• Καταπολέμηση της φτώχειας: Οι κύριες όψεις μιας διακηρυγμένης φιλοδοξίας

  • 16 Jun 11 Posted under: Ευρωπαϊκή Ένωση
  • Ομιλία στη Συνδιάσκεψη των Kossuth Klub, Transform! και Μonde Diplomatique για τη Φτώχεια και τον Αποκλεισμό στην Ευρώπη, Βουδαπέστη, 4-6 Νοεμβρίου 2010

    Το ζήτημα της φτώχειας και του αποκλεισμού στην Ευρώπη βρίσκεται στην καρδιά μιας αντιπαράθεσης που τα τελευταία χρόνια διεξάγεται σε πολλές χώρες και αφορά το οικονομικό μοντέλο που θα πρέπει να υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση για να δώσει τέρμα στο σκάνδαλο της μαζικής φτώχειας. Στη συμβολή του στη Διάσκεψη για τη Φτώχεια και τον Αποκλεισμό στην Ευρώπη, που διοργάνωσαν το Κossuth Klub, το Transform! και η Μοnde Diplomatique, ο Φράνσις Βυρτζ είπε: «Θα προσεγγίσω το θέμα με βάση τρία σημεία. Πρώτα, θα σκιαγραφήσω τις βασικές όψεις της φιλοδοξίας που διακήρυξαν όλοι αυτοί που προώθησαν την ιδέα της οικοδόμησης της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια: να θέσουν ένα τέλος στη φτώχεια. Στη συνέχεια θα εστιάσω στα κύρια σημεία της διάγνωσης της αποτυχίας –ειδικά των πολλών προσπαθειών να εξαλειφεθεί τη φτώχεια χωρίς να επερωτηθεί το μοντέλο της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, επί του οποίου στηρίζεται η παρούσα ευρωπαϊκή δομή. Τέλος, θα επισημάνω τα εμπόδια, που κατά τη γνώμη μου χρειάζεται να εκλείψουν για να αντιμετωπιστούν οι βαθιές αιτίες της μάστιγας που όλοι διακηρύσσουν ότι θέλουν να καταπολεμήσουν».

     

    Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διακήρυξε ευθύς εξαρχής την επιθυμία της να προωθήσει την κοινωνική πρόοδο. Η Συνθήκη της Ρώμης περιελάμβανε την υπόσχεση για «κοινωνική και οικονομική πρόοδο»· με αυτό κατά νου, το 1957 ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, προκειμένου να στηρίξει την απασχόληση και την εκπαίδευση των εργατών.

     

    Το 1975 ξεκίνησε το πρώτο πρόγραμμα καταπολέμησης της φτώχειας. Ήταν ένα πιλοτικό πρόγραμμα, στόχος του οποίου ήταν η εκπόνηση μελετών που θα βοηθούσαν να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο της φτώχειας, ώστε να μπορέσουμε να το εξαλείψουμε.

     

    Το Συμβούλιο των Υπουργών όρισε ως φτωχούς «άτομα ή οικογένειες, οι πόροι των οποίων είναι τόσο περιορισμένοι, που τους εμποδίζουν να επωφεληθούν από ένα αποδεκτό ελάχιστο βιοτικό επίπεδο στο κράτος-μέλος όπου ζουν».

     

    Το πρόγραμμα επρόκειτο να καλύψει την περίοδο μεταξύ 1975 και 1993. Δεν ολοκληρώθηκε, ωστόσο, καθώς πολύ γρήγορα η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία αμφισβήτησαν τη νομική του ισχύ στο όνομα της επικουρικότητας, η οποία εναποθέτει την ευθύνη για τα κοινωνικά ζητήματα όχι στην Ένωση, αλλά σε κάθε κράτος-μέλος ξεχωριστά.

     

    Το 1992, το Συμβούλιο των Υπουργών εξέδωσε δύο κείμενα. Το ένα ενθάρρυνε τα κράτη-μέλη να αναγνωρίσουν το «στοιχειώδες δικαίωμα των ανθρώπων να έχουν επαρκείς πόρους (…) για να ζήσουν με τρόπο που να συμβαδίζει με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Το άλλο τόνιζε ότι η έννοια ενός «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου» αποκτάτο μέσα από την είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τασσόταν υπέρ προσανατολισμών που θεωρείτο ότι βοηθούσαν την επίτευξη του στόχου αυτού.

     

    Το 1997, η Συνθήκη του Άμστερνταμ έδωσε μια νομική βάση στον αγώνα κατά του κοινωνικού αποκλεισμού, συμπεριλαμβάνοντας στους «στόχους» της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών τη «βελτίωση των συνθηκών ζωής και την επαρκή κοινωνική προστασία».

    Την ίδια χρονιά τέθηκε σε ισχύ η πρώτη «ανοιχτή μέθοδος συντονισμού» (OMC). Aυτό σήμαινε την οργάνωση, μεταξύ όλων των κρατών-μελών και στους τομείς αρμοδιότητας του καθενός, μιας διαδικασίας άμιλλας και συλλογικής αξιολόγησης των ληφθέντων μέτρων, προκειμένου να ενθαρρυνθεί η σύγκλιση και όλα τα κράτη να δεσμευετούν επαρκώς σε κοινούς στόχους.

    Κατά την περίοδο αυτή ελήφθησαν επίσης συγκεκριμένα μέτρα –και λαμβάνονται ακόμα- με στόχο την κάλυψη των βασικών αναγκών των ανθρώπων που βρίσκονται σε μεγάλη δυσχέρεια. Για παράδειγμα, αποθέματα τροφίμων αποδίδονται σε ανθρωπιστικές οργανώσεις.

     

    Όμως, αντί μιας συμφωνίας για την αντιμετώπιση των αιτιών της φτώχειας, αντιμετωπίζονται μόνο οι πιο ακραίες της συνέπειες. Χώρες όπως η Ρουμανία, αλλά και η Ισπανία, η Ιταλία και η Γαλλία έλαβαν αυτή τη βοήθεια. Άλλες αρνήθηκαν - ιδίως αυτές που υπερασπίζονται τη μείωση του προϋπολογισμού της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (Για παράδειγμα, για το 2011 η ποσότητα τροφίμων προς διάθεση περιελάμβανε ήδη 1500 τόνους βουτύρου, 100.000 τόνους γάλακτος σε σκόνη, 3 εκ. τόνους δημητριακών …κόστους περίπου 480 εκ. ευρώ).

     

    Το 2000, ωστόσο, η Στρατηγική της Λισσαβόνας 2000-2010 (που είναι εντελώς άσχετη με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας) υιοθετήθηκε, συμμεριζόμενη υψηλοφώνως τη φιλοδοξία να «δοθεί αποφασιστική ώθηση στον περιορισμό της φτώχειας» από το 2010 και να «διασφαλιστεί η ενεργητική κοινωνική συμπερίληψη όλων». Η ύπαρξη 55 εκατομμυρίων φτωχών στις 15 χώρες της Ευρώπης καταγγέλθηκε ως «απαράδεκτη».

     

    Προβλέφθηκαν δείκτες για να αποτιμηθεί συστηματικά η πορεία της διαδικασίας - για παράδειγμα, το ποσοστό της χρηματικής (εισόδημα) και της μη χρηματικής φτώχειας (συνθήκες ζωής, στερήσεις) ή το ποσοστό των φτωχών εργατών και η κατάσταση ανά ηλικιακή ομάδα… Αντιμετωπίστηκαν δυσκολίες. Για παράδειγμα, ο καθορισμός του επιπέδου του εισοδήματος με το οποίο θεωρείται κάποιος φτωχός διαφέρει κατά πολύ από χώρα σε χώρα -όχι μόνο σε απόλυτα μεγέθη, πράγμα φυσιολογικό, αλλά και σε ό,τι αφορά το μέσο εισόδημα στις διάφορες χώρες. Το προτεινόμενο ανώτατο όριο ήταν 60% (ως φτωχοί να θεωρούνται όσοι έχουν εισόδημα κάτω του 60% του μέσου εισοδήματος των συμπατριωτών τους). Σε μερικές χώρες, όμως, το ποσοστό που λαμβανόταν ως βάση ήταν 50% ή ακόμα και το 40%, γεγονός που αυτόματα μείωνε τους φτωχούς που εντοπίζονταν σε κάθε χώρα.

     

    Παρ’όλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρείχε πόρους και δημιούργησε νομικά εργαλεία για να φέρει σε πέρας δράσεις ενάντια στη φτώχεια. Το ΕSF (Ευρωπαϊκό Κονωνικό Ταμείο) παρείχε 75 δισεκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2007-2013. Δημιουργήθηκε ένα ευρωπαϊκό ταμείο για την προσαρμογή στην παγκοσμιοποίηση, προκειμένου να ενθαρρυνθεί η επανενσωμάτωση των εργαζομένων που τέθηκαν στο περιθώριο εξαιτίας των σχεδίων αναδιάρθρωσης. Για μια ακόμα φορά, η αιτία της αναδιάρθρωσης, που τις περισσότερες φορές είναι ο ανταγωνισμός για το χρηματιστηριακό κέρδος ανεξαρτήτως των συνεπειών για τους ανθρώπους, παραβλέφθηκε. Το θέμα είναι πάντα να κάνουμε το χτύπημα πιο μαλακό.

     

    Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί ότι το ταμείο έχει στη διάθεσή του μόνο 500 εκ. ευρώ, που έχουν ληφθεί από την αδιάθετη πίστωση του περασμένου χρόνου. Οι όροι για την άντληση αυτής της βοήθειας είναι, έτσι, πολύ αυστηροί.

     

    Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, τα νομικά εργαλεία που δημιούργησε η Ευρωπαϊκή Ένωση την ίδια περίοδο, μπορούμε να παραθέσουμε (από) τη Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που συνομολογεί:

     

    §  «Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πρέπει να παραβιάζεται. Οφείλει να είναι αντικείμενο σεβασμού και προστασίας».

    §  «Προκειμένου να καταπολεμήσει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τη φτώχεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα στην κοινωνική βοήθεια, τη στέγαση και την πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες».

     

    Αναφορικά, τέλος, με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, που τέθηκε σε εφαρμογή ένα χρόνο πριν, υπάρχει μια «κοινωνική ρήτρα», η οποία προβλέπει την αξιολόγηση της κοινωνικής δραστικότητας όλων των ευρωπαϊκών πολιτικών. Μπορεί κανείς να δει ότι είναι ένα πείραμα δομημένο από την αρχή ως το τέλος –και ειδικά μετά την εκκίνηση της Στρατηγικής της Λισσαβόνας 2000-2010-, στη λογική  να μη θίξει τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς που προκαλούν φτώχεια, αλλά να πολλαπλασιάσει τα μέσα απορρόφησης των κραδασμών. Πρόκειται για στρατηγική επιλογή. Απαιτείται λοιπόν να αξιολογηθεί και να εξαχθούν τα κατάλληλα συμπεράσματα.

     

     

    Διάγνωση της αποτυχίας

     

    §  Αποτελεί αναντίρρητο δεδομένο ότι 10 χρόνια μετά την εκκίνηση της Στρατηγικής της Λισσαβόνας, η φτώχεια όχι μόνο δεν έχει «εξαλειφθεί», αλλά δεν έχει καν μειωθεί. Στην πραγματικότητα έχει αυξηθεί.

    §  Η επίσημη μέτρηση του 2008 (πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση) ήταν 84 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή το 17% του πληθυσμού κατά μέσο όρο (20% στη Βρετανία, πάνω από 20% σε Βρετανία, Ρουμανία) - 1 Ευρωπαίος στους 6.

    §  Από αυτούς που θεωρούνται φτωχοί ή «διατρέχουν τον κίνδυνο της φτώχειας», 70 εκατομμύρια έχουν απασχόληση (σύμφωνα με τις στατιστικές του Συμβουλίου για την Απασχόληση – SocialPolicy, 31/3/2008). Αυτοί είναι οι εργαζόμενοι φτωχοί.

    §  20 εκατομμύρια από τους φτωχούς είναι παιδιά (μετά τη μεταφορά)΄ πριν την μεταφορά (και υπό απειλή σήμερα) ο αριθμός τους ανέρχεται σε 30 εκατομμύρια.

     

    Πέρα και πάνω από αυτούς τους ανθρώπους, το κοινωνικό πρόβλημα της φτώχειας εξαπλώνεται όλο και περισσότερο.

     

    • Ένας στους πέντε Ευρωπαίους λέει ότι το 2010 υπήρξε μια τουλάχιστον φορά που δεν είχε χρήματα για να πληρώσει το φαγητό, τρέχοντα καταναλωτικά αγαθά ή και τους λογαριασμούς του·
    • 3 στους 10 Ευρωπαίοι θεωρούν «όλο και δυσκολότερο να καλύψουν το κόστος της υγείας»·
    • 3 στους 4 Ευρωπαίους πιστεύουν ότι η φτώχεια έχει αυξηθεί στη χώρα που ζουν.

     

     

    • Η ραγδαία άνοδος της επισφαλούς εργασίας έχει κάνει εφικτή την απότομη πτώση στην ακραία φτώχεια και έχει προκαλέσει αγωνία για μια, μοιραία επικείμενη, αλυσίδα καταστροφικών γεγονότων (στη Γαλλία, για παράδειγμα, 1 στους 2 δεν αποκλείει την πιθανότητα να βρεθεί στο δρόμο άστεγος)·

    • Η διαφορά στις πληρωμές είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση τέτοια, που η κινητικότητα είναι εφικτή μόνο προς τη μια κατεύθυνση: από τις χώρες με πολύ χαμηλούς μισθού προς τις άλλες. Η πραγματικότητα αυτή έχει ως αποτέλεσμα ένα εκτεταμένο κοινωνικό ντάμπινγκ, ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών και τεταμένες

     

    (O μισθός για μια πλήρη απασχόληση στην Ουγγαρία είναι 6 φορές μικρότερος απ’ό,τι στη Γερμανία· ο κατώτατος μισθός στη Βουλγαρία είναι 13 φορές μικρότερος απ’ό,τι στο Λουξεμβούργο ¾ 123 ευρώ έναντι 1.642! ¾ · σε 9 χώρες, ο κατώτατος μισθός είναι κάτω από 300 ευρώ το μήνα, ενώ η Γερμανία έχει δημιουργήσει δουλειές για ένα ευρώ την ώρα).

     

    • Οι ανισότητες στο εσωτερικό των χωρών κάνουν τη φτώχεια ισχυρότερο παράγοντα αποκλεισμού, διαρρηγνύοντας την κοινωνική συνοχή, δημιουργώντας ένα αίσθημα υποβάθμισης, περιθωριοποίησης και στιγματισμού. Στη Γερμανία, το πλουσιότερο 10% κατέχει περισσότερο από το 60% των προσωπικών αγαθών, ενώ το φτωχότερο 70% κατέχει, αντίστοιχα, το 9%. Στο νέο ανατολικό κρατίδιο, το μέσο εισόδημα των νοικοκυριών έχασε απόλυτη αξία μεταξύ 2002 και 2007, ως αποτέλεσμα της κρίσης ιδιοκτησίας και της αύξησης της ανεργίας.

     

    Αυτό συνιστά μια σοβαρή αποτυχία για την Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο και για τα κράτη-μέλη ξεχωριστά. Η αποτυχία αυτή χρειάζεται να αναλυθεί υπό το φως των στόχων που έθεσε η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, των μέσων που κινητοποιήθηκαν και των εργαλείων που θεσπίστηκαν.

     

    Εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν για να αντιμετωπιστούν οι βαθιές αιτίες της φτώχειας

     

    Κατά την άποψή μου, αυτά οφείλονται στον τρόπο με τον οποίο η παρούσα ευρωπαϊκή δομή αντιμετωπίζεται, και πιο συγκεκριμένα σε τρεις από τις γραμμές πλεύσης που τα τελευταία χρόνια παροξύνθηκαν.

     

    ·       Η Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε πάρα πολύ χώρο στις αγορές, ειδικά τις χρηματαγορές (απαγόρευση κάθε  «περιορισμού» στην ελεύεθρη κίνηση του κεφαλαίου· η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην υπηρεσία των χρηματαγορών ¾ ένα «ισχυρό ευρώ», ελκυστικό για το κεφάλαιο αλλά παράγοντας φτώχειας για τους λαούς¾· ένα σύμφωνο σταθερότητας για την περικοπή των δημοσίων δαπανών...). Είδαμε το 2008-2009 πού οδήγησε ο ενθουσιασμός για την ελεύθερη αγορά. Και ακόμα κι αν η επίβλεψη αυτού της αδιάκοπης φυγής προς τα μπρος έχει επιταθεί, η λογική στη δουλειά έμεινε απαράλλαχτη. Πρόκειται για μια μηχανή φτιαγμένη για να κατασκευάζει προκλητικό πλούτο και σκανδαλώδη φτώχεια.

    ·       Στην παρούσα μορφή της, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των λαών (αγώνας για τη χαμηλότερη προσφορά στα κοινωνικά ζητήματα, παραμέληση της εργασίας, υποχρεωτικό άνοιγμα των δημόσιων εταιρειών στον ανταγωνισμό...).Σε ένα τέτοιο πρότυπο, βασισμένο στο κοινωνικό ντάμπινγκ, η φτώχεια δημιουργείται αναπόφευκτα.

    ·       Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μειώσει την ικανότητα των πολιτών, και όλων των κομμάτων που εμπλέκονται στην κοινωνική ζωή, να αντισταθούν και να παρέμβουν (συγκέντρωση δυνάμεων στις συνόδους κορυφής, συστήματα επιβολής περιορισμών, έλεγχος, κυρώσεις... σε σημείο οι εθνικοί προϋπολογισμοί να ελέγχονται πριν καν αυτοί θεωρηθούν από τα εθνικά κοινοβούλια).

     

    Σε μια τέτοια λογική, η κοινωνική πολιτική υποβιβάζεται σε μεταβλητή προσαρμοζόμενη ώστε να ταιριάζει στον υπό εξέλιξη οικονομικό πόλεμο. Τα ευρωπαϊκά νομικά κείμενα είναι η έκφραση αυτής της αντίθεσης ανάμεσα στις διακηρυγμένες φιλοδοξίες και τη λογική του οικονομικού συστήματος. Ορισμέναπαραδείγματα:

     

    ·       Αναφέρθηκα στη Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Ένα από τα άρθρα της αναγνωρίζει το «δικαίωμα πρόσβασης σε κοινωνικές υπηρεσίες που παρέχουν προστασία σε περιπτώσεις μητρότητας, ασθένειας, εργατικού ατυχήματος, αναπηρίας ή γήρατος, καθώς επίσης και ανεργίας». Στην πραγματικότητα, το άρθρο αυτό, όπως και πολλά άλλα, ακολουθείται από μια «εγκύκλιοσυνταχθείσα υπό την εποπτεία του Προεδρείου της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης», που ορίζει τα εξής: «η αναφορά σε κοινωνικές υπηρεσίες, σε περιπτώσεις που τέτοιες υπηρεσίες έχουν δημιουργηθεί για να παράσχουν συγκεκριμένα οφέλη, δεν συνεπάγεται επ’ουδενί ότι τέτοιες υπηρεσίες πρέπει να δημιουργηθούν εκεί όπου δεν υπάρχουν»! (Οι εγκύκλιοι αυτές απευθύνονται στα αρμόδια δικαστήρια και πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν από αυτά).

    ·       Στη Συνθήκη της Λισσαβόνας, το άρθρο που αναγνωρίζει το «συγκεκριμένο καθήκον» των «Υπηρεσιών Γενικού Κοινωνικού Ενδιαφέροντος» (SGEI), κατ’εφαρμογή του οποίου μια εταιρεία μπορεί να απαλλαγεί από τους κανόνες του ανταγωνισμού, καταλήγει με την ακόλουθη δικλείδα ασφαλείας: «η ανάπτυξη του εμπορίου δεν πρέπει να επηρεάζεται (από τις υπηρεσίες αυτές) σε βαθμό που θα μπορούσε να τις φέρνει σε αντίθεση με τα συμφέροντα της Ένωσης».

    ·       Μια παρόμοια δικλείδα ασφαλείας περιλαμβάνει το άρθρο για την κοινωνική πολιτική: «Η Ένωση και τα κράτη-μέλη, παίρνοντας υπ’όψιν (...) την ανάγκη να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της Ένωσης».

    ·       Παρομοίως, στο άρθρο που αφορά την κοινωνική προστασία και τη μάχη κατά του κοινωνικού αποκλεισμού [αναφέρεται]: «οι ευρωπαϊκές νομοθεσίες που υιοθετούνται σε συμφωνία με το παρόν άρθρο (…) δεν πρέπει να επηρεάζουν αισθητά την οικονομική πολιτική».

     

    Στην κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η ελευθερία του κεφαλαίου τίθεται πάνω από τα δικαιώματα των εργαζομένων.

    • Έτσι, η Ολλανδία αναγκάστηκε να τροποποιήσει το σύστημα ανάθεσης της κοινωνικής στέγασης, λόγω ενός «πρόδηλου σφάλματος» της δημόσιας υπηρεσίας. Το όριο εισοδήματος που επιτρέπει το δικαίωμα σε αυτό το είδος στέγασης (33.000 ευρώ για ένα νοικοκυριό) θεωρήθηκε πολύ υψηλό.

    • Στην Κάτω Σαξονία (Γερμανία), μια άλλη ρύθμιση (ρύθμιση Rüffert) έγινε σε όφελος μια λετονικής εταιρείας, αναδόχου μιας γερμανικής κατασκευαστικής, που επρόκειτο να πληρώσει τους εργαζόμενούς της το 50% του κατώτατου μισθού που προβλέπεται για τον κλάδο στην περιοχή αυτή. Αυτό έγινε στο όνομα την ελευθερίας κάθε εταιρείας να οργανώνει τις υπηρεσίες της με συνθήκες ίδιες με αυτές στις χώρες προέλευσης.

     

    Υπάρχουν λοιπόν θεμελιώδη μέτρα στην παρούσα δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα πρέπει να αναθεωρηθούν και να γίνουν τόσο περιοριστικά όσο και οι στόχοι που έχουν τεθεί για τα δημόσια ελλείμματα –για παράδειγμα, σήμερα, οι καθορισμένοι στόχοι και ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τον περιορισμό της φτώχειας στην Ευρώπη. Αν οι επιχειρηματικοί κύκλοι δεν θέλουν να ακούσουν για τέτοιους περιοριστικούς στόχους στην υπηρεσία του αγώνα κατά της φτώχειας, είναι ακριβώς γιατί φοβούνται ότι κάτι τέτοιο θα οδηγήσει τελικά στην επανεκτίμηση των κανόνων της ελεύθερης αγοράς που σήμερα αξίζουν όσο τίποτα. Τώρα, λοιπόν, εναπόκειται σε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις να δράσουν.

     

    Το πρόβλημα είναι ότι οι βασικοί ευρωπαίοι ηγέτες είναι ελάχιστα κριτικοί ως προς το υπάρχον οικονομικό μοντέλο. Στις 15 Οκτωβρίου, ο Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και ο Χέρμαν βαν Ρομπύ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καλωσόρισαν 18 «φιλοσοφικές» οργανώσεις. Οποίαέκστασις... Σύμφωνα με τον πρώτο, «η μάχη κατά της φτώχειας αποτελεί ευρωπαϊκή προτεραιότητα». Ο ίδιος αναφέρθηκε στην «ηθική» διάσταση αυτού του αγώνα, χωρίς ωστόσο την παραμικρή αυτοκριτική νύξη αναφορικά με την πολιτική που αποδείχτηκε ανίκανη να περιορίσει τη φτώχεια. Ο τελευταίος είπε: «χρειαζόμαστε μια αλτρουιστική και ανθρωπιστική έμπνευση στηριγμένη στην αλληλεξάρτηση. Χρειαζόμαστεαξίες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια ενότητα μέσα στη διαφορά. Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι το αντίθετο της ενότητας, συνεπώς ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι αντιευρωπαϊκός»!

     

    ΤαπερισσότεραμέλητουΕυρωκοινοβουλίου δεν εξαιρούνται από αυτή τη διάσταση μεταξύ λόγων και έργων. Έτσι, τον Οκτώβριο, όταν συζητήθηκε η Έκθεση Φιγκουιρέδο για την καταπολέμηση της φτώχειας, όλοι ή σχεδόν όλοι συμφώνησαν να συσταθεί στα κράτη μέλη η θεσμοθέτηση ενός κατώτατου εισοδήματος υψηλότερου από το όριο της φτώχειας. Όταν όμως οι τρεις ομάδες της Αριστεράς έθεσαν μια συγκεκριμένη πρόταση που καθόριζε τις κατευθυντήριες γραμμές για μια τέτοια πρόβλεψη, αυτό απορρίφθηκε. Το νέο 10ετές πρόγραμμα — «Ευρωπαϊκή Ένωση 2020» — που αντικατέστησε τη Στρατηγική της Λισσαβόνας, και που τώρα αποτελεί το επίσημο πλαίσιο αναφοράς των 27 χωρών-μελών, πήγε πίσω το αρχικό χρονοδιάγραμμα που έθετε η Στρατηγική της Λισσαβόνας κατά 10 χρόνια. Αυτή τη φορά, όμως, το σχέδιο είναι λιγότερο φιλόδοξο: καμιά αναφορά δεν γίνεται στην εξάλειψη της φτώχειας, παρά μόνο στη μείωση κατά 20 εκατομμύρια του αριθμού των προσώπων που βρίσκονται στο φάσμα της.

     

    Καθώς οι ίδιες αιτίες παράγουν τις ίδιες συνέπειες, το παράδοξο είναι ότι, αν τα εμπόδια που αναφέρω παραμείνουν ως έχουν, ο αριθμός των φτωχών μεταξύ των πληθυσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έχει αυξηθεί δραματικά μέχρι το 2020. Οι πολίτες, αυτοί που παίζουν ενεργό ρόλο στα κοινωνικά ζητήματα, τα συνδικάτα, άλλες οργανώσεις, καθώς και τα προοδευτικά κόμματα, έχουν πάρα πολλά να κερδίσουν αν δώσουν φωνή στην  απαίτηση να αναδιαμορφωθούν οι οικονομικοί κανόνες και οι πολιτικές πρακτικές στην Ευρώπη, ώστε να δοθεί στους κοινωνικούς στόχους χώρος για δραστικές αποφάσεις. Ο χώρος αυτός σήμερα υπάρχει μόνο στους λόγους των κορυφαίων ηγετών. Ας ελπίσουμε ότι το έτος καταπολέμησης της φτώχειας θα βοηθήσει να κάνουμε ένα τέτοιο βήμα μπροστά. Η ενέργεια των κοινωνικών κινημάτων που βρίσκονται σήμερα στο προσκήνιο σε όλη την Ευρώπη μας δίνει ένα λόγο να ελπίζουμε.

     

    Μετάφραση: Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος

     


Related articles