο επενδυτικών αγαθών (Γερμανία, Ιαπωνία, όλο και περισσότερο Κίνα). Όμως με τον τρόπο αυτό εντείνεται η πίεση προς τις άλλες χώρες. Για τα προσανατολισμένα στην αγορά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων η στρατηγική αυτή δημιουργεί νέες περιοχές δραστηριότητας και ταυτόχρονα απειλεί τις παραδοσιακές βιομηχανίες, χωρίς να προσφέρει αποτελεσματικές εναλλακτικές. Είναι σε μεγάλο βαθμό προσαρμόσιμη στον νεοφιλελευθερισμό και προϋποθέτει μόνον τροποποιήσεις στους υφιστάμενους θεσμούς, διευκόλυνση των ηγετικών πρωταγωνιστών (για παράδειγμα των εταιρειών ενέργειας)  και την ενσωμάτωση νέων ομάδων.
    Ο πράσινος καπιταλισμός είναι ένας «μπάσταρδος καπιταλισμός», ο οποίος συνδυάζει έντονα συγκρουσιακά χαρακτηριστικά στον τρόπο συσσώρευσης και ρύθμισης. Αυτή η αδυναμία του σχεδίου του πράσινου καπιταλισμού παρέχει μια ρωγμή για την ανάπτυξη ενός κοινωνικά φιλελεύθερου «πράσινου Νιού Ντιλ».
    Το κοινωνικά φιλελεύθερο «πράσινο Νιού Ντιλ» (αλλαγή της κατεύθυνσης σε μια νέα βάση)
    Η στρατηγική «εξημέρωσης» και ενσωμάτωσης του κεφαλαίου από οικολογικά προσανατολισμένα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων συνεπάγεται έναν συνεπή κοινωνικοοικολογικό μετασχηματισμό και συνδυάζεται με μια μαζική καταστροφή κεφαλαίου. Το τελευταίο εμπλέκει τους πιο δυνατούς τομείς του κεφαλαίου: τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων, από τις πετρελαϊκές εταιρίες έως τις αυτοκινητοβιομηχανίες. Αυτοί οι τομείς ωστόσο δεν είναι ομοιογενείς, ειδικά από τη στιγμή που οι μεγαλύτερες εταιρείες ενέργειας, χημείας ή ακόμη και αυτοκινήτων είναι μεταξύ των σημαντικότερων επενδυτών της πράσινης τεχνολογίας. Παρόλα αυτά μια «ελεγχόμενη» υποβάθμιση και καταστροφή του σταθερού κεφαλαίου θα είναι εξαιρετικά δύσκολη.
    Επί του παρόντος δεν υπάρχουν οι δυνάμεις και οι πολικές προϋποθέσεις για έναν νέο τρόπο συσσώρευσης και ρύθμισης, παρότι έχουν αναδυθεί οι θεμελιώδεις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο και ομάδες επιρροής των πεφωτισμένων ηγεσιών προωθούν αυτήν την επιλογή. Θα χρειαστούν πιο περιεκτικές διαδικασίες «διαφωτισμού» κομματιών των κυρίαρχων ελίτ, όπως επίσης και πιο αποτελεσματικές αντισταθμιστικές δυνάμεις με σαφείς στόχους και υψηλή ικανότητα για συνεργασία, προκειμένου να επιτευχεί η υπέρβαση των εμποδίων. Εντός του κυρίαρχου μπλοκ οι χρηματοπιστωτικές ελίτ θα απολέσουν σημαντικά κομμάτια της επιρροής τους, ενώ άλλες δυνάμεις θα πρέπει να επαναπροσανατολιστούν. Κάτι τέτοιο απαιτεί από τα συνδικάτα και τις αριστερές δυνάμεις την συνάρθρωση μιας ξεκάθαρης και άμεσης υπεράσπισης των συμφερόντων με στρατηγικές μετασχηματισμού.
    Αντίθετα με την περίοδο μετά το 1945, καμία βιώσιμη πορεία άυξησης του ΑΕΠ και της ιδιωτικής κατανάλωσης δεν μπορεί να υπάρξει. Ιδιαίτερα το μερίδιο των δημοσίων δαπανών ή οι δαπάνες που περιλαμβάνουν βασικές δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να αυξηθούν αισθητά. Ο σκόπιμος δομικός μετασχηματισμός απαιτεί βαθιές επεμβάσεις στα ιδιωτικά συμφέροντα. Μια πραγματική «οικολογικοποίηση» δεν είναι δυνατή, εάν δεν ξεπεραστούν η ιδιοκτησία, η κεντρικότητα της κατανάλωσης, η ανάπτυξη ως κατευθυντήρια αρχή και η κυριαρχία των κερδών. Ένα «πράσινο Νιού Ντήλ» δεν μπορεί να είναι απλώς ένα Νιού Ντήλ παλαιάς κοπής με μια πράσινη ταμπέλα, αλλά θα πρέπει να επερωτά τις βασικές δομές του καπιταλισμού καθεαυτές, διαφορετικά θα καταλήξει να είναι ένα σχέδιο ουσιωδώς συγκρουόμενο με την αναγκαία οικολογική στροφή.
    Ανεξάρτητα από το ποιο πολιτικό στρατόπεδο επιτυγχάνει να ενσωματώσει άλλες ομάδες υπό την ηγεσία του κατά την αναδιοργάνωση του μπλοκ εξουσίας, το κίνημα για έναν  πράσινο καπιταλισμό υπάρχει ήδη. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τα ίδια ακριβώς άτομα που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο, μπλόκαραν μέχρι τώρα μία ενεργειακή στροφή: τα ολιγοπώλια της ηλεκτρικής ενέργειας. Η αγορά και οι τεχνικές λύσεις προτιμούνταν, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλης κλίμακας σχεδίων, όπως το Desertec, τα γιγάντια παραθαλάσσια αιολικά πάρκα, τα μονοπωλιακά δίκτυα και παρά τα όσα συνέβησαν – η πυρηνική ενέργεια, αν όχι στα σπίτια, έστω ως εισαγόμενο εμπόρευμα. Οι αυτοκινητοβιομηχανίες ορυκτών καυσίμων ποντάρουν στα οικολογικά αυτοκίνητα και τα νέα αστικά μοντέλα αυτοκινήτων. Οι εταιρείες καινοτόμας τεχνολογίας, οι εταιρίες παραγωγής ενέργειας, οι σιδηροδρομικές και δημοτικές επιχειρήσεις συναγωνίζονται στην παραγωγή των σχετικών υποδομών. Λαμβάνοντας υπόψη το υφιστάμενο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας και θεσμικής κατοχύρωσης της νεοφιλελεύθερης δημοσιονομικής και φορολογικής πολιτικής, η υλοποίηση ενός κοινωνικοφιλελεύθερου «πράσινου Νιού Ντήλ» είναι μάλλον απίθανη – οι πιθανότητες είναι περισσότερες για την περαιτέρω ανάπτυξη του πράσινου καπιταλισμού, ο οποίος ωστόσο θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε ένα «πράσινο Νιού Ντήλ» υπό την πίεση των κοινωνικών δυνάμεων, της ενημέρωσης, των καινοτόμων τεχνολογικών επιτυχιών και των πληγμάτων της νέας κρίσης.
    Θέση δέκατη: Μία ριζοσπαστική ρεαλπολιτίκ του κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού κατά τη διάρκεια της κρίσης προϋποθέτει τη διπλή στρατηγική της επεξεργασίας των δικών μας προσεγγίσεων για την μετάβαση σε μια αλληλέγγυα κοινωνία και ένα δημοκρατικό πράσινο σοσιαλισμό, και ταυτόχρονα την διείσδυση αυτών των προσεγγίσεων στους πραγματικούς αγώνες. 
    Η Αριστερά πρέπει να αναδείξει την δική της μετασχηματιστική προσέγγιση σε λύση της σοβούσας κρίσης με τη μορφή συγκεκριμένων πολιτικών προγραμμάτων.
    Τα κύρια προγράμματα θα πρέπει να στοχεύουν κατά κύριο λόγο (1) στις αλληλέγγυες εργατικές σχέσεις, (2) στην μετάβαση σε αλληλέγγυα και αδιαπέραστα από τη φτώχεια συστήματα προσανατολισμένα στις ανάγκες, στην ασφάλεια και στην διασφάλιση του βιοτικού επιπέδου, (3) στην ενεργειακή στροφή (και στην παραγωγή και στην χρήση), (4) στο συμμετοχικό εκδημοκρατισμό της οικονομίας, τοπικά και σε όλη την κοινωνία, (5) στην στροφή προς μια κοινωνική, οικολογική και δημοκρατική ανανέωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε μια αλληλέγγυα παγκόσμια οικονομική τάξη.
    Θέση ενδέκατη: Η Αριστερά πρέπει να προετοιμαστεί για σκληρές αμυντικές μάχες, σε μία προσπάθεια να διατηρήσει και να επεκτείνει την κοινωνική και θεσμική βάση και να συνθέσει μια ανανεωμένη αλληλέγγυα Αριστερά (στη Γερμανία, στην ΕΕ και παγκοσμίως)
    Το Die LINKE δεν κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει τον μεγαλύτερο εξευτελισμό του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου των τελευταίων 80 χρόνων. Αντίθετα, η θέση του – όπως και η θέση του κοινωνικού του στρατοπέδου: των εξαθλιωμένων, των φτωχών και των μεσαίων στρωμάτων – έχει επιδεινωθεί ραγδαία. Την ίδια στιγμή η δυσαρέσκεια έχει αυξηθεί. Στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ οι αγώνες έχουν επιστρέψει, έστω και αν συνήθως είναι ανοργάνωτοι και πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην εισακουσθούν λόγω της ελλιπούς εκπροσώπησης ή λόγω της ομηρίας τους σε μια προβληματική εκπροσώπηση.
    Το Die Linke είναι αντιμέτωπο με την πρόκληση να συνδέσει το όραμα ενός νέου πολιτισμού ελεύθερης και αλληλέγγυας ανάπτυξης με σαφείς πολιτικές προτάσεις, οι οποίες θα είναι σε θέση να παρέμβουν σε συγκεκριμένους αγώνες.
    Στην επεξεργασία των παραπάνω θέσεων εργάσθηκαν οι:
    Λουτς Μπρανκς, Μίκαελ Μπρι, Μάριο Καντίας, Έρχαρντ Κρομ, Τζούντιθ Ντέλχαϊμ, Ραλφ Έλερτ, Μάρκους Έουσκίρσεν, Κόνυ Χίλντενμπραντ, Κριστίνα Κάιντλ, Ντίτερ Κλάιν, Τάτζιο Μούλερ, Ράινερ Ρίλινγκ, Φλόριαν Βίλντε και Φάνυ Τσέιζε.


    Μετάφραση: Βαγγία Λυσικάτου


Related articles