• Η οικονομική και θεσμική κρίση του Βελγίου: Οι προοπτικές του βελγικού κοινωνικού κινήματος

  • 16 Jun 11 Posted under: Βέλγιο , Ακροδεξιά
  • Η πλειοψηφία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των αναλύσεων σχετικά με το Βέλγιο κάνουν λόγο για «θεσμική» ή «κοινοτική» κρίση. Αν και η προσέγγιση αυτή όντως φωτίζει ένα κομμάτι της κατάστασης που επικρατεί στο Βέλγιο, είναι ανεπαρκής σε μεγάλο βαθμό. Παρόλο που το Βέλγιο έχει εγκλωβιστεί σε μια μορφή κρίσης που σχετίζεται με την «θεσμική μεταρρύθμιση», ωστόσο δεν έχει μείνει ανέπαφο από τα μέτρα λιτότητας και την οικονομική κρίση που πλήττουν την Ευρώπη. Το Βέλγιο έχει και αυτό κλονιστεί από την ευρύτερη ευρωπαϊκή συγκυρία.

    Πέρα από τις επίσημες διαπραγματεύσεις για το μέλλον του Βελγίου, το ερώτημα που κυριαρχεί στις συζητήσεις έχει να κάνει με τις προοπτικές του κοινωνικού κράτους, και, ευρύτερα, με το σύνολο του κοινωνικού ιστού. Την ώρα που ο «βασιλικός διαπραγματευτής» (μετά τους  «πληροφοριοδότες», τους προ-σχηματιστές», τους «διαμεσολαβητές», τους συμβούλους, τους «καθαριστές ορυχείων»…[i])επιδιώκει ένα νέο συμβιβασμό, το πραγματικό διακύβευμα των διαπραγματεύσεων αυτών δεν είναι μόνο τα οικογενειακά επιδόματα αλλά το «κυρίως πιάτο», δηλαδή οι πολιτικές για την απασχόληση ή το σύστημα υγείας εν συνόλω.

    Το πέρασμα των ζητημάτων αυτών στην αρμοδιότητα των περιφερειών θα αποτελέσει ένα αποφασιστικό βήμα στη διάλυση του βελγικού κράτους πρόνοιας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μπαρτ ντε Βένερ (ο επικεφαλής του συγκυβερνώντος Φλαμανδικού Εθνικιστικού Κόμματος, του N-VA) δεν δίστασε να δηλώσει κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ότι  «η VOKA (η φλαμανδική ομοσπονδία εργαζομένων) είναι το αφεντικό μου». Πράγματι, πολλές προγραμματικές θέσεις του N-VΑ είναι κοινές με αυτές της VOKA, όπως η μείωση της ανεργίας και ο χρονικός περιορισμός στα προνόμια και στα χαμηλότοκα δάνεια που δικαιούνται οι εργαζόμενοι, η πλήρης κατάργηση των πρόωρων συντάξεων, η επέκταση το καθεστώτος προσωρινής εργασίας, το πάγωμα των μισθών και η σύνδεση τους με τον τιμάριθμο. Με βάση τα παραπάνω, γίνεται προφανές ότι η συζήτηση δεν έχει να κάνει μόνο με την θεσμική μεταρρύθμιση του Βελγίου: έχουμε να κάνουμε με μια σειρά θέσεων που εκφράζουν μια συγκεκριμένη οπτική για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης.

    Στη συγκεκριμένη συγκυρία, ο εθνικιστικός χώρος έχει υιοθετήσει μια ακραία νεοφιλελεύθερη κοινωνική και οικονομική ατζέντα. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις ενσωματώνουν τους σπόρους των μελλοντικών κοινωνικών συγκρούσεων. Η προοπτική της συνομοσπονδίας προβλέπει σκληρά μέτρα λιτότητας για τους εργαζόμενους. Συνεπώς, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι το εθνοτικό, δηλαδή η αντιπαράθεση ανάμεσα σε Φλαμανδόφωνους και σε Γαλλόφωνους, αλλά το ταξικό, όπως η αντιπαράθεση των εργαζόμενων που απέργησαν στις 4 Μαρτίου με τους εργοδότες, των οποίων τα κέρδη είναι σε ανοδική πορεία.

    Ένα «Φλαμανδικό» πρόβλημα;

    Τα τελευταία χρόνια είναι πασιφανές πως η εθνικιστική ρητορεία έχει κυριαρχήσει στο φλαμανδικό πολιτικό σκηνικό. Αυτό που είναι λιγότερο εμφανές, είναι πως η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά ένα αμιγώς φλαμανδικό ζήτημα. Η στερεοτυπική εικόνα που κυριαρχεί εμφανίζει μια ακροδεξιά, εγωκεντρική και διχαστική Φλαμανδική κοινότητα απέναντι στον «προοδευτικό» Γαλλόφωνο κόσμο που επεδίωκε τη διάσωση του κράτους πρόνοιας. Η εικόνα αυτή, η οποία θολώνει το πραγματικό κοινωνικό περιεχόμενο του προβλήματος, βασίζεται σε δύο μύθους.

    Η πλειοψηφία των Φλαμανδών είναι δεξιοί και εθνικιστές

    Από τις τελευταίες εκλογές και μετά, κυκλοφορεί ευρέως μια εντελώς απλοϊκή ιδέα με βάση την οποία η εκλογική συμπεριφορά των Φλαμανδών αναλύεται πρωτίστως σε σχέση με τα κοινοτικά ζητήματα, εφόσον ήταν σαφής η ενίσχυση των ακροδεξιών κομμάτων. Μια σειρά ερευνών έχουν  ανασκευάσει την εικόνα αυτή, δείχνοντας πως οι βασικές προτεραιότητες και των δύο κοινοτήτων ήταν κοινωνικές και οικονομικές (συντάξεις, μισθοί, απασχόληση, κλπ). Ο πολιτικός αναλυτής Ντέιβ Σίναρντετ του Πανεπιστημίου του Άντβερπ, επιμένει πως «η έρευνα για την εκλογική συμπεριφορά των Φλαμανδών δείχνει ότι τα κοινοτικά θέματα ήταν η τελευταία προτεραιότητα που τους απασχολούσε και πως οι υποστηριχτές του διχασμού δεν ξεπερνούν το 10% του πληθυσμού». «Υπάρχουν πολλοί ψηφοφόροι του N-VA που αγνοούν ότι το κόμμα που ψήφισαν υποστηρίζει τον διχασμό». Συνεπώς, η πλειοψηφία των κατοίκων τόσο της Βαλλονίας όσο και της Φλαμανδίας δεν φαίνεται να επικροτούν το σχέδιο του διχασμού. Αυτό που θέλουν είναι μια κυβέρνηση που θα ασχοληθεί με τα ζητήματα της απασχόλησης, της υγείας, του περιβάλλοντος και του βιοτικού επιπέδου. Η επιθυμία αυτή επιβεβαιώνεται από έναν σημαντικό αριθμό κοινών πρωτοβουλιών για τη διατήρηση της κοινωνικής αλληλεγγύης.

    Οι Γαλλόφωνοι είναι αντιεθνικιστές και προασπιστές της κοινωνικής αλληλεγγύης

    Η αντίστροφη εκδοχή του πρώτου μύθου είναι η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη πως μόνο οι Γαλλόφωνοι αντιστέκονται και υπερασπίζονται τα κοινωνικά κεκτημένα. Ωστόσο, το γαλλόφωνο πολιτικό σκηνικό εγκλωβίζεται πολύ συχνά σ’ ένα είδος πολιτικού λόγου που αναπαράγει τα Φλαμανδικά στερεότυπα. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, τα γαλλόφωνα κόμματα εναντιώνονται μεν στη διάλυση του κράτους πρόνοιας, μ’ έναν τρόπο όμως που αγνοεί τα κοινά συμφέροντα του κόσμου της εργασίας σε Βορρά και Νότο. Η βασική τους επιδίωξη είναι η υπεράσπιση της οικονομίας των Βρυξελλών και της Βαλλονίας. Αυτή είναι η οπτική που υιοθετεί τόσο το «Γαλλόφωνο Μέτωπο» όσο και η «Γαλλόφωνη Άμυνα». Η λογική αυτή δεν οδηγεί άραγε στην ενίσχυση της κοινοτιστικής λογικής την οποία υποτίθεται πως αντιπαλεύουν; Η ενίσχυση της λογικής αυτής έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση όλων των φωνών εντός της Φλαμανδικής κοινότητας που υπερασπίζονται την διατήρηση του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλειας για όλους τους πολίτες.

    Συνεπώς, όπως τόνισε ο Γιαν Γκούσενς, «Το ότι δεν υπάρχει κόμμα σαν το N-VA στη Γαλλική Κοινότητα, δε σημαίνει πως η κοινοτιστική λογική δεν κερδίζει έδαφος. Θεωρώ πως η διανόηση της γαλλόφωνης κοινότητας δίνει πολλή έμφαση στο φαινόμενο N-VA, παραβλέποντας την ανάδυση παρόμοιων στοιχείων στη δική της μεριά. Ωστόσο, το κοινοτιστικό αυτό πνεύμα ισχυροποιείται παντού- όχι μόνο στο Βέλγιο αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη»[ii]. Και σ’ ό,τι αφορά τις προτάσεις για το ξεπέρασμα της κρίσης, το πολιτικό σύστημα της γαλλόφωνης κοινότητας δεν φαίνεται να διαφωνεί με το αντίστοιχο των Φλαμανδών καθώς όλοι συγκλίνουν στο ίδιο σημείο: στη λιτότητα. Η δήλωση του Έλιο Ντι Ρούπο είναι ενδεικτική: «Πρέπει να παραδεχτούμε ανοιχτά την αλήθεια: η λιτότητα είναι απαραίτητη»[iii]. Συνεπώς, σε ό,τι αφορά τα μέτρα λιτότητας ως μέθοδο για το ξεπέρασμα της κρίσης, δεν προκύπτει από κάπου διαφωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

    Η «Βέλγικη» αντίδραση;

    Ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκαν τόσο ο πολιτικός κόσμος όσο και τα μέσα ενημέρωσης τη μεγάλη διαδήλωση της 23ης Ιανουαρίου με την επονομασία «ΝΤΡΟΠΗ», δείχνει πως δεν είναι διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν την προοδευτική διάσταση που αναπτύσσεται στο κίνημα. Στην πράξη, αν και η εν λόγω διαδήλωση επισήμως δεν είχε σχέση με οργανωμένους πολιτικούς φορείς, συμμετείχε ένα ευρύ φάσμα από κινήματα, κόμματα και συνδικάτα που αντιτίθενται στη διάλυση του κράτους πρόνοιας. Τις περισσότερες φορές αυτές οι μορφές δράσης παρουσιάζονται ως «εθνικές», χωρίς πολιτική διάσταση. Όμως, τόσο στη Φλαμανδία όσο στη Βαλλονία και τις Βρυξέλλες, μια σειρά δράσεων από καλλιτέχνες, επιστήμονες και συνδικάτα δείχνουν πως υπάρχει και μια άλλη φωνή στο προσκήνιο, μια φωνή που δηλώνει την αντίθεση της στον εθνικισμό και την πρόθεση της να υπερασπιστεί τις θεμελιώδεις κατακτήσεις του βελγικού εργατικού κινήματος.

    Ένα από τα στοιχεία της βελγικής ταυτότητας είναι, μεταξύ άλλων, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, «ο πιο όμορφος καθεδρικός ναός» όπως συνήθιζαν να λένε οι συνδικαλιστές. Ένας ναός ο οποίος χτίστηκε από Φλαμανδούς, Βαλλόνους, από κατοίκους των Βρυξελλών και μετανάστες που προέρχονταν από πολλά μέρη του κόσμου – κι αυτό είναι το βελγικό κοινωνικό κίνημα[iv]. Στις 21 Ιανουαρίου, όλες αυτές οι φωνές ενώθηκαν κατά τη διάρκεια μιας απογευματινής δράσης που οργανώθηκε από το φλαμανδικό Βασιλικό Θέατρο με σύνθημα «Όχι στο όνομα μας». Η νεολαία βρέθηκε στην πρώτη γραμμή μέσα από το «Κίνημα της τηγανητής πατάτας», το οποίο κατέβασε στο δρόμο 7000 περίπου νέους ανθρώπους από όλη τη χώρα με σκοπό την υπεράσπιση του Ομοσπονδιακού Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης.

    Οι προοπτικές των συνδικάτων

    Στο πλαίσιο αυτό, η κινητοποίηση για τη συλλογική σύμβαση είναι πολύ σημαντική, για συμβολικούς και πολιτικούς λόγους[v]. Η πρόταση των εργοδοτών μιλά για πάγωμα των μισθών το 2011 και για αυξήσεις της τάξης του ο,ο3% για το 2012. Επιπλέον, προβλέπει τη μείωση των δικαιωμάτων του διοικητικού προσωπικού και την χρήση κρατικών κονδυλίων για την πληρωμή των επιδομάτων ανεργίας.

    Η πρόταση αυτή, η οποία απορρίφτηκε τόσο από το Σοσιαλιστικό όσο και από το φιλελεύθερο συνδικάτο και στην οποία άσκησε σκληρή κριτική το ΧριστιανικόCSC, τοποθετεί το ζήτημα της κοινοτικής κρίσης σε διαφορετική βάση. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η διαιρετική τομή μεταξύ Βορρά και Νότου δεν υφίσταται, καθώς όλα τα πολιτικά κόμματα υποστήριξαν τις προτάσεις των εργοδοτών: η μόνη διαίρεση που απομένει είναι αυτή μεταξύ εργαζόμενων και εργοδοτών. Ο δημόσιος διάλογος για τις συλλογικές συμβάσεις ήταν ασήμαντος. Όλα τα κόμματα αποδέχτηκαν αμέσως την πρόταση παρά τις ογκώδεις κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Η 4η Μαρτίου ήταν η μέρα πανεργατικής απεργίας για το Βέλγιο, η οποία είχε πολύ υψηλή συμμετοχή σ’ όλη τη χώρα. Τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο, οι εργάτες απέργησαν, διαδήλωσαν και πάλεψαν για τα δικαιώματά τους. 

    Ο επόμενος γύρος κινητοποιήσεων σχεδιάζεται ήδη και έχει στόχο την αντιμετώπιση των μέτρων που ανακοινώθηκαν από την Ευρωπαϊκή ένωση και το δίδυμο Μέρκελ-Σαρκοζί για τις συντάξεις, τους μισθούς και την τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Τα δυο πρώτα μεγάλα γεγονότα ήταν οι πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις στις 24 και 25 Μαρτίου.  Στις 24 Μαρτίου διοργανώθηκε κινητοποίηση από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Βελγίου, τηCSCκαι την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συνδικάτων. Η απάντηση του κόσμου της εργασίας στο Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας του Ευρώ είναι ΟΧΙ.

    Οι δράσεις αυτές αναδεικνύουν τη σχέση ανάμεσα στη μεταρρύθμιση του Βελγικού κράτους και των μέτρων λιτότητας που εφαρμόζονται πανευρωπαϊκά. Η δυναμική της σχέσης αυτής θα καθορίσει την ανάπτυξη ενός ισχυρού κοινωνικού κινήματος που θα δώσει την ευκαιρία στους βέλγους εργαζόμενους να κινητοποιηθούν ενάντια στις επιθέσεις των εργοδοτών. Μόνο οι ενωτικοί αγώνες ήταν αυτοί που έφεραν νίκες για το βελγικό εργατικό κίνημα.

    Οικοδομώντας το κοινωνικό κίνημα

    Τα βασικά χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ο νεοφιλελευθερισμός και η εφαρμογή σκληρών μέτρων λιτότητας. Στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Μεγάλη Βρετανία οι νέοι άνθρωποι και οι εργαζόμενοι έχουν εκφράσει την αντίθεση τους στις πολιτικές αυτές σε εθνικό επίπεδο, με μια ένταση που είχε πολύ καιρό να εμφανιστεί. Όλα τα κοινωνικά κεκτημένα που προσπαθούν να διατηρήσουν είχαν κερδηθεί στο εθνικό επίπεδο. Σήμερα όμως, το μέλλον των κινητοποιήσεων τους εξαρτάται από την ενεργοποίηση δεσμών αλληλεγγύης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μια κίνηση που έρχεται σε αντίθεση στην επιστροφή σε μικρές «πολιτιστικές ταυτότητες» και σε τοπικισμούς, σε κινήματα που συμβαδίζουν ως επί το πλείστον με συντηρητικά πολιτικά προγράμματα. Στο πλαίσιο αυτό, το Βέλγιο διαθέτει όλες τις προδιαγραφές (λόγω της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας του) ώστε να αποτελέσει παράδειγμα ενότητας και αλληλεγγύης για τους μελλοντικούς ευρωπαϊκούς αγώνες.

    Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, ένας Βέλγος διανοούμενος ολοκλήρωσε τη δήλωση του λέγοντας τα εξής: «Είναι η ώρα για την οικοδόμηση ενός ισχυρού κοινωνικού κινήματος και την οικοδόμηση όσο το δυνατόν περισσότερων γεφυρών ανάμεσα σε Βαλλόνους, σε πολίτες των Βρυξελλών και Φλαμανδούς που αντιτίθενται στο αδιέξοδο του εθνικισμού. Δεν πρόκειται να μείνουμε σιωπηλοί μπροστά στο κύμα του διχασμού που έχει ξεσπάσει. Πρέπει να προχωρήσουμε στην ανάπτυξη νέων προοπτικών, που θα ξεπερνούν την κοινοτιστική διαίρεση και να δουλέψουμε για την ενίσχυση αυτού που το N-VA φοβάται περισσότερο – ένα ευρύ κίνημα ενάντια στον εθνικισμό και υπέρ της κοινωνικής αλληλεγγύης»[vi].

     

    Μετάφραση: Χρήστος Σίμος

     

     

     

     

     

     

     



    [i]Η διαδικασία που ακολουθείται μετά τις εκλογές στο Βέλγιο είναι η παρακάτω: για να σχηματιστεί κυβέρνηση, ο βασιλιάς πρέπει να εγκρίνει έναν «σχηματιστή», ο οποίος υποχρεούται να τον ενημερώνει για τις προτάσεις και τα βέτο που καταθέτουν τα κόμματα. Ο «σχηματιστής» καταθέτει αναφορά στον βασιλιά, και ο τελευταίος αποφασίζει την έγκριση του, αν η κατάσταση είναι ξεκάθαρη. Αν δεν είναι (όπως στην παρούσα φάση), προχωρά σ’ ένα μεταβατικό καθεστώς. Την στιγμή που το περιοδικό οδεύει προς το τυπογραφείο, η κατάσταση στο Βέλγιο, εννιά μήνες μετά τις εκλογές, έχει ως εξής: έχουμε ήδη δει έναν «πληροφοριοδότη», έναν μεσολαβητή, έναν «προ-σχηματιστή», έναν διαπραγματευτή, έναν σύμβουλο, έναν «καθαριστή ορυχείου», κλπ.

     

    [ii]Γιαν Γκούσενς,διευθυντής του KVS (Φλαμανδικό Βασιλικό Θέατρο). Απόσπασμα από την ομιλία του σε εκδήλωση ενάντια στον εθνικισμό και υπέρ της κοινωνικής αλληλεγγύης, στις 21 Ιανουαρίου

     

    [iii]LeSoir, Παρασκευή, 11/3, σ.σ. 4-5

     

    [iv]«Έκκληση: Η Αλληλεγγύη ενισχύει τον πολιτισμό», LeSoir, 19 Οκτώβρη

    Detail 

    [v]Κάθε δύο χρόνια οι εργοδότες και τα συνδικάτα προσέρχονται σε διαπραγματεύσεις για τη συλλογική σύμβαση εργασίας και αποφασίζουν τις αυξήσεις στους μισθούς, τον χρόνο εργασίας, τα επιδόματα των διακοπών, τον κατώτατο μισθό… Συνεπώς, η Συλλογική Σύμβαση εγγυάται μια κοινή μίνιμουμ πλατφόρμα κοινωνικών δικαιωμάτων και αλληλεγγύης για όλους τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.

     

    [vi]Έκκληση του εκδοτικού οίκου ADEN: http://www.aden.be/index.php?aden=1-appel-des-editions-aden


Related articles