• Η αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και του μοντέλου απασχόλησης στην Ελλάδα

  • 24 Jan 12 Posted under: Αυστρία , Reviews


  • 1.    Εισαγωγή
    Το ξέσπασμα της κρίσης δημόσιου χρέους στα τέλη του 2009 σήμανε την κατάρρευση του ελληνικού μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης της περιόδου 1994–2008, κεντρικό χαρακτηριστικό του οποίου ήταν ο υψηλός δανεισμός του δημοσίου. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζονταν από τη δύσκολη μετάβαση ενός καθοδηγούμενου από το κράτος, ή «κρατικοδίαιτου», μοντέλου καπιταλισμού προς ένα μοντέλο φιλελεύθερου καπιταλισμού. Η προετοιμασία και η ένταξη στην ΟΝΕ ήταν καθοριστικοί μοχλοί της συγκεκριμένης μετάβασης. Όπως συνέβη και στις υπόλοιπες χώρες στην περιφέρεια της ευρωζώνης, έτσι και στη χώρα μας, η σημαντική οικονομική μεγέθυνση και επενδυτική δραστηριότητα της περιόδου 1994-2008 συγκάλυψαν τα ευάλωτα σημεία του μοντέλου ανάπτυξης, που ήταν το υψηλό δημόσιο χρέος, το τεράστιο εξωτερικό έλλειμμα και το υψηλό ποσοστό ανεργίας των γυναικών και των νέων. Αυτό το μεταβατικό μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης εξόκειλε, με την πρόσκρουσή του στους σκοπέλους της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος αποδείχθηκε η αχίλλειος πτέρνα του και οδήγησε στην κρίση χρέους και την οικονομική κηδεμονία της χώρας από τους δανειστές της.
    Όπως γνωρίζουμε, η εφαρμογή των πολιτικών και μέτρων του Μνημονίου και του (υπό αναθεώρηση) Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος 2012-2015, ως αντάλλαγμα της χρηματοδοτικής στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τις χώρες της ευρωζώνης και το ΔΝΤ, έχουν ως βασικούς στόχους τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την «εσωτερική υποτίμηση». Αποσκοπούν και συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος στην Ελλάδα, με τη συντριβή των αντιστάσεων ευρύτατων κοινωνικών τάξεων και ομάδων, που εμπόδιζαν την περίοδο 1994-2008 τη μετάβαση σε ένα φιλελεύθερο μοντέλο καπιταλισμού. Μισθωτοί και συνταξιούχοι, ανεξάρτητοι επαγγελματίες και μικρομεσαία επιχειρηματικά στρώματα βλέπουν τις δουλειές τους να χάνονται, τις ζωές τους και αυτές των οικογενειών τους να ανατρέπονται και την επιβίωσή τους να απειλείται, ενώ οι νέοι και οι νέες βλέπουν το μέλλον τους να υπονομεύεται.
    Σ’ αυτό το άρθρο θα περιορίσουμε την ανάλυσή μας στις ανατροπές που έφερε η νεοφιλελεύθερη απάντηση στην κρίση δημόσιου χρέους στο μοντέλο εργασιακών σχέσεων και την αγορά εργασίας στην Ελλάδα.

    2.    Εργασιακές σχέσεις και αγορά εργασίας πριν την κρίση
    Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1980, οι εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα συγκρουσιακές, με κύριο χαρακτηριστικό τον μεγάλο αριθμό απεργιών • αποτέλεσμα της ταξικής ιδεολογίας του συνδικαλιστικού κινήματος και του ρόλου της Αριστεράς στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας και την αντίσταση στη δικτατορία. Άλλο χαρακτηριστικό του μοντέλου εργασιακών σχέσεων ήταν η ισχυρή παρέμβαση του κράτους στον καθορισμό των μισθών (εισοδηματική πολιτική, υποχρεωτική διαιτησία). Τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 σημειώθηκε υποχώρηση της σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας και εξασθένιση της κρατικής παρέμβασης. Το 1990 καταργήθηκε το σύστημα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών και ψηφίστηκε ο νόμος για τις «ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις», που άλλαξε τη δομή τους και αντικατέστησε την κρατικά ελεγχόμενη υποχρεωτική διαιτησία που ίσχυε από το 1955 με έναν ανεξάρτητο φορέα μεσολάβησης και διαιτησίας. Ως εκ τούτου, το ποσοστό διαιτητικών αποφάσεων στον σύνολο των συλλογικών συμβάσεων μειώθηκε δραστικά. Η απεργιακή δραστηριότητα μειώθηκε επίσης σημαντικά στη δεκαετία του 1990. Η ύφεση του 1990-1993, ο ιδεολογικός αντίκτυπος που είχε η κατάρρευση του κομμουνιστικού μπλοκ στις συνδικαλιστικές παρατάξεις της Αριστεράς και η επικράτηση της ΝΔ στις εκλογές του 1990 με τον Κ. Μητσοτάκη, συνέβαλαν ώστε το συνδικαλιστικό κίνημα να υιοθετήσει, στην πλειοψηφία του, έναν ρόλο και μία αντίληψη «κοινωνικού εταίρου», σε αντίθεση με τη συγκρουσιακή προσέγγιση που είχε κατά την προηγούμενη περίοδο (Καραμεσίνη 2009). Η διαδικασία δημιουργίας της ΟΝΕ με την υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος στην ΕΕ ήταν ένας επιπλέον καθοριστικός παράγοντας για την άμβλυνση των συγκρούσεων στις εργασιακές σχέσεις. Η δημιουργία θεσμών κοινωνικού διαλόγου και η επίτευξη κοινωνικής συναίνεσης γύρω από την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ έπεισε τα σωματεία να μετριάσουν τις μισθολογικές τους διεκδικήσεις (Κουζής 2002).
    Το κεντρικό χαρακτηριστικό του ελληνικού συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι η εθνική διαπραγμάτευση για τον κατώτατο μισθό και τους βασικούς μισθούς ανά κλάδο ή επάγγελμα. Οι επιχειρησιακές συμβάσεις είναι σχετικά λίγες. Εάν εξαιρέσουμε τον δημοσιοϋπαλληλικό συνδικαλισμό, ο ισχυρότερος πυλώνας του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 ήταν οι ΔΕΚΟ και οι τράπεζες, των οποίων οι συνδικαλιστές επικρατούσαν στην ηγεσία της ΓΣΕΕ σε όλη αυτή την περίοδο. Εξαιτίας της υψηλής συνδικαλιστικής πυκνότητας, της προστασίας της απασχόλησης και της δυνατότητάς τους να κινητοποιούν τα μέλη τους, τα σωματεία των ΔΕΚΟ και των τραπεζών ήταν επίσης ο κεντρικός πυλώνας των γενικών απεργιών, που ενίσχυαν τη διαπραγματευτική ισχύ της ΓΣΕΕ κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Ο ρόλος της τελευταίας είναι καίριος για το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθώς δεν καθορίζει μόνο το ύψος του εθνικού κατώτατου μισθού, αλλά και τις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας όλων των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα (χρόνος εργασίας, άδειες, δικαιώματα μερικώς απασχολούμενων, όροι απασχόλησης μαθητευόμενων και φοιτητών σε πρακτική άσκηση, δικαιώματα ίσης μεταχείρισης, αποζημιώσεις απόλυσης κ.ο.κ.). Από τη δεκαετία του 1980, τα σωματεία εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα χρησιμοποιούσαν κατά τις διαπραγματεύσεις τους με τις εργοδοτικές οργανώσεις τις αυξήσεις του εθνικού κατώτατου μισθού ως βάση και το υψηλότερο ποσοστό που είχαν πετύχει οι ομοσπονδίες των ΔΕΚΟ και των τραπεζών ως πλαφόν των διεκδικήσεών τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις στις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες αποσυνδέθηκαν από αυτές ανάμεσα στη ΓΣΕΕ και τις κύριες εργοδοτικές οργανώσεις για τον κατώτατο μισθό. Έτσι καταργήθηκε ένας βασικός μηχανισμός συνάρθρωσης των διαπραγματεύσεων, που βοηθούσε στη διαπραγμάτευση των μισθών στους λιγότερο συνδικαλισμένους κλάδους και επαγγέλματα (Ιωάννου 2000).
    Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν δραστικά την τριετία 1990-1993 (3,2% ετήσια κατά μέσο όρο), ενώ την περίοδο 1993-2000 αυξήθηκαν λίγο λιγότερο απ’ ότι η παραγωγικότητα της εργασίας. Αν και η στάση των εργοδοτικών οργανώσεων στις διαπραγματεύσεις για τους μισθούς σκλήρυνε μετά την ένταξη στην ΟΝΕ (Ιωάννου 2010), το διάστημα 2001-2007 οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν λίγο περισσότερο από την παραγωγικότητα της εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι, εάν εξαιρέσουμε την τριετία 1990-1993 και τη διετία 1985-1987, οπότε και πάλι είχαν μειωθεί δραστικά οι πραγματικοί μισθοί λόγω της δια νόμου αναστολής των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της επιβολής  εισοδηματικής πολιτικής (σταθεροποιητικό πρόγραμμα Σημίτη), την περίοδο 1993-2008 το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα δεν επέτρεψε την πρωτογενή αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των κερδών και εις βάρος των μισθών των Ελλήνων εργαζομένων, μέσω αποκλίσεων στις αυξήσεις των πραγματικών μισθών σε σχέση με αυτές της παραγωγικότητας της εργασίας. Ούτε όμως ανέκτησε τις απώλειες των περιόδων 1985-1987 και 1990-1993 ως προς το μερίδιο των μισθών στο εγχώριο προϊόν και εισόδημα.
    Κεντρικό στοιχείο του παραδοσιακού ελληνικού εργασιακού μοντέλου ήταν η ισχυρή προστασία κατά των απολύσεων των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα με συμβάσεις αορίστου χρόνου, ιδιαίτερα των υπαλλήλων. Ακόμα ισχυρότερη ήταν η προστασία των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ. Την περίοδο 1994-2008 η Ελλάδα ανήκε στις 2-3 χώρες του ΟΟΣΑ με την ισχυρότερη νομοθετική προστασία από τις απολύσεις. Η ισχυρή προστασία κατά των απολύσεων παρέμεινε άθικτη τα τελευταία είκοσι χρόνια, με μοναδική εξαίρεση έναν νόμο του 2005 που καταργούσε για τους νεοπροσληφθέντες την υψηλότερη προστασία που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι των ΔΕΚΟ, σε σχέση με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα.
    Στον αντίποδα της προστατευμένης μισθωτής απασχόλησης βρίσκεται η εκτεταμένη αδήλωτη/ανασφάλιστη εργασία, η οποία αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας και μπορεί να συνδυάζεται με άλλες μορφές ευελιξίας ως προς την απασχόληση (μερική, προσωρινή εργασία κλπ.). Η αδήλωτη/ανασφάλιστη εργασία διογκώθηκε υπέρμετρα κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, κυρίως λόγω της μαζικής μετανάστευσης και της μη νόμιμης παραμονής και εργασίας πλήθους μεταναστών στη χώρα μας.
    Την τελευταία εικοσαετία πριν την κρίση, όμως, εισήχθησαν επίσης νέες ευέλικτες μορφές απασχόλησης και διευθέτησης του χρόνου εργασίας στις επίσημες εργασιακές σχέσεις, πέραν των παραδοσιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, η αντίσταση των συνδικάτων μετρίασε το βαθμό ευελιξίας που προσπάθησαν να επιβάλουν οι κυβερνήσεις και διασφάλισε μία σχετικά ικανοποιητική (σε ευρωπαϊκή σύγκριση) προστασία των επίσημα εργαζόμενων με αυτές τις μορφές απασχόλησης, όπως οι μερικώς απασχολούμενοι, ενώ το κίνημα των συμβασιούχων του δημόσιου τομέα οδήγησε το 2003 και 2004 σε περιορισμό της ανεξέλεγκτης επέκτασης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και έργου στο δημόσιο τομέα.
    Το 2008, η Ελλάδα είχε το χαμηλότερο ποσοστό μερικώς απασχολούμενων και εργαζομένων με ευέλικτα ωράρια εργασίας στην πρώην ΕΕ των 15, ενώ το ποσοστό συμβασιούχων ορισμένου χρόνου ήταν χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ των 27. Ταυτόχρονα, όμως πολλαπλασιάζονταν οι συμβάσεις έργου και ανεξάρτητων υπηρεσιών μεταξύ μισθωτών, οι συμβάσεις STAGE και ο δανεισμός εργαζομένων μέσω εταιρειών προσωρινής απασχόλησης, ενώ η ανασφάλιστη και η αδήλωτη εργασία παρέμενε σε πολύ υψηλά επίπεδα, διαρκώς τροφοδοτούμενη από τις μεταναστευτικές ροές, την παραοικονομία και τις μόνιμες ανεπάρκειες των ελεγκτικών μηχανισμών.
    Άρα, λίγο πριν το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζονταν από έναν έντονο δυϊσμό. Ένα μεγάλο τμήμα εργαζόμενων απολάμβανε υψηλή προστασία της απασχόλησης και πλήρη εργασιακά δικαιώματα, ενώ ένα άλλο τμήμα δούλευε με ευέλικτες και επισφαλείς μορφές απασχόλησης ή και χωρίς δικαιώματα. Αυτές οι μορφές απασχόλησης συγκεντρώνονταν, σχεδόν εξ' ολοκλήρου στους νέους, τις γυναίκες και τους μετανάστες. Τέλος, το 2008, η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων εκτός γεωργίας στην ΕΕ των 27, όχι μόνο λόγω της μεγάλης συμμετοχής των μικρών επιχειρήσεων στον παραγωγικό ιστό του δευτερογενή τομέα, αλλά και λόγω πλήθους ρυθμίσεων σε μεγάλο αριθμό επαγγελμάτων των υπηρεσιών, που ευνοούσαν την αυτοαπασχόληση και απέτρεπαν τη συγκέντρωση του κεφαλαίου στους αντίστοιχους κλάδους. Η ανοχή της φοροδιαφυγής και η ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση στα ελευθέρια επαγγέλματα δημιουργούσε επίσης συνθήκες διευρυμένης αναπαραγωγής τους.
    Τα θετικά στοιχεία του μοντέλου ανάπτυξης και των εργασιακών σχέσεων της περιόδου 1994-2008 ήταν για τους μισθωτούς: η αύξηση των πραγματικών μισθών σύμφωνα με την παραγωγικότητα της εργασίας, η σταθερότητα της απασχόλησης για το μεγαλύτερο μέρος των μισθωτών (88,5% του συνόλου των στατιστικά καταγεγραμμένων το β’ τρίμηνο του 2008) και η σταθερή αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των γυναικών. Αντίθετα, τα αρνητικά στοιχεία του μοντέλου ανάπτυξης και των εργασιακών σχέσεων ήταν οι μεγάλες ανισότητες μεταξύ μισθωτών, λόγω της συγκέντρωσης των ευέλικτων μορφών εργασίας και της αδήλωτης/ ανασφάλιστης εργασίας στους νέους και τις γυναίκες και τους μετανάστες. Τέλος, οι νέοι και οι γυναίκες – όχι όμως οι μετανάστες – αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο ανεργίας, παρά τον υψηλό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και την πτωτική τάση του ποσοστού ανεργίας.
    3.    Κρίση χρέους και ανατροπή του εργασιακού μοντέλου
    Το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2012-2015 περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό θεσμικών αλλαγών της αγοράς εργασίας και προϊόντων, που αποδιαρθρώνουν το μοντέλο απασχόλησης της Ελλάδας και αποδιαρθρώνουν τις εργασιακές σχέσεις, υπονομεύοντας τα εργασιακά δικαιώματα, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τη δύναμη των συνδικάτων. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές εξυπηρετούν ταυτόχρονα πολλούς σκοπούς: τη μείωση του μισθολογικού κόστους και τη ριζική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα· τη δημιουργία ευκαιριών για συγκέντρωση κεφαλαίου στις υπηρεσίες μέσω της σημαντικής μείωσης της αυτοαπασχόλησης· και την εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή δραστικές μειώσεις των ονομαστικών μισθών στον ιδιωτικό τομέα.
    3.1 Δραστική μείωση της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα και της
          αυτοαπασχόλησης
    Η περικοπή της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού άμεσων μέτρων (περιορισμός των προσλήψεων, εργασιακή εφεδρεία, απολύσεις) και έμμεσων μέτρων (κατάργηση, αναδιάρθρωση και ιδιωτικοποίηση δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων). Όσο για την αυτοαπασχόληση, αυτή περιορίζεται από έναν συνδυασμό παραγόντων. Πρώτον, η ύφεση ασκεί μεγάλη πίεση στους αυτοαπασχολούμενους και τους μικροεπιχειρηματίες, οδηγώντας σε μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων. Δεύτερον, η κυβέρνηση έχει άρει τους περιορισμούς στον ανταγωνισμό, την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και το εμπόριο για περισσότερα από εκατό ρυθμισμένα - «κλειστά» - επαγγέλματα. Αυτό εντείνει τον ανταγωνισμό και έχει μειώσει τις ελάχιστες αμοιβές/έσοδα, σε μια εποχή που η ζήτηση μειώνεται δραματικά, οδηγώντας μεγάλο αριθμό αυτοαπασχολούμενων εκτός αγοράς. Αναμένεται συγκέντρωση κεφαλαίου στις αντίστοιχες δραστηριότητες.
    3.2 Μείωση της προστασίας της απασχόλησης και αύξηση της
          ευελιξίας
    Το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2012-2015 έβαλαν επίσης στο στόχαστρο τα εργασιακά δικαιώματα των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα. Μέχρι σήμερα έχουν νομοθετηθεί τα ακόλουθα μέτρα: μείωση στο μισό της περιόδου προειδοποίησης και του ύψους της αποζημίωσης για ατομικές απολύσεις· αύξηση του ελάχιστου ορίου για μαζικές απολύσεις· εργασιακή εφεδρεία και προ-συνταξιοδότηση στον δημόσιο τομέα· επέκταση της δοκιμαστικής περιόδου για τις νέες προσλήψεις από τρεις σε δώδεκα μήνες· αύξηση της μέγιστης σωρευτικής διάρκειας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου στα τρία χρόνια και διευκόλυνση της κατ’ εξαίρεση χρήσης τους· επέκταση της μέγιστης διάρκειας των διαστημάτων απασχόλησης για τους εργαζόμενους των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης από τους 18 στους 36 μήνες· επέκταση της μέγιστης διάρκειας της εκ περιτροπής εργασίας σε επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες από τους έξι στους εννέα μήνες ανά έτος· δυνατότητα μερικής απασχόλησης στις ΔΕΚΟ· κατάργηση της μισθολογικής προσαύξησης 10% για τους μερικώς απασχολούμενους που απασχολούνται πολύ λίγες ώρες· μείωση της αποζημίωσης για υπερωρίες κατά 20%· αύξηση του εβδομαδιαίου χρόνου απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση από 37,5 σε 40 ώρες· διευκόλυνση της διευθέτησης του χρόνου εργασίας.
    Τα σημαντικότερα από τα παραπάνω μέτρα είναι αφενός η διευκόλυνση των ατομικών και ομαδικών απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, αφετέρου η εργασιακή εφεδρεία και η προ-συνταξιοδότηση, ισοδύναμες με απόλυση, στον δημόσιο τομέα. Τα επόμενα χρόνια επίκεινται περισσότερες απολύσεις από το δημόσιο τομέα μέσω της διαδικασίας των ιδιωτικοποιήσεων. Τα μέτρα αυτά οδηγούν στη διάλυση του βασικού χαρακτηριστικού του ελληνικού μοντέλου απασχόλησης, δηλαδή της ισχυρής νομοθετικής προστασίας της απασχόλησης.
    3.3    Κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, επέκταση της
    ατομικής διαπραγμάτευσης, συντριβή των συνδικάτων
    Το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα έχουν επιφέρει τις ακόλουθες αλλαγές στο σύστημα προσδιορισμού των μισθών, με στόχο τη συντριβή των συνδικάτων, την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την επέκταση της ατομικής διαπραγμάτευσης στον ιδιωτικό τομέα:
    α) Το εύρος της συλλογικής διαπραγμάτευσης για τον εθνικό κατώτατο μισθό μειώθηκε με τον καθορισμό μισθών χαμηλότερων του κατώτατου μισθού για μαθητευόμενους ηλικίας 15 έως 18 ετών και για νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας έως 25 ετών, 70% και 84% του κατώτατου μισθού αντίστοιχα.
    β) Το εύρος της μεσολάβησης και της διαιτησίας έχει περιοριστεί στους βασικούς μισθούς, αποδυναμώνοντας έτσι τα συνδικάτα έναντι της αδιαλλαξίας των εργοδοτικών οργανώσεων στις διαπραγματεύσεις για άλλα θέματα.
    γ) Η συλλογική διαπραγμάτευση για τους μισθούς ανεστάλη σε όλες τις ΔΕΚΟ, τους δημόσιους φορείς και τις επιχειρήσεις το 2010 και το 2011, όπου είχαν επιβληθεί περικοπές στους ονομαστικούς μισθούς βάσει νόμου. Το προσφάτως ψηφισθέν «πολυνομοσχέδιο», που τέθηκε σε ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 2011, επέφερε ακόμα σημαντικότερες περικοπές επιβάλλοντας μισθολογικά πλαφόν για το διοικητικό προσωπικό – σύμφωνα με το νέο μισθολόγιο των δημόσιων υπαλλήλων – και καθορίζοντας το κατά κεφαλήν μηνιαίο μισθολογικό κόστος σε αυτές τις επιχειρήσεις στα 1.900 ευρώ. Εν κατακλείδι, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις έχουν πλέον πρακτικά πεθάνει στις ΔΕΚΟ και τις άλλες δημόσιες επιχειρήσεις, που αποτελούσαν, πριν από την κρίση, τον ισχυρότερο πυλώνα του συνδικαλιστικού κινήματος.
    δ) Αναστολή μέχρι το 2012-13 της επέκτασης από τον Υπουργό Εργασίας της κάλυψης από τις κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις σε εργαζόμενους που δεν είναι μέλη σωματείων ή απασχολούνται σε επιχειρήσεις που δεν ανήκουν σε εργοδοτικούς φορείς. Αυτό προβλέπεται ότι θα οδηγήσει πολλές επιχειρήσεις να αποσυρθούν από τις εργοδοτικές οργανώσεις, υπονομεύοντας τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και προωθώντας τις ατομικές διαπραγματεύσεις μισθών μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.
    ε) Σε περίπτωση συρροής ρυθμίσεων για ίδια θέματα, οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις υπερισχύουν των κλαδικών, ακόμα και αν οι προβλέψεις τους είναι λιγότερο ευνοϊκές για τον εργαζόμενο. Επίσης, οι επιχειρησιακές συμβάσεις μπορούν τώρα να υπογράφονται όχι αποκλειστικά από σωματεία, αλλά και από ενώσεις προσώπων που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τα τρία πέμπτα του προσωπικού της επιχείρησης, το οποίο, στις μικρές εταιρείες, μπορεί εύκολα να ενδώσει στη χειραγώγηση του εργοδότη.
    Πέρα από τις θεσμικές αλλαγές, η μεγάλη αύξηση στις απολύσεις και την ανεργία αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο τα συνδικάτα. Σχεδόν όλες οι συλλογικές συμβάσεις που ολοκληρώθηκαν στην περίοδο 2010-11 προβλέπουν πάγωμα των μισθών. Το καλοκαίρι του 2010, η ΓΣΕΕ υπέγραψε μια συλλογική σύμβαση με ορίζοντα τριών ετών, η οποία προβλέπει πάγωμα του εθνικού κατώτατου μισθού το 2010 και μέση ετήσια αύξηση κάτω από 1% για το διάστημα 2010-12. Αν και ο πληθωρισμός το 2010 έφτασε το 4,7% και αναμένεται να κλείσει στο 3% το 2011, κατά τη διαπραγμάτευση για την εκταμίευση της έκτης δόσης του δανείου των χωρών της ευρωζώνης και του ΔΝΤ, η τρόικα ζήτησε την κατάργηση της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Αν και αυτό δεν έγινε προς το παρόν αποδεκτό από την ελληνική κυβέρνηση, το θέμα θα επανέλθει σύντομα στις επόμενες διαπραγματεύσεις για την έβδομη δόση. Η κατάργηση της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας θα σημάνει το οριστικό τέλος των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Ελλάδα, το τέλος των συνδικάτων και την πλήρη επικράτηση του νόμου της ζούγκλας στις ατομικές εργασιακές σχέσεις.
    4.    Συμπεράσματα
    Η κρίση δημόσιου χρέους αποτέλεσε και αποτελεί μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τις ισχυρές μερίδες του εγχώριου κεφαλαίου και των ξένων υποστηρικτών του, για την πλήρη αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων στη χώρα μας και την αποκαθήλωση των συλλογικών και ατομικών εργασιακών δικαιωμάτων, που κατακτήθηκαν μέσα από μακροχρόνιους κοινωνικούς αγώνες. Την ίδια στιγμή επιχειρείται αλλαγή στο μοντέλο απασχόλησης, με τη συρρίκνωση της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, της προστασίας της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα και της αυτοαπασχόλησης. Η υπονόμευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η απορρύθμιση των επαγγελμάτων, σε συνθήκες μαζικής και καλπάζουσας ανεργίας, οδηγούν τους εργαζόμενους σε ατομική διαπραγμάτευση με τους εργοδότες «με την πλάτη στον τοίχο» και τους αυτοαπασχολούμενους και μικροεπιχειρηματίες στην προλεταριοποίηση.
    Στο στόχαστρο των πολιτικών και μέτρων, που σφυροκοπούν το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας στη χώρα μας εδώ και ενάμισι χρόνο, βρίσκονται τα πιο προστατευμένα στρώματα της μισθωτής εργασίας, τα συνδικάτα τους και οι αυτοαπασχολούμενοι. Η πλήρης καθυπόταξή τους μεσοπρόθεσμα και η μαζική ανεργία θα συμπαρασύρουν στην πράξη τα όποια εργασιακά δικαιώματα διασωθούν «στα χαρτιά». Με αυτόν τον τρόπο, θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ξένες επενδύσεις και έξοδο από την κρίση. Αυτή τουλάχιστον είναι η στρατηγική των συντακτών των Μνημονίων και των Μεσοπρόθεσμων και των υποστηρικτών τους. Εκτός και εάν οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες στη χώρα μας και την Ευρώπη, σε συνδυασμό με τον συστημικό κίνδυνο που συνιστά η κατάρρευση της ευρωζώνης για την Ε.Ε. και την παγκόσμια οικονομία, βάλουν φρένο στην πορεία κοινωνικής οπισθοδρόμησης και δημιουργήσουν τις ιδεολογικές και κοινωνικο-πολιτικές προϋποθέσεις για μία αντιστροφή της σημερινής τάσης.
    Βιβλιογραφία
    Ιωάννου, Χ. (2000) ‘Social pacts in Hellenic industrial relations: Odysseus of Sisyphus?’ στο G. Fajertag and P. Pochet (eds), Social pacts in Europe – new dynamics, Βρυξέλλες: ETUI (2nd edition), σελ. 219 –236.
    Ιωάννου, Χ. (2010) ‘Odysseus or Sisyphus revisited: failed attempts to conclude social-liberal pacts in Greece’, στο P. Pochet, M. Keune and D. Natali (eds), After the euro and enlargement: social pacts in the European Union, Βρυξέλλες: Observatoire Social Européen & ETUI, σελ. 83 – 108.   
    Καραμεσίνη, M. (2009) ‘From a state-led familistic to a liberal partly de-familialized capitalism: the difficult transition of the Greek model’, στο G. Bosch, S. Lehndorff and J. Rubery, European employment models in flux: a comparison of institutional change in nine European countries, Basingstoke: Palgrave Macmillan, σελ. 223 – 246. 
    Κουζής, Γ. (2002) «Οι αλλαγές των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα», στο Π. Γετίμης κ.α. (επιμ.), Επετηρίδα Εργασίας 2002, Αθήνα: ΙΑΠΑΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο.


Related articles