• Οι προκλήσεις για την Ντίλμα Ρούσεφ και ο ρόλος της Αριστεράς στη Βραζιλία

  • 16 Jun 11 Posted under: Λατινική Αμερική , Transformative Strategies
  • Καμιά πολιτική ανάλυση της κατάστασης στη Βραζιλία δεν μπορεί να παραβλέπει τη σημασία της νίκης των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, της εκλογής δηλαδή της Ντίλμα Ρούσεφ στην Προεδρία της Δημοκρατίας, τον Οκτώβριο του 2010. Ήταν μια σημαντική νίκη, καθώς για πρώτη φορά μια γυναίκα γίνεται πρόεδρος της Βραζιλίας, μιας χώρας με πατριαρχική και ανδροσοβινιστική κουλτούρα. Και η Ντίλμα Ρούσεφ δεν είναι η οποιαδήποτε γυναίκα. Πρώην πολιτική κρατούμενη, βασανισμένη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, έχει δώσει αγώνες για τον εκδημοκρατισμό και την αναμόρφωση της χώρας. Για το λαό της Βραζιλίας, που ψήφισε το 2010, η Ντίλμα ενσαρκώνει την επιθυμία για συνέχιση και εμβάθυνση των πολιτικών που ακολουθήθηκαν από την κυβέρνηση Λούλα τα τελευταία οκτώ χρόνια.

    Με την εκλογή της Ντίλμα Ρούσεφ, η Αριστερά πήρε για τρίτη φορά στη σείρα λαϊκή εντολή στη Βραζιλία. Είναι απαραίτητο να κατανοηθούν οι ιστορικές διαστάσεις αυτής της εκλογικής νίκης, η οποία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, οριζόμενο από το διάλογο μεταξύ δύο διαφορετικών φιλοσοφιών, δύο διαφορετικών προσεγγίσεων της εξέλιξης του καπιταλισμού στη Βραζιλία: τη συντηρητική και τη δημοκρατική. Και, από το 1989, για μια σειρά ιστορικών λόγων, συμπεριλαμβανομένων του κατακερματισμού της αστικής τάξης και της ανόδου της συμμετοχής των λαϊκών τάξεων στην πολιτική, η δημοκρατική προσέγγιση έχει ενισχυθεί από την Αριστερά, η οποία έχει λάβει φιλολαϊκές και σοσιαλιστικές θέσεις στη συζήτηση.

     

    Αυτή η συζήτηση έχει βρεθεί στο επίκεντρο κάθε εκλογικής αναμέτρησης για την Προεδρία της Δημοκρατίας από το τέλος της δικτατορίας. Και έτσι, παρακολουθούμε την Αριστερά να ηττάται το 1989, το 1994, και το 1998, να κερδίζει το 2002, το 2006 και το 2010. Παρά το υψηλό εκλογικό αποτέλεσμα, η υποψηφιότητα της Μαρίνα Σίλβα στον πρώτο γύρο δεν υπήρξε ποτέ μια πραγματικά βιώσιμη εναλλακτική λύση. Δεν θα ήταν υπερβολικό να ειπωθεί ότι η άνοδος της Μαρίνα Σίλβα ήταν ένα από τα παράπλευρα αποτελέσματα μιας καμπάνιας η οποία στον πρώτο γύρο χαρακτηρίστηκε από την ανεπάρκεια του πολιτικού και ιδεολογικού διαλόγου, καθώς και από το γεγονός ότι δεν διατυπώθηκαν δημοσίως οι θέσεις του αντίπαλου προγράμματος.

     

    Η μάχη των επόμενων χρόνων

     

    Σε αυτές τις εκλογές, η αντιπολίτευση προσπάθησε να πάρει με το μέρος της τις πιο αντιδραστικές, συντηρητκές και φασιστικές δυνάμεις της χώρας. Μπορούσε να υπολογίζει στην υποστήριξη των ισχυρών παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης της χώρας. Η Αριστερά, από την άλλη μεριά, μπορούσε να υπολογίζει, ειδικά στο δεύτερο γύρο, στη συμμετοχή οργανωμένων και μαχητικών ομάδων, κοινωνικών κινημάτων και συγκεκριμένων μερίδων του πληθυσμού, οι οποίες αποδείχθηκαν αποφασιστικής σημασίας. Παρά τη επικράτηση της Αριστεράς στις προεδρκές εκλογές του 2010, θα ήταν σοβαρό ατόπημα να σκεφτεί κανείς ότι η μάχη έχει τελειώσει. Στην πραγματικότητα, τα επόμενα χρόνια θα διεξαχθει στη Βραζιλία μια διαρκής μάχη για τις επιλογές που οφείλει να κάνει η κυβέρνηση της Ντίλμα.

    Από την πλευρά της Αριστεράς και σύμφωνα με το συμφέρον της εργατικής τάξης είναι αναγκαίο να συγκροτηθεί μια κυβέρνηση ακόμη πιο προωθημένη από αυτή του Λούλα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επεκταθεί ο δημοκρατικός και φιλολαϊκός χαρακτήρας του προγράμματος ανάπτυξης που εφαρμόζεται στη χώρα, να ενισχυθεί ο ρόλος του κράτους στην οικονομική ανάπτυξη και να προχωρήσουν δομικές μεταρρυθμίσεις, μέσω των οποίων θα μπορέσουν να αναδιανεμηθούν ο πλούτος, η εξουσία και τα δικαιώματα. Ανάμεσα σε άλλες προτεραιότητες, μπορούμε να ξεχωρίσουμε την ανάγκη για δημοσιονομική, αγροτική, αστική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, όπως επίσης την ανάγκη να εκδημοκρατιστούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, να παγιωθεί το καθολικό σύστημα υγείας, να βελτιωθεί η συνεργασία των χωρών της Λατινικής Αμερικής και να ενισχυθεί η θέση μας σε παγκόσμιο επίπεδο.

    Από την πλευρά της Δεξιάς, το κύριο μέλημα είναι να εμποδιστούν αυτές οι εξελίξεις με σκοπό να αναγκαστεί η κυβέρνηση της Ντίλμα να πάρει πίσω το αναπτυξιακό μοντέλο που εφαρμόστηκε εξαρχής από τον Λούλα κατά τη δεύτερη θητεία του. Αυτό το μοντέλο ήταν που οδήγησε στη γενικότερη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών δεικτών της χώρας, παρά την κρίση που επηρέασε τον καπιταλσμό από τις αρχές του 2008. Κάποιοι υποτιμούν την ικανότητα της Δεξιάς να επηρεάσει την κυβέρνηση της Ντίλμα και το μέλλον της χώρας τα επόμενα χρόνια. Θεωρούν ότι η Δεξιά έχει βρεθεί εκτός παιχνιδιού, εξαιτίας της πρόσφατης εκλογικής ήττας της και του γεγονότος ότι στο Κογκρέσο η κυβέρνηση έχει την πλειοψηφία που είναι απαραίτητη ώστε να εγκρίνονται προγράμματα και προτάσεις. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από την αλήθεια. Με αυτή την έννοια, μια προσεκτική ανάλυση είναι απαραίτητη.

     

    Η Δεξιά είναι ακόμη ενεργή

     

    Καταρχάς, η εκλογική ήττα της Δεξιάς ήταν σχετική. Συνεχίζει να είναι η πολιτική δύναμη που κέρδισε σημαντικές τοπικές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων το Σάο Πάολο και το Μίνας Γκέρες, οι δύο δηλαδή μεγαλύτερες εκλογικές περιφέρειες. Επιπλέον, εφόσον μετατοπίστηκε και υιοθέτησε υπερσυντηρητικό και αντιδραστικό σκεπτικό για να κερδίσει ψήφους, η αντιπολίτευση τώρα εντείνει το νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της και ενισχύει τους δεσμούς της με τα ανάλογα κοινωνικά στρώματα ώστε να αναδιοργανωθεί σε σαφώς πιο δεξιά βάση.

    Ακόμη κι αν η Δεξιά απέτυχε στον πρωταρχικό της σκοπό, που ήταν να ανακτήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας, συνεχίζει να ελέγχει άλλες θέσεις-κλειδιά στους μηχανισμούς εξουσίας. Πρώτα από όλα, ελέγχει τα μέσα παραγωγής, μια καλή μερίδα των μεγάλων μέσων ενημέρωσης, του συστήματος υγείας, πολλαπλά μέσα μετάδοσης πολιτιστικών πληροφοριών και σημαντικούς κρατικούς μηχανισμούς, όπως αυτόν της Δικαιοσύνης. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στη Βραζιλία τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν υπάρξει, για αρκετό καιρό, το κύριο όργανο στα χέρια της Δεξιάς στην προσπάθειά της να επηρεάσει την κοινή γνώμη και την πολιτική κατεύθυνση της χώρας, διατυπώνοντας δεξιόφρονες ιδέες σαν «επιστημονικές αλήθειες», παραποιώντας γεγονότα και διαδίδοντας αξίες και απόψεις συχνά υπό το μανδύα της «ουδετερότητας».

    Αυτή τη στιγμή στη Βραζιλία τα μέσα μαζικής ενημέρωσης οργανώνονται σε δύο μέτωπα. Το ένα προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα διαμάχης μεταξύ των κυβερνήσεων του Λούλα και της Ντίλμα, ασκώντας κριτική στον προκάτοχό της και υποστηρίζοντας ότι η Ντίλμα ειναι πιο «υπεύθυνη» διαχειριστικά και δημοσιονομικά. Ή, σχετικά με την εξωτερική πολιτική, επαινώντας τον «πραγματισμό» της και ασκώντας κριτική στην περισσότερο ιδεολογικά χρωματισμένη διαχείριση των διεθνών σχέσεων από τον Λούλα. Το δεύτερο μέτωπο στοχεύει να επηρεάσει ευθέως το κυβερνητικό πρόγραμμα, δίνοντας αξιοπρόσεκτο χώρο σε νεοφιλελεύθερους ιδεολόγους και επιτρέποντάς τους να υπερασπίζονται ένα πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα το οποίο (σε ευθεία αντίθεση με αυτό που υποδείχθηκε από το λαό στην κάλπη) βασίζεται στη μείωση των δημόσιων δαπανών και σε ένα «σφιχτό» προϋπολογισμό. Γι αυτό και το θέμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι τόσο σημαντικό. Είναι αδύνατο να μιλήσουμε για συνθήκες πλήρους δημοκρατίας σε μια χώρα όπου η «ελευθερία της έκφρασης» απέχει πολύ από το να αποτελεί καθολικό δικαίωμα και παραμένει προνόμιο μόνο των βαρόνων των ΜΜΕ, ένος ολιγοπωλιακού τομέα στη Βραζιλία.

     

    Αντιφάσεις εντός του κυβερνητικού συνασπισμού

     

    Ας μην ξεχνάμε ότι η Ντίλμα Ρούσεφ δεν θα έχει να συγκρουστεί μόνο με την αντιπολίτευση, αλλά και να αντιμετωπίσει αντιφάσεις, εγγενείς σε μια κυβέρνηση συνασπισμού. Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμη κι αν η κυβέρνηση έχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αυτή δεν είναι μια αριστερή πλειοψηφία. Τούτο σημαίνει ότι ένας σεβαστός αριθμός αναπληρωτών και γερουσιαστών, ιδεολογικά πιστών σε συντηρητικές ιδέες, θα αποφύγουν να ψηφίσουν προτάσεις που θα περιλαμβάνουν ευρύτερες και πιο ριζοσπαστικές αλλαγές υπέρ των εργαζομένων.

    Η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου υπό την Ντίλμα Ρούσεφ αντικατοπτρίζει τις αντιφάσεις που προκύπτουν σε μια κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία την ηγεμονία έχει η Αριστερά, αλλά συμμετέχουν και τα κόμματα του κέντρου. Πέρα όμως από την αντιπολίτευση της Δεξιάς και τις αντιφάσεις στο εσωτερικό της, η κυβέρνηση της Ντίλμα έχει να αντιμετωπίσει και μια τρίτη πρόκληση: Να κινηθεί σε ένα ασταθές και μεταβαλλόμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, όπου, ειδικότερα, υπάρχει κίδυνος να αυξηθούν οι τιμές των εμπορευμάτων, γεγονός που, αφενός, θα οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού και, αφετέρου, θα επηρεάσει την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα της παραγωγής και τις εξαγωγές. Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, τι μπορέι να κάνει η Αριστερά για να διασφαλίσει ότι η Βραζιλία θα συνεχίσει να προοδεύει και ότι η κυβέρνηση της Ντίλμα θα καταφέρει, καλύτερα και από αυτή του Λούλα, να οικοδομήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να συνεχίσει να κινείται στην κατεύθυνση του σοσιαλιστικού προτάγματος;

     

    Κεντρικός ο ρόλος του Κόμματος των Εργαζομένων (PT)

     

    Καταρχάς, είναι σημαντικό να διαμορφωθεί ένα κοινό πρόταγμα, σε συνδυασμό με την ευρύτερη δυνατή ενότητα των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, οι οποίες μοιράζονται κοινές αντιλήψεις και θέτουν τους ίδιους στόχους. Εδώ αναφερόμαστε τόσο στη συντονισμένη δράση των πολιτικών κομμάτων του δημοκρατικού και λαϊκού στρατοπέδου (το Κομμουνιστικό Κόμμα Βραζιλίας, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Βραζιλίας και το Κόμμα των Εργαζομένων) όσο και στη δημιουργία δεσμών μεταξύ τους, καθώς και σε κονωνικά κινήματα και κινήματα εργαζομένων. Είναι απαραίτητο αυτά τα κόμματα να αυτοπροσδιοριστούν ως η αριστερή πτέρυγα της κεντροαριστερής κυβέρνησης της Ντίλμα Ρούσεφ, προωθώντας τις πιο προοδευτικές θέσεις στο εσωτερικό της, ενώ παράλληλα διατηρούν διαύλους επικοινωνίας με τα κοινωνικά κινήματα και την εργατική τάξη. Το PT παίζει κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία και έχει ιδιαίτερη ευθύνη μιας και είναι το μεγαλύτερο αριστερό κόμμα στη Βραζιλία σήμερα, με πλειοψηφική παρουσία στην κυβέρνηση, όπως επίσης και μεταξύ όσων συμμετέχουν στα κοινωνικά κινήματα. Στη διαμόρφωση του κοινού προτάγματος, το πρώτο μάθημα που πήραμε και αξίζει να θυμόμαστε είναι αυτό που αφορά τους διαφορετικούς ρόλους που οφείλει να διαδραματίζει η Αριστερά στην κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και τα κοινωνικά κινήματα. Η υπεράσπιση μιας κυβέρνησης και η υποστήριξη των πολιτικών της δεν θα πρέπει να οδηγήσουν στην απώλεια της αυτονομίας και της ελευθερίας να οργανώνονται λαϊκές απαιτήσεις και διεκδικήσεις, της δυνατότητας να ασκείται κριτική ή της αποφασιστικότητας να δίνονται οι απαραίτητες μάχες. Αυτό είναι αρκετά σημαντικό ώστε η κυβέρνηση να μη γίνεται όμηρος ούτε της πίεσης του κέντρου και ακροδεξιών δυνάμεων (μέσα και έξω από τοΚογκρέσο) ούτε καπιταλιστικών συμφερόντων.

    Στην πράξη βέβαια γνωρίζουμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Στην περίπτωση της Βραζιλίας, θα μπορούσε να λεχθεί ότι και τα κοινωνικά κινήματα πήραν ένα μάθημα. Παρακολουθήσαμε την πρόσφατη σύγκρουση σχετικά με το ζήτημα του ελάχιστου μισθού, όπου τα συνδικάτα, συμπεριλαμβανομένης της πανεθνικήςΣυνομοσπονδίας Εργαζομένων (CUT), αγωνίστηκαν για μια αύξηση υψηλότερη από αυτή που πρότεινε η κυβέρνηση. Δυστυχώς, υιοθετήθηκε μικρότερη αύξηση λόγω του φόβου ότι αύξηση της αγοραστικής δύναμης σημαντικού τμήματος του πληθυσμού χωρίς ανάλογη αύξηση στην παραγωγή προϊόντων μαζικής κατανάλωσης θα οδηγούσε σε πληθωρισμό και «μηισορροπημένο» δημόσιο προϋπολογισμό. Το ζήτημα σε αυτή την περίπτωση είναι η επιλογή της παλιάς νεοφιλελεύθερης συνταγής: Συγκράτηση του πληθωρισμού μέσω της συμπίεσης της ζήτησης, παρά τα γνωστά αρνητικά επακόλουθα μιας τέτοιας πολιτικής. Με βάση την ίδια λογική, δικαιολογήθηκε και η πρόσφατηάνοδος των επιτοκίων στη Βραζιλία. Για να αποφύγει αυτή την παγίδα, η κυβέρνηση πρέπει να κάνει πολύ γρήγορα βήματα στην κατεύθυνση της αύξησης της προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών.

    Στην περίπτωση του Κόμματος των Εργαζομένων, η συζήτηση σχετικά με την αυτονομία είναι ακόμη πιο δύσκολη, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι αυτό είναι το βασικό κόμμα της κυβέρνησης. Για μεγάλο μέρος του πληθυσμού δύσκολα γίνεται κατανοητό πώς κυβέρνηση και κόμμα μπορούν να υιοθετήσουν διαφορετικές θέσεις. Ακόμη, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι οι κυβερνήσεις εξαρτώνται από την πολιτική, όπως και από την ιστορία. Από την πολιτική εξαρτάται μια κυβέρνηση καθώς εξαρτάται από το συσχετισμό δεδομένων δυνάμεων. Και από την ιστορία εξαρτάται αφού λειτουργεί πάντοτε εντός μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου (ακόμη κι αν αυτή η περίοδος διαφοροποιείται με μια σειρά τρόπους). Επομένως, οι αποφάσεις των κυβερνήσεων, ειδικά όταν αυτές αναδεικνύονται με εκλογές, πρέπει να λαμβάνονται μετά από στρατηγικούς υπολογισμούς.  

    Ένα πολιτικό κόμμα, ωστόσο, οφείλει να έχει μακρόπνοη στρατηγική. Θα πρέπει να αποτελεί την έκφραση των ιδανικών και του σχεδίου δράσης που έχει στόχο να μετασχηματίσει τις σχέσεις εξουσίας ειδικότερα στην περίπτωση της Αριστεράς, να ολοκληρώσει το βαθύτερο μετασχηματισμό της κοινωνίας. Επομένως, το πρόγραμμα ενός αριστερού πολιτικού κόμματος δεν μπορεί να εξαρτάται από το κυβερνητικό πρόγραμμα, το οποίο ουσιαστικά τείνει να είναι πιο αποστασιοποημένο, πιο συνεσταλμένο και πιο επιδεχόμενο διαμεσολάβησης. Αντιστρόφως, το πιο προχωρημένο πρόγραμμα του κόμματος και η στρατηγική του αντίληψη θα έπρεπε να προσφέρουν παραμέτρους για τον προσανατολισμό της κυβέρνησης, ακόμη και αν αυτό σημαίνει στην πράξη να υπογράφονται συμφωνίες και να γίνονται διαμεσολαβήσεις.

    Για να παρέχει στρατηγικό και προγραμματικό προσανατολισμό, το Κόμμα των Εργαζομένων θα έπρεπε να είναι σε θέση να αναλύσει τις κοινωνικές και ταξικές δομές στη Βραζιλία, όπως επίσης και το στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού στη χώρα. Αυτή η διάσταση της πολιτικής συγκρότησης είναι απαραίτητη για ένα κόμμα της Αριστεράς. Μια ακόμη πρόκληση για την Αριστερά στη Βραζιλία είναι να ηγηθεί του ιδεολογικού και πολιτιστικού αγώνα ενάντια στις αντιδραστικές, ομοφοβικές και ρατσιστικές ιδέες που εκφράστηκαν δυναμικά κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, αναδεικνύοντας το γεγονός ότι παρά την αδιαμφισβήτητη πρόοδο στους τομείς των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ανεκτικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν. Ένα από τα μαθήματα που πρέπει να πάρει η Αριστερά από την κάλπη είναι ότι οι βελτιωμένες οικονομικές συνθήκες υπό τις οποίες ζουν οι εργαζόμενοι και η άνοδος αυτού που αποκαλούμε μεσαία τάξη δεν εγγυώνται αυτόματα τη βελτίωση της πολιτικής και της πολιτιστικής συνειδητοποίησης αυτών των  κοινωνικών τάξεων. Αντίθετα, χωρίς να γίνεται αγώνας για την ηγεμονία και να αναλαμβάνεται πολιτική δράση σχετικά με αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες, η κοινωνική τους άνοδος τείνει να τις ωθεί προς την αναπαραγωγή της συμπεριφοράς ανώτερων κοινωνικών τάξεων.

     

    Αυτές είναι οι προκλήσεις. Οι ιστορικές συνθήκες που μας οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση συνεχίζουν να υπάρχουν. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση της Ντίλμα μπορεί να αποτελέσει μια ακόμα πιο ενεργητική και μετασχηματιστική εμπειρία από αυτή του προκατόχου της, ακριβώς επειδή έχει κληρονομήσει μια πιο δομημένη, ανεξάρτητη και ισότιμη χώρα από αυτή που ανέλαβε ο Λούλα το 2003. Παρόλα αυτά, είναι ακόμη σημαντικό να διδαχθεί η Αριστερά της Βραζιλίας από το πρόσφατο και μακρινό παρελθόν, χωρίς να ξεχνά ότι η κυβέρνηση είναι μεν ένας σημαντικός παράγοντας εξουσίας, αλλά στον αγώνα για μια δίκαιη κοινωνία ισότητας (μια σοσιαλιστική κοινωνία) χρειάζονται περισσότερα από αυτό. Ο ρόλος των κυβερνήσεων της Αριστεράς πρέπει να είναι να συνεισφέρουν στη συσσώρευση των δυνάμεων που οδηγούν στην ενίσχυση της εργατικής τάξης και στην παραχώρηση σε αυτή περισσότερου πλούτου και πραγματικής εξουσίας.

     

    Μετάφραση: Βέρα Αρμένη


Related articles