• Το βελγικό αίνιγμα

  • 17 Jun 11 Posted under: Βέλγιο
  • Οι ομοσπονδιακές εκλογές διεξήχθησαν στις 13/6/2010, τριάμισι μήνες πριν από τη σύνταξη αυτού του κειμένου. Ωστόσο, η εν λόγω αναμέτρηση ούτε κυβέρνηση κατάφερε να εκλέξει ούτε τα προβλήματα που οδήγησαν σ’ αυτή έχουν επιλυθεί. Τα δεδομένα αυτά συνθέτουν μια κατάσταση αρκετά περίπλοκη, γι’ αυτό και χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να γίνει κατανοητή από ανθρώπους που δεν ζουν στο Βέλγιο.

     

    Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το Βέλγιο είναι ομοσπονδιακό κράτος, το οποίο προέκυψε από διάφορους μετασχηματισμούς που συντελέστηκαν στις προηγούμενες δεκαετίες. Το θεσμικό οικοδόμημα του Βελγίου είναι αρκετά περίπλοκο καθώς η χώρα περιλαμβάνει τρεις (πολιτισμικές) κοινότητες, με άξονα τη γλώσσα: τη βόρεια ολλανδόφωνη (φλαμανδική) κοινότητα, τη βόρεια γαλλόφωνη (κοινότητα των Βαλλόνων) και μια μικρή γερμανόφωνη κοινότητα. Επίσης, υπάρχουν τρεις «περιφέρειες», με κριτήρια επικράτειας: η φλαμανδική περιφέρεια, η βαλλονική (στην οποία συμπεριλαμβάνεται η γερμανόφωνη κοινότητα) και, τέλος, η περιφέρεια των Βρυξελλών, η οποία είναι δίγλωσση. Το Σύνταγμα ορίζει τέσσερις γλωσσικές περιφέρειες: τη φλαμανδική, τη γαλλική, τη γερμανική και τη δίγλωσση περιφέρεια των Βρυξελλών. Οι επικράτειες των τριών αυτών κοινοτήτων, των τριών περιφερειών και των τεσσάρων γλωσσικών περιφερειών δεν συμπίπτουν. Κάθε κοινότητα και κάθε περιφέρεια έχει τη δική της κυβέρνηση και το δικό της κοινοβούλιο, πέρα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τα δύο κεντρικά κοινοβούλια.Ωστόσο, στη Φλαμανδία, όπου η επικράτεια της περιφέρειας και της κοινότητας συμπίπτουν, οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια έχουν συγχωνευτεί. Συνεπώς, το βελγικό κράτος περιλαμβάνει έξι κυβερνήσεις και έξι κοινοβούλια. Οι περιφερειακές εκλογές δεν συμπίπτουν με τις ομοσπονδιακές.

     

    Για ποιο λόγο κατέρρευσε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση;

    Οι ομοσπονδιακές εκλογές διεξήχθησαν τον Ιούνιο του 2007. Στο Βορρά επικράτησε η συμμαχία των χριστιανοδημοκρατών με τους εθνικιστές, ενώ στο Νότο νίκησαν οι φιλελεύθεροι. Ο επικεφαλής των χριστιανοδημοκρατών είχε δηλώσει ότι χρειάζονται «πέντε λεπτά πολιτικού θάρρους» για να επιλυθούν τα εναπομείναντα «κοινοτικά» ζητήματα της χώρας (τη διαίρεση της εκλογικής περιφέρειας στην περιοχή γύρω από τις Βρυξέλλες). Ωστόσο, πέρασε ένας χρόνος μέχρι να σχηματιστεί η ομοσπονδιακή κυβέρνηση που αποτελείτο από χριστιανοδημοκράτες, εθνικιστές, γαλλόφωνους σοσιαλιστές και φιλελεύθερους. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατάφερε να διχοτομήσει την εκλογική περιφέρεια των Βρυξελλών – Αλ – Βιλβόρντε. Μετά από πολλές αποτυχημένες διαπραγματεύσεις, οι φιλελεύθεροι αποχώρησαν από την κυβέρνηση.

     

    Οι εκλογές που προκηρύχθηκαν δεν διευκόλυναν την κατάσταση. Στη Φλαμανδία επικράτησε το Εθνικιστικό Κόμμα, με ποσοστό 28%. Οι ψήφοι αυτοί προήλθαν από τους πρώην σύμμαχους τους, χριστιανοδημοκράτες, οι οποίοι κατέγραψαν το χαμηλότερο ποσοστό στην ιστορία τους, 17,3%, και από το ακροδεξιό κόμμα VlaamsBelang, το οποίο έπεσε στο 12,5%. Οι Φλαμανδοί σοσιαλδημοκράτες προσέγγισαν το ιστορικό τους κάτω άκρο του 14,7%, οι φιλελεύθεροι έλαβαν 13,6%, χάνοντας πέντε ποσοστιαίες μονάδες, ενώ οι Πράσινοι, με το 6,8% που πήραν, διατήρησαν τις δυνάμεις τους.

     

    Η κατάσταση ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρη στο νότιο κομμάτι της χώρας: 37,1% πήραν οι σοσιαλδημοκράτες, οι φιλελεύθεροι έπεσαν δέκα ποσοστιαίες μονάδες (22,5%), οι χριστιανοδημοκράτες πήραν 14,8% και οι Πράσινοι 12,5%.

    Οι δύο πολιτικοί νικητές, ο Μπαρτ ντε Βένερ της Φλαμανδικής Εθνικής Συμμαχίας και ο Έλιο ντι Ρούπο των γαλλόφωνων σοσιαλδημοκρατών, βρίσκονται σε εντελώς αντίθετα ιδεολογικά στρατόπεδα. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία άλλη συνταγματικά αποδεκτή λύση πέρα από τη μεταξύ τους συμφωνία, καθώς μια οποιαδήποτε συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί πλειοψηφία 2/3.

     

    Τα προβλήματα

    Υπάρχουν τρεις πολύ δύσκολοι «γρίφοι» που πρέπει να λυθούν.

    Πρώτον, τα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα: Το Βέλγιο αντιμετωπίζει εδώ και πολύ καιρό τεράστιο δημόσιο έλλειμμα, το οποίο διογκώθηκε με την οικονομική κρίση. Όλα τα κόμματα μίλησαν για σκληρά μέτρα λιτότητας. Τα συνδικάτα είναι έτοιμα για σκληρές διαπραγματεύσεις σε σχέση με το κράτος πρόνοιας, το οποίο είχε μείνει ανέπαφο τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, τα ζητήματα αυτά δεν έχουν συζητηθεί ακόμα. Παραμένουν σε εκκρεμότητα λόγω των διακοινοτικών προβλημάτων.

     

    Το δεύτερο και βασικότερο πρόβλημα που προέκυψε πριν από τις εκλογές ήταν ο διαχωρισμός της εκλογικής περιφέρειας των Βρυξελλών – Αλ – Βιλβόρντε. Πριν λίγα χρόνια είχε αποφασιστεί η διοικητική-εκλογική μεταρρύθμιση με σκοπό τη σύμπτωση των επαρχιών με τις εκλογικές περιφέρειες. Η κεντρική επαρχία του Μπράμπαντ (η οποία περιλάμβανε και τις Βρυξέλλες) διαιρέθηκε σε δύο μέρη: γαλλόφωνο και ολλανδόφωνο. Ωστόσο, η παλιά περιφέρεια των Βρυξελλών – Αλ – Βιλβόρντε παρέμεινε, όμως το Συνταγματικό Δικαστήριο χαρακτήρισε τη συνθήκη αυτή ακατάλληλη. Το πρόβλημα έχει να κάνει με το ότι κάποιοι τυπικά φλαμανδικοί δήμοι στα προάστια των Βρυξελλών προβλέπουν προνόμια για τους γαλλόφωνους κατοίκους τους, καθώς δικαιούνται να ψηφίσουν γαλλόφωνους υποψηφίους στα ψηφοδέλτια των Βρυξελλών. Αν η εκλογική περιφέρεια χωριστεί, η Δεξιά θα εξαφανιζόταν, γι’ αυτό και τα γαλλόφωνα κόμματα διεκδικούν, δικαιολογημένα, «επανόρθωση». Οι περισσότεροι από αυτούς τους δήμους κατοικούνται κατά 80% από γαλλόφωνους. Η βασική αντίφαση είναι μεταξύ της διοικητικής πραγματικότητας (οι δήμοι αυτοί τυπικά ανήκουν στη Φλαμανδία) και της κοινωνιολογικής πραγματικότητας (οι πληθυσμοί αυτοί είναι γαλλόφωνοι). Με άλλα λόγια, το ερώτημα έχει να κάνει με το ποια είναι η αρχή πάνω στη οποία θεμελιώνονται οι κοινότητες. Οι προτάσεις που έχουν τεθεί στο τραπέζι είναι πολλές, όμως καμία έγινε αποδεκτή και από τα δύο μέρη.

     

    Το τρίτο, εξίσου σημαντικό, πρόβλημα ανέκυψε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για το νέο κυβερνητικό σχήμα. Παρ’ όλο που και τα δύο μέρη συμφωνούν για μια διοικητική μεταρρύθμιση, το ερώτημα παραμένει: Ποιες αρμοδιότητες θα μεταφερθούν στις περιφέρειες; Υπό το πρίσμα του νότιου τμήματος της χώρας, τα δύο βασικά στοιχεία της ομοσπονδιακής αλληλεγγύης –φόροι και κοινωνική ασφάλιση– δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ξεχωριστά. Ωστόσο, αυτό ακριβώς επιδιώκουν και οι φλαμανδοί εθνικιστές. Επίσης, πρόσφατα ζήτησαν να αλλάξει η νομοθεσία που αφορά τη χρηματοδότηση των περιφερειών. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι αυτή που χρηματοδοτεί τις διάφορες περιφέρειες, σύμφωνα με μια πολύπλοκη διαδικασία. Οι φλαμανδοί εθνικιστές θεωρούν πως οι «χρηματοδοτικές ροές» από το Βορρά προς το Νότο πρέπει να σταματήσουν. Επίσης, αρνούνται να υποστηρίξουν την υποχρηματοδοτούμενη περιφέρεια των Βρυξελλών, χωρίς να δείχνουν την απαιτούμενη «υπευθυνότητα».

     

    Οι Βρυξέλλες

    Οι Βρυξέλλες, η κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα του Βελγίου, η οποία φιλοξενεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, πολλές πολυεθνικές εταιρείες και σημαντικό αριθμό μεταναστών, είναι η τρίτη πλουσιότερη περιφέρεια της Ευρώπης. Όμως, το 1/3 των κατοίκων της ζει κάτω από το όριο της φτώχειας ενώ η ανεργία πλήττει τους νέους. Καθημερινά, οι Βρυξέλλες υποδέχονται περίπου 350.000 ανθρώπους που έρχονται στην πόλη για να εργαστούν από τις γύρω περιοχές της Φλαμανδίας και της Βαλλονίας. Το φλαμανδικό όραμα της ομογενοποίησης των γλωσσικών κοινοτήτων με πρωτεύουσα τις Βρυξέλλες –δηλαδή, την πρωτεύουσα της δικής τους περιφέρειας– είναι ανέφικτο. Επίσης, είναι αδύνατο να ζητείται από τον πληθυσμό των Βρυξελλών να «διαλέξει» μία από τις δύο κοινότητες: Υπάρχουν πάρα πολλά μεικτά και πολύγλωσσα νοικοκυριά. Εν συντομία, οι Βρυξέλλες είναι ο λόγος που το βασίλειο δεν μπορεί να διασπαστεί, εκτός αν υπάρξει μια απόφαση που θα μετατρέπει την πόλη σ’ ένα είδος «ευρωπαϊκής διπλωματικής πόλης» (BrusselsD.C.). Αν και το ζήτημα αυτό δεν συζητείται επίσημα, η εξέλιξη αυτή είναι επιθυμητή από την πλειονότητα του πληθυσμού της πόλης, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση.

     

    Το ζήτημα του εθνικισμού

    Ποιοι είναι οι φλαμανδοί εθνικιστές; Το φλαμανδικό εθνικιστικό κίνημα εμφανίστηκε πριν από έναν αιώνα, όμως έγινε ευρύτερα γνωστό μετά τον Α′ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι νεαροί Φλαμανδοί αρνούνταν να εκτελέσουν τις εντολές των γαλλόφωνων αξιωματικών τους («Ισότητα και για τους Φλαμανδούς»). Κατ’ αρχάς, το κίνημα των Φλαμανδών ήταν ένα κοινωνικό και ειρηνικό κίνημα. Αυτό άλλαξε στην πορεία προς το Β′ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Γερμανοί υποσχέθηκαν αυτονομία στους Φλαμανδούς και, αργότερα, όταν πολλοί νεαροί καθολικοί παρακινούνταν από τα κηρύγματα των ιερέων που τους καλούσαν να πάνε να πολεμήσουν τους κομμουνιστές στο Ανατολικό Μέτωπο.

     

    Η Φλαμανδία ήταν ανέκαθεν η φτωχότερη και η πλέον υπανάπτυκτη περιοχή της χώρας. Η Βαλλονία αντίθετα διέθετε ανθρακωρυχεία και αναπτυγμένη χαλυβουργία. Ήταν μια εκβιομηχανισμένη και πλούσια περιοχή. Η Φλαμανδία στηριζόταν μόνο στην κλωστοϋφαντουργία. Η κατάσταση αυτή άρχισε να αλλάζει μετά το τέλος του Β′ Παγκόσμιου Πόλεμου, όταν η Φλαμανδία προσέλκυσε επενδύσεις και πέρασε στη φάση της ανάπτυξης, τη στιγμή που για τις βιομηχανίες του Νότου άρχιζε η φάση της ύφεσης. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε πριν από δύο χρόνια διέλυσε ένα από τα τελευταία προπύργια του βελγικού καπιταλισμού: τη Γενική Τράπεζα του Βελγίου.

     

    Το NVA αποτελεί διάσπαση του παλιού φλαμανδικού εθνικιστικού κόμματος Volksunie. Το VlaamsBlok σχηματίστηκε από μια ομάδα που έφυγε από το Volksunie, καταφέρνοντας να γίνει το κατεξοχήν εθνικιστικό και ρατσιστικό κόμμα. Πριν λίγα χρόνια, το Volksunie διαλύθηκε. Κάποια μέλη του προσχώρησαν στους σοσιαλδημοκράτες, κάποια συγκρότησαν ένα νέο σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα (το οποίο πλέον δεν υπάρχει), κάποιοι πήγαν στους Πράσινους, ενώ μια μειοψηφία μελών συγκρότησε το NVA. Το τελευταίο έχει επικεφαλής έναν ιδιαίτερα έξυπνο και χαρισματικό ηγέτη, τον Μπαρτ ντε Βέφερ, ο οποίος προέρχεται από το χώρο της συντηρητικής Δεξιάς. Αν και μόλις το 10% του φλαμανδικού πληθυσμού, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, επιθυμεί το διαμελισμό του Βελγίου, οι θέσεις του κόμματος μιλούν ευθέως για απόσχιση.

     

    Από ιδεολογική άποψη, το εθνικιστικό κόμμα αποτελεί μείγμα νεοφιλελευθερισμού και συντηρητισμού. Με δεδομένο ότι πρόκειται για νεοϊδρυθέν κόμμα, δεν στηρίζεται τόσο στη στελεχιακή υποδομή του όσο στις άριστες σχέσεις που έχει με τους φλαμανδούς εργαζόμενους. «Η Voka (το συνδικάτο των φλαμανδών εργαζόμενων) είναι το αφεντικό μου», όπως λέει ο Ντε Βέφερ. Οι θέσεις του εστιάζουν στην «πολιτισμική ταυτότητα», ως το ομογενοποιητικό στοιχείο του κοινωνικού συνόλου, στο σχηματισμό μιας «λαϊκής δημοκρατίας» στο πλαίσιο της κοινότητάς τους. Σύμφωνα με ορισμένους, οι απόψεις αυτές συγκροτούν ένα είδος σύγχρονου απαρτχάιντ.

     

    Ο πολιτικός λόγος του κόμματος είναι ακραία διχαστικός: Όσοι δεν συμφωνούν χαρακτηρίζονται «κακοί Φλαμανδοί» και δεν συγκαταλέγονται στα μέλη της «κοινότητας». Αποδεκτά μέλη της κοινότητας είναι μόνο όσοι μιλούν τη γλώσσα «μας» και υιοθετούν τις αξίες «μας». Έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν την εικόνα του σκληρά εργαζόμενου Φλαμανδού έναντι του τεμπέλη και ανεύθυνου Βαλλόνου, της δεξιάς Φλαμανδίας απέναντι στην αριστερή Βαλλονία, αγνοώντας την πραγματική πολιτική διαίρεση της κάθε περιοχής (αν και το άθροισμα των ψήφων των τριών δεξιών κομμάτων της Φλαμανδίας έφτασε το 45%).

     

    Στο κοινωνικό και το οικονομικό επίπεδο, το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι ψηφοφόροι γνωρίζουν τις πραγματικές συνέπειες της πολιτικής αυτής: διάλυση του κράτους πρόνοιας, μείωση των επιδομάτων ανεργίας, μείωση των μισθών και της φορολογίας, συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση κ.λπ. 

     

    Είναι πολύ δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι όλα αυτά τα προβλήματα θα επιλυθούν με ικανοποιητικό τρόπο. Ωστόσο, δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη προοπτική πέρα από αυτή της συνέχισης των διαπραγματεύσεων μεταξύ των κομμάτων που έχουν σχηματίσει κυβέρνηση: χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι από το Βορρά και το Νότο, με τους φλαμανδούς εθνικιστές να διεκδικούν κυρίαρχο ρόλο…

     

     

    Μετάφραση: Χρήστος Σίμος


Related articles