• Διαγραφες χρεών και κινηματικές προϋποθέσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη

  • 24 Jan 12 Posted under: Contemporary Capitalism
  • Διαγραφή χρεών και κινηματικές προϋποθέσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη

    Καθώς η κρίση του χρέους επεκτείνεται με γρήγορους ρυθμούς στην Ευρώπη και οι τράπεζες βάζουν στο στόχαστρο την καρδιά της ευρωζώνης, επιβεβαιώνεται ότι οι διαπραγματευτές των μνημονίων - και από τις δύο πλευρές - δεν έχουν τη δυνατότητα να σχεδιάσουν υλοποιήσιμα προγράμματα: Τα μέτρα και οι πολιτικές λιτότητας φαίνονται αποδοτικά στα χαρτιά, αλλά οι επιθέσεις κατά της εργασίας αποδιοργανώνουν την οικονομία και τη δημόσια διοίκηση και οι μειώσεις δαπανών και μισθών συρρικνώνουν τις πηγές από τις οποίες αναμένεται άντληση νέων πόρων. Ο συνδυασμός αυτών των εξελίξεων έχει δημιουργήσει το κλίμα αβεβαιότητας που γεννάει τις πολλαπλές εκδοχές για το μέλλον του ευρώ και της ευρωζώνης.
    Το ελληνικό παράδειγμα όμως δείχνει και κάτι άλλο σχετικά με τις κατευθύνσεις που υιοθετεί η “τροϊκανή” διαχείριση της κρίσης του χρέους: την ίδια στιγμή που αποδεικνύεται ότι η λογική των μνημονίων δεν αποδίδει, αντί να επιλεγεί η - κατ’ αρχήν αποδεκτή - λογική της διαγραφής χρεών ώστε να ακολουθήσουν οι οικονομίες υλοποιήσιμες στρατηγικές, οι τράπεζες παριστάνουν ότι συμμετέχουν στην όλη προσπάθεια, αλλά τελικά ζητούν και επιτυγχάνουν τη βοήθεια των ευρωπαϊκών αρχών για να αυξηθεί εκ νέου ο δανεισμός (και επομένως το δημόσιο χρέος) ώστε να συνεχιστεί η εξυπηρέτηση της πλειοψηφίας των χρεών και άρα η κερδοφορία των τραπεζών. Δεν αναζητείται παραγωγικός και αναπτυξιακός προσανατολισμός για την οικονομία, αλλά ο αδιέξοδος συνδυασμός μεγαλύτερου χρέους και μεγαλύτερης λιτότητας.
    Η ελληνική κρίση και η αποτυχημένη διαχείρισή της δεν είναι όμως μια εξαίρεση (όπως έκρινε σκόπιμο να υποστηρίξει για άλλη μια φορά η απόφαση της 27ης Οκτωβρίου), αλλά η προαγγελία εντατικοποίησης των πολιτικών λιτότητας, χωρίς όμως αυτές να εντάσσονται σε μια στρατηγική σταθεροποίησης της ευρωζώνης ή των εθνικών οικονομιών. Από την άλλη πλευρά, οι αντιστάσεις στον κυρίαρχο σήμερα προσανατολισμό και οι προσπάθειες αναζήτησης εναλλακτικών πολιτικών σε κάθε χώρα, βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ενιαίο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και με τις ενιαίες πολιτικές της “τρόϊκας”. Έτσι, παρόλο που οι κοινωνικές κινητοποιήσεις και οι πολιτικές εξελίξεις οι οποίες μπορούν να ανατρέψουν αυτό τον προσανατολισμό θα γεννηθούν μέσα από εθνικές δυναμικές, θα έχουν εκ των πραγμάτων ευρωπαϊκές διαστάσεις, και θα επηρεάσουν τις κινηματικές διαδικασίες των άλλων χωρών, όπως και τις όποιες πολιτικές ή θεσμικές μεταβολές στην ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
    Σε αυτό το περιβάλλον είναι αναγκαίο να δοθούν απαντήσεις που αφορούν ταυτόχρονα εθ-νικές και ευρωπαϊκές προσεγγίσεις. Στην πραγματικότητα η ανασυγκρότηση κοινωνικών κινημάτων και πολιτικών στρατηγικών ικανών να εκφράσουν τις άμεσες και μακροπρόθεσμες ανάγκες των εργαζομένων και των πολιτών σε κάθε χώρα πρέπει να συμβαδίσει με απαντήσεις σε ζητήματα πολιτικών και θεσμικών πρακτικών σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Η εντύπωση ότι μπορεί να απαλλαγεί μια χώρα από αυτό το συνδυασμό προσεγγίσεων, είναι ένα διαδεδομένο λάθος, καθώς είναι πολλοί αυτοί που θεωρούν λ.χ. ότι η έξοδος από τη ζώνη του ευρώ θα επιτρέψει στην Ελλάδα να παραμερίσει την ανάγκη να διαπραγματευθεί την αποπληρωμή του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού, χρέους, ή ότι μια τόσο “ριζοσπαστική” στάση θα διευκολύνει - με έναν ακατανόητο τρόπο - την αντιμετώπιση των “εσωτερικών” προβλημάτων που αφορούν κυρίως τις νέες κοινωνικές συμμαχίες ή τους νέους παραγωγικούς προσανατολισμούς σε κάθε χώρα.
    Η συζήτηση και διαπραγμάτευση σχετικά με το δημόσιο χρέος του κάθε κράτους αναδεικνύει τις διάφορες πλευρές της διαχείρισης του χρέους που συνδέονται στενά μεταξύ τους και μπορούν να οδηγήσουν η μία στην άλλη. Ο πρώτος βαθμός της επιχειρηματολογίας σε μια τέτοια διαπραγμάτευση είναι αυτή που συνδέει το ύψος και το κόστος της διαχείρισης του χρέους με το κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τη χώρα. Παρά τα επιχειρήματα περί νομιμοποιημένου ή όχι χρέους, αυτό που τελικά μετράει είναι η δυνατότητα των εκπροσώπων μιας κοινωνίας να πείσουν ότι δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να δεχθούν τη συνέχιση της υπάρχουσας κατάστασης και ζητούν διαγραφή, αναδιάρθρωση, ή εξυπηρέτηση υπό όρους (όπως έκανε η Ομοσπονδιακή Γερμανία το 1953). Η μέθοδος αυτή δεν έχει πραγματικά δοκιμαστεί στην Ευρώπη, γιατί καμιά κυβέρνηση δεν είχε την πρόθεση να συγκρουστεί με τις τράπεζες (ενώ ακόμα και μια τέτοια επιλογή για “οπορτουνιστικούς” λόγους θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου των κοινωνικών αιτημάτων), αλλά μπορεί κανείς εύκολα να στοιχηματίσει ότι θα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής σε πολλές χώρες, αν φρόντιζε να μην εμφανιστεί ως ένα πλήγμα για τα λαϊκά εισοδήματα άλλων χωρών.
    Η διαγραφή χρεών σε πολλές χώρες της ευρωζώνης οδηγεί στη συνέχεια στο να τεθεί, τόσο το ζήτημα της μεταρρύθμισης του πλαισίου λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όσο και το ζήτημα της ευρύτερης αναδιανομής εισοδήματος στην οποία θα ήταν λογικό, αλλά και πολιτικά καθοριστικό να ενταχθεί η διαγραφή δημόσιου χρέους. Πράγματι η διαγραφή χρεών προς τις τράπεζες σε μεγάλη κλίμακα θέτει το ζήτημα της ρευστότητας της οικονομίας, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά με την αλλαγή των κανόνων λειτουργίας της ΕΚΤ και τη δυνατότητά της να παρέμβει δημιουργώντας νέο χρήμα, το οποίο θα έπρεπε να διοχετευθεί στην οικονομία μέσω ενός δημόσιου τραπεζικού τομέα: μια μεταρρύθμιση που θέτει με τη σειρά της το ζήτημα του ελέγχου της ΕΚΤ από μια ευρωπαϊκή - αλλά ποιά; - πολιτική ηγεσία. Ο συνδυασμός της διαγραφής χρεών με πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος -κατά βάση στο εθνικό επίπεδο αλλά και στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής προσέγγισης- αποτελεί την εργαλειοθήκη μέσω της οποίας μπορούν να συγκροτηθούν κοινωνικές συμμαχίες που θα είναι αρκετά ισχυρές για να επιβάλουν έναν τέτοιο προσανατολισμό. Επιπλέον, προσφέρει λύσεις σε ζητήματα όπως το κόστος για τα ασφαλιστικά ταμεία από τη μείωση του δημόσιου χρέους, και της αναζήτησης πόρων για την αναπλήρωση αυτών των απωλειών.
    Τέλος, η ευρύτερη προσέγγιση της αντιμετώπισης της κρίσης χρέους μέσω της κατάργησης μεγάλου μέρους των χρεογράφων του ιδιωτικού τραπεζικού τομέα επί των δημοσίων οικονομικών, της κατάργησης του ελέγχου των ιδιωτικών τραπεζών επί της δημιουργίας χρήματος, και της υιοθέτησης μιας στρατηγικής αναδιανομής του εισοδήματος που αποτελεί και την πολιτική προϋπόθεση των αλλαγών αυτών (η διαγραφή χρέους ως αντεπίθεση των λαϊκών τάξεων και όχι ως διαχείριση που επιβάλλεται από τις τράπεζες), είναι αναπόφευκτη για την αποκατάσταση του ελέγχου επί των εθνικών οικονομικών στρατηγικών. Είναι όμως και αναγκαία για να δοθούν απαντήσεις σε ζητήματα οικονομικής στρατηγικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως η ενεργειακή στρατηγική και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η δημιουργία μιας νέας “κοινωνικής Ευρώπης” και η αντικατάσταση της άναρχης παγκοσμιοποίησης με την αναρρύθμιση των διεθνών οικονομικών σχέσεων με στόχο τον περιορισμό των ανισοτήτων και την αποτελεσματική καταπολέμηση της φτώχειας και της πείνας. Η απαλλαγή των χωρών με προβλήματα δημόσιου χρέους από τις πολιτικές λιτότητας και η αποκατάσταση του δημόσιου ελέγχου επί της δημιουργίας χρήματος και της τραπεζικής αγοράς, αποτελούν και τις προϋποθέσεις για να ολοκληρωθεί η μετάβαση από το δανεισμό για την εξυπηρέτηση ενός χρέους, στο δανεισμό για την υλοποίηση επενδυτικών προγραμμάτων με αναπτυξιακό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό προσανατολισμό.
    Η κάθε χώρα βρίσκεται όμως αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα: Η διαγραφή χρέους απαιτεί ισχυρή πολιτική βούληση (τελικά ισχυρό κίνημα), ενώ μια μεμονωμένη χώρα είναι αδύνατο να διεκδικήσει τη μεταρρύθμιση του πλαισίου λειτουργίας της ΕΚΤ/ Επιπλέον η επιδίωξη της επιστροφής σε μια εθνική κεντρική τράπεζα δεν εξασφαλίζει την ενίσχυση της θέσης της σε ότι αφορά το αρχικό ζητούμενο που είναι η διαγραφή χρέους. Με άλλα λόγια κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τη δύσκολη πορεία προς την ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων, που αφού γνωρίσουν κατ’ αρχάς επιτυχίες στο εσωτερικό μέτωπο και αξιοποιήσουν τη δυναμική τους για να ενισχύσουν τη διεκδίκηση για διαγραφή χρέους, θα καταλήξουν να επηρεάσουν, υπό απρόβλεπτες βέβαια συνθήκες, τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Και ενώ δεν είναι σήμερα δυνατό να γνωρίζουμε πώς θα διαμορφωθεί τα επόμενα χρόνια η σημερινή ζώνη του ευρώ, είναι προφανές ότι ακόμα και με το ενδεχόμενο μιας εξόδου της Ελλάδας από τη ζώνη αυτή, το ζήτημα του χρέους θα τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματε-ύσεων με εντελώς διαφορετικό τρόπο αν ισχυρά κοινωνικά κινήματα έχουν αποδείξει οτι έχουν πετύχει αξιόλογες νίκες στα εσωτερικά μέτωπα.
    Η προοπτική της απόσυρσης από το πεδίο των ευρωπαϊκών μαχών δεν έχει στην πραγματικότητα νόημα, γιατί αν οι εθνικοί κοινωνικοί αγώνες ακολουθήσουν μια ανοδική εξέλιξη, θα επηρεάσουν καθοριστικά τις υπόλοιπες χώρες που βρίσκονται σε παράλληλη πορεία, ενώ αν εγκαταλειφθεί η προσπάθεια να υπάρξει αλληλεπίδραση ή και συντονισμός των εθνικών κοινωνικών αγώνων, αυτό θα σημαίνει ότι τα εθνικά κινήματα είναι ασθενή ή βρίσκονται σε υποχώρηση. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ύπαρξη ισχυρών και απο-τελεσματικών κοινωνικών κινημάτων σε οποιαδήποτε χώρα θα ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό την  αποκατάσταση οικονομικών και κοινωνικών ισορροπιών. Αυτό σημαίνει ότι τα κινήματα είναι αποτελεσματικά, και επομένως ακόμα και σε μια μεμονωμένη χώρα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τη βελτίωση της αξιοπιστίας της εθνικής οικονομίας, δηλαδή η ικανότητά της να διαπραγματευθεί αναδιαρθρώσεις του χρέους της, καθώς και η ικανότητα της να συνάψει νέα δάνεια για την υλοποίηση ειδικών αναπτυξιακών επενδύσεων.
    Ποιες είναι όμως οι κατευθύνσεις των πολιτικών που θα επιτρέψουν να ανακάμψει η οικονομία, και να ξεκινήσει η αποκατάσταση κοινωνικών και οικονομικών ισορροπιών; Η ανισότητα απέναντι στην κρίση είναι όλο και πιο ορατή στην ελληνική κοινωνία. Η λεγόμενη “δημοσιονομική προσπάθεια” του μεσοπρόθεσμου προγράμματος (28,4 δισ. για 5 χρόνια) είναι και δυσβάστακτη και δύσκολα υλοποιήσιμη γιατί πλήττει κατά κύριο λόγο τις λαϊκές τάξεις μέσω μείωσης των δημοσίων δαπανών και αύξησης της φορολογίας, καθώς επίσης και γιατί αντλείται από μια οικονομία σε βαθειά ύφεση. Η αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, σε συνδυασμό με την υλοποίηση μιας πολιτικής αναδιανομής με αύξηση της φορολογίας των φυσικών και νομικών προσώπων (που εμφανίζουν κέρδη), και σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη της “εσωτερικής υποτίμησης” και επομένως τη σταθεροποίηση της ζήτησης, μπορούν να εξασφαλίσουν νέους πόρους που θα διοχετευθούν εν μέρει σε αύξηση των κοινωνικών δαπανών (υγεία, εκπαίδευση, κοινωνική προστασία) και εν μέρει σε επενδύσεις. Επίσης, η αντιμετώπιση του προβλήματος της εξωτερικής ισορροπίας της οικονομίας (της “ανταγωνιστικότητας”) όχι πλέον με τις αβυσσαλέες μειώσεις μισθών, αλλά μέσω προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων και προγραμμάτων στήριξης της ιδιωτικής και κοινωνικής επιχειρηματικότητας, μπορεί να βρει ευρεία λαϊκή υποστήριξη και συγχρόνως πόρους από επενδυτικούς φορείς όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
    Ένα τέτοιο σύνολο παρεμβάσεων και δράσεων, που αποτελούν προϋποθέσεις για την αποτελεσματική διαπραγμάτευση της διαγραφής του χρέους, αλλά και για την απαρχή επηρεασμού των ευρωπαϊκών συσχετισμών, απαιτεί τη διαμόρφωση ενός πολύπλευρου κινηματικού χάρτη, βασισμένου σε βαθειά γνώση των πεδίων και σε μαζικές και δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και παρουσίασης διεκδικήσεων ή προτάσεων. Γνωρίζουμε ότι η απόσταση που μας χωρίζει από μια τέτοια κινηματική δυναμική είναι μεγάλη. Συγχρόνως όμως βλέπουμε ότι υπάρχουν νέες ιδέες και νέοι άνθρωποι που είναι ικανοί και πρόθυμοι να ανανεώσουν την αλληλεγγύη και την πολιτική σε αυτό τον προσανατολισμό και να πάρουν στα χέρια τους, τους κοινωνικούς αγώνες αλλά και τον καθορισμό του περιεχομένου τους.


Related articles