• Οι κοινωνικές σχέσεις υποβάλλονται σε τεστ λιτότητας

  • 24 Oct 11 Posted under: Συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα
  • Σε μία έκθεση που υποβλήθηκε από τη Συμβουλευτική Επιτροπή των Εργατικών Συνδικάτων (TUAC) του ΟΟΣΑ στη Σύνοδο του G20 στη Σεούλ, γίνεται η αναφορά ότι «η οικονομική κρίση που έχει διαταράξει τις ζωές τόσων μισθωτών απέχει πολύ από το να θεωρείται λήξασα και η κρίση έχει γίνει πλέον κοινωνική. Σήμερα, υπάρχουν περισσότεροι από 22 εκατομμύρια άνεργοι στον κόσμο, το υψηλότερο μέγεθος στην ιστορία, κάτι που αντιστοιχεί σε 24 εκατομμύρια περισσότερους από ότι το 2002, ενώ παράλληλα το βιοτικό επίπεδο περίπου 100 εκατομμυρίων ανθρώπων - ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες – έχει υποχωρήσει κάτω από το όριο της ακραίας φτώχειας». Θα πρέπει πάντως να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές οι επιπτώσεις δεν είναι καθολικές. Τα παραδείγματα της Αυστραλίας και της Σιγκαπούρης αποδεικνύουν ότι κάποιες χώρες έχουν ξεφύγει από τη δίνη της ύφεσης ενώ κάποιες άλλες μάλιστα έχουν καταφέρει να επωφεληθούν από αυτήν. Παρόλα αυτά, η εξάπλωση των υφεσιακών επιπτώσεων της κρίσης δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία.

     

    Ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ILO), σε μία έκθεση του το 2010, υιοθετεί παρόμοια θέση, υπογραμμίζοντας ότι οι κοινωνικές συνέπειες που προκλήθηκαν από την οικονομική ύφεση είναι πρωτοφανείς: «Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο δείκτης ικανοποίησης από τη διαβίωση έχει μειωθεί και μάλιστα αυτή η μείωση είναι πολύ μεγάλη» (έκθεση ILO, 2010). Η απαισιοδοξία εξαπλώνεται στην πλειοψηφία των πολιτών τόσο της Ανατολικής, της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης όσο και στις υπόλοιπες ηπείρους. Αισθανόμενοι απογοήτευση από την πορεία που έχουν πάρει οι χώρες τους τα τελευταία δύο χρόνια, εκφράζουν την αγωνία τους σχετικά με το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους. «Το 2009, το 73% των Γερμανών δήλωναν ότι τα παιδιά τους θα μπορούσαν να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν στη Γερμανία, τη στιγμή που το ίδιο είχε ισχυριστεί το 85% των Γερμανών το 200 ». Η οικονομική κρίση είχε ως αποτέλεσμα μια γενικότερη μείωση της εμπιστοσύνης προς τις κυβερνήσεις, οι οποίες προωθούν άδικα μέτρα: «Το αίσθημα της έλλειψης δικαιοσύνης που ήταν ήδη διάχυτο από το 2006 στις ανεπτυγμένες χώρες αλλά και σε αυτές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αυξήθηκε επιπλέον από την παρούσα κρίση. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα και την Ιταλία, το 40% των ερωτώμενων από το WorldGallupPollθεωρεί την χώρα τους «άδικη» κατά το έτος 2009». Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί από τότε θα έχουν αλλάξει την κυρίαρχη αυτή αντίληψη στις παραπάνω χώρες. Αντίστοιχα, η πλειοψηφία των πολιτών δηλώνει ότι αποδοκιμάζει τη διάσωση των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

     

    Διάφορες κοινωνικές αντιδράσεις

     

    Αυτό το αίσθημα αδικίας ανήλθε σε ιδιαιτέρως υψηλά επίπεδα κατά τη διάρκεια των κινητοποίησεων του Γαλλικού κινήματος για το ασφαλιστικό, το φθινόπωρο του 2010 και αποτελεί κομμάτι μιας διεθνούς τάσης ειδικά στην Ευρώπη. Πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι αυτό το αίσθημα «έλλειψης δικαιοσύνης» δεν έχει εκφραστεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο στα αποτέλεσματα των εκλογών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου: οι Βρετανοί (Μάιος 2010) ψήφισαν μία κυβέρνηση για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στους Εργατικούς ενώ στην Ολλανδία (9 Ιουνίου 2009) σημειώθηκε μία ενίσχυση της δεξιάς και της ακροδεξιάς, ενώ στην Ουγγαρία (3 Μαϊου 2010) επικράτησε και εκεί η δεξιά.  Εντούτοις, στις ελληνικές εκλογές ενισχύθηκε το ΠΑΣΟΚ (αν και με ένα μεγάλο επίπεδο αποχής) ενώ στη Σουηδία επανεκλέχτηκε η προηγούμενη συντηρητική κυβέρνηση. Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι υπάρχει ένας έντονος πολιτικός αποπροσανατολισμός  και μια απώλεια σημείων αναφοράς. Στην παραπάνω έκθεση του ILOαναφέρεται επίσης η αύξηση των αναταραχών σε σχεδόν όλες τις χώρες που πλήττονται από την κρίση, με εξαίρεση τις ΗΠΑ, αν και αναφέρεται μόνο σε ποιοτικά στοιχεία και τάσεις, αφού δεν περιφράφονται ούτε η ένταση, ούτε η διάρκεια των αναταραχών. Από ένα δείγμα 28 χωρών (μεταξύ των οποίων η Ν. Αφρική, η Ρωσία και η Κίνα), στις 16 σημειώθηκαν διαδηλώσεις ανάντια στα μέτρα λιτότητας, στις 21 χώρες παρατηρήθηκαν σημαντικές αντιπαραθέσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών και σε 15 χώρες αναπτύχθηκαν συγκεκριμένα κινήματα, που απορρίπτουν τα σχέδια της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της κρίσης. Από αυτό το δείγμα χωρών, στις 18 χώρες παρατηρήθηκαν δύο από τις παραπάνω μορφές αντιπαράθεσης, και σε δύο από αυτές τις χώρες (τη Γαλλία και τησ Ελλάδα) παρατηρήθηκαν και οι τρεις (ILO, 2010, σελ. 40). Στις χώρες της Βαλτικής (κυρίως σε Λετονία και Λιθουανία), στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Ρωσική Ομοσπονδία λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις και απεργίες σε βαθμό πρωτόγνωρο από την ανεξαρτητοποίηση τους στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

     

    Αυστηρά μέτρα λιτότητας

    Τον Μαίο του 2010, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα δραστικό πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής που ακολούθηθηκε από μια σειρά περιοριστικών μέτρων, τα οποία είχαν ήδη ανακοινωθεί κατά τη διάρκεια της ψήφισης του Προυπολογισμού του 2010, στο διάστημα μεταξύ του τέλους του 2009 και του Φλεβάρη του 2010. Στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και καλοκαιριού του 2010 προκηρύχτηκαν αρκετές μέρες γενικής απεργίας από τις δύο εργατικές συνομοσπονδίες, τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Η ΑΔΕΔΥ, η οποία εκπροσωπεί τους δημόσιους υπαλλήλους και τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, έχοντας πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, προκήρυξε συνολικά απεργία για 13 μέρες, ενώ η ΓΣΕΕ (που εκπροσωπεί κυρίως τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα) οργάνωσε 6 απεργιακές κινητοποίησεις.

    Στις υπόλοιπες χώρες όμως, υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση ανάμεσα στα προτεινόμενα μέτρα και την λαϊκή αντίδραση. Στην Ιταλία, αν και η διχοτόμηση του συνδικαλιστικού κινήματος δεν μπορεί να ξεπεραστεί, οργανώθηκε γενική απεργία για τις 25 Ιουνίου του 2010, αλλά και αλλη μία με μεγάλη συμμετοχή στις περιφέρειες του Βορρά (Λιγουρία, Πεδeμόντιο και Τοσκάνη) στις 2 Ιουλίου του 2010. Μία ακόμη μέρα διαδηλώσεων οργανώθηκε μόνο από την FIOM, το σωματείο μετάλλου της CGIL, το Σάββατο 16 Οκτωβρίου, αλλά υποστηρίχτηκε και από άλλα σωματεία αναδεικνύντας το μαχητικό πνεύμα που επικρατεί μεταξύ των μισθωτών αλλά ενίσχυσε τους διαχωρισμούς ανάμεσα στα σωματεία. Αυτές οι διασπάσεις, που αποτελούν κάτι το παράδοξο σε μια χώρα όπου η ενότητα στη δράση αποτελεί τον κανόνα, όπως στην Ιταλία, δεν εμφανίζονται σε άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης. Στην Ισπανία, η UGT και η CCDO έχουν συνεργαστεί στην προσπάθεια ανάπτυξης στρατηγικής συνεργασίας και έχουν συμφωνήσει σε μία συνετή προσέγγιση. Η σχετικά χαμηλή συμμετοχή  στις 23 Φεβρουαρίου, την ημέρα δράσης για τις συντάξεις, δεν αποθάρρυνε τις δύο συνομοσπονδίες από το να προκηρύξουν  γενική απεργία - την πρώτη από το 2002 - στις 29 Σεπτεμβρίου του 2010, η οποία και είχε πολύ μαζική συμμετοχή.

     

    Όμως, υπήρξε μία προσπάθεια μετριασμού του αντιπαραθετικού κλίματος από την πλευρά των συνδικάτων απέναντι στην κυβέρνηση Θαπατέρο, του ηγέτη του Σοσιαλιστικού κόμματος που είχε ήδη δει τη δημοτικότητά του να μειώνεται, αφού τα συνδικάτα δεν επιθυμούσαν την ενίσχυση του Λαϊκού Κόμματος σε περίοδο κρίσης. Οι γενικές απεργίες δεν είναι σπάνιες στην Πορτογαλία, αλλά ενώ λαμβάναν χώρα κυρίως στο δημόσιο τομέα και συνήθως διασπούσαν τα συνδικάτα, η ανακοίνωση ενός ακόμα πακέτου λιτότητας το φθινόπωρο οδήγησε σε μία πρωτοφανή ενοτητα στη δράση. Έτσι, η UGT, που συγγενεύει με το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ένωσε τις δυνάμεις της με τη CGTP-In σε μία γενική απεργία στις 24 Νοεμβρίου, ενώ είχε προηγηθεί μια μαζική απεργία των δημόσιων υπαλλήλων στις 6 Νοεμβρίου.

     

    Στην Ιρλανδία πραγματοποίηθηκαν πρωτοφανείς διαδηλώσεις ως απάντηση στην μονομερή ρήξη της κυβέρνησης, τον Δεκέμβριο του 2009, με την κοινωνική συμφωνία που υπήρχε σε επίπεδο εταίρων από το 1987. Τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα οργάνωσαν μία γενική απεργία στις 24 Νοεμβρίου του 2009 στην οποία συμμετείχαν 250.000, ως απάντηση στην απόφαση της κυβέρνησης να μειώσει τους μισθούς στο δημόσιο τομέα. Μία πολύ έντονη αντίδραση από τα συνδικάτα, ανάγκασε την κυβέρνηση να δεχτεί να διαπραγματευτεί κάποια από τα μελλοντικά της σχέδια, αλλά χωρίς να ματαιώσει τα άμεσα. Τα συνδικάτα διοχέτευσαν τη δυσαρέσκειά τους εκκινώντας μία περίοδο έντονων διαμαρυριών αλλά ωστόσο επέστρεψαν την ίδια στιγμή στις διαπραγματεύσεις με τη κυβέρνηση, η οποία όμως φαινόταν να μην λαμβάνει υπόψη της τις θέσεις των εργαζομένων. Η κοινωνική εταιρική σχέση στην Ιρλανδία μετατράπηκε σε έντονα αντιπαραθετική αλλά επιβίωσε όλο το υπόλοιπο 2010.

     

    Το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει ένα από τα πιο αυστηρά προγράμματα λιτότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο αποτελεί τη βάση της πολιτικής της νέας κυβέρνησης και θυμίζει τα πρώτα χρόνια του Θατσερισμού μέσω της στοχοποίησης τα συνδικάτα. Τα συνδικάτα που είναι μέλη της TUCείχαν σχετικά διαφορετικές αντιδράσεις, αλλά περιορίζονται και από την αντίδραση της κοινής γνώμης, η οποία για την ώρα τουλάχιστον μοιάζει μουδιασμένη. Στο ετήσιο συνέδριο της TUC, το Σεπτέμβριο του 2010, παρόλα αυτά υιοθετήθηκε μία φιλόδοξη πλατφόρμα, αυξάνοντας την πιθανότητα για απεργίες σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Όμως, οι ηγέτες των βασικών σωματείων προφανώς δεν έχουν σκοπό να τεθούν στο περιθώριο. Προσπάθησαν να ανοίξουν διάλογο με την κυβέρνηση αλλά και με επιχειρήσεις με σκοπό να περιορίσουν τo εύρος της ύφεσης. Στις 10 Νοεμβρίου του 2010 διοργανώθηκε μια διαδήλωση, από 10.000 έως 50.000 (ανάλογα με την πηγή) φοιτητές ενάντια στην αύξηση των διδάκτρων στα πανεπιστήμια που προώθησε η κυβέρνηση Κάμερον.

     

    Η αντίδραση σε ηπειρωτικό επίπεδο...

    Το 2009 και το 2010, η Γαλλία έγινε ο τόπος των μεγαλύτερων διαδηλώσεων μισθωτών ενάντια στα κυβερνητικά μέτρα. Στις αρχές του 2009, μία πολύ ευρεία συμμαχία συνδικάτων –κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο για τις παραδόσεις της Γαλλίας- κάλεσε διήμερες κινητοποίησεις, οι οποίες είχαν μαζική συμμετοχή, φανερώνοντας το βάθος της δυσαρέσκειας απέναντι στις κυβερνητικές πολιτικές σε μια περίοδο κρίσης. Η άνευ όρων διάσωση των τραπεζών, που ακολουθήθηκε αμέσως από μία απότομη αύξηση στο ποσοστό ανεργίας, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα σχεδίαζαν μαζικές απολύσεις.

     

    Όλες αυτές οι εντάσεις βρήκαν έκφραση στον εντυπωσιακό αγώνα για τις συντάξεις που ξεκίνησε από την άνοιξη του 2010 με την ανακοίνωση της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος, χωρίς να έχει προηγηθεί σχεδόν καθόλου κοινωνικός διάλογος. Από το Σεπτέμβριο μέχρι το Νοέμβριο του 2010, οι 8 συνολικά ημέρες κινητοποίησεων και απεργιών δεν έπεισαν την κυβέρνηση να αναζητήσει την οποιαδήποτε μορφή συμβιβασμού με τα συνδικάτα.

     

    Τα γερμανικά εργατικά σωματεία ακολούθησαν άλλο δρόμο. Τα μέτρα που αναγγέθηκαν από την Καγκελλάριο τον Ιούνιο του 2010 προέβλεπαν περικοπές 30 δις ευρώ από συγκεκριμένες κοινωνικές δαπάνες που αφορούσαν άτομα με δυσκολίες (άνεργοι, παραλήπτες κοινωνικών βοηθημάτων κτλ.). Αυτά τα μέτρα είχαν ως αποτέλεσμα την έντονη καταδίκη από την πλευρά της DGB ενώ οργανώθηκαν δύο κινητοποίησεις, μία στο Βερολίνο και μία στη Στουτγγάρδη, το Σάββατο 12 Ιουνίου του 2010, με 20.000 και 10.000 συμμετέχοντες αντίστοιχα. Το Σεπτέμβριο, κυριάρχησε το ζήτημα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και των μισθών. Ενώ η DGB ξεκίνησε μία καμπάνια για να εξηγήσει την αντίθεση της στην αύξηση του συνταξιοδοτικού ορίου στα 67 έτη, η IGMetall έδειξε την ισχύ της στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τους μισθούς.

     

    Πιο συγκεκριμένα, η IG-Metall, στο άνοιγμα των διαπραγματεύσεων στον κλάδο του χάλυβα, απαίτησε μία αύξηση στους μισθούς της τάξης του 6% (μέσα σε  δύο χρόνια). Στις 30 Σεπτεμβρίου του 2010, επιτευχθηκε συμφωνία για αυξήσεις ύψους 3,6%, καθώς και η ισχύς αυτής της συμφωνίας και για τους προσωρινά εργαζόμενους. Τη στιγμή που οι άνεργοι και αυτοί που απασχολούνεται σε περιστασικές δουλειές («minijobs”) παραμένουν το λεγόμενο «τυφλό σημείο» των συνδικάτων, τα τελευταία έθεσαν με τόλμη το ζήτημα των απασχολούμενων σε ευκαιριακές θέσεις εργασίας, απαιτώντας οι πληρωές τους να είναι συνδεμένες  με τους μόνιμους εργαζομένους. Το φθινόπωρο, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις άριχαν να ενδίδουν σε αυτές τις μισθολογικές πιέσεις και η κυβέρνηση δεν έφερε αντίρρηση στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης σε συνδυασμό με την αναθέρμανση των εξαγωγών. Όμως, η δυσκολία στην εφαρμογή δημόσιων πολιτικών εκτός του παραδοσιακού γερμανικού πλαισίου της συλλογικής διαπραγμάτευσης προκάλεσε μεγάλη συζήτηση.

     

    Τα εργατικά συνδικάτα στο Βέλγιο, κατά παράδοση, παίρνουν θέση και κινητοποιούν τη βάση τους με αφορμή γενικότερα πολιτικά ζητήματα. Μέχρι τώρα, έχουν δείξει προτίμηση στη διατήρηση του τριμερούς συστήματος διαπραγμάτευσης, αν και η βελγική πολιτική κρίση δεν το αφήνει αλώβητο, από τη στιγμή που το σύστημα αυτό δεν είναι μόνο θεσμικό αλλά και οικονομικό.

    Στις 18 Ιανουαρίου του 2010, μία κοινή εργατική διαδήλωση στις Βρυξέλλες, ως αντίδραση στο θέμα των μαζικών απολύσεων χαρακτηρίστηκε από σημαντική μαζικότητα, ενώ την ίδια στιγμή συνεχίστηκαν οι παραδοσιακές διαπραγματεύσεις. Στις 15 Σεπτεμβρίου του 2010, την ημέρα δηλαδή που οι μισθωτοί διαδήλωναν στους δρόμους ενάντια στις μειώσεις των συντάξεων τους, τα συνδικάτα αποδέχτηκαν την επιμήκυνση των μέτρων ενάντια στην κρίση που είχαν ψηφιστεί πριν από έναν χρόνο.

     

    Στο Λουξεμβούργο επίσης διοργανώθηκε μια σειρά από κινητοποίησεις. Μετά το πάγωμα των τριμερών συνομιλιών, την άνοιξη του 2010, τα συνδικάτα οργάνωσαν μία κοινή πορεία στις 16 Σεπτεμβρίου για να διαμαρτυρηθούν για το νέο κυβερνητικό σχέδιο ενάντια στην κρίση. Την επόμενη μέρα, ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε έναν νέο γύρο συζητήσεων , ο οποίος κατέληξε σε μία συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης και των συνδικάτων. Παρά τις σημαντικές υποχωρήσεις των συνδικάτων, η εργοδοσία ήταν αυτή που τελικά απέρριψε το σχέδιο.

     

    Το 2010, η Αυστρία βίωσε μία απότομη αύξηση της απασχόλησης έπειτα από μία οξεία κρίση το 2008. Η χώρα αυτή δεν έγινε θέατρο σημαντικών εργατικών κινητοποίησεων. Το μοντέλο κοινωνικής εταιρικής διαπραγμάτευσης -που ήταν εξαιρετικα ανεπτυγμένο και σε μεγάλο βαθμό χαρακτήριζε αυτή την χώρα- συνέχισε να αποδυναμώνεται. Η ÖGB η βασική εργατική συνομοσπονδία, έχει χάσει σημαντικό μέρος της επιρροής της, αλλά τα κλαδικά σωματεία διατήρησαν το σύστημα κλαδικών διαπραγματεύσεων, το οποιο οι εργοδότες θεωρούσαν εξαιρετικα περιοριστικό. Η μικρή μείωση της ανεργίας και οι αυξήσεις στους μισθούς, έδωσαν την ευκαιρία στην κυβέρνηση να διαχειριστεί την κρίση ως τώρα, όμως οι εργοδότες διατήρησαν την πίεση τους για μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, ενώ η έλλειψη εργασιακής  ασφάλειας για μια σειρά περιφερειακών ομάδων εργαζομένων εξακολουθεί να εξαπλώνεται.

     

    ... και στις βόρειες χώρες...

    Οι δύο εργατικές συνομοσπονδίες της Δανίας, η LOκαι η FTF, κινητοποίησαν 80.000 εργαζομένους στη Δανία για να διαδηλώσουν ενάντια στις μεταρρυθμίσεις που αφορούν τα επιδόματα ανεργίας που ανακοινώθηκαν από το νεοεκλεγμένο δεξιό κυβερνητικό συνασπισμό, αφού αυτή η μεταρρύθμιση θεωρήθηκε ως αμφισβήτηση του δανικού κοινωνικού μοντέλου της «ευασφάλειας» (flexicurity) και τις επιστροφές φόρων σε όσους είναι μέλη σωματείων. Οι δύο συνομοσπονδίες ήρθαν πιο κοντά αφού δημιούργησαν μία ομάδα (group) κινητοποίησης στο facebookη οποία μέχρι τον Οκτώβριο του 2010 είχε δεκάδες χιλιάδες μέλη και οι τοπικές δραστηριότητες αυτή της ομάδας πλήθυναν.

     

    Στη Σουηδία, επίσης, τα συνδικάτα διερευνούν τρόπους αναζήτησης μελών μέσω του διαδικτύου, ιδιαίτερα ανάμεσα στη νεολαία η οποία έχει πληγεί ιδιαίτερα από την ανεργία και δεν καλύπτεται από τις συμφωνίες για την κρίση ανάμεσα στα συνδικάτα, το κράτος και την εργοδοσία. Στη χώρα αυτή δεν έχουν διοργανωθεί σημαντικές κινητοποίησεις κατά τη διάρκεια του 2010, αν και οι σχέσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών της ιστορικής κοινωνικής εταιρικής σχέσης εξακολουθούν να επιδεινώνονται.

     

    Οι εξελίξεις στην Φιλνανδία ήταν πιο έντονες με σημαντικές αντιπαραθέσεις. Οι σχέσεις μεταξύ των παραδοσιακών τριών εταίρων έχουν διαβρωθεί σημαντικά μετά την απόφαση των εργοδοτών το 2008 να σπάσουν τις συλλογικές συμφωνίες για τους μισθούς. Ο κύκλος διαπραγματεύσεων που τελείωσε τον Μάιο του 2010 παρακωλύθηκε για πολύ καιρό και σημαδεύτηκε από μία ασυνήθιστη πληθώρα απεργιών (αεροδρόμια, λιμάνια, εργαζόμενοι στις οδικές μεταφορές, υπάλληλοι σε καταστήματα και εργαζόμενοι στη βιομηχανία τροφίμων) και από το γεγονός ότι διάφορες επιχειρήσεις προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν απεργοσπάστες.

     

    Στη Νορβηγία, οι παρατεταμένοι αγώνες με τις τοπικές αρχές το 2010 ενίσχυσαν μια αυξανόμενη τάση για απεργιακές κινητοποίησεις με την ευκαιρία των ανανεώσεων των συμβάσεων. Όμως τίποτα δεν συνέβη που να θέτει σε κίνδυνο το κορπορατιστικό σύστημα.

     

    Οι νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Τα συστήματα εργασιακών σχέσεων στις νέες χώρες-μέλη της ΕΕ βρίσκονται ακόμα σε εμβρυακό επίπεδο. Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης προκάλεσαν αντιδράσεις δυσαρέσκειας, τις οποίες προσπάθησαν τα συνδικάτα να εκμεταλλευτούν. Στη Δημοκρατία της Τσεχίας, οργανώθηκε μία πολύ μεγάλη διαδήλωση στην Πράγα στις 21 Σεπτεμβρίου του 2010, στην οποία οι δημόσιοι υπάλληλοι διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στις δραστικές περικοπές στον Προϋπολογισμό.

     

    Αν και φαινομενικά η Πολωνία ήταν η χώρα με τιις μικρότερες επιπτώσεις από την κρίση (Portet, 2009), στις 22 Σεπτεμβρίου οργανώθηκε και εκεί μία μέρα δράσης –από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους στις δημόσιες επιχειρήσεις. Οι περικοπές στον προϋπολογισμό των δημόσιων υπηρεσιών ένωσαν τα πολωνικά συνδικάτα (κάτι εξαιρετικά σπάνιο) και οδήγησαν στην υποστήριξη των αιτημάτων της Ευρωπαϊκής Εργατικής Συνομοσπονδίας (ETUC) και στη συμμετοχή στις πανευρωπαϊκές διαδηλώσεις στις 29 Σεπτεμβρίου.

     

    Στη Ρουμανία, η οποία επίσης υπέφερε υπό το βάρος ριζοσπαστικών μέτρων λιτότητας (μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα κατά 25% και μείωση των συντάξεων στο δημόσιο τομέα κατά 15%), τα εργατικά συνδικάτα προσπάθησαν να οργανώσουν κινητοποίησεις την άνοιξη του 2010. Στις 19 Μαϊου, 20.000 άτομα διαδήλωσαν στους δρόμους του Βουκουρεστίου ενάντια στα μέτρα λιτότητας που προωθεί το ΔΝΤ και η ΕΕ. Αρκετές διαδηλώσεις ακολούθησαν, ενώ προκηρύχτηκε και μία γενική απεργία στις 31 Μαϊου. Τα συνδικάτα, παρόλα αυτά,  παραδέχτηκαν την αποτυχία των προσπαθειών τους. Σε δύο από τις τρεις Βαλτικές χώρες εφαρμόστηκαν θεραπείες αυστηρής λιτότητας. Στη Λετονία, στην 1 Ιουλίου, ο μισθός των δημόσιων υπαλλήλων μειώθηκε κατά 20%, οι συντάξεις μειώθηκαν κατά 10%, όσο και τα οικογενειακά επίδόματα ενώ ταυτόχρονα αυξήθηκε ο φόρος εισοδήματος. Την ίδια περίοδο λαμβάνονταν παρόμοια μέτρα και στη Λιθουανία (μείωση μισθών δημοσίων υπαλλήλων κατά 13%, επιμήκυνση του ορίου συνταξιοδότησης στα 65 έτη). Τα συνδικάτα και στις δύο χώρες προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα «βαλτικό συντονισμό» διοργανώνοντας αρκετές κινητοποιήσεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 2010 στη Ρίγα της Λετονίας και στο Βίλνιους της Λιθουανίας.

     

    Βαθμιαίες μετατοπίσεις και επίσημες αντιστάσεις

    Σε μία έκθεση του ILOπου συντάχτηκε το 2009, ο J. Freyssinet έκανε τη διάκριση ανάμεσα σε δύο κατηγορίες χωρών. Από την μία είναι αυτές που έχουν μία μακρά παράδοση τριμερών θεσμών. Από την άλλη είναι οι χώρες στις οποίες το τριμερές σύστημα λαμβάνει χώρα μέσω ενός οχι και τόσο σαφώς καθορισμένου συνδυασμού διαπραγματεύσεων μεταξύ συνδικάτων και εργοδοτών αλλά και δημόσιων πολιτικών. Στην πραγματικότητα, στην τελευταία κατηγορία, ανήκουν οι χώρες «στις οποίες οι σχέσεις μεταξύ των τριών κοινωνικών εταίρων εγκαθιδρύονται με έναν πραγματιστικό και ασυνεχή τρόπο, συχνά άτυπο, ως μία συνάρτηση των περιπτώσεων και των συνθηκών» (Freyssinet, 2010). Ο συγγραφέας αυτός συμπέρανε ότι το πέρασμα από την πρώτη φάση (διάσωση τραπεζών, στάση «αναμονής» και μέτρα αναθέρμανσης) στη δεύτερη (δραστική μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων) συνοδεύτηκε από την επιδείνωση της ικανότητας του τριμερούς συστήματος να εξασφαλίσει την απαραίτητη σύγκλιση των θέσεων και των προσδοκιών των εταίρων. Αυτή η θέση επαληθεύεται από την εμπειρία πολλών χωρών.

     

    Σύμφωνα με τον Rehfeldt (2009), 6 χώρες μπορούν ακόμη να ταξινομηθούν στην κατηγορία «του τριμερούς θεσμοποιημένου» συστήματος: το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Φινλανδία, η Αυστρία και η Ιρλανδία. Παρόλο που συχνά συγκαταλέγονται σε αυτή την κατηγορία η Δανία και η Σουηδία, θεωρούνται ως χώρες με «ευκαιριακά» τριμερή μοντέλα κοινωνικών εταιρικών σχέσεων. Αυτές οι σχέσεις παρέμειναν ισχυρές στις τέσσερεις πρώτες χώρες κατά την περίοδο 2008-2009 και ακόμη ίσως και το 2010. Όμως το πεδίο στο οποίο εφαρμόστηκαν οι τριμερείς σχέσεις συρρικνώθηκε σημαντικά κατά το 2010, και παρόλο που το τριμερές συστημα επιβίωσε, είχε πλέον υποβαθμιστεί σημαντικά. Τον περισσότερο καιρό, αυτό το σύστημα επιβίωνε επειδή τα σωματεία συμφωνούσαν να παραμερίζουν κάποια σημαντικά ζητήματα αντιπαράθεσης, είτε για να αφήσουν ανοιχτό –με κάθε κόστος- το ενδεχόμενο να κερδίσουν σε άλλα ζητήματα που θεωρούσαν σημαντικά ή να διατηρήσουν κάποια συλλογική πίεση στις κρατικές πολιτικές.

     

    Μία ακόμα κατηγορία που προτείνεται από τους Freysinet (2010) και Rehfeldt (2009) αφορά κάποιες ενδιάμεσες χώρες τα συστήματα των οποίων είναι είτε διμερή είτε τριμερή. Σε αυτή την κατηγορία συγκαταλέγονται η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Αυτές οι τέσσερεις χώρες βίωσαν μια εντυπωσιακή επιδείνωση των κοινωνικών εταιρικών σχέσεων, χωρίς όμως να κυριαρχήσει το διμερές μοντέλο σχέσεων. Τα συνήθως διασπασμένα (σε αντίθεση με την Ιταλία) σωματεία στη Γαλλία και την Πορτογαλία βρήκαν κοινό τόπο στην αντίθεση τους με τις πολιτικές των κυβερνήσεων, οι οποίες στηρίζονταν πλήρως από τους εργοδότες, ενώ τα ισπανικά σωματεία κράτησαν αποστάσεις από την κυβερνητική πολιτική.

     

    Στην Ιταλία, η επιδείνωση ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή, ιδιαίτερα από την πλευρά των σωματείων, όπου τον Ιανουάριο του 2009, η CISLκαι η UIL έσπασαν την ενωτική παράδοση μεταξύ των συνομοσπονδιών κατά την περίοδο των εθνικών συλλογικών διαπραγματεύσεων και προτίμησαν να διαπραγματευτούν μόνες τους απομονώντας την CGIL. Το χάσμα μεταξύ των συνομοσπονδιών βάθυνε ακόμη περισσότερο κατά το 2010, αφού οι μεγάλες κινητοποίησεις από την πλευρά της CGILκατά τη διάρκεια του έτους οδήγησαν τις άλλες οργανώσεις σε αντίμετρα.

     

    Στις χώρες αυτές με την «ευκαιριακή» διαβούλευση, ανάμεσα στις οποίες θα πρέπει να συγκαταλέγονται πλέον τόσο η Σουηδία όσο και η Δανία, δεν σημειώθηκαν αξιοσήμαντα γεγονότα κατά το 2010. Το μοντέλο της Σουηδίας μετατοπίστηκε προς ένα που εστιάζει κυρίως στο «επίπεδο της επιχείρησης», πλαισιωμένο από κάποιες κλαδικές συμφωνίες για μισθούς και τα ατυχήματα σε ώρα εργασίας. Στη Γερμανία οι κλαδικές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν και πάλι, αλλά συνυπάρχουν με τις διαπραγματεύσεις σε επιχειρησιακό επίπεδο (όπως θα φανεί και παρακάτω). Οι συγγραφείς που αναφερθηκαν δεν έχουν λάβει υπόψη τους την κατάσταση στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Σχετικά με αυτές τις χώρες, είναι αδύνατον κάποιος να μιλήσει για μία παράδοση ή έστω έναν τρόπο που ακολουθείται, από τη στιγμή που δεν υφίσταται κάποιο μοντέλο εργασιακών σχέσεων. Σε αυτές τις χώρες, οι συμφωνίες που επιτυγχάνονταν στο παρελθόν δεν αποτελούσαν σημείο αναφοράς για νέες συμφωνίες.

     

    Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στις περισσότερες από αυτές τις χώρες δεν φαίνονται ικανές να δημιουργηθεί ένα τέτοιο πλαίσο στο βραχυπρόθεσμο διάστημα που να προωθεί ένα μοντέλο εργασιακών σχέσεων, και μάλλον αυτή η κατάσταση θα παραμείνει όσο δεν υπάρχει κάποια ώθηση από την υπόλοιπη ήπειρο.

     

    Ανακεφαλαιώνοντας, ο αριθμός χωρών στις οποίες αποδυναμώθηκε το τριμερές σύστημα διαπραγματεύσεων έχει αυξηθεί κατά τη δάρκεια του 2010 και σύμφωνα με διάφορα πιθανά σενάρια ο αριθμός αυτός είναι δυνατό να αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Ακόμα και εκεί που η διαβούλευση αποτελεί ένα περισσότερο ή λιγότερο παραδοσιακό κόμμάτι των κοινωνικών σχέσεων, η τάση για αποδυνάμωση αυτού του συστήματος είναι εμφανής. Αυτές οι μεταβολές, όμως, δεν προμηνύουν απαραιτήτως μια γενικευμένη επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Τα μέτρα που λήφθηκαν ή ανακοινώθηκαν το 2010 ήταν αρκετά ριζοσπαστικά σε πολλές χώρες, και η ελπίδα να γίνουν αποδεκτά από τα εργατικά συνδικάτα ήταν τόσο μικρή, που δεν προβλεπόταν στην ουσία κανένα αντάλλαγμα. Ένας άλλος παράγοντας που μπορεί να μεταβάλει τους συσχετισμούς υπέρ των περιοριστικών πολιτικών είναι η πίεση από τις πιο ισχυρές χώρες και τους υπερεθνικούς οργανισμούς (Ευρωπαϊκή Ένωση, Eurogroup, ΔΝΤ).

     

    Οι μικρότερες χώρες της ΕΕ, αυτές δηλαδή που εξαρτώνται ακόμη από τους μηχανισμούς μεταβίβασης πόρων δεν έχουν απόλυτη ελευθερία στην επιλογή πολιτικής, όπως τουλάχιστον έχει γίνει εμφανές στην περίπτωση της Πορτογαλίας τα τελευταία χρόνια. Αυτοί οι εξωτερικοί περιορισμοί δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ελιγμούς για τη διατήρηση ή την επίτευξη ενός εθνικού συμβιβασμού. Όπου υπάρχει περιθώριο, όπως για παράδειγμα στο Λουξεμβούργο, η κυβέρνηση έχει δεχτεί να κάνει υποχωρήσεις ακόμα κι αν αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απόχωρηση των εργοδοτών από τις διαπραγματεύσεις. Αυτές οι περιπτώσεις είναι σπάνιες - οι κινητοποίησεις με αφορμή την κρίση έχουν προκαλέσει σημαντικές αλλαγές στα κυβερνητικά σχέδια μόνο ελάχιστες φορές- αλλά και πάλι η οικονομική κατάσταση το Μεγάλο Δουκάτο δεν είναι η ίδια όπως στην Ιρλανδία και την Ισπανία.

     

    Νέες στρατηγικές για τα συνδικάτα;

    Το ζήτημα της στρατηγικής προκύπτει για πολλά σωματεία τα οποία αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες νομιμοποίησης του ρόλου τους από τη στιγμή που οι θεσμοθετημένες διαπραγματεύσεις δεν ασχολούνται με το κεντρικό ζήτημα των μισθών. Επιπλέον τείνουν να αφήνουν όλο και μεγαλύτερα στρώματα μισθωτών εκτός των διαπραγματεύσεων για τις συλλογικές συμφωνίες. Παρά τις πρόσφατες αλλαγές, τα σωματεία συναντούν δυσκολίες να επεκταθούν και πέρα από τις παραδοσιακές ομάδες μισθωτών. Οι συμφωνίες που επιτεύχθηκαν το 2009 για την κρίση (ιδιαίτερα σε σχέση με την μερική απασχόληση ή την απασχόληση ορισμένου χρόνου) έτειναν να προστατεύουν ιδιαίτερα αυτές τις ομάδες, η οποίες αποτελούν και την «καρδιά» των σωματείων. Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μία τέτοια τάση, η οποία χωρίς αμφβολία θα χρειαστεί χρόνο για να γενικευτεί, η οποία δείχνει όμως και τη συνειδητοποίηση αυτής της κατάστασης. Το 2010, εκτός από την IG-Metall στην Γερμανία, τρεις συνομοσπονδίες στη Φινλανδία πρότειναν κάποιον έλεγχο των συμβολαίων προσωρινής απασχόλησης από μία adhocτριμελή επιτροπή. Η νορβηγική LOεπιθυμεί να διευρύνει τα δικαιώματα συμμετοχής των εργαζομένων σε επιχειρήσεις με προσωπικό 30 έως 50 άτομα.

     

    Τα βορειοευρωπαϊκά σωματεία, αντιλαμβανόμενα την ανάγκη να προσελκύσουν νέους εργαζόμενους, αναζητούν τρόπους να μειώσουν την τμηματοποίηση των εργαζομένων. Στην Πορτογαλία, η CGTP-In ενισχύει τους δεσμούς της με τα κινήματα επισφαλών εργαζομένων. Οι τάσεις προς αυτή


Related articles