• Η ουγγρική καταστροφή

  • 16 Jun 11 Posted under: Central and Eastern Europe , Ουγγαρία , Ακροδεξιά
  • Δεν μου αρέσει που γράφω αυτό το άρθρο. Επειδή αντιτίθεμαι στην ανησυχητική άνοδο του αυταρχισμού στη χώρα μου και υπερασπίζομαι την αποκατάσταση των πολιτικών ελευθεριών, μπορεί να φαίνεται πως είμαι κάτι που σίγουρα δεν ισχύει: Κάποιος που πιστεύει ότι η ευρωπαϊκή εκδοχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας του 21ου αιώνα είναι μια πολιτική τάξη πραγμάτων που μπορεί και πρέπει να διατηρηθεί αμετάβλητη.

     

    Κανείς δεν θέλει να γυρίσει πίσω σε έναν κόσμο χάους, φτώχειας, διαφθοράς, μικροπρεπών διαμαχών, δουλικότητας, δωροδοκίας, εμπορευματοποίησης, περιφρόνησης στις λαϊκές μάζες, ανισότητας και υποκρισίας που εγκαινιάστηκε το 1989, το θρυλικό έτος που γέννησε τις ελπίδες μας. Ως ένας από τους ιδρυτές της Ουγγρικής Δημοκρατίας απέχω πολύ από το να χαρακτηριστώ «περήφανος».

     

    Επίσης, δεν θα ήθελα να μιλήσω στο όνομα μιας νεφελώδους «ευρωπαϊκότητας» στην Ευρώπη του Σαρκοζί, του Μπερλουσκόνι, του Μπόσι, του Γκερτ Βίλντερς και του Χορστ – «η πολυπολιτισμικότητα πέθανε». Ελάχιστοι άνθρωποι θα δέχονταν εύκολα μια κριτική από την ΕΕ με τις ηλίθιες πολιτικές της για το έλλειμμα, την επιβολή μέτρων λιτότητας, τη μείωση του προσωπικού του δημόσιου τομέα, τη γενικότερη κοινωνική κατάσταση διάλυσης και τη δημιουργία τεράστιων προβλημάτων για τα φτωχότερα και πιο αδύναμα κράτη-μέλη. Η ουγγρική ιστορία είναι διδακτική και προειδοποιητική, αφού δείχνει πόσο ευάλωτες έχουν γίνει οι ευρωπαϊκές αστικές δημοκρατίες σε αυτή την εποχή της αποδιοργάνωσης και της παρακμής. Λόγω της απουσίας κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής που να βασίζεται στη δικαιοσύνη, δεν είναι εύκολο να περιμένουμε πως οι πολίτες θα υπερασπιστούν τους φιλελεύθερους θεσμούς, τους ελέγχους και τις ισορροπίες checksandbalances, τη διάκριση των εξουσιών και άλλα τέτοια.

     

    Από τον Απρίλιο του 2010, όταν η ουγγρική Δεξιά κέρδισε πλειοψηφία της τάξης των δύο τρίτων του Κοινοβουλίου, και ειδικά μετά το Σεπτέμβριο, όταν στις τοπικές εκλογές κατέλαβε το 93% των θέσεων κοινοτικών και δημοτικών συμβούλων, καθώς και δημάρχων, κατακτώντας την απόλυτη πλειοψηφία σε όλα τα περιφερειακά συμβούλια, συμπεριλαμβανομένου αυτού της πρωτεύουσας, σημειώθηκε έντονη νομοθετική δραστηριότητα που ενδέχεται να έχει αλλάξει την Ουγγαρία για πάντα. Η κυβέρνηση Όρμπαν –μετά από συμβολικές ενέργειες, για παράδειγμα, την επίσημη καταδίκη της Συνθήκης του Τριανόν, την προσφορά ουγγρικής υπηκοότητας στα μέλη των ουγγρικών μειονοτήτων των γειτονικών χωρών και την υποχρέωση όλων των κρατικών ιδρυμάτων και των δημόσιων κτιρίων να αποτυπώσουν με έντονα χρώματα στους τοίχους τους τη θεμελιώδη δήλωση του νέου καθεστώτος, τη Δήλωση Εθνικής Συνεργασίας (το καθεστώς ονομάζεται επισήμως Σύστημα Εθνικής Συνεργασίας και η κυβέρνηση Κυβέρνηση Εθνικού Σκοπού)– άλλαξε τον εκλογικό νόμο ώστε να είναι πιο δύσκολο για τα μικρότερα κόμματα να συμμετάσχουν στις εκλογές, ακρωτηρίασε το Συνταγματικό Δικαστήριο, διόρισε δεξιούς πολιτικούς στην ηγεσία του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (για εννέα χρόνια!), στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και σε όλες τις νομικές υπηρεσίες της επικράτειας, αναδιοργάνωσε τις μυστικές υπηρεσίες και δημιούργησε ένα νέο Κέντρο Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας, με διευρυμένες εξουσίες και επικεφαλής τον πρώην σωματοφύλακα του κ. Όρμπαν. Άλλαξε το ηγετικό προσωπικό όλων των κρατικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των μόνιμων μη πολιτικών διοικητικών στελεχών, ιδίως στην αστυνομία, τις εφορίες, τα τελωνεία και το στρατό. Εισήγαγε ένα νόμο βάσει του οποίου όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να απολύονται κατά βούληση, χωρίς καμία αιτιολόγηση, καθώς και να προσλαμβάνεται κάποιος χωρίς ειδικά επαγγελματικά προσόντα και προαπαιτούμενα. Έχουν ξεκινήσει έρευνες για διαφθορά εναντίον πρώην αξιωματούχων, κάτι που σε γενικές γραμμές μπορεί να είναι αποδεκτό ή ακόμη και σωτήριο, αλλά, εν προκειμένω, αυτοί που μπαίνουν στο στόχαστρο είναι, χωρίς εξαίρεση, σοσιαλιστές ή φιλελεύθεροι πολιτικοί.

     

    Νέοι εκπαιδευτικοί νόμοι ψηφίζονται ή ετοιμάζονται, οι οποίοι ενισχύουν την πειθαρχία, κάνουν τις εξετάσεις πιο δύσκολες, διευρύνουν την εξουσία των σχολικών επιθεωρητών. Υπάρχουν μέτρα που αποσκοπούν στο διαχωρισμό των σχολείων ελίτ από τα υπόλοιπα και στη μείωση του αριθμού των φοιτητών. Επίσης, εισάγεται ένα εθνικιστικό συντηρητικό πρόγραμμα σπουδών στους τομείς της Ιστορίας και των ανθρωπιστικών επιστημών. Όμως, η «εθνική διαπαιδαγώγηση» δεν σταματά εδώ: Η κοινωνική βοήθεια μπορεί να χορηγηθεί μόνο σε όσους ζουν σε «συνθήκες ομαλής διαβίωσης» (αυτό επιτρέπει στην τοπική αυτοδιοίκηση να μπλοκάρει τις κοινωνικές ενισχύσεις για άπορα, αλλά αντιδημοφιλή, στρώματα και μειονότητες). Σε κάποιες περιπτώσεις δημόσιων υπαλλήλων, το κράτος επιτρέπεται να διεξάγει έρευνες σχετικά με την «άψογη ιδιωτική συμπεριφορά τους», συμπεριλαμβανομένων των μελών της οικογένειάς τους. Οι μικροκλοπές τιμωρούνται αναντίστοιχα με την ασήμαντη αξία των κλοπιμαίων και σε τέτοιες περιπτώσεις ακόμη και ανήλικοι απειλούνται με αυστηρή τιμωρία. Επίσης, έχει εισαχθεί ένα σύστημα three-strikes-youre-out”τύπου Τέξας. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, χρειάστηκε να ανοίξουν ξανά πολλές φυλακές, συμπεριλαμβανομένων των διαβόητων πρώην Φυλακών Κρατικής Ασφάλειας στο Β΄ Διαμέρισμα της Βουδαπέστης.

     

    Ακόμη και πριν από τις εκλογές, συντηρητικοί επικεφαλής των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων ξεκίνησαν μαζικές πολιτικές εκκαθαρίσεις, οι οποίες συνεχίζουν αμείωτες. Δύο σημαντικά ερευνητικά ιδρύματα που χρηματοδοτούνταν από το κράτος, το Ινστιτούτο 1956 και το Ινστιτούτο για την Πολιτική Ιστορία, έχασαν την επιχορήγησή τους. Μπορεί κάλλιστα να τα κλείσουν εντελώς. Όλα τα πανεπιστήμια είναι σε «ασφαλή» συντηρητικά χέρια. Οι υπεύθυνοι των θεάτρων έχουν αντικατασταθεί από συντηρητικούς με εμμονή στην παράδοση ενώ το πρωτοποριακό θέατρο θα αντικατασταθεί από την οπερέτα. Τα εναλλακτικά και πειραματικά θέατρα σταμάτησαν να χρηματοδοτούνται. Η χρηματοδότηση της ουγγρικής κινηματογραφικής βιομηχανίας έχει διακοπεί πλήρως. Μας λένε ότι οι εκδόσεις βιβλίων είναι οι επόμενες στη σειρά.

     

    Όλα αυτά ακολουθούνται από το διαβόητο νόμο για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης –για τον οποίο έγιναν εκτενείς αναφορές στο διεθνή τύπο– όπου, εκτός από την εμφανή πολιτική λογοκρισία, επιτρέπει στην κυβέρνηση να καταστρέψει ουσιαστικά τα ΜΜΕ με τα πρόστιμα που μπορούν να επιβληθούν ελεύθερα από τη νέα Αρχή Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, επικεφαλής της οποίας είναι άλλος ένας δεξιός πολιτικός, διορισμένος για εννέα χρόνια και με απόλυτη αρμοδιότητα να διανείμει τις ραδιοσυχνότητες και να λογοκρίνει τα γραφόμενα στο Internet. Ωστόσο, αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που αποκαλώ «θετική λογοκρισία», δηλαδή τη δυνατότητα του κράτους να επιβάλλει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης να δημοσιεύουν ή να μεταδίδουν συγκεκριμένες ειδήσεις και σχόλια σχετικά με «θέματα εθνικής σημασίας», υπό την απειλή κυρώσεων. Πρόστιμα εκατομμυρίων μπορεί να επιβληθούν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αν πλήττουν την ευαισθησία μειονοτήτων και πλειοψηφιών, κάτι που θα είναι στην κρίση της Αρχής Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Η δημόσια ραδιοτηλεόραση γίνεται συγκεντρωτική: Οι ειδήσεις της θα γράφονται αποκλειστικά από ένα νέο κέντρο που βρίσκεται στο Κρατικό Πρακτορείο Ειδήσεων και κανέναν άλλο. Οι νέοι επικεφαλής όλων των κρατικών τηλεοπτικών σταθμών έχουν διοριστεί: Είναι όλοι δεξιοί δημοσιογράφοι, οι οποίοι, ως επί το πλείστον, προέρχονται από δεξιούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και δεξιά ή ακροδεξιά κανάλια της καλωδιακής τηλεόρασης. Εκατοντάδες έχουν απολυθεί ή αναμένεται να απολυθούν από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.

     

    Το δικαίωμα στην απεργία έχει περιοριστεί σημαντικά. Το δικαίωμα μεσολάβησης των συνδικάτων αμφισβητείται ανοιχτά. Η κοινωνική νομοθεσία μεταφέρει πόρους από τους φτωχούς στους λευκούς και τους νέους της μεσαίας τάξης. Ένας κατ’ αποκοπήν φόρος εισάγεται προς όφελος των πιο πλούσιων. Οι έμμεσοι φόροι αυξάνονται δραματικά.

     

    Και η χώρα ηρεμεί. Η συμβατική κριτική του Συστήματος Εθνικής Συνεργασίας είναι αναποτελεσματική, γιατί εκλαμβάνεται σαν να ευνοεί την προηγούμενη κυβέρνηση, η οποία χαρακτηριζόταν από νεοσυντηρητικές κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές (εξαιρετικά, και δικαίως,αντιδημοφιλείς) σε συνδυασμό με μια φιλελεύθερη πρόσοψη, μια επιφανειακή πολυφωνία και ανοχή που φαίνεται σε πολλούς ως αδιάφορα και διεστραμμένα παιχνίδια των πανίσχυρων αστικών ελίτ. Κανείς δεν θρηνεί για τη δημοκρατία, δεδομένου ότι σχεδόν κανείς δεν πίστευε πως ζούσε σε μια τέτοια. Το δικαστικό σώμα και η αστυνομία είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα να είναι άδικα, βάναυσα και αντιδραστικά.

     

    Η κυβέρνηση Όρμπαν στάθηκε, είναι αλήθεια, εξαιρετικά επιτυχής στην κατάργηση των ακροδεξιών παραστρατιωτικών ομάδων, βάζοντας τέλος στην προσπάθεια δημιουργίας εγχώριας ρατσιστικής και φασιστικής τρομοκρατίας, έστω και με αμφίβολες αστυνομικές μεθόδους, που φυσικά αυτή τη φορά δεν επικρίθηκαν από τους φιλελεύθερους. Το ζήτημα των Ρομά αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα εγκληματικότητας, με τη Δεξιά να υποστηρίζει ανοιχτά το φυλετικό διαχωρισμό (τα προγράμματα ένταξης των Ρομά στο εκπαιδευτικό σύστημα έχουν τερματιστεί). Η δημόσια συζήτηση επί των θεμάτων της φυλής ή της εθνικότητας έχει εξαφανιστεί. Η εναπομείνασα Κεντροαριστερά απελπισμένη την εγκατέλειψε. Ο «αντιφασισμός είναι μια φαυλότητα», δήλωσε κορυφαίος συντηρητικός αρθρογράφος, καθηγητής πανεπιστημίου και εκδότης έγκυρου μηνιαίου εντύπου.

     

    Εδώ βρισκόμαστε λοιπόν αυτή τη στιγμή. Δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψουμε στην ανεπιτυχή και αντιδημοφιλή φιλελεύθερη εποχή και μια εναλλακτική λύση απέναντι στη νέα αυταρχική τάξη πραγμάτων δεν είναι ακόμα ορατή.

     

    Μετάφραση: Σταύρος Παναγιωτίδης


Related articles