• Γερμανικό θαύμα; Συμφέροντα και πεδία δράσης μέσα στην κρίση και οι προοπτικές όσων πλήττονται

  • 16 Jun 11 Posted under: Contemporary Capitalism , Δημοκρατία
  • Ο οικονομικός και κοινωνικός χάρτης της Ευρώπης αποδιαρθρώνεται. Το 2010, η παραγωγή κοινωνικού πλούτου μειώθηκε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιρλανδία, ενώ η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία δεν έχουν καταφέρει να βγουν από την κρίση, μοιάζοντας εγκλωβισμένες σε μια παγίδα στασιμότητας. Ακόμα και η Γαλλία κάνει μεγάλη προσπάθεια για να μπει σε πορεία ανάπτυξης. Μετά τη χρηματοπιστωτική και τη στεγαστική κρίση, την κατάρρευση της φούσκας και το πραξικόπημα των τραπεζών για την επανάκτηση της σταθερότητάς τους με τα λεφτά των φορολογούμενων, ο κόσμος βρέθηκε τυλιγμένος στο ζουρλομανδύα των πολιτικών λιτότητας. Το γεγονός ότι οι πολιτικές αυτές επιβάλλονται από την ΕΕ και το ΔΝΤ ως «δίχτυ ασφαλείας» αυξάνει την ανησυχία για το εάν η Ευρωζώνη θα καταλήξει σύντομα σε συντρίμμια (ΙΜΚ 2011).

     

    Πόσο διαφορετικά εξελίσσεται η κατάσταση στη Γερμανία; Τη μεγάλη συρρίκνωση του 2009 (-4.7%) ακολούθησε σημαντική αύξηση του ΑΕΠ της τάξης του 3.6%, η δεύτερη μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών της ΕΕ μετά τη Σουηδία. Ενώ στις γειτονικές χώρες το επίσημο ποσοστό ανεργίας –ιδιαίτερα η ανεργία των νέων– αυξήθηκε, στη Γερμανία παρέμεινε σταθερή ακόμα και κατά την περίοδο της βαθιάς κρίσης, ενώ πρόσφατα σημείωσε μικρή πτώση. Κάτι περίεργο φαίνεται να συμβαίνει με το λεγόμενο «γερμανικό θαύμα» (TheEconomist, 11 Μαΐου 2010).

     

    Η εντύπωση αυτή στηρίζεται και σε μια δεύτερη παρατήρηση. Στις χώρες της Ευρωπαϊκής Μεσογείου πραγματοποιούνται συνεχώς γενικές απεργίες, ακόμα και στην Ιρλανδία και τη Μεγάλη Βρετανία σημαντικά τμήματα του πληθυσμού βγήκαν στους δρόμους προκειμένου να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις περικοπές των δημόσιων δαπανών. Στη Γαλλία, η πρακτική του boss-napping (συμβολική κράτηση διευθυντικών στελεχών στο χώρο της εργασίας) χρησιμοποιήθηκε ως εναλλακτική μορφή διαμαρτυρίας. Από την άλλη πλευρά, η κατάσταση που επικρατεί στη Γερμανία μπορεί να περιγραφεί ως «κρίση χωρίς σύγκρουση» (Offe 2010). Μήπως αυτή η «κρίση που δεν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια» είναι ένα ακόμα «γερμανικό θαύμα»; Αρκεί ένας παράγοντας –η σχετικά καλή κατάσταση που επκρατεί στην αγορά εργασίας– για να ερμηνεύσει το γεγονός ότι «η κρίση του αιώνα» μπορεί, όπως φαίνεται, να εξελίσσεται χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις;

     

    Προσπαθήσαμε να απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα στο πλαίσιο ενός σύντομου προγράμματος που περιλάμβανε συνεντεύξεις και οργανωμένες συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης: Με εκπροσώπους συνδικάτων και εργαζόμενους σε εργοστάσια μετάλλου και βιομηχανίες ηλεκτρικών ειδών, όπου η παραγωγή κατέρρευσε το πρώτο εξάμηνο του 2009, πέφτοντας σε ορισμένες περιπτώσεις κατά 30- 40%. Στη συνέχεια παρουσιάζουμε ορισμένα από τα ευρήματα της έρευνας.

     

    Από την οικονομική κρίση στην κρίση νομιμοποίησης

     

    Το λανθασμένο του συμπεράσματος πως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια «κρίση που δεν γίνεται ατιληπτή ως τέτοια» έχει αποδειχθεί σε πολλές σφυγμομετρήσεις τα τελευταία χρόνια (Bischoffetal. 2010).

     

    Ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη τους διάφορους τρόπους με τους οποίους μπορεί να γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα, η μεγάλη πλειονότητα του γερμανικού πληθυσμού μοιράζεται την αντίληψη ότι η αδικία αυξάνεται μέσα στην κοινωνία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διανομή του κοινωνικού πλούτου ανάμεσα, από τη μία, στα εισοδήματα από κεφάλαια και άλλα περιουσιακά στοιχεία και, από την άλλη, στα εισοδήματα από μισθούς και κοινωνικά επιδόματα.

     

    H ύπαρξηαυτής της αδικίας θέτει υπό αμφισβήτηση ορισμένους από τους βασικότερους λόγους νομιμοποίησης του καπιταλισμού. Ένας από αυτούς είναι η ιδέα μιας «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» στην οποία η διαμάχη ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο επιλύεται ειρηνικά με έναν αμοιβαία αποδεκτό ταξικό συμβιβασμό. Η πεποίθηση ότι το «γερμανικό μοντέλο κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» επιβίωσε διαχρονικά ήταν ακόμα κραταιά στην αρχή του αιώνα, σύμφωνα με το 70% των ανθρώπων που απάντησαν σε σχετική δημοσκόπηση. Ωστόσο, τον Οτώβριο του 2010 ούτε οι μισοί από αυτούς συνέχιζαν να το πιστεύουν. Επιπλέον, το βασικό δόγμα του νεοφιλελευθερισμού ότι αυτό που χρειάζεται είναι «περισσότερη αγορά» υποστηρίζεται πλέον μόνο από μια μικρή μειοψηφία, τη στιγμή που η μεγάλη πλειονότητα πιστεύει ότι αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι «περισσότερη κοινωνική ασφάλεια».

     

    Οι προοπτικές για το μέλλον αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό. Περίπου ο μισός πληθυσμός αναμένει «λιγότερη κοινωνική δικαιοσύνη» για τα επόμενα χρόνια. Τα τρία τέταρτα αμφισβητούν την πιθανότητα σύντομης οικονομικής ανάκαμψης.

     

    Το εύρος της συστημικής απονομιμοποίησης τονίζεται σε μια μελέτη που διεξήγαγε μια από τις μεγαλύτερες δεξαμενές σκέψης στη Γερμανία: «Υπάρχει σημαντικό έλλειμμα εμπιστοσύνης σε πολλά επίπεδα – απέναντι στις τράπεζες και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τους επιχειρηματίες και τους μάνατζερ, τους πολιτικούς και το πολιτικό σύστημα συνολικά, τα παραδοσιακά ΜΜΕ, ακόμα και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνική οικονομία της αγοράς, το βασικό στοιχείο της ταυτότητας του κοινωνικού μας μοντέλου» (Bertelsmann 2011: 11 f.).

     

    Τι είναι η κρίση και πότε μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει κρίση;

     

    Η παραπάνω και άλλες αντίστοιχες έρευνες για την αύξηση της κοινωνικής αδικίας εγείρουν με πιεστικό τρόπο τα ζητήματα του τρόπου με τον οποίο γίνεται κατανοητή η κρίση και της συνακόλουθης αντιμετώπισής της.

     

    Το πρώτο συμπέρασμα που βγάλαμε είναι ότι ακόμα και στο σημείο της πλήρους εξέλιξής της, η κρίση δεν γίνεται αντιληπτή από όλους με τον ίδιο τρόπο. Απεναντίας, διαπιστώσαμε ευρύ φάσμα σχετικών απόψεων:

     

    Από τη μία πλευρά, η κρίση αντιμετωπίζεται ως απότομη μετάβαση:

     

    «Τρία χρόνια πριν οι προοπτικές ήταν εντελώς διαφορετικές… Και έπειτα, ξαφνικά, ξέσπασε η κρίση … Και βρεθήκαμε ξανά στον πάτο, ήταν μια πραγματικά απότομη μετάβαση.»

     

    Από την άλλη πλευρά, η κρίση εμφανίζεται ως οργανωμένη άσκηση εξουσίας:

     

    «Η υποτιθέμενη κρίση χρησιμοποιείται από τις επιχειρήσεις για την αύξηση των κερδών τους» ... «Όλα τα ΜΜΕ και οι τράπεζες ενισχύουν αυτό το παιχνίδι. Είναι, όμως, αυτοί που βρίσκονται σε κατάσταση κρίσης και αυτό μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί. Είναι αυτοί που βρίσκονται στο κόκκινο.»

     

    Πράγματι, την περίοδο 2008-2010 η κρίση ήταν αναμφίβολα το κυρίαρχο θέμα στην κοινωνία, την πολιτική και τα ΜΜΕ. Ωστόσο, η κατάσταση που μπορεί να περιγραφεί ως «κρίση» δεν είναι προφανής, αλλά υπόκειται σε ερμηνεία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα συνδικάτα βρίσκονται αντιμέτωπα με μια πολύ συγκεκριμένη πρόκληση. Η δράση τους στους χώρους εργασίας, καθώς και η δυνατότητά τους να εκπαιδεύουν πολιτικά τα μέλη τους καθορίζουν το πόσο συνολική ή αποσπασματική θα είναι η κατανόηση της κρίσης.

     

    Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμα δομικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Η καθημερινή συνείδηση χαρακτηρίζεται από ένα «διχασμό» ανάμεσα στην προσωπική θλίψη του καθένα και την ερμηνεία της κατάστασης που επικρατεί στην κοινωνία συνολικά. Η κοινωνική κατάσταση γίνεται αισθητή ως βάρος, ενώ η ατομική ως ανακούφιση. Δύο μηχανισμοί συμβάλλουν σ’ αυτό. Στην πρώτη περίπτωση τα άτομα αισθάνονται ανακούφιση γιατί βλέπουν ότι κάποιοι άλλοι δίπλα τους βρίσκονται σε ακόμα δυσχερέστερη κατάσταση. Ο δεύτερος μηχανισμός σχετίζεται με την αντίληψη περί ελέγχου. Αν, για παράδειγμα, κάποιος έχει ακόμα «τον έλεγχο πάνω στη ζωή του» (Heitmeyer 2010a: 28). Εξ αυτού, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το τι είναι η κρίση και πότε βρισκόμαστε σε μια τέτοια απαιτεί ερμηνεία και απόδειξη.

     

    Ακόμα μεγαλύτερη έλλειψη διαφάνειας

     

    Δεύτερο συμπέρασμα: Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας μιας κρισιακής διαδικασίας που καθορίζεται από τις χρηματαγορές έχει κομβική σημασία. Στις συνεντεύξεις και τις ομαδικές συζητήσεις που πραγματοποιήσαμε ο κόσμος των χρηματαγορών παρουσιάστηκε περίπου ως κάποιου τύπου εικονική πραγματικότητα στην οποία «διακινείται συνεχώς εικονικό χρήμα» και η οποία απέχει παρασάγγας από τον κόσμο της πραγματικής παραγωγής όπου παράγεται «πραγματική αξία»:

     

    «Τα CDEs, τα CDAsή όπως αλλιώς λέγονται αυτά τα χρωματιστά χαρτιά θα χάσουν την αξία τους αμέσως μόλις συνδεθούν με κάποιο πραγματικό μέγεθος.»

     

    Ταυτόχρονα, η «εικονική» αυτή οικονομία επικαθορίζει ολοένα και περισσότερο την πραγματική: Είτε μέσω της δανειακής εξάρτησης (η οποία σ’ αυτή την κρίση ονομάστηκε πιστωτική ασφυξία) είτε μέσω του προσανατολισμού της διοίκησης των επιχειρήσεων στο συμφέρον των μετόχων.

     

    «Μόνο μέσω κερδοσκοπίας, με εικονικούς τρόπους, μπορεί κανείς να καταστρέψει μια υγιή επιχείρηση. Εδώ και χρόνια η SIΕMENS κέρδιζε περισσότερα μέσω της κερδοσκοπίας παρά μέσω της παραγωγής της. … Η PORSCHEέβγαζε μεγαλύτερο κέρδος απ’ ό,τι ο όγκος των πωλήσεών της. Αυτό είναι αδιανόητο. Συμβαίνει μόνο μέσω κερδοσκοπίας.»

     

    Η εξάρτηση των επιχειρήσεων από τις αγορές και η προσήλωσή τους σε παράγοντες που σχετίζονται με το κέρδος και αντιστοιχούν στις ανάγκες του χρηματιστικού κεφαλαίου αντικατοπτρίζουν την αντιστροφή της σχέσης ανάμεσα στην πραγματική και τη χρηματοπιστωτική κεφαλαιακή συσσώρευση σε έναν καπιταλισμό που κυριαρχείται από τις χρηματαγορές.

     

    Φτάσαμε, λοιπόν, σε ένα κρίσιμο σημείο: Η συνηθισμένη μυστικοπάθεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εντάθηκε ακόμα περισσότερο στον κόσμο της χρηματοπιστωτικής κεφαλαιακής συσσώρευσης. Τα ερωτήματα που αφορούν τη φύση, τη συγκυρία και τα αίτια μιας κρίσης φαντάζουν –σε μια περίοδο που η οικονομική ζωή καθορίζεται από τις χρηματοαγορές– ακόμα πιο μυστηριώδη απ’ ό,τι κατά τη διάρκεια των κυκλικών κρίσεων. Έτσι, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την παρούσα κρίση απαιτεί την ανάλυση πολύ πιο περίπλοκων σχέσεων απ’ ό,τι αυτές που συναντάμε στις άλλες μεγάλες κρίσεις υπερσυσσώρευσης των δεκαετιών του 1970 και του 1980.

     

    Αν η πραγματική οικονομία επικαθορίζεται από μια «εικονική» οικονομία, η δυσκολία των εργαζομένων να επεξεργαστούν τις πραγματικές δυνατότητες που έχουν για δράση μεγαλώνει. Η κρίση αποσυνδέεται από το άμεσο περιβάλλον της και παίρνει τη μορφή αποτυχημένων χρηματοοικονομικών συμβολαίων που καταλήγουν σε περιορισμούς στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Οι χρηματαγορές δεν δρουν απλώς πέρα και έξω από των κόσμο των ανθρώπων με τους οποίους συζητήσαμε, καθώς και σε απόσταση από την πραγματικότητα του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Αποτελούν οιωνεί εξωγήινους χώρους, όπου κανείς δεν μπορεί να παρέμβει μέσω των παραδοσιακών μορφών αντίστασης. Στις επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι –αν και εφόσον είναι καλά οργανωμένοι– έχουν τη δυνατότητα να αντιδράσουν με κάποιους τρόπους που μπορούν να φτάσουν μέχρι την άσκηση βέτο σε μια απόφαση της διοίκησης. Δε μπορούν, όμως, να παρέμβουν στη λειτουργία των χρηματαγορών. Συνεπώς, στα ερωτήματα «τι είναι η κρίση» και «πότε λαμβάνει χώρα» πρέπει να προσθέσουμε και αυτά του «πού εκδηλώνεται» και «ενάντια σε ποιον εξελίσσεται».

     

    Η σημερινή κρίση και η σύνδεσή της με παλιότερες εμπειρίες κρίσεων

     

    Τρίτο συμπέρασμα: Το ερώτημα γιατί «η κρίση του αιώνα» δεν έχει μέχρι τώρα επηρεάσει το πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό της Γερμανίας απαντάται συνήθως με το επιχείρημα ότι γίνεται αντιληπτή ως μεμονωμένο γεγονός. Ωστόσο, η έρευνά μας καταλήγει σε διαφορετικά συμπεράσματα: Για κάποιους από τους εργαζόμενους η κρίση ήταν «μονίμως παρούσα», την αντιλαμβάνονται δηλαδή ως «διαρκή διαδικασία». Αυτό ακούγεται παράδοξο, ακόμα και ακατανόητο με οικονομικούς όρους, καθώς μια κρίση είναι παροδική στο βιομηχανικό κύκλο κατά τη διάρκεια του οποίου η απαξίωση του πλεονάζοντος κεφαλαίου δημιουργεί τη βάση για νέες επενδύσεις και συνεπώς για μια νέα φάση ανάπτυξης.

     

    Όμως, τα αποτελέσματα της μελέτης των συναδέλφων μας δείχνουν ότι η κρίση δεν γίνεται κατανοητή μόνο με την αυστηρά οικονομική της έννοια. Αντιθέτως, η διαρκής πίεση και η μόνιμη ανασφάλεια που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, τα εισοδήματα και οι συνθήκες εργασίας τους, γίνονται κατανοητά ως «εκφάνσεις της κρίσης». Η συνεχής αναδιάρθρωση των όρων λειτουργίας της αγοράς εργασίας ερμηνεύεται ως «κρίση» – αναφερόμαστε εδώ στις μετακινήσεις εργαζομένων, στην εξωτερίκευση (outsourcing) δραστηριοτήτων της επιχείρησης και σε άλλους τρόπους μείωσης του εργασιακού κόστους, στην εντατικοποίηση της εργασίας κ.λπ. Απέναντι σ’ αυτή τη συνεχή αναδιάρθρωση, οι «αντιδράσεις απέναντι στην κρίση» αποκτούν κατά κάποιον τρόπο χαρακτήρα ρουτίνας. 

     

    Η κρίση εκτυλίσσεται στο πλαίσιο μιας μακράς διαδικασίας επιδείνωσης των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης. Στους χώρους εργασίας, οι εμπειρίες των ανθρώπων από την κρίση συγκλίνουν με τις διάφορες εξελίξεις που γίνονταν πάντα αντιληπτές ως συνδεόμενες με την κρίση. Επιπλέον, οι αμυντικές πολιτικές που οδηγούν σε κοινωνικές και πολιτικές ήττες εντάσσονται στην αντίληψη της κρίσης «ως μόνιμης διαδικασίας». Η αυξανόμενη πίεση για αποτελεσματικότητα, η επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων και η επιμήκυνση του χρόνου εργασίας δεν μπορούσαν να αποφευχθούν σε ένα περιβάλλον συνεχούς εμπορευματοποίησης των σχέσεων μέσα στις επιχειρήσεις και μονόπλευρης διανομής του νέου πλούτου που παράγεται υπέρ των εισοδημάτων από κεφάλαια και περιουσιακά στοιχεία.

     

    «Τι θέλετε να κάνετε; Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα έτσι κι αλλιώς. Οι κανόνες του παιχνιδιού είναι δεδομένοι και καθορίζονται αλλού. Εμείς ζούμε στον αχό αυτής της κατάστασης. Έτσι είναι τα πράγματα.»

     

    Κατά καιρούς οι εμπειρίες αυτές γίνονται γενικότερα αντιληπτές ως «εξευτελισμός» της εργασίας. Η σχέση ανάμεσα στην εργασία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια επανέρχεται στο προσκήνιο. Αυτό συνδέεται επίσης και με τη συζήτηση περί αξιοκρατίας: «η προσπάθεια αξίζει τον κόπο». Ένα μέρος του εργατικού δυναμικού αμφισβητεί αυτή τη βασική πηγή νομιμοποίησης του καπιταλισμού – στο πλαίσιο, όμως, των εμπειριών άμυνας και της μνήμης από τις ήττες του παρελθόντος.

     

    Το υψηλό κόστος του «γερμανικού θαύματος»

     

    Τέταρτο συμπέρασμα: Η έννοια του «γερμανικού θαύματος» –δηλαδή η διατήρηση των θέσεων εργασίας παρά τη δραματική μείωση της παραγωγής– περιέχει ένα θετικό και ένα αρνητικό μήνυμα. Το θετικό είναι ότι οι θέσεις εργασίας μπορούν να διασφαλιστούν με τη μείωση του εργασιακού χρόνου. Το γεγονός αυτό δεν αναδείχθηκε μόνο μέσω της «μείωσης του χρόνου εργασίας», η οποία αποτέλεσε δημοφιλές αίτημα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Από ποσοτικής άποψης, η μείωση των ωρών εργασίας μέσω της χρήσης λογαριασμών εργασιακού χρόνου ήταν πιο σημαντική. Στους λογαρισμούς αυτούς, ένα σημαντικό μέρος των υπερωριών «αποταμιεύθηκε» την περίοδο πριν την κρίση. Συγκεκριμένα, αυτό συνέβη στις βιομηχανίες μετάλλου, όπου οι συλλογικές διαπραγματεύσεις είχαν θεσμοθετήσει το 35ωρο, αλλά το 40ωρο εξακολουθούσε να είναι ο τυπικός εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας (Lehndorff2010). Όταν ξέσπασε η κρίση, αυτά τα χρονικά μπόνους όχι μόνο μειώθηκαν, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις τα πλεονάσματα μετατράπηκαν σε ελλείμματα ή ακόμα και σε «χρέη», τα οποία έφταναν μέχρι και τις 300 ώρες (και ακόμα περισσότερες σε κάποιες περιπτώσεις). Για να γίνει κατανοητή η τάξη μεγέθους, αναφέρουμε απλώς ότι 300 ώρες εργασίας αντιστοιχούν σε περίπου 8,5 εβδομάδες εργασίας.

     

    Τα αρνητικά μηνύματα

     

    Η εργασιακή ασφάλεια δεν αναφέρεται σε όλους τους τύπους επισφαλούς εργασίας. Όπως συμπεράναμε από τις δηλώσεις των αντιπροσώπων του συνδικάτου εργαζομένων και των υπαλλήλων καταστημάτων με τους οποίους μιλήσαμε, «η ενοικίαση εργασίας λειτούργησε» για τις επιχειρήσεις και τον πυρήνα του εργατικού δυναμικού, που δεν της άσκησε ιδιαίτερη κριτική. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις, αυτό θα συνεχίσει να λειτουργεί και μετά την κρίση. Η πολιτική τους για τη διαχείριση προσωπικού δεν χαρακτηρίζεται από νέες προσλήψεις, αλλά από την καταφυγή τους σε «ενοικιαζόμενους εργαζόμενους». Μέσα σε ένα χρόνο, η ενοικίαση εργασίας έχει φτάσει σε νέα ύψη. Οι επιχειρήσεις απέκτησαν νέες εμπειρίες μέσω της εξωτερικής ελαστικοποίησης, που περιλαμβάνει την ενοικιαζόμενη εργασία, τα συμβόλαια ορισμένου χρόνου και την εικονική αυτοαπασχόληση.

     

    Ο κατακερματισμός του εργασιακού χρόνου βασίστηκε στην καθυπόταξη των προσωπικών αναγκών στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Αυτό το εργαλείο εξωτερικής ελαστικοποίησης έγινε αποδεκτό χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις στις περισσότερες περιπτώσεις –ακόμα και όταν συνοδεύονταν από απώλεια εισοδήματος– από ένα εργατικό δυναμικό πειθαρχημένο όσο ποτέ λόγω της κρίσης. Παρότι η Γερμανία ήταν –ακόμα και πριν το ξέσπασμα της κρίσης– μια από τις χώρες με το πιο ελαστικό εργασιακό καθεστώς, οι επιχειρήσεις της κατάλαβαν ότι το περιθώριο για ελαστικοποιήσεις είναι ακόμα μεγαλύτερο.

     

    Στην αλληλεπίδραση μεταξύ μερικής απασχόλησης και μείωσης του χρόνου διεκπεραίωσης της εργασίας, η πίεση για αποδοτικότητα και εξοικονόμηση χρόνου έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Έτσι, η κρίση δημιούργησε ένα πεδίο για πειραματισμό με ακόμη περισσότερη εντατικοποίηση της εργασίας, παρά τον ήδη παρατεταμένο χρόνο εργασίας. Αν μια ωρολογιακή βόμβα για την πολιτική υγείας είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί πριν από την κρίση, ο χρόνος που απομένει πλέον για τη έκρηξή της έχει μειωθεί δραματικά (Pickshaus / Urban 2010).

     

    Η ελαστική εργασία οδηγεί σε εργασιακή ανασφάλεια και απώλεια κύρους. Συγκεκριμένα, στις μεγάλες επιχειρήσεις, ειδικευμένοι εργαζόμενοι μεταφέρονται σε τμήματα της άμεσης παραγωγής, γεγονός το οποίο όχι μόνο επισείει τον κίνδυνο απαξίωσης των προσόντων τους, αλλά και τους αναγκάζει να δουλεύουν σε χειρότερες συνθήκες. Οι άνθρωποι με τους οποίους μιλήσαμε δέχθηκαν αυτή την αλλαγή με δυσφορία και μόνο ως προσωρινό μέτρο. Η κρίση δεν είχε αποτέλεσμα μια εργαλειακή αντίληψη για την εργασία και το ζήτημα της «καλής δουλειάς» επ’ ουδενί έχει ξεπεραστεί.

     

    Οι επιχειρήσεις ενισχύθηκαν. Η κρίση αποτελεί γι’ αυτές δοκιμαστική περίοδο για την «αναδιοργάνωσή τους σε μικρότερο μέγεθος». Αν διαπιστώσουν ότι μπορούν να λειτουργήσουν ακόμα και σε κατάσταση κρίσης με μειωμένο εργατικό δυναμικό, θα αποφασίσουν τελικά να μην αυξήσουν το ανθρώπινο δυναμικό τους στην επόμενη ανάκαμψη.

     

    Από την άλλη πλευρά, τα εργαλεία της ακραίας ελαστικοποίησης της εργασίας που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον σε περιόδους κρίσης θα αξιοποιηθούν κατάλληλα. «Η ευέλικτη επιχειρηματικότητα» πήγε ένα βήμα παρακάτω: Το μοντέλο του «ανοιχτού εργοστασίου» με κυμαινόμενο ωράριο έγινε ακόμα πιο σαφές μετά την υπερελαστικοποίηση λόγω της κρίσης. Βέβαια, παραμένει αμφίβολο αν στο τέλος αυτής της διαδικασίας δημιουργηθεί ένας «ευέλικτος τύπος ανθρώπου».

     

    Αδυναμία και «τυφλός θυμός»

     

    Πέμπτο συμπέρασμα: Η εμφάνιση μιας «κρίσης χωρίς σύγκρουση» δεν είναι περίεργο φαινόμενο. Η έλλειψη ευρέων κοινωνκών συγκρούσεων είναι χαρακτηριστικό της παρούσας κρίσης. Πίσω, όμως, από την επιφανειακή αδυναμία διαφαίνεται μια μακρινή και ανεξέλεγκτη δυναμική: «...ο ρυθμός ορίζεται έξω από μας. Και δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να ζούμε στον αχό του».

     

    Ταυτόχρονα, σημαντικές αλλά διάσπαρτες εστίες διαμαρτυρίας προβάλλουν συνεχώς. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων και των συνεντεύξεων που πραγματοποιήσαμε εκφραζόταν δυσαρέσκεια, σε πολλές περιπτώσεις συνοδευμένη από μικρή ελπίδα για βελτίωση της κατάστασης στο προσεχές μέλλον. Ωστόσο, ο θυμός δεν δηλώνει απάθεια ή ματαιότητα. Είναι μια δυσαρέσκεια που συνυπάρχει με συνειδητοποίηση της κατάστασης, επιθυμία αλλαγής και κατανόησης των δυσκολιών που συνδέονται μ’ αυτή την αλλαγή.

     

    Ο θυμός υπάρχει εδώ και καιρό, ακόμα και πριν από την κρίση, αλλά έχει παραμείνει ανέκφραστος. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχει σαφή απεύθυνση ή η απεύθυνση αυτή είναι πολύ μακρινή. Στην αντίληψη των περισσότερων από τους ερωτηθέντες, οι «υπεύθυνοι”» –εκείνοι που προκάλεσαν την κρίση– δεν εντοπίζονται στο πλαίσιο της ίδιας της εταιρείας. Συγεκριμένα, στις εξαρτώμενες επιχειρήσεις η διοίκηση παρουσιάζεται να μην έχει πραγματική εξουσία, αλλά ακόμα και οι «οικονομικά ισχυρές» μεγάλες επιχειρήσεις δεν θεωρούνται ανεξάρτητοι πρωταγωνιστές, αλλά μικρά κομμάτια ενός περίπλοκου συστήματος. 

     

    Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει έλλειψη απόστασης από τον εργοδότη και το σύμπλεγμα εξουσίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων. Πράγματι, η σύγκρουση συμφερόντων γίνεται αντιληπτή και στο επίπεδο της επιχείρησης, όχι μόνο στο γενικό κοινωνικό επίπεδο. Οι συναινέσεις με την πολιτική της εταιρείας γίνονται με απροθυμία και όχι με την αίσθηση ότι είναι συνεπιβάτες στην ίδια βάρκα με τη διοίκηση.

     

    «Ναι, οι άνθρωποι τρίζουν τα δόντια τους … δεν είναι πλέον πρόθυμοι να επιτρέπουν να τους συμβαίνουν συνέχεια πράγματα. Τώρα η αντίδρασή τους είναι περισσότερο συναισθηματική ... αλλά αυτό δεν θα λειτουργεί για πολύ ακόμα. Σιγά σιγά θα γίνει πιο επιθετική. Και όταν αυτή η επιθετικότητα έρθει στην επιφάνεια, θα γίνουν πράγματα που δεν μπορούμε να φανταστούμε...»

     

    Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο «κορπορατισμός της κρίσης» στο εσωτερικό των επιχειρήσεων είναι στην καλύτερη περίπτωση μια προσωρινή και εύθραυστη συμφωνία η οποία συνδέεται με πολλά στοιχεία: καθυπόταξη, συναισθηματική εξάντληση, κοινωνικές ανησυχίες, αλλά και θυμός και διαμαρτυρία. Δεν υπονοεί μια μόνιμη παραίτηση από αιτήματα ή την έλλειψη κριτικής. Το συμπέρασμά μας είναι ότι ο χαρακτηρισμός της κατάστασης που βιώνουμε ως «κρίση χωρίς σύγκρουση» παρερμηνεύει την πραγματικότητα, βασισμένος στην επιφανειακή ανάλυση των ΜΜΕ. Η δική μας διάγνωση είναι διαφορετική: θυμός, άγχος και αδυναμία.

     

    Αυτή η αίσθηση «τυφλού θυμού» μετατίθεται από τους χώρους εργασίας στην «κοινωνία», το «κράτος» και την «πολιτική». Ο θυμός εξαπλώνεται με ακανόνιστο τρόπο και οδηγεί σε διαφορετικές μορφές αντίστασης και διαμαρτυρίας. Στη μελέτη μας, η Γαλλία αναφέρεται συχνά ως θετικό παράδειγμα. Με τη διαμαρτυρία να είναι ορατή στους δρόμους, από είκονες με καμμένα λάστιχα και διαδηλώσεις μπροστά σε κυβερνητικά κτίρια μέχρι συμβολικές κρατήσεις διοικητικών στελεχών στις επιχειρήσεις, οι Γάλλοι καταφέρνουν τουλάχιστον να τραβήξουν την προσοχή γύρω από τα αιτήματα και την αγανάκτησή τους.

     

    «Και μιας και είμαστε κοντά στα γαλλικά σύνορα και πιθανώς, με κάποιον τρόπο, και στη γαλλική νοοτροπία, μια μέρα ίσως να δούμε να καίγονται λάστιχα φορτηγών και έξω από τη δική μας πόρτα.»

     

    «Αλλά αν η κατάσταση συνεχιστεί έτσι, οι άνθρωποι θα οργανωθούν και τότε θα υπάρξει πραγματική σύγκρουση. Και αμφιβάλλω αν αυτή η σύγκρουση θα είναι ειρηνική. Γιατί, εν τω μεταξύ, έχουν καταπιεστεί τόσο πολύ που είναι πιθανό να αντιδράσουν και σε κάτι που δεν είναι πραγματικά άμεσα συνδεδεμένο με την κατάσταση ... Η διαδικασία αυτή προχωράει σιωπηρά και μια μέρα θα καταλήξει σε έκρηξη. Και η έκρηξη θα είναι πολύ μεγάλη...»

     

    Ορισμένοι από εκείνους που απάντησαν στις ερωτήσεις μας έμαθαν να αντιμετωπίζουν την κρίση στους χώρους εργασίας τους. Σε κάποιες επιχειρήσεις που απειλούνται μόνιμα με μεταφορά, οι εργαζόμενοι και η ηγεσία τους έμαθαν να διαχειρίζονται μόνιμους εκβιασμούς με πράξεις αντίστασης. Μέσα από αυτούς τους αγώνες, οι υπάλληλοι και οι εργάτες αναγνωρίζουν σιγά σιγά τις δυνάμεις τους.

     

    «Στη δουλειά μου οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν μπορούμε πια να αφήνουμε τη διοίκηση να μας διαχειρίζεται όπως θέλει εκείνη. Οι συναινέσεις τελειώσανε, ως εδώ και μη παρέκει! Η κατανόηση δεν έχει πια κανένα νόημα γιατί η συναίνεση είναι αδύνατη. Τα κέρδη καταλήγουν στους καπιταλιστές και τους εργοδότες, αλλά, κατά τη γνώμη μου, και στις τσέπες των πολιτικών. Έτσι, νομίζω ότι φτάσαμε στο σημείο να λέμε: φτάνει πια!»

     

    Παρ’ όλα αυτά, η δύναμη των εργαζομένων να αντιδράσουν θα περιοριστεί λόγω δομικών συνθηκών. Οι αγώνες αυτοί είναι αμυντικοί, δεν είναι μάχες που δίνονται στη βάση μια εναλλακτικής προοπτικής που διαμορφώνεται με τους δικούς τους όρους.

     

    Τα συνδικάτα πρέπει να «πολιτικοποιηθούν»

     

    Έκτο συμπέρασμα: Εκτός από τα παραδείγματα επιτυχημένης αντίστασης και συνειδητοποίησης της δύναμής τους, οι άνθρωποι που πήραν μέρος στη μελέτη μας αναφέρθηκαν επανειλημμένα στις συνθήκες που εμποδίζουν την πολιτική δραστηριοποίηση. Μεταξύ αυτών είναι –εκτός από υπαρξιακές ανησυχίες και επιδείνωση των συνθηκών εργασίας– και η τάση κατακερματισμού του εργατικού δυναμικού: σε βασικούς και ενοικιαζόμενους εργαζόμενους, σε εργάτες στην παραγωγή και υπαλλήλους, σε εργαζομένους διαφορετικών εθνικοτήτων κ.λπ. Οι διαιρέσεις αυτές αποτελούν εμπόδια στη συλλογική δραστηριοποίηση και τις πρακτικές αλληλεγγύης. Αυτό επηρεάζει και τη δυνατότητα των συνδικάτων να κινητοποιήσουν και να εκφράσουν τα συμφέροντα των εργαζομένων. Ενώ η κομβική σημασία των συνδικάτων είναι κάτι που δεν αμφισβητείται, σε περιόδους κρίσης ο ρόλος τους δεν γίνεται αντιληπτός μόνο ως κάτι θετικό.

     

    Οι άνθρωποι που απάντησαν στις ερωτήσεις μας νιώθουν ότι τα συνδικάτα διαχειρίζονται με επιτυχία την κρίση σε γενικές γραμμές, αλλά δεν πιστεύουν ότι έχουν πετύχει στην αποστολή τους ως εκπαιδευτικοί φορείς ικανοί να αναλύσουν και να ερμηνεύσουν την παρούσα κρίση. Έχουν φωτίσει ελάχιστες πλευρές της κρίσης και έχουν πάρει λίγες πρωτοβουλίες για διάλογο με υπαλλήλους και εκπροσώπους σωματείων εργαζομένων σχετικά με την αλλαγή της κατάστασης στους χώρους εργασίας. Απέναντι στην κυριαρχία των ΜΜΕ στην καθημερινή διαμόρφωση των συνειδήσεων, δεν έχουν καταφέρει να αντιπαραθέσουν τη δική τους ερμηνεία για την κρίση.

     

    Εκτός από εκπαίδευση και ανάλυση της κρίσης, η διατήρηση μιας ισχυρής πολιτικής στάσης και η ένταση των προσπαθειών για κινητοποίηση αποτελούν άλλα σημαντικά ζητούμενα των εργαζομένων από τα συνδικάτα που τους εκπροσωπούν:

     

    «Τα συνδικάτα πρέπει να γίνουν πιο πολιτικά, σε κάθε περίπτωση. Πιο πολιτικά και πιο ριζοσπαστικά. Για να μπορέσουμε να ανακτήσουμε τη δύναμή μας και να αντιπαρατεθούμε σε ανθρώπους όπως ο Βεστερβέλε και η Μέρκελ.»

     

    Ωστόσο, παρά την κριτική που ασκείται στα συνδικάτα, η δράση τους είναι στην κατεύθυνση της αλληλεγγύης:

     

    «Τα συνδικάτα είναι το μόνο που μας απομένει. Δεν υπάρχει κανένας άλλος στον οποίο μπορούμε να στηριχτούμε πλέον. Απέναντι στην κυριαρχία των εργοδοτών, το μόνο που έχουμε είναι τα συνδικάτα».

     

    «Ξεχάστε τους πολιτικούς»

     

    Έβδομο συμπέρασμα: Σε αντίθεση με τα συνδικάτα, τόσο το κράτος όσο και η πολιτική είναι απαξιωμένα. Σ’ αυτά αναφέρεται κυρίως ο «τυφλός θυμός». Οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι και το κράτος γενικά ανίκανο – αυτό είναι, σε γενικές γραμμές, το συμπέρασμα. Βέβαια, υπάρχει ακόμα κάποια ελπίδα για το κράτος όσον αφορά, για παράδειγμα, το ρόλο του στη ρύθμιση των αγορών. Κατά βάση, όμως, κυριαρχούν έντονος σκεπτικισμός και αποστασιοποίηση. Αρνητικές εξελίξεις αναμένονται και για το μέλλον: Συνέχιση της αποδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους, περαιτέρω συνέπειες τις οποίες οι «άνθρωποι των χαρακωμάτων» πρέπει να υπομείνουν. Τέλος, όπως αναφέρεται, οι πολιτικοί έχουν αποκοπεί εντελώς από την πραγματικότητα των εργατών και των υπαλλήλων.

     

    «Οι πολιτικοί δεν στρέφουν την προσοχή τους στους πολίτες ... Το σύστημα είναι τόσο διεφθαρμένο και το χρήμα έχει τέτοια δύναμη ... Και όσο υπάρχει το χρήμα τίποτα δεν αλλάζει. Δεν βλέπω καμιά αλλαγή να επίκειται.»

     

    Για να το θέσουμε ακόμα πιο αυστηρά, το συμπέρασμα αυτό σημαίνει ότι η κατανόηση της κρίσης και η (πολιτική) κοινωνική συνειδητοποίηση είναι πιο κοντά η μία στην άλλη απ’ ό,τι σε προηγούμενες περιόδους. Αυτό όμως δεν καθιστά την πολιτική ικανή να λύσει προβλήματα, αλλά την αντιλαμβάνονται ως ένα από αυτά. Αυτό ενισχύει και το θυμό και το αίσθημα αδυναμίας.

     

    Ανάμεσα στην αδυναμία, το θυμό και την ελπίδα

     

    Η κρίση δεν συμπίπτει μόνο με μια περίοδο σκεπτικισμού που ακολούθησε τη σταθερή επιδείνωση των συνθηκών ζωής και εργασίας, αλλά και με μια μακροχρόνια διαδικασία απονομιμοποίησης των οικονομικών και πολιτικών συσχετισμών και των θεσμών τους. Η κρίση προκύπτει ως επιβεβαίωση μιας κριτικής που ωρίμαζε εδώ και χρόνια. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ευρεία απονομιμοποίηση εν


Related articles