• Η Ευρώπη στο επίκεντρο της νέας φάσης της μεγάλης κρίσης

  • 24 Jan 12 Posted under: Contemporary Capitalism


  • «Βρισκόμαστε εν μέσω της μεγαλύτερης κρίσης στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόνο αν όλες οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών και τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης ενεργήσουν αποφασιστικά μπορούμε να βγούμε από αυτή. Οι χώρες της Ευρώπης μπορούν να επανακτήσουν την αξιοπιστία τους αν έρθουν πιο κοντά και επανεξετάσουν τους όρους συνύπαρξής τους. Βραχυπρόθεσμα έχουν ήδη γίνει πολλά, όπως για παράδειγμα η θέσπιση αυστηρότερων κανόνων στη Συνθήκη Σταθερότητας, ενώ καταβάλλεται προσπάθεια να λειτουργήσει το σχέδιο επέκτασης του Ευρωπαϊκoύ Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF). Στη συνέχεια, στόχος είναι να ενεργοποιηθεί ένα μονιμότερο σχέδιο που έχει ονομαστεί Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM). Το τρίτο βήμα είναι ο καλύτερος συντονισμός της οικονομικής πολιτικής που απαιτείται για τη σταθεροποίηση της ευρωζώνης και ολόκληρης της Ευρώπης».  Η δήλωση αυτή δεν αποτελεί μόνο άποψη του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά και αποτύπωση της πλειονότητας των πολιτικών μέτρων που εφαρμόζονται στην ευρωζώνη και στην ΕΕ.

    Οι ΗΠΑ και η Κίνα αυξάνουν και δημόσια τις πιέσεις τους προς την Ευρώπη, επιμένοντας ότι η ευρωπαϊκή πολιτική πρέπει να αντιμετωπίσει αποφασιστικά και άμεσα την κρίση χρέους. Σύμφωνα με τη θέση του προέδρου Ομπάμα, τα μέτρα ενάντια στην κρίση δεν ελήφθησαν αρκετά έγκαιρα, εξού και η Ευρώπη δεν συνήλθε ποτέ από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007. Εφόσον η κρίση χρέους εξαπλώθηκε παγκόσμια και απειλεί πλέον την αμερικανική οικονομία, οι αποφάσεις, λέει ο πρόεδρος, δεν πρέπει να αναβληθούν για αργότερα.

    Ας ρίξουμε μια ματιά στα αίτια της κρίσης και στις προτεινόμενες λύσεις.

    Τα αίτια της μεγάλης κρίσης του 21ου αιώνα

    Ξεκινώντας από την αγορά κατοικίας των ΗΠΑ το 2007, η πιστωτική φούσκα που διογκωνόταν για πολλά χρόνια έσκασε σε πολλές μεγάλες καπιταλιστικές χώρες. Η επακόλουθη απότομη υποτίμηση της αξίας ενός σημαντικού μέρους του πλασματικού κεφαλαίου ενίσχυσε αναδρομικά την υπερσυσσώρευση στην οποία οφειλόταν εδώ και καιρό η επέκταση της πίστωσης.  Προς στιγμήν, η κρίση στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες φάνηκε να βγαίνει εκτός ελέγχου. Για πρώτη φορά μετά την Παγκόσμια Οικονομική Κρίση της δεκαετίας του 1930, ο συνολικός πλούτος στον κόσμο (παγκόσμιο ακαθάριστο προϊόν) άρχισε να μειώνεται. Αυτός ακριβώς ο συγχρονισμός των υφέσεων σε πολλές αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες καθιστά τη μεγάλη κρίση του εικοστού αιώνα την πρώτη παγκόσμια κρίση της «εποχής της παγκοσμιοποίησης».

    Παρότι η κρίση ξέσπασε αρχικά στις ΗΠΑ και παρόλο που το 2007 και το 2008 οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ είχαν την αυταπάτη ότι η Ευρώπη δεν θα επηρεαζόταν αρνητικά από την κερδοσκοπική κρίση των ΗΠΑ, γρήγορα αποδείχθηκε ότι οι χώρες της ΕΕ βρίσκονταν στην καρδιά της κρίσης και αντιμετώπιζαν πολύ μεγαλύτερη ύφεση.

    Ως αποτέλεσμα της κρίσης, το κοινωνικό τοπίο άλλαξε ριζικά. Σε λιγότερο από δύο χρόνια η ανεργία αυξήθηκε κατά 50-80% στις περισσότερες χώρες καθιερώνοντας ένα νέο επίπεδο μαζικής ανεργίας. Κατά συνέπεια, η πίεση στους μισθούς αυξήθηκε. Επιπλέον, συνακόλουθα με τις εμπειρίες της τελευταίας δεκαετίας, επιταχύνθηκε ο φαύλος κύκλος της μαζικής ανεργίας, της επισφάλειας και της περικοπής όσων τμημάτων του παλιού ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου δεν είχαν ακόμη διαλυθεί και ιδιωτικοποιηθεί.

    Παράγοντες που ευθύνονται για την κρίση χρέους είναι:
    •    Οι τεράστιες δαπάνες για τη στήριξη του χρηματοπιστωτικού και τραπεζικού τομέα καθώς και τα οικονομικά κίνητρα που δόθηκαν· η απουσία πολιτικών ρύθμισης και επανακαθορισμού του μεγέθους του χρηματοπιστωτικού τομέα.
    •    Η μείωση της φορολογίας υπέρ των πλούσιων νοικοκυριών που ωφελήθηκαν από τη μεγάλη κρίση διευρύνοντας τη διανεμητική ανισορροπία.
    •    Οι υπέρογκες δαπάνες για στρατιωτικές επεμβάσεις.
    •    Η αύξηση του χρέους των νοικοκυριών που –σύμφωνα με τα ελάχιστα διαθέσιμα στοιχεία– άγγιξε πρωτοφανή επίπεδα.
    •    Η τεράστια επιβάρυνση του προϋπολογισμού για τις συντάξεις και την κοινωνική πρόνοια, αποτέλεσμα της αυξημένης επισφάλειας και της μείωσης των μισθών.

    Οι λύσεις που έχουν προταθεί για την αντιμετώπιση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στην Ευρώπη  δεν είναι τίποτα περισσότερο από βραχυπρόθεσμα προγράμματα έκτακτης ανάγκης για τις χώρες της περιφέρειας που έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες ζημιές, τα οποία περιλαμβάνουν και ορισμένες συμβολικές και για το θεαθήναι κινήσεις όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις στις τράπεζες και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

    Διακηρύξεις περί της ανάγκης αυστηρής ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών και επαναπροσανατολισμού της πολιτικής στην πραγματική οικονομία δεν εφαρμόστηκαν ποτέ – πολλώ δε μάλλον τώρα που το πρώτο ισχυρό σοκ της κρίσης έχει περάσει. Αντ’ αυτού επανήλθε η παλιά στρατηγική του ανταγωνισμού, καθώς και το αίτημα για «σαφείς δεσμεύσεις στη βάση του Συμφώνου Σταθερότητας». Ένα ευρωπαϊκό Νιου Ντιλ για την υπέρβαση της κρίσης δεν συζητήθηκε ποτέ.

    Στη μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση, ο ρόλος της ΕΕ ως «σχεδίου των ελίτ» γίνεται ξεκάθαρος. Γυρίζουμε, επόμενως, στα βασικά: «Μια ευρωπαϊκή πολτική [...] στο σημείο καμπής για τη διαδικασία ενοποίησης δεν εφαρμόστηκε ποτέ στο παρελθόν με τόσο εξόφθαλμα ελιτίστικο και γραφειοκρατικό τρόπο»  όπως συνέβη στην περίπτωση της ισοπέδωσης που συντελέστηκε με τη συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού. Εξαρχής, η διαδικασία της συνταγματοποίησης δεν βασίστηκε στην υπεράσπιση της κοινωνικής και πολιτικής ολοκλήρωσης. Πολλαπλά δημοκρατικά ελλείμματα εγγράφηκαν σ’ αυτή, ενώ ενισχύθηκε η στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής. Μέχρι τώρα η παγκόσμια οικονομική κρίση αποκάλυψε την έλλειψη προοπτικής που είναι εγγενής στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της απορρύθμισης, την επέκταση των αγορών και την ιδιωτικοποίηση των βασικών πυλώνων του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Το ευρωπαϊκό όχημα έχει ακινητοποιηθεί σε μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης.

    Ακόμα και μετά τη συμφωνία της Γερμανίας να αυξήσει τα μέτρα για τη διάσωση του ευρώ, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πριμοδοτεί τη συνέχιση της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής πολιτικής ως σχεδίου των ελίτ: σκληρότερα μέτρα για τις χώρες που παραβιάζουν τους κανόνες για το έλλειμμα, σύνδεση της χρηματικής βοήθειας με αμφισβητήσιμα προγράμματα ανάκαμψης. Ο διακηρυγμένος στόχος τους είναι «να μετατρέψουν μια χρεωμένη Ένωση σε μια Ένωση σταθερότητας». Εντωμεταξύ, η πολιτική ρητορική έχει γίνει ακόμα πιο φαύλη: οι νεοφιλελεύθερες ελίτ διαβεβαιώνουν ότι κοινός τους στόχος είναι «να βγει η Ευρώπη από την κρίση σε καλύτερη κατάσταση» απ’ ό,τι βρισκόταν στην απαρχή της κρίσης. Στην πραγματικότητα, τα βάρη της κρίσης μετατοπίζονται όλο και περισσότερο στους ώμους των πολιτών.

    Λέγεται ότι προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι η μεταφορά εξουσιών στην ΕΕ. Γι’ αυτό το λόγο ο υπουργός Εξωτερικών Βεστερβέλε απαίτησε: «τα κράτη που θέλουν να χρησιμοποιήσουν την αλληλεγγύη των σχεδίων διάσωσης στο μέλλον πρέπει να δεσμευτούν να παραχωρήσουν στην Ευρώπη εκτελεστικά δικαιώματα σχετικά με τους προϋπολογισμούς τους. Ο στόχος πρέπει να είναι να γίνουμε μια “Ένωση Ευρωπαϊκής Σταθερότητας”. Πρέπει να ενισχύσουμε το Σύμφωνο Σταθερότητας στην κατεύθυνση της επιβολής αυτόματων ποινών. Στην “ιδανική περίπτωση” αυτό θα επιτευχθεί μέσω της αναδιαμόρφωσης των Ευρωπαϊκών Συνθηκών».

    Τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμά της, το τέλος της κρίσης δεν είναι ορατό στον ορίζοντα. Η αισιόδοξη παραδοχή ότι η Ευρώπη μπορεί να μεγεθύνεται με ρυθμό 2% μέχρι το 2015 βασίζεται στη δυνατότητα συνεχούς αύξησης των εξαγωγών, η οποία προϋποθέτει ότι ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων θα κυμαίνεται μεταξύ 3-4% ενώ η ιδιωτική κατανάλωση υπολείπεται σημαντικά του ΑΕΠ. Συνεπώς, η ανεργία θα μειώνεται με πολύ αργούς ρυθμούς συμβάλλοντας στην προοδευτική επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών. Τα συσσωρευμένα χρέη των κρατών, παρά τη σαρωτική πολιτική λιτότητας –το ετήσιο δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί από το 6% το 2010 στο 1,5% το 2015–, θα συνεχίσουν να υπερβαίνουν τα 4/5 του ΑΕΠ. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έφτασε τα συστημικά όρια του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού.

    Ο μαρασμός της περιφέρειας

    Η Ελλάδα είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα η οποία ήδη από τις αρχές του 2010 παρουσίασε εμφανή συμπτώματα αφερεγγυότητας των τραπεζών και του δημοσίου. Χαρακτηριστική ήταν η αδυναμία της να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της στις διεθνείς χρηματαγορές. Μέσω ενός δανείου στήριξης ύψους 110 δις ευρώ που πρόσφεραν οι ευρωπαϊκές χώρες και το ΔΝΤ τον Μάιο του 2010, η Ελλάδα απέκτησε ανεξαρτησία από τις χρηματοπιστωτικές αγορές – όπως συνέβη αμέσως μετά με την Ιρλανδία και την Πορτογαλία. Ωστόσο, η Ισπανία και η Ιταλία έχουν επίσης φτάσει στα όρια της βιωσιμότητας του δικού τους χρέους.

    Μήπως όμως αληθεύει ότι οι Έλληνες προκάλεσαν μόνοι τους την κατάρρευση γιατί για μεγάλο διάστημα ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους; Δεν χωρά αμφιβολία πως η ελληνική οικονομία, μέσω της χρηματιστικοποίησής της κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ωθήθηκε σε λάθος κατεύθυνση. Τα χαμηλά επιτόκια επέτρεψαν την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων μέσω της αύξησης του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους. Μετά την κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας Λίμαν Μπράδερς στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2008, οι περισσότερες χώρες –συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας– παρείχαν εγγυήσεις στις τράπεζές τους. Επιπλέον, πολλές χώρες ενίσχυσαν τα κατεστραμμένα χρηματοπιστωτικά τους ιδρύματα με νέο μετοχικό κεφάλαιο και ξόδεψαν δισεκατομμύρια σε πακέτα στήριξης για να μειώσουν τις ζημίες της πραγματικής οικονομίας. Συστημικά προβλήματα όπως η τάση για υπερχρέωση, οι τραπεζικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις, καθώς και η διεθνής ύφεση, αποκάλυψαν ξαφνικά την παγίδα του χρέους. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση δεν δημιούργησε την επισφάλεια των δημόσιων οικονομικών,  απλά την έφερε στο φως και την ίδια στιγμή την επιδείνωσε μέσω της εκτίναξης των επιτοκίων.

    Η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας έχει δομικά αίτια βαθιά ριζωμένα στην ελληνική κοινωνία. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σημαντικά πεδία παραγωγής κοινωνικής αξίας βρέθηκαν υπό πίεση μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας και της έντασης του ανταγωνισμού. Τα διαρθρωτικά μέτρα που σχεδιάστηκαν με την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Διαρθρωτικού Ταμείου δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν λόγω της αβεβαιότητας που επικρατούσε στον τραπεζικό τομέα. Επιπλέον, υπάρχουν τα ιδιαίτερα προβλήματα των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών, του μεγάλου μεγέθους του δημόσιου τομέα, της φοροαπαλλαγής των υψηλών εισοδημάτων και της φοροδιαφυγής.

    Επιπλέον, τα προβλήματα αυτά –που θα έπρεπε να έχουν αντιμετωπιστεί καιρό τώρα από μια διαδικασία αναδιοργάνωσης– επηρεάζουν και την κοινωνική ασφάλιση. Τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά απέναντι σε μια τέτοια κρίση, ούτε οι πιο σκληρές πολιτικές λιτότητας. Όταν οι πτωχεύσεις αυξάνονται ραγδαία, όταν η ανεργία καλπάζει φτάνοντας στο 18% και τα εισοδήματα πέφτουν, τα έσοδα του κράτους θα είναι αναπόφευκτα χαμηλότερα, παρά την αύξηση των φόρων. Το μόνο που καταφέρνει η ασύμμετρη φορολογική πολιτική, η οποία αδυνατεί –όχι μόνο συμβολικά αλλά και στην πράξη, με όρους κατάσχεσης– να αγγίξει τα υψηλά εισοδήματα και τη φοροδιαφυγή, είναι να μειώνει την κατανάλωση ως αποτέλεσμα της υψηλότερης μαζικής φορολόγησης.

    Ο φαύλος κύκλος στον οποίο εισήλθε η οικονομία είναι το καθοριστικό πρόβλημα και η αιτία των πoλύπλευρων συνεπειών της κρίσης. Το σκληρό πρόγραμμα λιτότητας υπό τους όρους της τρόικας (ΔΝΤ, ΕΚΤ και ΕΕ) συνέβαλε αποφασιστικά στην αδυναμία της Ελλάδας να ξεφύγει από τη διαδικασία οικονομικής συρρίκνωσης.

    Είναι γεγονός ότι τα οικονομικά στοιχεία για την Ελλάδα στο πρώτο μισό του 2011 είναι χειρότερα ακόμα και από τις προβλέψεις των πιο πραγματιστών οικονομολόγων. Η ελπίδα για μια γρήγορη ανάκαμψη απομακρύνεται, ενώ ο έλληνας υπουργός Οικονομικών προβλέπει ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη δεν θα είναι δυνατή πριν το 2014 – και αυτή είναι μια αισιόδοξη πρόβλεψη ενόψει των συμπτωμάτων της παγκόσμιας κρίσης. Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση ένα έλλειμμα της τάξης του 7,6% του ΑΕΠ –όπως συμφωνήθηκε με την τρόικα– δεν είναι εφικτό. Το μόνο που πετυχαίνουν τα ακόμα σκληρότερα μέτρα που πάρθηκαν πρόσφατα είναι να επιταχύνουν το καταστροφικό οικονομικό «σπιράλ του θανάτου».

    Μια επιτυχημένη αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας προϋποθέτει τη δημιουργία ενός πίνακα χρεωλυσίων που θα λαμβάνει υπόψη το «στέγνωμα» της οικονομίας. Ορισμένα επουσιώδη ερωτήματα σχετικά με ένα εναλλακτικό πακέτο χρηματοδότησης που θα εγγυηθεί την αποσύνδεση της Ελλάδας από τις χρηματαγορές για ένα διάστημα ή το πόσο υψηλό μπορεί να είναι ένα επιτόκιο σε μια τέτοια περίπτωση, δεν κάνουν καμιά διαφορά. Αυτό που έχει σημασία για κάθε αποτελεσματική διαδικασία οικονομικής ανασυγκρότησης είναι πάνω απ’ όλα το ξεκαθάρισμα του νέου μοντέλου ανάπτυξης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι χώρες της ευρωζώνης αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιφύλαξη τις επενδύσεις και τα διαρθρωτικά προγράμματα για την ελληνική οικονομία, τα οποία θα έπρεπε να αντιστοιχούν σε ένα συνολικό σχέδιο και για την ίδια την Ευρώπη. Κατά δεύτερον, η συνέχιση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης συναντά σημαντικές αντιστάσεις τόσο από τους ευρωπαίους πολίτες όσο και από τις οικονομικοπολιτικές ελίτ. Οι κρίσεις ευνοούν τους σκεπτικιστές και τους λαϊκιστές, είτε αυτοί ζουν στη Φινλανδία είτε στην Ολλανδία, στο Βέλγιο, στην Αυστρία ή στη Δανία. Η ΕΕ είναι ένας χρήσιμος αποδιοπομπαίος τράγος για τα διάφορα εθνικά προβλήματα, ακόμα και αν δεν οφείλονται στην κοινοτικοποίηση.

    Ελεγχόμενη χρεοκοπία

    Η Ελλάδα είναι αφερέγγυα – αυτό διαδίδει ένα μεγάλο τμήμα των κυρίαρχων τάξεων λόγω του ότι η χώρα δεν μπορεί πια να ξεπληρώσει έγκαιρα το χρέος της που ξεπερνά πλέον το 160% του ΑΕΠ. Χωρίς τα χρήματα του πακέτου διάσωσης η χώρα δεν μπορεί να πληρώσει ούτε τους τόκους. Η ελεγχόμενη χρεοκοπία, λοιπόν, θα ισοδυναμούσε με διαγραφή χρέους ύψους 50% και επιστροφή στη δραχμή. Ποιες θα ήταν οι συνέπειες ενός τέτοιου κουρέματος;
    Είναι βάσιμος ο φόβος ότι σε μια τέτοια περίπτωση το εθνικό νόμισμα θα υποτιμηθεί περισσότερο από 50% ως προς το ευρώ. Το κράτος και πολλές επιχειρήσεις θα δυσκολευτούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους που είναι εκφρασμένα σε ευρώ. Αυτό θα καταλήξει σε παύσεις πληρωμών και υπερβολικά υψηλά ασφάλιστρα κινδύνου για νέα δάνεια. Βέβαια, τόσο το χρέος όσο και τα τοκοχρεωλύσια θα μειώνονταν, αλλά αυτό δεν θα ισοδυναμούσε απαραίτητα με σταθεροποίηση της πραγματικής οικονομίας.

    Ακόμα και αν οι λαϊκιστές πολιτικοί αρνούνται να το πιστέψουν, η φερόμενη ως πιο βολική λύση (η αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη – η οποία παρεμπιπτόντως είναι αδύνατη σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο), σε συνδυασμό με μια παύση όλων των πληρωμών της, εμπεριέχει μεγάλους κινδύνους. Η κατάρρευση του κοινού νομίσματος και η διάλυση της ΕΕ δεν μπορούν να αποκλειστούν. Η επαναφορά της δραχμής θα πυροδοτήσει τη φυγή κεφαλαίων. Το πιο πιθανό είναι να οδηγήσει σε μαζική προσφυγή στις τράπεζες μιας και οι καταθέτες και οι επενδυτές θα προσπαθήσουν να μεταφέρουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα στο εξωτερικό. Για να συνοψίσουμε, θα υπάρξει κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος η οποία θα κάνει την ανακεφαλαιοποίηση απαραίτητη. Άλλοι πιθανοί κίνδυνοι είναι:
    •    Η κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου
    •    Οι μαζικές διασώσεις τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών
    •    Η αύξηση του χρέους εκφρασμένου σε ευρώ
    •    Η εξάπλωση της κρίσης σε άλλες χώρες της Ευρώπης και τα τραπεζικά τους συστήματα.
    Η απότομη συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας θα επηρεάσει τα ευρωπαϊκά οικονομικά, τραπεζικά και χρηματοπιστωτικά συστήματα. Ήδη από τώρα η διαγραφή υποχρεώσεων της ελληνικής οικονομίας απέναντι στη Γερμανία θα κοστίσει στην τελευταία 100 δις ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του κόστους διάσωσης των δικών της τραπεζών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

    Αναδιάρθρωση του χρέους και συνέχιση της στρατηγικής του ευρώ

    Ενόψει αυτού του κόστους και των δυσδιάκριτων συνεπειών του, οι πιο συνετοί από τους εμπειρογνώμονες συνιστούν αναδιάρθρωση. Αν η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία προσαρμόσουν την αξία του δημόσιου και τραπεζικού χρέους τους κατά 50%, τα βάρη για τη Γερμανία, την ΕΚΤ και άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ θα μειώνονταν και ταυτόχρονα θα αναχαιτιζόταν η εξάπλωση της κρίσης.

    Ήδη η Ιταλία και η Ισπανία σύρονται στη δίνη της ερωπαϊκής κρίσης χρέους. Και σ’ αυτές τις χώρες η ουσία του προβλήματος βρίσκεται στη διαδικασία της οικονομικής μεγέθυνσης. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την Ιταλία είναι απαισιόδοξες. Το 2011 το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε με ρυθμό μόλις 0,6% και προβλέπεται να αυξηθεί με ρυθμό 0,3% το επόμενο έτος. Παρότι αυτό δεν ισοδυναμεί με συρρίκνωση της οικονομίας όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν παύει να υπονομεύει τις βιώσιμες λύσεις.

    Πώς θα ξεφύγουμε από την παγίδα του χρέους

    Όπως και στο παρελθόν, έτσι και τώρα μπορούμε να πούμε ότι η αφερεγγυότητα της Ελλάδας θα μπορούσε να αποφευχθεί. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ένα πρόγραμμα ανασυγκρότησης της οικονομίας και δημιουργίας θέσεων εργασίας. Χρήματα όμως δεν υπάρχουν, παρά μόνο μέσω των πόρων του Διαρθρωτικού Ταμείου της ΕΕ για την Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει ακόμα να λαμβάνει το 70% από ένα ποσό 20 δις ευρώ διαρθρωτικών πόρων. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση οι επενδύσεις σε υποδομές (μεταφορές, ενέργεια κλπ.), γεωργία και τουρισμό χρειάζονται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και κατάλληλο οικονομικό περιβάλλον για να τελεσφορήσουν πριν επιτευχθεί η συσσώρευση στην πραγματική οικονομία.

    Χωρίς βιώσιμο πρόγραμμα οικονομικής ανασυγκρότησης οποιοδήποτε κούρεμα δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να κερδηθεί λίγος ακόμα χρόνος. Με την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την επέκταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), το τελευταίο έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να προστατεύσει τις χώρες από τις χρηματαγορές αλλά και να συντηρήσει τη ρευστότητα των τραπεζών και των συνταξιοδοτικών ταμείων, πράγμα που το κούρεμα δεν μπορεί να εξασφαλίσει. Στην περίπτωση που μεγάλα ποσά μεταφερθούν από τις ελληνικές τράπεζες σε ασφαλέστερους γειτονικούς προορισμούς, μπορεί να εφαρμοστεί το σχέδιο Β για την επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίου. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι το πρόβλημα δεν είναι η ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ο τελευταίος θα είναι συνεχώς μετέωρος αν η πραγματική οικονομία συνεχίσει να παραπαίει. Παρ’ όλα αυτά, ένα πρόγραμμα τέτοιου είδους είναι εκτός ατζέντας.

    Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη που πλέει σε επικίνδυνα ύδατα. Η εκτίμηση για όλες τις χώρες του ευρώ είναι ότι «η συγκυριακή δυναμική που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου θα συνεχίσει να υποχωρεί έχοντας ως αποτέλεσμα την ύφεση»,  η οποία με τη σειρά της θα προκαλέσει επιβράδυνση στην οικονομία της Πορτογαλίας για όλη τη διάρκεια του επόμενου έτους. Είναι σαφές ότι το πρόβλημα του χρέους δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί με το σημερινό μίγμα λιτότητας, αύξησης της φορολογίας και ενέσεων ρευστότητας από την ΕΚΤ. «Η ύφεση στην ευρωζώνη θα δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους. Οι τρέχουσες εκτιμήσεις για τον προϋπολογισμό πολλών χωρών [...] θα αποδειχθούν σύντομα υπερβολικά αισιόδοξες. Αυτό θα προκαλέσει περαιτέρω αποσταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών [...]. Παρότι οι εκτιμήσεις μας δεν υποθέτουν άτακτες χρεοκοπίες χωρών και κατάρρευση τραπεζών ως αποτέλεσμα της έλλειψης αξιοπιστίας, ο κίνδυνος μιας τέτοιας εξέλιξης είναι υπαρκτός και σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί, η ύφεση θα βαθύνει σε ανυπολόγιστο βαθμό».

    Η προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ της δυνατότητας των κρατών να ασκήσουν πολιτική περιορίζοντας το δημόσιο χρέος τους, αφενός, και της επανατοποθέτησης της πραγματικής οικονομίας σε βιώσιμη πορεία, αφετέρου, δεν είναι πια ρεαλιστική για πολλές χώρες αν οι διεθνείς εξελίξεις συνεχιστούν στην ίδια βάση. Σε ένα υφεσιακό περιβάλλον είναι βέβαιο ότι η κρίση χρέους θα δημιουργήσει μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση.

    Φυσικά, η αναδιαμόρφωση του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι απαραίτητη, η υλοποίησή της όμως δεν πρέπει να καταλήξει σε μεγαλύτερη πτώση των πραγματικών επενδύσεων ή παύση πληρωμών στην κοινωνική ασφάλιση.

    Ο τρόπος να ξεφύγει η Ευρώπη από την παγίδα του χρέους μπορεί να βρεθεί μόνο μέσω ενός προσεκτικά σχεδιασμένου προγράμματος οικονομικής ανασυγκρότησης. Παρότι στοιχεία ενός τέτοιου ευρωπαϊκού Νιου Ντιλ αναφέρονται συχνά στον δημόσιο διάλογο, λείπει μια ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ένας ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος που θα τα εκφράσει. Ένας λόγος γι’ αυτό είναι ότι τα κινήματα, τα συνδικάτα, οι κοινωνικές οργανώσεις, τα αριστερά κόμματα είναι ακόμα διαχωρισμένα κοινωνικά και εθνικά. Για να είναι αποτελεσματική η κινητοποίηση, όμως, χρειάζεται μια κοινή αριστερή ατζέντα και αριστερά δίκτυα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όσο δεν συμβαίνει αυτό, η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου θα παραμείνει κραταιά με ό,τι κινδύνους συνεπάγεται αυτό για το μέλλον της Ευρώπης.

    Μετάφραση: Έλενα Παπαδοπούλου


Related articles