• Το Ολλανδικό Σοσιαλιστικό Κόμμα μέσα στην κρίση

  • 17 Jun 11 Posted under: Ολλανδία
  • Τα τελευταία χρόνια λαμβάνει χώρα στην Ολλανδία μια ατέρμονη συζήτηση σχετικά με τις κοινωνικοπολιτισμικές ταυτότητες, ενώ δεν γίνεται πολύς λόγος για τα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα, τα οποία έχουν πολύ σημαντικότερη επίδραση στη ζωή της μεγάλης πλειονότητας των Ολλανδών. Είναι αξιοσημείωτο πως η παρούσα οικονομική κρίση ελάχιστα τροποποίησε αυτή την κατάσταση.

    Οι ολλανδικές αρχές έσωσαν έναν αριθμό μεγάλων τραπεζών –όπως οι ABNAMRO και Fortis– είτε αναλαμβάνοντας τη διοίκησή τους είτε –στην περίπτωση της ING– παρέχοντας μεγάλα δάνεια, και προχώρησαν σε επενδύσεις προκειμένου να βγουν από την οικονομική στασιμότητα. Παρά τη φύση και την έκταση της συστημικής κρίσης, δεν προέκυψε καμία μεγάλη οικονομική αναταραχή, παρότι πολλοί ήταν αυτοί που ένιωθαν ανασφάλεια για το μέλλον. Η απόφαση για την αναβολή των σκληρών μέτρων λιτότητας για τα έτη 2011 και 2012 αναμφίβολα συνέβαλε σε αυτή τη σχετική ηρεμία.

     

    Η κυβέρνηση

    Για αρκετά χρόνια η Ολλανδία κυβερνήθηκε από έναν κεντροδεξιό συνασπισμό του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, της Χριστιανικής Ένωσης (ένα μικρότερο, πιο συντηρητικό χριστιανικό κόμμα) και του PvdA(σοσιαλδημοκράτες). Το υπουργικό συμβούλιο, υπό την ηγεσία του Μπαλκενέντε, του χριστιανοδημοκράτη επικεφαλής και των τριών προηγούμενων κυβερνήσεων, συνάντησε πολύ γρήγορα εμπόδια, δεν ήταν πειστικό και διαλύθηκε μετά από τρία χρόνια στην εξουσία. Σε όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η κυβέρνηση καρκινοβατούσε, δεν κατάφερε να εμπνεύσει τον κόσμο και δεν έλαβε καμία σημαντική απόφαση. Εκτός από την έλλειψη καθαρού και πειστικού οράματος για το μέλλον, υπήρχαν εξαρχής τριβές μεταξύ χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών. Τα επίμαχα θέματα περιλάμβαναν την αποδυνάμωση των δικαιωμάτων σχετικά με τις απολύσεις, την αύξηση του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης, τη διερεύνηση του ρόλου του ολλανδικού στρατού (επίσης υπό τον Μπαλκενέντε!) στον πόλεμο του Ιράκ και το ζήτημα του αν θα έπρεπε να υπάρξει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συνέχεια στη στρατιωτική αποστολή στην αφγανική επαρχία Ουρουζγκάν. Το τελευταίο αποτέλεσε τελικά το ζήτημα που έδωσε την ευκαιρία για την πτώση της κυβέρνησης το Φεβρουάριο του επόμενου χρόνου.

     

    Το Σοσιαλιστικό Κόμμα

    Στις γενικές εκλογές του Νοεμβρίου 2006, το ΣΚ κέρδισε τις 25 από τις 150 έδρες του ολλανδικού κοινοβουλίου. Η εκλογική επιτυχία αντικατόπτριζε, προσωρινά, την τελευταία φάση μιας ταραχώδους ανόδου, η οποία συνεχιζόταν από τότε που το κόμμα μπήκε στη Βουλή για πρώτη φορά το 1994 με δύο αντιπροσώπους, οι οποίοι αυξήθηκαν στους πέντε το 1998 και στους εννέα το 2002-2003.

    Η αλματώδης αύξηση της επιρροής του ΣΚ αποτελούσε έκφραση της ανάγκης για ένα κόμμα που θα αντιστεκόταν στη νεοφιλελεύθερη πολιτική των σκληρών περικοπών, καλύπτοντας το κενό ανταγωνιστικής πολιτικής στα αριστερά (με ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα το οποίο, σύμφωνα με τη δική του παραδοχή, «κούνησε τα ιδεολογικά του φτερά», όπως λέμε στα ολλανδικά, ή «άλλαξε τις ρίγες του» και ένα κομμουνιστικό κόμμα το οποίο συγχωνεύθηκε ή, μάλλον, βυθίστηκε, στην GroenLinks, την Πράσινη Αριστερά). Παράλληλα, αυτή η αύξηση οφειλόταν στη ρεαλιστική προσέγγιση του κόμματος (υποστήριξη σε οτιδήποτε θα μας πήγαινε μπροστά και ταυτόχρονα εμφανής παρουσία στο δρόμο), στη φρέσκια, σύγχρονη εικόνα του και σε έναν εξαιρετικά δημοφιλή αρχηγό με εργατική προέλευση, τον Γιαν Mαρίνισεν.

    Παρά την τεράστια εκλογική νίκη, που έφερε τις 25 έδρες στο Κοινοβούλιο, και την ύπαρξη 140 παραρτημάτων και 50.000 μελών, το ΣΚ ετέθη εκτός σχηματισμού κυβέρνησης από τους χριστιανοδημοκράτες και τους σοσιαλδημοκράτες. Οι αντίπαλοι του ΣΚ αντέστρεψαν επιδέξια την πραγματικότητα: Το κόμμα, είπαν, απέφευγε την ευθύνη της συμμετοχής στη διακυβέρνηση της χώρας. Πέρα από αυτό το ζήτημα, υπήρξε μεγάλη απογοήτευση μεταξύ ενός μεγάλου τμήματος ψηφοφόρων του ΣΚ. Οι ελπίδες για αλλαγή –μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, ομαλή λειτουργία του δημόσιου τομέα και έξοδος από το Ιράκ και το Αφγανιστάν, κοντολογίς ένα καλύτερο μέλλον για την επόμενη γενιά– διαψεύστηκαν. Το 2008 ο Γιαν Mαρίνισεν παραιτήθηκε από την αρχηγία και τον διαδέχθηκε η Άγκνες Kαντ, της οποίας ο αγώνας για τις υπηρεσίες υγείας, υπέρ των εργαζομένων και των ασθενών, εκτιμήθηκε ευρύτερα. Ωστόσο, παρά το συγκεκριμένο γεγονός και παρότι η Άγκνες και η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΚ δούλεψαν σκληρά και ενίσχυσαν την εικόνα του κόμματος με την αντίσταση στην ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων ενέργειας και, μαζί με τα συνδικάτα, στην αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, το ΣΚ έχασε έδαφος στις δημοσκοπήσεις. Έξω στους δρόμους, οι ακτιβιστές του ΣΚ αντιλήφθηκαν τις αιτίες αυτής της απώλειας. Παρότι το κόμμα συνέχισε να έχει την εκτίμηση του κόσμου ως προς την ιδεολογική και πολιτική στάση του, όλο και περισσότεροι άρχισαν να αμφιβάλλουν για το αν αποτελούσε μέσο ικανό να φέρει την κοινωνική αλλαγή. Το ότι τελικά οι δημόσιες επιχειρήσεις ενέργειας πωλήθηκαν και το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης αυξήθηκε (με την υποστήριξη της ηγεσίας των συνδικάτων!) ενίσχυσε αυτή την εικόνα. Στις φετινές τοπικές εκλογές των αρχών του Μαρτίου, το ΣΚ έχασε έδαφος. Ο αριθμός των τοπικών συμβούλων που εξέλεξε έπεσε από τους 345 στους 276 και το κόμμα έχασε τη θέση του στις τοπικές κυβερνήσεις σημαντικών επαρχιακών πόλεων, όπως οι Αϊτχόβεν, Νίιμεγκεν και Χάαρλεμ. Την επομένη των εκλογών η Kαντ παραιτήθηκε από την αρχηγία για να ανοίξει το δρόμο για το σχετικά άγνωστο βουλευτή Έμιλ Ρόεμερ, δάσκαλο, κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο και υπεύθυνο του κόμματος για τον τομέα των μεταφορών. Τρεις μήνες πριν από τις κοινοβουλευτικές εκλογές της 9ης Ιουνίου, οι δημοσκοπήσεις έδιναν στο ΣΚ οκτώ με εννιά έδρες.

     

    Δεξιόστροφος λαϊκισμός

    Τα τελευταία χρόνια η Ολλανδία έγινε μάρτυρας της ανόδου του Γκερτ Βίλντερς. Αν και ο δεξιόστροφος λαϊκισμός αρνείται επίμονα να δεχτεί προσκλήσεις από την «αριστερόστροφη» κρατική τηλεόραση και παραμένει σε απόσταση από τη δημόσια συζήτηση εκτός Κοινοβουλίου, έχει εντούτοις κυριεύσει τη δημόσια συζήτηση εδώ και κάποια χρόνια. Παρά την απουσία του, υπάρχει συνεχής συζήτηση για αυτόν. Το 2004 ο Βίλντερς εγκατέλειψε το φιλελεύθερο VVD και τα επόμενα χρόνια εξελίχθηκε σε επιτυχημένο πολιτικό ρήτορα, χωρίς να συμμετέχει σε κάποιο πραγματικό κόμμα μελών, του οποίου οι ικανότητες ως έμπειρου και προκλητικού συζητητή τού απέφεραν στις εκλογές του Ιουνίου 2010 24 από τις 150 έδρες του ολλανδικού Κοινοβουλίου. Αν και οι ρίζες του είναι στο νεοφιλελευθερισμό, τα τελευταία χρόνια έχει υιοθετήσει μεγάλο αριθμό δημοφιλών πολιτικών προτάσεων του ΣΚ, όπως η βελτίωση της φροντίδας των ηλικιωμένων, η παρουσία των αστυνομικών στους δρόμους αντί στα γραφεία και η αντίθεση στην αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.

    Παρότι πέρασε δεκατρία χρόνια στη Βουλή, ξέρει να προβάλλει τον εαυτό του ως τον πολιτικό που γνωρίζει τις ανάγκες και τις απαιτήσεις των απλών ανθρώπων. Επιπλέον, σύμφωνα με αυτόν, όλα τα προβλήματα της Ολλανδίας οφείλονται στον υπ’ αριθμόν ένα εχθρό, το Ισλάμ. Οι νέοι από ολλανδομαροκινές οικογένειες που προκαλούν φασαρίες (ένα πραγματικό πρόβλημα σε κάποιες περιοχές), η επιβολή κλειτοριδεκτομής στις γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι και η «ισλαμική τρομοκρατία» κυριαρχούν στην πολιτική ατζέντα του.

    Κατά την άποψη του, η «υφέρπουσα ισλαμοποίηση», την οποία αρνείται η ελίτ, αποτελεί θανάσιμη απειλή για το Ισραήλ και όλη τη ελεύθερη Δύση. Η απάντησή του είναι η ακύρωση του Άρθρου 1 του Συντάγματος, που θεσπίζει την ισότητα των πολιτών, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή σεξουαλικού προσανατολισμού, η παύση της μετανάστευσης και, ακόμη χειρότερα, ο επαναπατρισμός όλων των μουσουλμάνων μεταναστών, η πάταξη των μαροκινών «τρομοκρατών του δρόμου» (που προβλέπει ακινητοποίηση με πυροβολισμούς στα γόνατα, καθώς και χρησιμοποίηση του στρατού) και ο φόρος στη χρήση μαντίλας (ο επονομαζόμενος «kopvoddentax»). Οι σκληρές επιθέσεις του στο Ισλάμ οδήγησαν σε απειλές κατά της ζωής του και για χρόνια είχε ενταχθεί στο ολλανδικό κρατικό πρόγραμμα προστατευόμενων προσώπων.

    Οι προσπάθειες των προοδευτικών δυνάμεων να σταματήσουν την άνοδο του Βίλντερς ή, κατά τον ίδιο, να τον «δαιμονοποιήσουν» έχουν αποδειχθεί έως τώρα αναποτελεσματικές. Ο χαρακτηρισμός του ως «κινδύνου για τη δημοκρατία», η καταγγελία του ως ρατσιστή ή η παρουσίαση των ομιλιών του ως επιθετικών έχουν οδηγήσει μόνο σε αύξηση της δημοτικότητάς του ως κριτικού του κατεστημένου, ως του ανθρώπου που τολμά να πει τα πράγματα ευθέως, ένα αγκάθι στα πλευρά της ελίτ.

    Σε αντίθεση με άλλα κόμματα, το ΣΚ έχει υιοθετήσει μια μεθοδική στάση απέναντι στον Βίλντερς και το «προσωπικό» κόμμα του. Αντί να τον κατακεραυνώνει ιδεολογικά και να χρησιμοποιεί μεγάλα λόγια, το κόμμα επεσήμανε πως πολλά από τα προβλήματα στα οποία ο Βίλντερς εστιάζει είναι πραγματικά προβλήματα, αλλά πως οι λύσεις που προτείνει είναι λανθασμένες. Οπωσδήποτε, πάντως, το κόμμα δεν αφήνει κανένα πεδίο παρεξήγησης της πολιτικής του αποκλείοντας οποιαδήποτε δομική συνεργασία με κόμματα που αμφισβητούν την ισότητα των ολλανδών πολιτών.

     

    Οι εκλογές του Ιουνίου 2010

    Εν μέρει ως αποτέλεσμα του ότι λίγους μήνες πριν τις βουλευτικές εκλογές εμφανίστηκαν κάποιες επιτροπές με προτάσεις για δραστική μείωση των εξόδων ώστε να επανέλθουν τα κρατικά χρέη σε αποδεκτό επίπεδο, η προεκλογική περίοδος περιστράφηκε, από το Μάρτιο ως το Μάιο, πρωτίστως γύρω από το ερώτημα του τι θα έπρεπε να περιλαμβάνει μια υπεύθυνη πολιτική λιτότητας και σε ποιους τομείς θα ήταν εφικτή μια εξοικονόμηση πόρων.

    Στις βουλευτικές εκλογές διαφέρει το περιεχόμενο ενός προγράμματος από τον τρόπο παρουσίασής του με όρους κατάλληλους για το ευρύτερο ακροατήριο, που τελικά παίζει μεγαλύτερο ρόλο. Έτσι, επειδή ο νέος εκπρόσωπος τύπου του ΣΚ όχι μόνο έδειξε πως κατείχε τα θέματα, αλλά ήταν επίσης ετοιμόλογος και μιλούσε με χιούμορ, το ΣΚ κέρδιζε δύο έδρες στις δημοσκοπήσεις κάθε βδομάδα του τελευταίου μήνα, εξασφαλίζοντας τελικά 15 έδρες στις εκλογές. Απώλεια σε σχέση με τις 25 που είχαν κερδηθεί το 2006, αλλά σεβαστό ποσοστό σε σύγκριση με τις δημοσκοπήσεις τεσσάρων βδομάδων πριν τις εκλογές, όπου το ΣΚ κέρδιζε μόνο οκτώ έδρες – μια βελούδινη ήττα…

    Η Δεξιά ήταν νικήτρια των εκλογών, με το φιλελεύθερο VVD να κερδίζει 31 έδρες και το PVV του Βίλντερς 24. Το χριστιανοδημοκρατικό CDA, το οποίο, με μόνο μία μικρή διακοπή, κυβέρνησε τη χώρα από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (μερικές φορές με τους φιλελεύθερους και μερικές με τους σοσιαλδημοκράτες), έπεσε στις 21 έδρες, ενώ τα δύο μικρότερα χριστιανικά κόμματα κέρδισαν επτά. Από την Αριστερά βρέθηκαν στη Βουλή οι σοσιαλδημοκράτες με 30 έδρες, η Πράσινη Αριστερά με δέκα, το προοδευτικό φιλελεύθερο D66 επίσης με δέκα και το Φιλοζωικό Κόμμα με δύο.

    Πολιτικοί και αναλυτές συμφώνησαν ότι με αυτά τα αποτελέσματα ήταν σχεδόν αδύνατος ο σχηματισμός νέας κυβέρνησης. Τρία σενάρια υπήρχαν τις πρώτες εβδομάδες: Το ένα ήταν η πιθανότητα ενός δεξιού υπουργικού συμβουλίου με το VVD (φιλελεύθερο), το PVV (Βίλντερς) και το CDA (χριστιανοδημοκράτες), το άλλο ενός κεντρώου συμβουλίου με τα VVD, PvdA (σοσιαλδημοκράτες) και CDA. ή αυτού που είναι γνωστό στην Ολλανδία ως «μοβ συμβούλιο», της Δεξιάς και της Αριστεράς, χωρίς τη συμμετοχή των χριστιανοδημοκρατών, και το τρίτο ένα συμβούλιο από το VVD, το PvdA, το (φιλελεύθερο) D66 και την Πράσινη Αριστερά. Παρά το γεγονός ότι την παραμονή των εκλογών οι αρχηγοί τόσο του PvdA (Γιομπ Κοέν, πετυχημένος πρώην δήμαρχος του Άμσντερνταμ και υποψήφιος πρωθυπουργός) όσο και της Πράσινης Αριστεράς διακήρυτταν πως θα κάνουν ό,τι μπορούν για να σχηματίσουν ένα συμβούλιο όσο πιο προοδευτικό γίνεται, επέλεξαν να συναντηθούν με το D66, το οποίο ακολουθεί μία νεοφιλελεύθερη «εκσυγχρονιστική» ατζέντα υπό τον τίτλο «Στους σύγχρονους ανθρώπους δεν αρέσει να καθοδηγούνται».

     

    Σχηματισμός της κυβέρνησης

    Παρότι ο νικητής των εκλογών Mαρκ Ρούτε, ηγέτης του φιλελεύθερου VVD, είχε ανακοινώσει πως επιθυμούσε να σχηματίσει κυβέρνηση μέσα σε λίγες βδομάδες, χρειάστηκαν τελικά πάνω από τέσσερις μήνες. Οι πρώτες τρεις προσπάθειες δεν οδήγησαν πουθενά. Πρώτα απ’ όλα, η «μοβ» παραλλαγή (το VVD, μαζί με το PvdA, το D66 και την Πράσινη Αριστερά, που θα είχαν συνολικά 81 έδρες) απέτυχε διότι ο Ρούτε δεν βρήκε ελκυστική την προοπτική της συνεργασίας του με τρία «προοδευτικά κόμματα». Μετά από αυτό, η επιλογή ενός κεντρώου συμβουλίου με τα VVDCDA- PvdA (που θα κατείχε το 55% των κοινοβουλευτικών εδρών) κατέρρευσε διότι οι σχέσεις μεταξύ των πρώην συμμαχικών κομμάτων CDA και PvdAήταν τεταμένες. Και τελικά ο σχηματισμός ενός δεξιού συμβουλίου με το VVD και το CDA, υπό την ανοχή του PVV, αρχικώς ναυάγησε από μια εσωτερική εξέγερση, αν και αυτή προσωρινά εκτονώθηκε με την αποχώρηση από το Κοινοβούλιο του προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του CDA. Μετά την ακύρωση αυτής της τελευταίας επιλογής, η ΚΟ του CDAσυμφώνησε να αξιολογήσει τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων, χωρίς να αποκλείει εκ των προτέρων κάποιου τύπου συνεργασία με το PVV του Βίλντερς.

    Στις αρχές Οκτωβρίου, οι διαπραγματεύσεις των κομμάτων κατέληξαν σε συμφωνία για το νέο κυβερνητικό πρόγραμμα. Η κυβέρνηση θα σχηματιζόταν από το VVD (φιλελεύθεροι) και το CDA (χριστιανοδημοκράτες), ενώ το κόμμα του Βίλντερς θα στήριζε επισήμως την κυβέρνηση χωρίς να συμμετέχει σε αυτή, διατηρώντας πλήρη ελευθερία δράσης στο πολιτικό παιχνίδι. Οι βασικές προγραμματικές αρχές περιλάμβαναν περικοπές 18 δισ. από τον προϋπολογισμό σε βάθος τεσσάρων χρόνων διά της μείωσης του δημόσιου τομέα και της οικονομικής συνεισφοράς στους δήμους και την ΕΕ (και τα δύο μένει να διευκρινιστούν στο προσεχές μέλλον). Περισσότερο θιγμένοι θα είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι (λόγω του παγώματος των μισθών τους), οι ασθενείς (υψηλότερες οικονομικές εισφορές με παράλληλη μείωση των παροχών υγείας), οι νέοι με περιορισμένοι πρόσβαση στην αγορά εργασίας λόγω σωματικού ή διανοητικού προβλήματος, οι επιδοτούμενες πολιτιστικές δραστηριότητες, οι δημόσιες τηλεπικοινωνίες και οι αναπτυξιακές πολιτικές. Και τα αποκαλούμενα θετικά νέα («οι δεξιοί θα είναι πολύ ικανοποιημένοι», όπως το έθεσε ο αρχηγός των φιλελευθέρων, Ρούτε): Η απαγόρευση του καπνίσματος σε μικρά μπαρ θα αναιρεθεί, το όριο ταχύτητας στις εθνικές οδούς θα αυξηθεί στα 130 χλμ. την ώρα, τρεις χιλιάδες καινούργιοι αστυνομικοί και πεντακόσιοι μπόγιες θα προσληφθούν, η μπούργκα θα απαγορευτεί (τη φορούν ήδη 170 γυναίκες σε όλη την Ολλανδία) και η μετανάστευση θα παρεμποδίζεται. Το PVV –ένα κόμμα χωρίς μέλη– και το VVD συμφώνησαν αμέσως ότι επρόκειτο για ένα καλό πρόγραμμα, ενώ οι χριστιανοδημοκράτες προχώρησαν σε ειδικό συνέδριο, που μεταδόθηκε ζωντανά και το παρακολούθησαν 700.000 άνθρωποι. Αν και περίπου το ένα τρίτο του συνεδρίου –μεταξύ αυτών σχεδόν όλοι οι μεγαλύτερης ηλικίας πρώην πρωθυπουργοί και υπουργοί– αντιτέθηκαν στη στρατηγική συμμαχία με το PVV του Βίλντερς, τελικά τα δύο τρία του συνεδρίου ενέκριναν τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων (πολλοί από αυτούς διστακτικά, φοβούμενοι πως το κόμμα τους θα διαλυθεί).

    Όπως φαίνεται πλέον, μια κυβέρνηση του VVD και του CDA, με την ανοχή του PVV, πρόκειται να αναλάβει σύντομα. Αυτό θέτει το ερώτημα για το ποιος χρησιμοποιεί ποιον. Οι υποστηρικτές της συνεργασίας πιστεύουν ότι η συμφωνία θα έχει μετριαστική επίδραση στον Βίλντερς και ότι το κόμμα του σταδιακά θα ενσωματωθεί στο ολλανδικό «συμβιβαστικό σύστημα», στο οποίο κυριαρχεί η αντίληψη της πολιτικής συναλλαγής. Οι αντίπαλοι, από την άλλη, που είναι λίγοι στο φιλελεύθερο VVDαλλά σημαντική μειοψηφία στο CDA, θεωρούν την επίσημη συνεργασία με ένα κόμμα που αμφισβητεί το ολλανδικό Σύνταγμα και την ισότητα των πολιτών ως ηθικά απαράδεκτη και πολιτικά επικίνδυνη, διότι νομιμοποιεί ένα πολιτικό ρεύμα το οποίο θα έπρεπε να καταπολεμάται.

    Ποια η θέση του ΣΚ στο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων; Ήδη πριν από τον Ιούνιο, ο αρχηγός του ΣΚ, Έμιλ Ρόεμερ, αντιστάθηκε στην πίεση και προσπάθησε έντονα για μια κεντροαριστερή κυβέρνηση με το CDA, το PvdA, την Πράσινη Αριστερά και το ΣΚ, που θα κατείχε τουλάχιστον το 51% των εδρών. Παρά το γεγονός πως οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί δεν το ήθελαν αυτό, η «εναλλακτική πρόταση Ρόεμερ», όπως ονομάστηκε, αντιμετωπίστηκε τελικά από τους πολιτικούς και τα ΜΜΕ ως σοβαρό ενδεχόμενο προς συζήτηση. Ο αρχηγός του ΣΚ επεσήμανε, υποστηρίζοντας την πρότασή του, την ευρεία κοινωνική υποστήριξη στην προσπάθεια εξόδου από την κρίση και την ελκυστικότητα της επιλογής του στην κοινωνική πτέρυγα του CDA, αυτούς που, λόγω των αρχών τους, είχαν τρομοκρατηθεί από την ιδέα της συνεργασίας με το PVV.

    Μέχρι στιγμής, ο Γιομπ Κοέν του PvdA και η αρχηγός της Πράσινης Αριστεράς Φέμκε Χάλσεμα αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό το σχηματισμό μιας αριστερής εναλλακτικής κυβέρνησης, παρότι μεγάλο κομμάτι των υποστηρικτών τους είναι θετικό. Για μας, η αντιπολίτευση σε μια κυβέρνηση που φαίνεται αποφασισμένη να υποχρεώσει τους απλούς ανθρώπους να πληρώσουν την κρίση και να δώσει χώρο στο PVV, το οποίο θέλει να καταργήσει την ισότητα των ολλανδών πολιτών, αποτελεί βάση για τη διαμόρφωση μιας αριστερής εναλλακτικής πολιτικής. Αυτή μπορεί να υλοποιηθεί μόνο αν το μέλλον της χώρας μας δεν αφεθεί στους καριερίστες πολιτικούς, αλλά το πάρουν στα χέρια τους νέοι άνθρωποι με βάση την αλληλεγγύη, συνδικαλιστές, οικολόγοι και αγωνιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και η πλειονότητα των απλών ανθρώπων που δεν έχουν ανώτερη μόρφωση και υψηλό εισόδημα. Η βασική πρόκληση για το εγγύς μέλλον είναι να κερδηθούν οι απλοί άνθρωποι –μεταξύ των οποίων και η πλειονότητα των ψηφοφόρων του Βίλντερς προκειμένου να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια και το φόβο τους για το μέλλον– σε μια καλύτερη προοπτική. Αυτό το πολιτικό εγχείρημα πρέπει να πραγματοποιηθεί όχι μόνο στη Βουλή, αλλά και έξω από αυτή, στις φτωχογειτονιές, τα προάστια, τα εργοστάσια και τα γραφεία.

    Μέσα στα επόμενα χρόνια πρέπει να σχηματιστούν μια προοδευτική εναλλακτική πρόταση και η απαραίτητη πολιτική συμμαχία που θα τη στηρίζει, πράγμα όχι εύκολο. Στο δεύτερο μισό του Σεπτεμβρίου το πρώτο μικρό βήμα έγινε από τον Ρόεμερ, τον αρχηγό του ΣΚ. Το PvdA, η Πράσινη Αριστερά, το D66 και το ΣΚ προώθησαν κοινή εναλλακτική πρόταση απέναντι στις μεγάλες περικοπές των παροχών για τη φροντίδα των παιδιών, την εκπαίδευση, την προσωπική ασφάλεια και τα προγράμματα πολιτογράφησης, αντιπροτείνοντας περικοπές στις αμυντικές δαπάνες, διατήρηση των φόρων επί των κερδών στο τωρινό τους επίπεδο και μείωση των επιδοτήσεων στις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι προσεχείς μήνες θα δείξουν ποιο αντιπολιτευτικό κόμμα θα είναι πιο πειστικό στην προβολή εναλλακτικών επιλογών έναντι της δεξιάς κυβέρνησης και των πολιτικών της, που διευρύνουν το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Πάντως, πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως το προβάδισμα του PvdA επί του ΣΚ δεν είναι μεγαλύτερο από 2,5%.

     

    Μετάφραση: Σταύρος Παναγιωτίδης


Related articles