• Το Μέτωπο της Αριστεράς. Η πρόκληση μιας πραγματικής λαικής δυναμικής

  • 24 Jan 12 Posted under: Γαλλία , Transformative Strategies


  • Όπως όλοι γνωρίζουν, στο δημοψήφισμα του 2005 οι Γάλλοι απέρριψαν την Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη. Η επιτυχία αυτή έγινε εφικτή επειδή, για πρώτη φορά, οι δυνάμεις ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό εργάστηκαν μαζί και δημιούργησαν έναν πραγματικά δυναμικό λαϊκό διάλογο και ανταλλαγή ιδεών και μια πολιτική κινητοποίηση με βαθιές ρίζες. Σε αυτήν συμμετείχαν τα πολιτικά κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δίπλα στην αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που στη συνέχεια διασπάστηκε από το κόμμα αυτό για να συγκροτήσει το Κόμμα της Αριστεράς, όπως και συνδικαλιστές, ακτιβιστές των κοινωνικών κινημάτων και του κινήματος για την εναλλακτική παγκοσμιοποίηση, καθώς και πολίτες που μέχρι τότε είτε είχαν ελάχιστη συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα είτε τα είχαν εγκαταλείψει. Με αυτόν τον τρόπο, εκείνο που στην αρχή φαινόταν αδύνατο, συνέβη. Μια τεράστια νίκη σχετιζόμενη με μια λαϊκή δυναμική που έφερε τις συζητήσεις στην ίδια την καρδιά των επιχειρήσεων και των εργατικών συνοικιών, στη βάση καθημερινών ανησυχιών: απασχόληση, δημόσιες υπηρεσίες, μισθοί.

    Αυτή η νίκη ενέπνευσε την ελπίδα και την επιθυμία να συνεχιστεί η κοινή δουλειά. Δύο χρόνια αργότερα, ορισμένες από τις ενεργές δυνάμεις στη μάχη του 2005 προσπάθησαν να στηρίξουν μια κοινή υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές. Ωστόσο, αποδείχτηκε αδύνατο να εκφραστεί αυτή η λαϊκή δυναμική. Αν και ήταν δυνατή η συγκρότηση ενός κοινού προγράμματος, παρά τις σημαντικές διαφορές, δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε έναν κοινό υποψήφιο. Τα κομματικά αντανακλαστικά και το αντίστροφό τους, τα αντικομματικά αντανακλαστικά, πήραν στο τέλος το πάνω χέρι και η Αριστερά του «κοινωνικού μετασχηματισμού» μπήκε στην προεκλογική καμπάνια διχασμένη, με καταστροφικά εκλογικά αποτελέσματα.  Η πικρία και η σύγχυση κατέλαβαν όσους είχαν ελπίσει σε μια κοινή υποψηφιότητα.

    Η απόφαση του Κομουνιστικού Κόμματος Γαλλίας (ΚΚΓ) να προωθήσει τη στρατηγική ενός αριστερού μετώπου, από κοινού με τη διάσπαση της αριστερής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που με τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν συμμετείχε στην καμπάνια του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα για την Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη, έκανε δυνατή την αναβίωση της ελπίδας με τη συγκρότηση του Μετώπου της Αριστεράς. Αρχικά, επρόκειτο για μια συνεργασία μεταξύ κομμάτων και πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς του «κοινωνικού μετασχηματισμού».  Έλαβε το βάπτισμά του στις ευρωπαϊκές εκλογές του 2009, ύστερα συμμετείχε στις περιφερειακές εκλογές του 2010 και στις εκλογές στα «καντόνια» το 2011. Τα πρώτα εκλογικά αποτελέσματα  ήταν αρκετά ενθαρρυντικά, παρόλο που δεν ήταν ακόμα αντάξια των ελπίδων που είχαν δημιουργηθεί, με ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αποχής.

    Αυτά τα πρώτα αποτελέσματα, συμπεριλαμβανόμενης της τραυματικής εμπειρίας των προεδρικών εκλογών του 2007, ενθάρρυναν τη συνέχιση του πειράματος του Μετώπου της Αριστεράς. Η συγκρότησή του φαινόταν παραπάνω από επιτακτική μπροστά στις αυξανόμενες κοινωνικές ανάγκες και την ανάγκη εύρεσης μια πολιτικής διεξόδου, από τη στιγμή που τα κοινωνικά κινήματα, παρά τη δύναμή τους, έρχονταν αντιμέτωπα με αξεπέραστους τοίχους, όπως έδειξε και η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος του φθινοπώρου του 2010, όπου στις διαδηλώσεις βγήκαν 3,5 εκατομμύρια άτομα στους δρόμους.

    Ένα «Κοινό Λαϊκό Πρόγραμμα» ετοιμάστηκε. Τα μέλη επέλεξαν τον κοινό υποψήφιο για τις προεδρικές εκλογές και τις υποψηφιότητες του Μετώπου της Αριστεράς για τις βουλευτικές εκλογές του 2012 που είναι προγραμματισμένες για τον Μάιο και Ιούνιο του 2012. Από την αρχή, ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν παρέμεινε ο αδιαμφισβήτητος υποψήφιος και η μεγάλη πλειοψηφία των μελών του ΚΚΓ, έχοντας διδαχτεί από τη διαίρεση του 2007, παραμέρισαν τους δισταγμούς τους και τον επέλεξαν για υποψήφιο στις προεδρικές εκλογές.

    Οι προκλήσεις για το Μέτωπο της Αριστεράς

    Ο δρόμος που ανοίγεται δεν είναι εύκολος. Το Μέτωπο της Αριστεράς δεν είναι το Die Linke (Γερμανία) και δεν θα μπορούσε και να γίνει χωρίς να χάσει ένα σημαντικό μέρος της αυθεντικότητάς του. Στην πραγματικότητα, τα συστατικά του μέρη διαφέρουν ως προς τις δυνάμεις τους, την ιστορία, την πολιτική κουλτούρα (που εκτείνεται από τη σοσιαλδημοκρατία ως τη ριζοσπαστική Αριστερά), την προσέγγισή τους σε σημαντικά ζητήματα και τη βάση τους στην κοινωνία.  Και δεν σκοπεύουν να τα βάλουν όλα αυτά στην άκρη. Εντούτοις, και αυτό δεν είναι καθόλου ασήμαντο, αν παραμεριστούν τα κομματικά αντανακλαστικά που βρίσκονται αρκετά συχνά εν ισχύ μέσα στις πολιτικές δυνάμεις που το απαρτίζουν, αυτή η διαφορετικότητα μπορεί να γίνει πηγή μιας πραγματικής λαϊκής δυναμικής.
    Ποικίλες δυνάμεις της εναλλακτικής Αριστεράς, των κοινωνικών κινημάτων και των συνδικάτων το συνθέτουν. Πολίτες που έχουν εδώ και καιρό απογοητευτεί από τις κομματικές πρακτικές, κατέληξαν να συμμετέχουν πλήρως σε αυτή τη δυναμική του μετώπου, χωρίς να εντάσσονται σε καμία κομματική δομή. Πράγματι, εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Μέτωπο της Αριστεράς: να απαντήσει στην αναγκαιότητα μιας αληθινής λαϊκής κινητοποίησης για μια πολιτική μετασχηματισμού της κοινωνίας. Για να συνοψίσουμε, το Μέτωπο της Αριστεράς είναι πάνω από όλα ένα μέτωπο πολιτών με στόχο να ξεκινήσει αυτή η διαδικασία. Ο κόσμος της Αριστεράς αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του. Και είναι μέσα σε αυτό το πνεύμα που συγκροτούνται οι τοπικές επιτροπές.

    Στη Γαλλία, όπως και σε πολλές χώρες, τα κοινωνικά κινήματα έχουν δείξει τη μεγάλη τους δυνατότητα να κινητοποιούν τον κόσμο. Υπάρχει μια τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια για τη βαθιά κοινωνική αδικία των μεταρρυθμίσεων που επιβάλλει η Δεξιά στην εξουσία. Η απόρριψη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και του μοντέλου ανάπτυξης εντείνεται. Ωστόσο, καμία εναλλακτική δεν γίνεται ορατή, όπως και πουθενά στην Ευρώπη. Οι εκλογές που ακολούθησαν τις μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις δείχνουν το χάσμα ανάμεσα στην απόρριψη του φιλελευθερισμού, στην κοινωνική μαχητικότητα και σε μια εναλλακτική προοπτική. Έτσι, στις εκλογές στα γαλλικά καντόνια, η μαζική αποχή των εργατικών στρωμάτων και τα ποσοστά του Εθνικού Μετώπου είναι ανησυχητικά σημάδια. Η ένταση της κρίσης και η μαζική απόρριψη της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος δεν άλλαξαν σημαντικά το συσχετισμό των δυνάμεων υπέρ της Αριστεράς του κοινωνικού μετασχηματισμού.

    Επομένως, πρέπει να γίνουν ακόμα πολλά για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, για να συνδέσουμε τα κοινωνικά κινήματα με την πολιτική δυναμική, τις προσδοκίες για κοινωνική δικαιοσύνη, την απόρριψη του νεοφιλελευθερισμού και τις πολιτικές απαντήσεις. Δεν υπάρχει έλλειψη αγώνων τα τελευταία χρόνια, αλλά όταν αυτοί αφορούσαν τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο υπό την πίεση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης.

    Για να ξεπεραστεί αυτό το αδιέξοδο, τα κοινωνικά κινήματα πρέπει να παρέμβουν απευθείας στο πολιτικό επίπεδο, να αντιταχθούν στη νεοφιλελεύθερη πορεία και να θέσουν τις εναλλακτικές επιλογές στο προσκήνιο της πολιτικής σκηνής. Δεν είναι πλέον αρκετό, σήμερα, απλώς να βασιστούμε στα πολιτικά κόμματα για να εκφράσουν τα κοινωνικά και συνδικαλιστικά αιτήματα, δρώντας ως διαμεσολαβητές. Η αποτυχία της περιόδου του «Κοινού Προγράμματος» το 1972, τα «χρόνια του Μιτεράν», η περίοδος Ζοσπέν,  που οδήγησαν στην απογοήτευση και την απέχθεια προς την πολιτική, δείχνουν ότι δεν μπορούμε άλλο να αποφεύγουμε αυτό το ζήτημα. Άλλες, πιο πρόσφατες εμπειρίες επιβεβαιώνουν το ίδιο: το σχέδιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος διαφέρει ελάχιστα, επί της ουσίας, από αυτό που έθεσαν σε εφαρμογή η κυβέρνηση και οι εργοδότες. Για μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης, η Αριστερά δεν σηματοδοτεί πια την κοινωνική ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη ή την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων.

    Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και τα κοινωνικά κινήματα δεν εμπιστεύονται την πολιτική και έχουν πάρει αποστάσεις από αυτήν. Αυτός ο καταμερισμός των ρόλων, αποδεκτός και από τις δύο πλευρές, έχει μετατραπεί σε ένα αγεφύρωτο χάσμα, εγκλωβίζοντας τον καθένα στο ρόλο του και κάνοντας εξαιρετικά δύσκολη κάθε αλληλεπίδραση που θα μπορούσε να προωθήσει μια εναλλακτική λύση.

    Σήμερα, το νεοφιλελεύθερο μοντέλο έχει χάσει τη νομιμοποίησή του στα μάτια ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Η απόρριψη ενός άδικου και άνισου συστήματος εκφράζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παντού στην Ευρώπη. Ωστόσο, έχει επίσης εμφιλοχωρήσει παντού και κάποια μοιρολατρία· υπάρχει σκεπτικισμός για την πιθανότητα οποιασδήποτε άλλης πολιτικής. Η ίδια η σοσιαλδημοκρατική Αριστερά έχει υποστηρίξει την άποψη ότι η πολιτική είναι αδύναμη μπροστά στην οικονομία.  Το πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος αποτυπώνει με ανεξίτηλο μελάνι την αποδοχή της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Ο Φρανσουά Ολάντ, υποψήφιος στις προκριματικές εκλογές που θα ορίσουν τον υποψήφιο του ΣΚ για τις προεδρικές εκλογές του 2012, αναφέρεται στο «ρεαλισμό», στη «λογική», ακόμα και στην «αυστηρότητα», ενώ η ρητορική του για τη μείωση του χρέους είναι αρκετά κοντά στην αντίστοιχη σοσιαλφιλελεύθερη.

    Γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στο κοινωνικό και το πολιτικό

    Η γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στο «κοινωνικό» και το «πολιτικό» γίνεται, επομένως, ένα πρωταρχικό ζήτημα για να αντιμετωπιστεί η κρίση και οι επιπτώσεις της στην κοινωνία. Η συγκέντρωση όλων των διαθέσιμων δυνάμεων –με παράλληλο σεβασμό στην ταυτότητα και την αυτονομία τους– απαιτεί μια εκ βάθρων επανεκτίμηση της καθεμιάς εξ αυτών. Αυτό επιβάλλει να εγκαταλείψουμε την ιδέα της υπεροχής της πολιτικής και απαιτεί μια αλλαγή στην αντίληψη του ρόλου και της θέσης των κομμάτων – και αυτή η δουλειά έχει ήδη αρχίσει, ιδιαίτερα μέσα στο ΚΚΓ. Τα κοινωνικά κινήματα, από την πλευρά τους, δεν μπορούν να περιοριστούν στον κοινωνικό στίβο – χρειάζεται να εισέλθουν στον πολιτικό στίβο και να φέρουν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τα αιτήματα των οποίων είναι οι φορείς.

    Το Αριστερό Μέτωπο πρέπει να δώσει καθαρές απαντήσεις στις κοινωνικές προσδοκίες και να συζητήσει επί ίσοις όροις με τις δυνάμεις των κοινωνικών κινημάτων για την επεξεργασία των εναλλακτικών προτάσεων ενάντια στη νεοφιλελευθερη λογική. Για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της κοινωνικής ανασφάλειας, με κυριότερα την ανεργία, την επισφάλεια, τη φτώχεια και την κοινωνική υποβάθμιση, θα πρέπει να επανασυνδεθεί με τις λαϊκές τάξεις που για καιρό είχαν αφεθεί στη μοίρα τους. Αυτή η προσέγγιση είναι ακόμα πιο απαραίτητη από τη στιγμή που ένα αυξανόμενο τμήμα των μεσαίων στρωμάτων αισθάνεται να απειλείται και φτωχαίνει.

    Εάν δεν ακολουθήσει αυτό το δρόμο, την απόρριψη της κοινωνικής αδικίας θα την αναλάβει το Εθνικό Μέτωπο, που μονοπωλεί το «κοινωνικό ζήτημα», ενώ ο Σαρκοζί και οι υποστηρικτές του αυξάνουν το ξενοφοβικό μίσος και αναδεικνύουν τα ζητήματα της «τάξης και ασφάλειας» για να παραμείνουν έτσι στην εξουσία.

    Αρχίζοντας την επίθεση για όλα αυτά τα ζήτηματα και δίνοντας άπλετο χώρο στις δυνάμεις των κοινωνικών κινημάτων, το Αριστερό Μέτωπο θα μπορέσει να κερδίσει την αξιοπιστία που ακόμα του λείπει για να θέσει στο επίκεντρο το μετασχηματισμό της κοινωνίας και τη ρήξη με την καπιταλιστική λογική. Πρέπει να προωθήσει ένα πρόγραμμα για την αλλαγή και να δημιουργήσει ένα δυναμικό σχέδιο. Μπορούμε, ακόμα, να σημειώσουμε ότι 75.000 αντίτυπα του «Κοινού Λαϊκού Προγράμματος» για τις εκλογές του 2012, με τίτλο «Πρώτα ο άνθρωπος και οι ανάγκες του», πουλήθηκαν στο φεστιβάλ της Ουμανιτέ τον περασμένο Σεπτέμβρη. Με αυτές τις προτάσεις πρέπει να υπερβούμε την παραίτηση και τη μοιρολατρία, και αυτή η πρώτη επιτυχία καταδεικνύει την αρχή μιας ενθαρρυντικής δυναμικής.

    Σε αυτό το πλαίσιο, συνέβη ένα αξιοσημείωτο γεγονός. Μέχρι τώρα ήταν ευρύτερα αποδεκτό ότι με το Σύνταγμα της 5ης Δημοκρατίας του 1958, η Γερουσία (η άνω βουλή) δεν θα μπορούσε ποτέ να ανήκει στην Αριστερά. Ωστόσο, στις εκλογές για τη Γερουσία της 25ης του Σεπτέμβρη, οι λεγόμενοι «μεγάλοι εκλέκτορες», δηλαδή οι τοπικοί σύμβουλοι και οι βουλευτές, εξέλεξαν μια αριστερή πλειοψηφία για πρώτη φορά στη Γερουσία, μολονότι το εκλογικό σύστημα ευνοεί τη Δεξιά. Οι διαιρέσεις στο εσωτερικό της Δεξιάς, η απόρριψη της κυβερνητικής πολιτικής, ο θυμός των τοπικών συμβούλων για τις επιθέσεις στην τοπική δημοκρατία, την οικονομική αφαίμαξη των τοπικών αρχών και των δημόσιων υπηρεσιών, εξηγούν αυτό το αποτέλεσμα. Παρόλο που δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τους 72.000 «μεγάλους εκλέκτορες» με τη μεγάλη μάζα του εκλογικού σώματος, αυτή η στροφή της Γερουσίας δίνει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα ενόψει των εκλογών του 2012. Ένα πρώτο θετικό αποτέλεσμα: ο «χρυσός κανόνας», δηλαδή η συνταγματική απαγόρευση των δημόσιων ελλειμμάτων, δεν μπορεί να υιοθετηθεί, εκτός αν ψηφιστεί από τους σοσιαλιστές.

    Εντούτοις, για να γίνει αυτή η ανατροπή η βάση μιας πραγματικής εναλλακτικής διεξόδου, αποφεύγοντας την απλή εναλλαγή Αριστεράς-Δεξιάς, πρέπει το Μέτωπο της Αριστεράς να βρίσκεται στην επίθεση και τα κοινωνικά κινήματα να φέρνουν τα αιτήματά τους μέσα στη Γερουσία. Αυτή πρέπει να γίνει από τώρα ένας χώρος αντίστασης στην πολιτική της κοινωνικής οπισθοδρόμησης και επεξεργασίας μιας πιθανής αλλαγής της πολιτικής λογικής.

    Το Μέτωπο της Αριστεράς έχει τη μεγάλη ευθύνη να δημιουργήσει μια πραγματική λαϊκή δυναμική μέσα στην οποία ο καθένας θα μπορεί να βρει τη θέση του και να παρέμβει, έτσι ώστε να εξαπλωθούν παντού οι πολύμορφες πρωτοβουλίες πολιτών και να γεννηθεί μια νέα ελπίδα στην Αριστερά. Για να γίνει αυτό, τα κόμματα που το απαρτίζουν πρέπει να ξεπεράσουν κομματικές λογικές που ακόμα μένουν ζωντανές στο εσωτερικό τους. Στις πρώτες πρωτοβουλίες των τοπικών επιτροπών, όπου οι πολίτες και τα κοινωνικά κινήματα συμμετέχουν πλήρως, οι εκπρόσωποι των κοινωνικών κινημάτων παίρνουν δημόσιες θέσεις και οργανώνονται νομοθετικές ομάδες εργασίας για τη συλλογική επεξεργασία σχεδίων νόμου και την εφαρμογή του πολιτικού σχεδίου· τότε δημιουργείται η αναγκαία δυναμική για τη συγκρότηση μιας πραγματικής πολιτικής μετασχηματισμού της κοινωνίας. Δεν είμαστε παρά στα πρώτα βήματα. Ο δρόμος θα είναι δύσκολος, αλλά μοιάζει να είναι ελπιδοφόρος.



Related articles