• Γιατί η Γερμανία και οι χώρες του ευρώ χρειάζονται μια άλλη Ευρώπη

  • 16 Jun 11 Posted under: Σύγχρονος Καπιταλισμός , Ευρωπαϊκή Ένωση
  • Η ευρωζώνη περνά μια κρίσιμη δοκιμασία. Ορισμένα κράτη μέλη αδυνατούν να βγουν από την παγίδα του χρέους από μόνα τους. Ο βασικός λόγος για τα ελλείμματα ρεκόρ σχετίζεται με την υπεροχή της γερμανικής οικονομίας, η οποία εξαρχής υπήρξε ο μείζων εξαγωγέας αγαθών και κεφαλαίου. Τώρα η γερμανική πολιτική επιχειρεί να θέσει τις χώρες υπό ακόμα πιο αυστηρό νεοφιλελεύθερο έλεγχο, με τη βοήθεια μιας σκληρής πολιτικής λιτότητας. Το παρόν άρθρο αντιπαραθέτει σε αυτή τη στρατηγική –«εξάγουμε στην Ευρώπη την κουλτούρα σταθερότητάς μας» (Σόιμπλε, υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας)– το περίγραμμα μιας «άλλης Ευρώπης», χωρίς την οποία δεν μπορεί να αναχαιτισθεί η επιδείνωση της νομισματικής ένωσης.

    Η πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης και οι στρατιές της νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας επιθυμούν να κάνουν τον κόσμο να πιστέψει ότι η κρίση του ευρώ έχει τις ρίζες της στην κακοδιαχείριση εκ μέρους μεμονωμένων κρατών μελών. Κάποιες χώρες της Νότιας Ευρώπης ιδίως θεωρείται ότι έκαναν κακή δουλειά και κατανάλωσαν υπερβολικά σε βάρος των πειθαρχημένων χωρών, όπως κατεξοχήν η Γερμανία, η οποία ήταν απλώς «η καλύτερη», όπως δήλωσε η καγκελάριος Μέρκελ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Κι όμως, ισχύει το ακριβώς αντίθετο: η Γερμανία, ως πρωταθλήτρια σε εξαγωγές, μπόρεσε νε επεκταθεί σε βάρος των άλλων και με τον τρόπο της υπονόμευσε πλήρως το ευρώ. Το ότι η εξαγωγική πρωταθλήτρια Γερμανία μπόρεσε να επεκταθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο οφείλεται σε δομικούς λόγους, οι οποίοι πρέπει να υπερκεραστούν εάν θέλουμε να ενισχυθεί το ευρώ.

     

    Οι πραγματικές αιτίες της κρίσης

    Αυτοί οι δομικοί λόγοι είναι οι εξής:

    Εξαρχής η δομική ατέλεια της ευρωζώνης ήταν ότι χώρες με τελείως διαφορετική οικονομική δομή προσδένονταν σε ένα νομισματικό καθεστώς χωρίς ποτέ να σκεφτούμε μια κοινή οικονομική διαρθρωτική πολιτική. Έτσι, η ανώτερη γερμανική παραγωγική δομή μπόρεσε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια να επεκταθεί στις αγορές των «κατώτερων» χωρών ενώ την ίδια στιγμή υπερασπιζόταν την εγχώρια αγορά της απέναντι σε απόπειρες εισαγωγών από μέρους των λιγότερο ισχυρών εθνικών οικονομιών. Μέσα από μια άγρια νεοφιλελεύθερη στρατηγική, επιτράπηκε στις γερμανικές επιχειρήσεις να αναπτύξουν ακόμη μεγαλύτερη «ανταγωνιστικότητα». Έτσι αναδύθηκε ένα μπλοκ χωρών που συνομαδώθηκαν γύρω από τη Γερμανία, με πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο κεφαλαίων, ενώ από την άλλη μεριά υπήρχε ένα μπλοκ λιγότερο ισχυρών χωρών οι οποίες έπαιζαν το ρόλο του εισαγωγέα αγαθών και κεφαλαίων. Εάν αυτή η πόλωση των χωρών του ευρώ δεν «επιδιορθωθεί», δεν μπορεί να υπάρξει σταθεροποίηση του ευρώ και της ευρωζώνης.

    Η προέλευση της κρίσης δεν βρίσκεται στην υπερχρέωση χωρών του ευρώ, η οποία θα έπρεπε να θεωρηθεί συνέπεια της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής στρατηγικής και της αποτυχίας της. Το νεοφιλελεύθερο δόγμα της μείωσης των κρατικών εσόδων και της κρατικής επιρροής οδήγησε στη μείωση των δημοσίων δαπανών και υπηρεσιών και στην απορρύθμιση των αγορών. Η αναδιανομή από κάτω προς τα πάνω, και υπέρ των εισοδημάτων από περιουσία, συρρίκνωσε και επιβράδυνε την εγχώρια ζήτηση. Όλο και μεγαλύτερα μερίδια των «φουσκωμένων» χρηματικών αποθεμάτων διοχετεύονταν στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο οποίος έτσι αποδεσμευόταν όλο και περισσότερο από την πραγματική οικονομία και αναζητούσε την τύχη του σε χρηματιστικές συμφωνίες, δηλαδή στην αναζήτηση όλο και περισσότερων νέων οφειλετών. Οι οφειλέτες αυτοί ήταν και είναι οι χώρες της ΕΕ, οι οποίες δομικά επένδυσαν σε τέτοια ελλείμματα. Όταν ξέσπασε η κρίση, τα κράτη ήταν συνολικά πολύ αδύναμα για να προωθήσουν προγράμματα αναθέρμανσης της οικονομίας και δίκτυα ασφαλείας χωρίς να περιπέσουν σε ακόμη μεγαλύτερο χρέος. Ο χαρακτηρισμός τους από τους οίκους αξιολόγησης ως ανίσχυρων και λίγο πολύ ανίκανων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους σημαίνει ότι πρέπει να πληρώσουν περισσότερα για δάνεια και ότι το βάρος των επιτοκίων και της αποπληρωμής για τα παλαιότερα χρέη τους αυξάνεται σταθερά. Το δημόσιο χρέος, το οποίο πολλές χώρες δεν μπορούν να ξεπεράσουν από μόνες τους, είναι ένα σύμπτωμα της γενικής κρίσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού των χρηματιστικών αγορών.

     

    Η κυριαρχία της γερμανικής οικονομίας

    Η κυριαρχία της γερμανικής οικονομίας αντανακλάται επίσης στο υψηλό μερίδιο του βιομηχανικού τομέα στο σύνολο της προστιθέμενης αξίας. Είναι ο τομέας στον οποίο βασίζεται η γερμανική κυριαρχία στις εξαγωγές. «Η γερμανική εξαγωγική δυναμική στηρίζεται σε ορισμένους μόνο κλάδους, και κυρίως στην παραγωγή αυτοκινήτων, στη χημική βιομηχανία και στη βιομηχανία μηχανών» (Becker, 13). Στη Γερμανία το μερίδιο της βιομηχανίας είναι διπλάσιο απ’ ό,τι στην Ιταλία, δυόμιση φορές υψηλότερο από τη Γαλλία και τέσσερεις φορές υψηλότερο από την Ισπανία. Τα πλεονεκτήματα στους τομείς αυτούς για τη Γερμανία υπήρχαν μεν εξαρχής αλλά από την εισαγωγή του ευρώ αυξάνουν σταθερά.

    Ο Πίνακας αυτός απεικονίζει την ακραία πόλωση των χωρών του ευρώ αναφορικά με την ανταγωνιστικότητά τους τόσο εντός ΕΕ όσο και συνολικά σε διεθνές επίπεδο. Από τις 17 χώρες του ευρώ, μόνο οι 6 –Ολλανδία, Γερμανία, Βέλγιο, Ιρλανδία, Σλοβακία και Φινλανδία– έχουν θετικό εμπορικό ισοζύγιο με τον υπόλοιπο κόσμο συνολικά (η Φινλανδία, σε σχέση με το εντός ΕΕ εμπόριο, έχει αρνητικό ισοζύγιο, ενώ για τη Σλοβενία το θετικό ισοζύγιο είναι μικρό). Οι άλλες 11 χώρες δεν διαθέτουν ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο, κυρίως στην περίπτωση των προβληματικών χωρών, δηλαδή Πορτογαλίας, Ελλάδας και Ισπανίας.

    Το γεγονός ότι το τέταρτο μέλος της ομάδας των PIGS, η Ιρλανδία, διαθέτει πλεόνασμα εξηγείται από την ελκυστικότητά της ως χώρας με χαμηλή φορολογία για τις διεθνικές εταιρείες, οι οποίες χρησιμοποιούν την Ιρλανδία ως τόπο παραγωγής για τις ξένες αγορές τους. Αυτές οι συνθήκες ευθύνονται για την ιδιαιτερότητα του ιρλανδικού προβλήματος, το οποίο δεν έχει τις ρίζες του στο μοιραίο διπλό έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο και στον κρατικό προϋπολογισμό. Η αιτία που η Ιρλανδία έχει βυθιστεί σε μια σοβαρή κρίση ελλείμματος είναι γιατί το κράτος διέπραξε δημοσιονομική αυτοκτονία όταν επιχείρησε να διασώσει τις προβληματικές τράπεζες. Το 2010 το έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό ως συνέπεια της διάσωσης των τραπεζών ανερχόταν στο 1/3 του ΑΕΠ. Η ιρλανδική καταστροφή ήταν απολύτως μια συνέπεια της νεοφιλελεύθερης κρίσης των χρηματιστικών αγορών και της ανάληψης του χρέους των τραπεζών από το κράτος.

    Οι έξι νικήτριες χώρες στο ενδο-ΕΕ εμπόριο συνομαδώνονται γύρω από τη μείζονα δύναμη της Γερμανίας. Η συνθλιπτική κυριαρχία της Γερμανίας στις εξαγωγές καταδεικνύεται από τα δεδομένα του παγκόσμιου εμπορίου. Το γερμανικό πλεόνασμα στο παγκόσμιο εμπόριο (από τον Ιανουάριο μέχρι το Νοέμβριο του 2010) είναι υπερτριπλάσιο από της Ολλανδίας.

    Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη της Γαλλίας είναι ενδιαφέρουσα, γιατί κι αυτή υπήρξε θύμα της γερμανικής επιθετικής στρατηγικής εξαγωγών. Το 2003 το γαλλικό εμπορικό ισοζύγιο έγινε ελλειμματικό κι έτσι παρέμεινε (Becker, 15). Η επίμονη κριτική της γαλλικής κυβέρνησης για τη γερμανική οικονομική πολιτική, η οποία θεωρείται ότι κρατά τη δική της αγορά υπερβολικά μικρή ενώ τρέφεται με την αγοραστική δύναμη των ανθρώπων σε άλλες χώρες, είχε συγκεκριμένο φόντο: το φθινόπωρο του 2010 ο Πρόεδρος Σαρκοζί προσυπέγραφε τη γραμμή της Καγκελαρίου Μέρκελ, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν η Γερμανία που έπρεπε να αλλάξει την πολιτική της αλλά όλοι οι υπόλοιποι έπρεπε να προσαρμοστούν στο γερμανικό μοντέλο. Ο Σαρκοζί προσγειωνόταν στο έδαφος του νεοφιλελευθερισμού, πράγμα που ίσως σχετιζόταν με το γεγονός ότι οι γαλλικές τράπεζες ήταν ο δεύτερος μετά τις γερμανικές μεγαλύτερος πιστωτής εντός της ευρωζώνης των χωρών PIGS. Σε κάθε περίπτωση, ο ηγέτης του μπλοκ, η Γερμανία, κατόρθωσε να σταθεροποιήσει και πάλι την κυριαρχία της μέσα από αυτόν τον «γερμανο-γαλλικό άξονα»

     

    Πόλωση ανάμεσα σε κερδισμένους και χαμένους μεταξύ των κρατών

    Οι δομικές διαφορές υπήρχαν ήδη όταν το κοινό νόμισμα εισήχθη, υπήρχαν επομένως δομικά σφάλματα εξαρχής. Η ελπίδα που εκφράστηκε προπαγανδιστικά ότι το κοινό νόμισμα θα οδηγούσε σε μια ολοκληρωμένη οικονομική πολιτική και σε μια σύγκλιση των βιοτικών και εργασιακών συνθηκών ήταν μια παραπλανητική μανούβρα σαν κι εκείνη περί «ανθηρών τοπίων» με την οποία ο Καγκελάριος Κολ εικονογραφούσε τη γερμανική επανενοποίηση υπό το έμβλημα του ενιαίο γερμανικού μάρκου. Στην πραγματικότητα, η αυστηρά νεοφιλελεύθερη πορεία στη Γερμανία οδήγησε σε δυσμενέστερες βιοτικές συνθήκες και ταυτόχρονα απέδωσε περισσότερα πλεονεκτήματα στις γερμανικές επιχειρήσεις τόσο στον διεθνή όσο και κυρίως στον ενδοευρωπαϊκό ανταγωνισμό.

     

    Το μερίδιο των μισθών στη Γερμανία

    Το μερίδιο των μισθών στη Γερμανία, δηλαδή το μερίδιο των εισοδημάτων και μισθών στο σύνολο της οικονομίας, μειώνεται σταθερά στο πλαίσιο του παγκόσμιου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού (βλ. Διάγραμμα Α). Κυρίως μειώνεται στη Γερμανία, όπου η ελεύθερη πτώση του σχετικού δείκτη το 2009 είναι η δεύτερη μεγαλύτερη μετά από αυτή των ΗΠΑ. Αλλά και στην Αγγλία, στη Γαλλία και στις χώρες της ευρωζώνης, το μερίδιο των μισθών μειώνεται. Ωστόσο, στην ευρωζώνη οι διαφορές ανάμεσα σε μεμονωμένες χώρες είναι σημαντικές και σε όλες τις κατηγορίες η Γερμανία είναι στην πρώτη θέση όσον αφορά τις μισθολογικές μειώσεις.

    Ανάμεσα στο 2000 και το 2009, υπήρξε μια μείωση 4,5% στην εξέλιξη των πραγματικών μισθών στη Γερμανία, ενώ υπήρξαν αυξήσεις σε όλες τις άλλες ανταγωνίστριες χώρες, ενίοτε πολύ μεγάλες: στη Φινλανδία οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν 22%, στη Γαλλία 15,2% και στην Ισπανία 7,5%. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας –δηλαδή οι σχέσεις του μισθολογικού κόστους και του κόστους ενός παραγμένου προϊόντος– αντανακλούν την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Μικρότερες μισθολογικές αυξήσεις σημαίνουν πιο ανταγωνιστική επιχείρηση. Ενώ μεταξύ 2000-2009 το μισθολογικό κόστος αυξήθηκε κατά μέσο όρο 19,4% στην ευρωζώνη, αυξήθηκε μόλις 5,9% στη Γερμανία. Στην Ελλάδα η αύξηση έφτασε το 37,1%, στην Ισπανία το 29,9%, στην Ιρλανδία το 26,5%, στην Πορτογαλία το 26,2%. Οι διαφορές είναι ακόμη πιο καταφανείς αν κοιτάξουμε το μοναδιαίο κόστος εργασίας στη βιομηχανία μόνο – τη βασική περιοχή των γερμανικών εξαγωγών. Σε αυτόν τον τομέα, το μοναδιαίο κόστος εργασίας στη Γερμανία μειώθηκε κατά 6,4% μεταξύ 2000-2008, ενώ στις χώρες της ευρωζώνης αυξήθηκε παντού, στην Ισπανία μέχρι και 26,3%. Αυτό σημαίνει ότι από το 2000, στις αντίστοιχες αγορές του ευρώ, η Γερμανία κέρδισε ένα πλεονέκτημα στο μοναδιαίο κόστος εργασίας κατά 32,7% σε σχέση με την Ισπανία. Ο συγκριτικός δείκτης με την Πορτογαλία είναι 15,5%, με την Ελλάδα 15,3% ενώ συγκριτικά με τη Γαλλία η αύξηση του πλεονεκτήματος σε μοναδιαίο κόστος εργασίας για τις γερμανικές επιχειρήσεις φτάνει κι εκεί το 12,6%. Αν σκεφτούμε ότι όταν το ευρώ εισήχθη η Γερμανία είχε ήδη ανώτερη παραγωγική δομή, γίνεται σαφές ότι η ταχεία πόλωση στην ευρωζώνη αναβίβασε τις γερμανικές επιχειρήσεις σε μια θέση απόλυτης υπεροχής.

    Η άλλη όψη του νομίσματος αυτής της υπεροχής των γερμανικών εξαγωγικών βιομηχανιών, που είναι πρωτίστως συνέπεια της μισθολογικής συμπίεσης, είναι η σταθερή μείωση της εγχώριας ζήτησης σε σχέση με τις παραγωγικές δυνατότητες. Για έναν καπιταλιστή, αυτό είναι σημάδι ότι πρέπει να παραχθούν περισσότερα αγαθά προς εξαγωγή και/ή ότι το μεγαλύτερο μέρος των κερδών πρέπει να επενδυθεί στις χρηματιστικές αγορές.

     

    Ένα φορολογικό σύστημα κομμένο στα μέτρα των επιχειρήσεων και των πλουσίων

    Ο Πίνακας στα αριστερά δείχνει ότι σε όλες τις χώρες του ευρώ η φορολογία επιχειρήσεων έχει περικοπεί, και δη απότομα αμέσως μετά την εισαγωγή του ευρώ. Η Γερμανία έκανε το μεγαλύτερο άλμα προς τα κάτω. Στα 1990, είχε τον υψηλότερο συντελεστή φορολογίας με 50%, ενώ στα 2009 ο ίδιος συντελεστής ήταν ο χαμηλότερος, ακόμη πιο χαμηλός κι από της Ιρλανδίας. Η τεράστια πτώση μετά το 2000 είναι ιδιαιτέρως εντυπωσιακή: έκτοτε τα 2/3 όλων των φόρων καταργήθηκαν, ενώ από το 2000 οι φόροι παρέμειναν σταθεροί στη Γαλλία και μειώθηκαν ελαφρώς σε Πορτογαλία και Ισπανία. Το γερμανικό κράτος γέμισε τις τσέπες των επιχειρηματιών του, «ντοπάροντάς» τους για τον διεθνή ανταγωνισμό. Ακόμη κι αν προσμετρήσουμε τους λεγόμενους πραγματικούς φορολογικούς συντελεστές, η προνομιακή μεταχείριση των εισοδημάτων από κεφάλαιο παραμένει γεγονός. «Πραγματικοί συντελεστές» εδώ σημαίνει ότι λαμβάνονται υπόψη οι επιβαρύνσεις στο εισόδημα από κεφάλαιο που προέρχονται και από φόρους εισοδήματος, φόρους επί των κερδών καθώς και από φόρους περιουσίας. Το 2009, ο πραγματικός αυτός συντελεστής φορολογίας για εισοδήματα από κεφάλαιο ανερχόταν σε 23,1% στη Γερμανία. Συγκριτικά, οι φόροι που καταβλήθηκαν από μισθούς ανέρχονταν στο 39,2%. Στη Γαλλία η φορολογία επί εισοδημάτων από κεφάλαιο ανερχόταν στο 38,3%, ενώ η φορολογία των μισθών στο 41,4%. Οι αντίστοιχοι αριθμοί στην Ισπανία είναι 32,8% φορολογία κεφαλαίου και 30,5% φορολογία μισθών. Για το σύνολο της ευρωζώνης οι φόροι για εισοδήματα από κεφάλαια είναι 27,2% και από μισθούς 24,4%. Έτσι, το γερμανικό κράτος αποδεικνύεται φίλος του κεφαλαίου και των καπιταλιστών σε βαθμό πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

    Η τάση αυτή αντανακλάται και στην εξέλιξη του φόρου περιουσίας. Ενώ στην ευρωζώνη ο φόρος περιουσίας ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 2% του ΑΕΠ, για τη Γερμανία είναι 0,8% (βλ. παρακάτω το Διάγραμμα «Φόροι περιουσίας»). Μόνο στην Αυστρία είναι χαμηλότερο. Όλες οι υπόλοιπες χώρες παίρνουν περισσότερα χρήματα από τους πλουσίους τους. Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται η Γαλλία με μερίδιο επί του ΑΕΠ 3,3%. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, όπως υλοποιούνται στην καθαρή τους μορφή στη Γερμανία, στρέφονται ευθέως ενάντια στον γερμανικό λαό και ενάντια στην πλειονότητα των λαών στις άλλες χώρες του ευρώ. Στη Γερμανία οι άνθρωποι εργάζονται σκληρότερα και αμείβονται χαμηλότερα. Σε άλλες χώρες η οικονομία ωθείται στο περιθώριο ενώ τα κράτη αναγκάζονται να χρεώνονται όλο και πιο πολύ. Οι σημερινές δομές της Γερμανίας, οι οποίες, σύμφωνα με το ρηθέν της Καγκελαρίου Μέρκελ θα έπρεπε να γίνουν αντικείμενο μίμησης για τους υπόλοιπους, δεν είναι οι καλύτερες αλλά είναι σίγουρα το βασικό πρόβλημα και του ευρώ και της ΕΕ.

     

    Το σπρεντ των επιτοκίων ευνοεί τις τράπεζες και τις πλεονασματικές χώρες

    Το σπρεντ των επιτοκίων (ή περιθώριο των επιτοκίων) σημαίνει τη διαφορά ανάμεσα σε ενεργητικό και παθητικό επιτόκιο, δηλαδή το επιτόκιο που οι ίδιες οι τράπεζες πρέπει να πληρώσουν για να βρουν χρήματα σε σύγκριση με το επιτόκιο που οι οφειλέτες τους πρέπει να πληρώσουν για να δανειστούν από τις τράπεζες. Το αυξανόμενο δημόσιο χρέος είναι «bigbusiness» για τις τράπεζες. Από τις 7 Μαΐου 2009 βρίσκουν χρήμα από την ΕΚΤ με επιτόκιο 1%. Στη Γερμανία τα δεκαετή κρατικά ομόλογα αποδίδουν 3% ετησίως. Η χώρα έχει ένα χρέος της τάξης των 2 τρις ευρώ. Αν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θέλει να μειώσει αυτό το χρέος εκδίδοντας κρατικά ομόλογα, θα πρέπει να συγκεντρώνει ένα σύνολο 60 δις ευρώ ετησίως μόνο για τους τόκους. Οι τράπεζες –ή άλλοι χρηματοδότες– δανείζονται τα χρήματα από την ΕΚΤ με 1%, δηλαδή για 20 δις ευρώ, και κερδίζουν 40 δις ευρώ το χρόνο μόνο από τα γερμανικά κρατικά ομόλογα.

    Όμως αυτό είναι μόνο ένα μέρος της ευκαιρίας για «bigbusiness» που προσφέρει η κρατική χρεοκοπία, καθώς για τις προβληματικές χώρες τα σπρεντ είναι πολύ μεγαλύτερα, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να πληρώνουν πολύ μεγαλύτερο επιτόκιο για τα μακροπρόθεσμα δάνειά τους, δηλαδή 7% με 12%. Ας πάρουμε το τωρινό χρέος της Ελλάδας, που ανέρχεται σε 130% του ΑΕΠ (και του χρόνου θα φτάνει το 150%). Σήμερα η Ελλάδα μπορεί να διαθέσει μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα μόνο με επιτόκιο πάνω από 10%. Στο παράδειγμά μας, αυτό σημαίνει ότι κάθε χρόνο η Ελλάδα θα πρέπει να διαθέτει μέχρι τουλάχιστον το 13% του ΑΕΠ της μόνο για την αποπληρωμή των τόκων. Καμία χώρα στον κόσμο δεν θα μπορούσε να ανακάμψει κάτω από τέτοιες συνθήκες, πολύ περισσότερο με τόσο χαμηλή ανάπτυξη όπως η Ελλάδα, της οποίας το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 4,3% πέρυσι. Παρόμοια σενάρια εξυφαίνονται για την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ισπανία και ενδεχομένως ακόμη και την Ιταλία. Με κάθε υποβάθμιση από τους οίκους αξιολόγησης, το επιτόκιο των ομολόγων εκτοξεύεται. Αυτό καθιστά την αλληλεπίδραση ανάμεσα σε οίκους αξιολόγησης και χρηματιστικούς επενδυτές τόσο ελκυστική για τις «χρηματαγορές» αλλά και τόσο καταστροφική για τους οφειλέτες. Τα διαφορετικά σπρεντ για τις χώρες που θεωρούνται σταθερές και για τις άλλες, τις αδύναμες, διευρύνουν το χάσμα ανάμεσα στις οικονομίες των χωρών της ευρωζώνης. Ενώ οι πλεονασματικές χώρες μπορούν να χρηματοδοτηθούν ξεκινώντας από ένα επιτόκιο 3%, οι ελλειμματικές χώρες πρέπει να συγκεντρώνουν τρεις και τέσσερεις φορές αυτό το ποσό. Τα μειονεκτήματα που υπήρχαν εξαρχής τώρα μεγεθύνονται από τη μια περίοδο στην άλλη.

     

    Η διάλυση της ευρωζώνης θα ήταν καταστροφική

    Από εθνικιστές δημαγωγούς μέχρι ανήσυχους οικονομολόγους, η προτεινόμενη λύση στην κρίση του ευρώ είναι το αίτημα να επιστρέψουμε στο μάρκο, να εκδιωχθούν από τη νομισματική ένωση οι διαβόητοι οφειλέτες της ευρωζώνης! Αν επιτύχει, ένας τέτοιος εθνικισμός του μάρκου θα είναι καταστροφικός για τη Γερμανία. Η επιστροφή στο μάρκο θα οδηγούσε σε ένα «φαινόμενο σοκ ως επακόλουθο της υποτίμησής του μέχρι και 40%» (MemoSpecial, 5). Τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για την εξαγωγική πρωταθλήτρια Γερμανία στις διεθνείς αγορές θα εξαφανίζονταν αυτοστιγμεί. Ως αντιστάθμισμα, η μισθολογική συμπίεση στη Γερμανία δεν θα μπορούσε παρά να αυξηθεί περαιτέρω. Και οι εξαγωγικές αλλά και οι εγχώριες αγορές θα συρρικνώνονταν μετά από μια υποτίμηση του μάρκου, η οικονομική ανάπτυξη θα συναντούσε εμπόδια και η κατάσταση των εργαζόμενων αλλά και των ανέργων θα γινόταν ακόμη πιο επισφαλής.

    Επιπλέον, ούτε για τις ελλειμματικές χώρες είναι λύση η επιστροφή στα εθνικά τους νομίσματα. Σε σχέση με το μπλοκ χωρών που βρίσκονται στον πυρήνα του ευρώ (που θα αποτελούνταν από τη Γερμανία με το μάρκο και άλλες πλεονασματικές χώρες), αυτά τα νομίσματα θα υποτιμούνταν ταχύτατα, ήτοι στον ίδιο βαθμό που το μάρκο ή το ευρώ θα ανατιμούνταν κατόπιν. Το βάρος του χρέους σε αυτές τις χώρες θα αυξανόταν, διότι θα έπρεπε να αποπληρωθεί σε ευρώ, πράγμα που θα αύξανε την αξία του ευρώ μέχρι και 40% σε σύγκριση με τα εθνικά νομίσματα. Τα PIGSθα ήταν ακόμη πιο αδύναμα να δράσουν ή να πληρώσουν απ’ ό,τι προηγουμένως. Επίσης, το υποτιμημένο τους νόμισμα δεν θα βοηθούσε τις εξαγωγές των προϊόντων τους, καθώς οι περιορισμένες τους εξαγωγές είναι αποτέλεσμα της παραγωγικής τους δομής και όχι των νομισματικών ισοτιμιών. Τώρα δεν μπορούν να παραγάγουν αγαθά στις απαιτούμενες ποσότητες που θα μπορούσαν να είναι ανταγωνιστικές στις διεθνείς αγορές. Μια διαδικασία ανάκαμψης θα έπρεπε να προωθηθεί οικοδομώντας παραγωγικές, βιώσιμες και κοινωνικά ευαίσθητες οικονομικές δομές, τις οποίες όμως οι χώρες που έχουν αφεθεί στα χρέη τους δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν – τώρα ακόμη λιγότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Τα επιχειρήματα αυτά έχουν εφαρμογή σε όλα τα μοντέλα που αποκλείουν τα χρεωμένα κράτη του ευρώ, αλλά και στην ιδέα που παρουσίασε ο πρώην πρόεδρος της BID (του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων) Henkel, να χωριστεί δηλαδή η Ευρώπη σε μια ζώνη του ευρωπαϊκού Βορά και σε μια άλλη του ευρωπαϊκού Νότου, όπως και στην ιδέα να ενωθούν οι χώρες που θα αποκλειστούν από το ευρώ σε ένα νέο ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα και να προσδεθούν στο νόμισμα του σκληρού πυρήνα μέσα από σταθερές ισοτιμίες. Το αποτέλεσμα θα ήταν ένα χάσμα ανάμεσα στα δύο νομίσματα –ένα χάσμα αναμενόμενο και μάλιστα προσδοκώμενο– που αναγκαστικά θα οδηγούσε αφενός σε μια ανατίμηση του ενός νομίσματος και αφετέρου στην υποτίμηση του άλλου.

     

    Χωρίς κούρεμα, τίποτα δεν μπορεί να γίνει

    Εκτός από τους ηγέτες της ΕΕ και τις εποπτικές υπηρεσίες της ΕΚΤ, όλος ο κόσμος παραδέχεται ότι πρέπει να γίνει ένα κούρεμα, δηλαδή αποδοχή από μέρους των πιστωτών ότι δεν θα αποπληρωθεί από τα χρεοκοπημένα κράτη μέρος των χρεών τους. Ακόμη και όσοι προασπίζονται τα συμφέροντα εκείνων που επενδύουν σε κρατικά ομόλογα [bondsfunds], όπως οι πολιτικοί του SPD, υποστηρίζουν αυτό το αίτημα. Με κρατικό χρέος μέχρι 130% του ΑΕΠ, οι πλέον χρεωμένες χώρες παραμένουν ανίκανες να το αποπληρώσουν, καθώς αδυνατούν να διαθέτουν κάθε χρόνο το 10% και πλέον του ΑΕΠ τους για την εξυπηρέτηση του χρέους και μόνο. Είναι καλύτερο να διευθετηθεί μια μερική παραίτηση των πιστωτών από τα δικαιώματά τους, οι οποίοι θα λάβουν το υπόλοιπο των απαιτήσεών τους με μια εγγύηση. Η σύγκρουση αφορά το πόση πρέπει να είναι η περικοπή, τη μορφή που θα πάρει και κυρίως το ποιος θα πληρώσει.

    Οι διάφορες μέθοδοι αναδιάρθρωσης του χρέους είναι: η μερική υποτίμηση των αξιώσεων των πιστωτών, μια μερική ελάφρυνση των επιτοκίων, μια επιμήκυνση των δανείων. Όσο για το ύψος μιας αναδιάρθρωσης του χρέους, ο Πέερ Στάιμπρουκ, ο υπουργός του μεγάλου συνασπισμού [:στη Γερμανία] για την οικονομική κρίση, υποδεικνύει περίπου το 30% (Süddeutsche Zeitung, 11 Μαρτίου 2011). Ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις αυτό θα ήταν πολύ χαμηλό. Εάν το δημόσιο χρέος της Ελλάδας πρέπει να μειωθεί στο 90% του ΑΕΠ, όπως ζητά ο επικεφαλής του μεγαλύτερου επενδυτή ομολόγων στον κόσμο, το ποσοστό αναδιάρθρωσης του χρέους, δηλαδή η παραίτηση των πιστωτών από αξιώσεις τους, θα έπρεπε να είναι της τάξης του 40% ή και περισσότερο.

    Οι πιστωτές θα είναι μέρος του παιχνιδιού; Οι μεγαλύτεροι πιστωτές των χρεωμένων κρατών είναι τράπεζες, επενδυτικά fundsκαι ασφαλιστικές εταιρείες. Οι αποδόσεις τους από τα 10ετή ομόλογα της Ελλάδας, για παράδειγμα, είναι πάνω από 12%. Μπορούν να πουλήσουν τα κρατικά ομόλογα στο 80% της αξίας τους ή και λιγότερο, αλλά παίρνουν τόκους για το 100% των χαρτιών. Το τωρινό επιτόκιο ανέρχεται σε περίπου 15%. Σε μόλις δύο χρόνια θα έχουν αποκομίσει κέρδη που θα ανέρχονται στο 30% του ύψους της αναδιάρθρωσης του χρέους.

    Παρ’ όλα αυτά, λέει ο Στάινμπρουκ, οι επενδυτές δεν θα πληρώσουν. Για τις τράπεζες που θα αντιμετωπίσουν προβλήματα ως συνέπεια ενός κουρέματος, θα πρέπει να στηθούν επιπλέον δημόσια δίκτυα ασφαλείας, σύμφωνα με τον Στάινμπρουκ (Süddeutsche Zeitung, 11 Μαρτίου 2011). Ο πρόεδρος του IFO (Ιστιτούτο Οικονομικής Έρευνας) Ζινν και οι ομόλογοί του από επτά ευρωπαϊκές χώρες στο EuropeanEconomicAdvisoryGroupπηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα. Ζητάνε σε περίπτωση κουρέματος τα παλαιότερα χρέη να μετατραπούν σε ομόλογα που θα τελούν υπό την εγγύηση της ΕΕ (Ζινν). Αντί για μια πραγματική συνυπευθυνότητα των τραπεζών και άλλων μεγάλων κερδοσκόπων, το κράτος θα πρέπει και πάλι να επωμιστεί αποκλειστικά την ευθύνη. Αυτή τη φορά η κοινότητα των χωρών θα αναλάμβανε τη μη αποπληρωμή του δανείου, ενώ οι επενδυτές θα διατηρούσαν άθικτα τα κερδοσκοπικά τους οφέλη.

    Ακόμη και οι πρωτεργάτες του WorkingGrouponAlternativeEconomicPolicyσυνηγορούν υπέρ «ειδικών ρυθμίσεων» όταν «απειλείται η ύπαρξη ενός επενδυτή» από αναδιάρθρωση χρέους (Sonder-Memo, 14). Αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτές μπορεί να κερδοσκοπούν και να θέτουν σε διακινδύνευση την ύπαρξη των κρατών, χωρίς οι ίδιοι να αντιμετωπίζουν κανέναν «υπαρξιακό» κίνδυνο αν ο οφειλέτης που έχουν αφαιμάξει δεν μπορεί πια να πληρώσει. Αυτό ισοδυναμεί με πρόσκληση στους κερδοσκόπους να μην αλλάξουν τη συμπεριφορά τους στο ελάχιστο.

     

    Αντιμετωπίζοντας τα αίτια της κρίσης

    Όλα τα μέτρα διάσωσης των χωρών του ευρώ που πλήττονται και του κοινού νομίσματος που έχουν συζητηθεί και αποφασιστεί μέχρι τώρα μπορεί να προσφέρουν προσώρας κάποια ανακούφιση, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες της ίδιας της κρίσης. Ανάμεσα σε αυτές τις αιτίες, οι πιο σημαντικές είναι:

    ·      Η αναδιανομή των εισοδημάτων από κάτω προς τα πάνω, πράγμα που διαβρώνει τα μαζικά εισοδήματα και περιορίζει τις αγορές.

    ·      Η αποπτώχευση του δημόσιου τομέα, που μοιάζει να βυθίζεται σε χαμηλά ποσοστά δημόσιων δαπανών και σε ανεπαρκή κρατική χρηματοδότηση και στη συνεπακόλουθη δημόσια υπερχρέωση, παρότι συρρικνώνονται την ίδια στιγμή οι δημόσιες υπηρεσίες.

    ·      Η παντοδυναμία των λεγόμενων χρηματιστικών αγορών, δηλαδή των τραπεζών, των επενδυτικών ταμείων και των ασφαλιστικών εταιρειών. Αυτό το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει αποσυνδεθεί από την πραγματική οικονομία και κερδοσκοπεί, χωρίς κανέναν ουσιαστικό έλεγχο, αποκομίζοντας τα υψηλότερα δυνατά κέρδη.

    ·      Οι ανισορροπίες στα ισοζύγια των εθνικών οικονομιών κατακερματίζουν ακόμη περισσότερο τις χώρες του ευρώ, καθιστώντας αδύνατη μια μόνιμη νομισματική ένωση.

    ·      Στις εθνικές οικονομίες οι επενδύσεις γίνονται με κριτήριο το υψηλότερο κέρδος, που σημαίνει μια τάση προς χρηματιστικές επενδύσεις και απομάκρυνση από κοινωνικά και οικολογικά κριτήρια. Υπό αυτές τις συνθήκες, η βελτίωση των οικονομικών δομών είναι αδύνατη.

     

    Εάν αυτές είναι οι πραγματικές αιτίες της κρίσης του ευρώ, είναι αναγκαίο να αλλάξουμε πορεία και να εισαγάγουμε μια νέα ευρωπαϊκή πολιτική.

    1.     Χρειαζόμαστε ένα νέο φορολογικό και μισθολογικό σύστημα που θα αντιστρέφει τις εξελίξεις των πρόσφατων δεκαετιών στη διανομή των εισοδημάτων και των πόρων. Στη Γερμανία, οι επιχειρήσεις του δείκτη DAX[: οι εισηγμένες στο χρηματιστήριο] κατάφεραν να αυξήσουν τα κέρδη τους κατά 57% πέρυσι, ενώ οι πραγματικοί μισθοί έπεφταν στα επίπεδα του 2005 (JungeWelt, 12 Φεβρουαρίου 2011). Το αποτέλεσμα είναι ότι τεράστια χρηματικά ποσά συσσωρεύονται σε επιχειρήσεις και στους πλουσίους, που συνεχίζουν να επενδύουν όλο και λιγότερο τα χρήματά τους στην πραγματική οικονομία, διότι τα εισοδήματα και η ζήτηση λιμνάζουν ή υποχωρούν. Αυτό που απαιτείται είναι υψηλότερη φορολόγηση στα κέρδη και στα υψηλότερα εισοδήματα, και φοροελαφρύνσεις για τα χαμηλότερα εισοδήματα, ενώ την ίδια στιγμή απαιτείται να αυξηθούν οι μισθοί.

    2.     Το κράτος χρειάζεται περισσότερα δημόσια έσοδα και η κοινωνία μεγαλύτερες δημόσιες επενδύσεις που θα χρηματοδοτούν περισσότερες και καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες. Στη Γερμανία, το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού διαθέτει χρηματικούς πόρους σχεδόν 10 τρις ευρώ, ενώ το κράτος έχει χρέη 2 τρις. Η επιβολή ενός φόρου 1% σε αυτό το υψηλότερο 10% των εισοδημάτων θα απέδιδε περίπου 100 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Ένας φόρος χρηματιστικών συναλλαγών της τάξης του 0,05% θα απέδιδε επιπλέον 27 εκατομμύρια ευρώ. Υπάρχει αρκετό χρήμα στη Γερμανία και στις άλλες χώρες του ευρώ, αλλά κατευθύνεται στις λάθος τσέπες.

    3.     Το σύνολο του τραπεζικού συστήματος πρέπει να αναδομηθεί από την αρχή. Οι ίδιες οι τράπεζες έχουν το ελεύθερο να επενδύουν οποιοδήποτε ποσό σύμφωνα με κριτήρια μεγιστοποίησης του κέρδους, ενώ οι έλεγχοι είναι εξαιρετικά ανεπαρκείς. Έτσι οι τράπεζες βάζουν σε κίνδυνο την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Όσο μεγαλύτερες είναι, τόσο περισσότερο μπορούν, όταν κάνουν κερδοσκοπικές κινήσεις, να βασίζονται στη διάσωση από το κράτος («toobigtofail»). Αυτό το σάπιο σύστημα πρέπει να σπάσει. Χρειαζόμαστε τράπεζες να διαχειρίζονται τις χρηματικές συναλλαγές, να εγγυώνται τις καταθέσεις και να παρέχουν δάνεια για την πραγματική οικονομία. Για να διευκολύνουμε μια τέτοια κατεύθυνση και για να αποφύγουμε την κερδοσκοπία, ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα πρέπει να τεθεί υπό κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο.

    4.     Για να εκριζωθούν οι εμπορικές ανισορροπίες μεταξύ των διαφόρων χωρών πρέπει να ενισχυθεί η εγχώρια ζήτηση στις πλεονασματικές χώρες, δηλαδή να αυξηθούν δραστικά τα εισοδήματα. Στις ελλειμματικές χώρες χρειάζεται μια βελτίωση ολόκληρης της οικονομικής δομής, έτσι ώστε οι εξαγωγές να αναπτυχθούν και οι χώρες αυτές να είναι καλύτερα προετοιμασμένες για εισαγωγές. Στην πραγματικότητα, απαιτούμε μια ολοκληρωμένη οικονομική πολιτική στην ευρωζώνη, που όμως να προσανατολίζεται στην ανάπτυξη όλων των εθνικών οικονομιών και να μην ακολουθεί το παράδειγμα του «καλύτερου» ή να συνεχίζει την πρακτική της δημόσιας εξυπηρέτησης συσσωρευμένων χρεών.

    5.     Ολόκληρη


Related articles