• Η Ευρώπη εν μέσω της Μεγάλης Κρίσης

  • 17 Jun 11 Posted under: Contemporary Capitalism , Θεωρία
  • Εδώ και τέσσερα χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκφράζει ανησυχία σχετικά με το ότι η Ευρωζώνη έχει διχοτομηθεί σε δύο κατηγορίες κρατών. Η απόσταση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες που είναι ικανές να ανταγωνιστούν επιτυχώς, με τη Γερμανία ηγέτιδα, με τις χώρες που παρουσιάζουν υψηλά ελλείμματα, κυρίως στη Νότια Ευρώπη, έχει όντως διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια. Εάν οι χώρες-μέλη αποκλίνουν ακόμα περισσότερο, τότε η ένωση ως σύνολο κινδυνεύει να καταρρεύσει. Η επιθετική εξαγωγική στρατηγική της Γερμανίας αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο τις πιο αδύναμες χώρες της Ευρωζώνης.

    Συνεπώς, υπάρχει αυξανόμενος κίνδυνος το «δίχτυ ασφαλείας» των 750 δισ. ευρώ που συγκεντρώθηκαν από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ να καταστεί απαιτητό. Κατά έναν παράδοξο τρόπο για τους γερμανούς πολίτες, η ακμάζουσα οικονομία της χώρας τους μπορεί να αποβεί δαπανηρή για τους ίδιους, αφού η Γερμανία ως η μεγαλύτερη εθνική οικονομία μπορεί να αναλάβει ως εγγυήτρια τη μερίδα του λέοντος.

    Ενώ η Ισπανία, η Ελλάδα και η Ιρλανδία έχουν όντως περικόψει δραστικά τους κρατικούς τους προϋπολογισμούς, οι περικοπές στην Γερμανία θα αποδειχθούν λιγότερο μεγαλεπήβολες από την κυβερνητική ρητορική. Ακόμα και σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια, η Γερμανία δεν έχει εισέλθει ακόμη σε αυστηρό δρόμο προσαρμογής.

    Η γερμανική οικονομία αναμένεται ότι θα συγκλίνει προσωρινά εξαιτίας του ισχυρού εξαγωγικού προσανατολισμού της. Αφιερώνοντας δημόσιους πόρους σε παγκόσμια κλίμακα για να δοθεί ώθηση στην ανάπτυξη και διατηρώντας την ισχύουσα πολιτική χαμηλών επιτοκίων, η διαδικασία συρρίκνωσης της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας είναι δυνατόν να ανακοπεί. Ιδιαίτερα κάποιες από τις χώρες της περιφέρειας του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος – η Ινδία, η Κίνα, η Νότια Κορέα και η Βραζιλία – μπόρεσαν να αποφύγουν την ύφεση μέσω της υιοθέτησης σχεδίων ισχυρής ώθησης της οικονομίας και επιπλέον κατόρθωσαν να βελτιώσουν τους θετικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Η γερμανική εξαγωγική βιομηχανία επηρεάστηκε θετικά από αυτή την άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας λόγω της εξαιρετικής της ικανότητάς να ανταγωνίζεται στο πεδίο των τιμών.

    Παρ’ όλα αυτά, για την εγχώρια οικονομία πρέπει να ειπωθεί το αντίθετο. Η κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάκαμψης δεν εντοπίζεται ούτε στη Γερμανία ούτε συνολικά στην Ευρώπη. Η Γερμανία δεν αποτελεί την ευρωπαία πρωταθλήτρια μόνο στις εξαγωγικές επιδόσεις, αλλά και στη συμπίεση των μισθών. Κατά τα τελευταία δέκα χρόνια, πουθενά αλλού στην ΕΕ οι ακαθάριστοι μισθοί δεν αυξήθηκαν τόσο αργά όσο στη Γερμανία. Συγκρινόμενοι με το έτος 2000, έχουν αυξηθεί κατά περίπου 21,8% μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2010, την στιγμή που στην ΕΕ οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 35,5% την ίδια περίοδο.

    Ακόμη και ο ο Μπαρόζο, ο νεοφιλελεύθερος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν θα μπορούσε να μη συμπεράνει ότι «ένα από τα μαθήματα που έχουμε διδαχθεί από την κρίση είναι ότι οι οξείες αντιθέσεις στην ανταγωνιστική ικανότητα μεταξύ των κρατών πρέπει να ισορροπηθούν και ότι η κοινωνική οικονομία της αγοράς πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Η Ευρώπη οφείλει να δείξει ότι αντιπροσωπεύει πάνω από 27 διαφορετικές εθνικές λύσεις. Είτε κολυμπάμε όλοι μαζί είτε θα βουλιάξουμε ο καθένας χωριστά».

    Παρά την ισχυρή της μεγέθυνση, η γερμανική οικονομία έχει αναπληρώσει μόλις το 60% των απωλειών της από την οικονομική «βουτιά» που προκλήθηκε από τη χρηματοπιστωτική κρίση. Οι περισσότερες προβλέψεις κάνουν λόγο για τάσεις επιβράδυνσης ακόμη και της γερμανικής οικονομίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η διαδικασία της ανάκαμψης εξαρτάται από τον κύκλο αποθεμάτων και τη μείωση των επενδύσεων. Πολλές αποθηκευτικές εγκαταστάσεις προς το παρόν είναι άδειες και πρέπει να ξαναγεμίσουν. Επίσης, η μεγέθυνση εμποδίζεται από μέρος της αναβληθείσας ανανέωσης του παγίου κεφαλαίου. Από την άλλη πλευρά, σε ολοκληρη την παγκόσμια οικονομία υπάρχει τάση για μηδενικούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

    Στην Ευρώπη, η περαιτέρω ανάκαμψη άγεται και φέρεται από την πορεία της ανάπτυξης στις ΗΠΑ και κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Κίνα. Και για αυτές τις χώρες οι δείκτες προβλέπουν εδώ και καιρό καθοδική πορεία, κάτι που σημαίνει ότι δεν θα είναι δυνατόν να διατηρηθεί η ταχύτητα με την οποία είχε διευρυνθεί η παγκόσμια οικονομία ως τώρα.

    Η αντίληψη ότι, λόγω του εξαγωγικού της προσανατολισμού, η γερμανική οικονομία θα μείνει ανεπηρέαστη από αυτή την τάση είναι αφελής. Η μεγέθυνση της κινεζικής οικονομίας έχει ήδη επιβραδυνθεί, κάτι που σημαίνει ότι η ζήτηση από την πλευρά της Κίνας μειώνεται. Η επιδείνωση της οικονομίας των ΗΠΑ θα έχει επιπτώσεις στη γερμανική ανάκαμψη. Καθώς μάλιστα, την ίδια στιγμή, η εγχώρια ζήτηση παραμένει αδύναμη λόγω της εξέλιξης των μισθών και της ευρείας πολιτικής λιτότητας, η μείωση της μεγέθυνσης κατά τους ακόλουθους μήνες αποτελεί την πιο πιθανή εξέλιξη.

    Οι ΗΠΑ και η πρόκληση του αποπληθωρισμού

    Εδώ και μήνες, η ανεργία στις ΗΠΑ παραμένει σταθερή σε υψηλά επίπεδα. Οι ειδικοί το θεωρούν σημάδι ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας παραμένει δυσχερής. Συνεπώς, οι πιθανότητες για ανοδική πορεία της μεγαλύτερης εθνικής οικονομίας εξαφανίζονται, με το 70% της ανάπτυξης αυτής της οικονομίας να εξαρτάται από την ιδιωτική κατανάλωση. Η οικονομική κρίση έχει κοστίσει θέσεις εργασίας σε περισσότερους από 8.000.000 Αμερικανούς. Οι ειδικοί φοβούνται ότι θα χρειαστεί να περάσουν χρόνια μέχρι να δημιουργηθούν ξανά αυτές οι θέσεις εργασίας.

    Συνεπώς, η ανάπτυξη στις ΗΠΑ διαφέρει σημαντικά από αυτή της Γερμανίας και της ΕΕ. Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η οικονομική ανάκαμψη έχει επιβραδυνθεί κατά τους τελευταίους μήνες. Σε συνθήκες τόσο χαμηλού βασικού επιτοκίου (Πίνακας 1), η Ομοσπονδιακή Τράπεζα μπορεί να βασιστεί μόνο σε μη συμβατικές μεθόδους για να δώσει ώθηση στην οικονομία. Ακριβώς όπως και στην αρχή της κρίσης, θέλει τώρα να αγοράσει κρατικά ομόλογα από το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Για να συμβεί αυτό απαιτείται να χρησιμοποιησει χρήματα από ένα τεράστιο πακέτο ομολόγων που είναι τιτλοποιημένα σε ενεργητικό συνδεμένο με κατοικίες (real estate assets), το οποίο έχει αποκτηθεί στη μάχη της ενάντια στην χρηματοπιστωτική κρίση και το οποίο ανέρχεται σε 1,25 δισ. δολλάρια. Αυτή η ανακοίνωση από την πλευρά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας μπορεί επίσης να γίνει κατανοητή ως σήμα ότι δεν θα υπάρξει προσφυγή σε στρατηγικές εξόδου από τη νεοφιλελεύθερη νομισματική πολιτική, όπως συζητήθηκε μόλις μερικές βδομάδες νωρίτερα.

    Προφανώς, οι ΗΠΑ βρίσκονται ακόμη σε δομική κρίση. Η μαζική ανεργία και η χαμηλή οικονομική μεγέθυνση, σε συνδυασμό με το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα και το πιεστικό δημόσιο χρέος, θα είναι πιθανώς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικονομίας των ΗΠΑ κατά τα επόμενα χρόνια. Πολλά νοικοκυριά, καθώς επίσης και επιχειρήσεις και δημόσιοι οργανισμοί αποπληρώνουν ακόμα τα χρέη που είχαν σωρεύσει κατά την περίοδο της «αλόγιστης αφθονίας» των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αυτό ισχύει κυρίως για τον κλάδο της αγοράς γης (real estate). Μετά τη λήξη των μέτρων ανακούφισης, όπως της φορολογικής ελάφρυνσης των αγοραστών κατοικίας, οι αδυναμίες αυτού του τμήματος της αγοράς είναι απολύτως εμφανείς. Ακόμα και τώρα ελλοχεύει η απειλή της πίεσης στις τιμές. Η Fannie Mae και ο Freddie Mac είναι αυτοί που συγκρατούν ως τώρα τον κλάδο. Και οι δύο επιχειρήσεις μαζί έχουν αγοράσει ή είναι εγγυήτριες για το 90% των στεγαστικών δανείων που παρέχονται ως τώρα. Συνολικά, η κρατική επιδότηση της αγοράς στεγαστικών δανείων ανέρχεται στα 5.000 δισ. δολάρια.

    Σε σχέση με την τρέχουσα τάση της ανάπτυξης, οι ειδικοί στις ΗΠΑ ανησυχούν αρκετά για τον κίνδυνο μετάβασης σε διαδικασία αποπληθωρισμού: Βρισκόμαστε πιο κοντά από κάθε άλλη στιγμή στην Ιστορία σε μια μόνιμη κρίση, όπως στην Ιαπωνία. Γι’ αυτό, η προσπάθεια καταπολέμησης του αποπληθωρισμού κυριαρχεί στην πολιτική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Η πολιτική της Τράπεζας και της κυβέρνησης δεν εστιάζεται πλέον στους πιθανούς κινδύνους του πληθωρισμού, οι οποίοι μετά βίας υφίστανται, αλλά αντίθετα στο δυνητικό κίνδυνο η οικονομία να εισέλθει σε μια φάση που τόσο οι μισθοί όσο και οι τιμές θα μειώνονται. Αφού τα βασικά επιτόκια βρίσκονται οριακά πάνω από το μηδέν, καθιστώντας αδύνατη την περαιτέρω μείωση, έχει ξεκινήσει μια συζήτηση εδώ και αρκετό καιρό σχετικά με τη διοχέτευση νέων πόρων στην οικονομία μέσω της διάθεσης των κεφαλαίων των συνταξιοδοτικών ταμείων.

    Η διαρθρωτική κατάσταση της οικονομίας των ΗΠΑ παραμένει κομβικό ζήτημα. Είναι σαφές ότι η διαδικασία αποβιομηχάνισης των ΗΠΑ έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια, παρ’ όλο που μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάστασή της εξαρτάται από τη ρευστότητα που της παρέχει συνεχώς η Κίνα. Οι σχετικά μη εξελιγμένοι κλάδοι μεταφέρονται στην Ασία, χωρίς οι απώλειες που προκαλούνται από αυτη τη διαδικασία να αναπληρώνονται. Και όλα αυτά συμβαίνουν παρά την τεχνολογική ισχύ των ΗΠΑ. Τα εισοδήματα παραμένουν στάσιμα, η κατάσταση της μεσαίας τάξης επιδεινώνεται και η ανεργία κάνει αισθητή την παρουσία της. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα το οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι πολιτικοί.

    Οι ΗΠΑ είδαν την παραγωγική τους βάση να μειώνεται και στην προσπάθειά τους να αναπληρώσουν τις χαμένες ευκαιρίες για κέρδη μέσω του χρηματοπιστωτικού τομέα οδηγηθήκαμε στην κρίση του 2007-2008. Η λύση πιθανόν να εντοπίζεται σε ένα νέο κύμα επενδύσεων, από τη μία προσανατολισμένο στις υποδομές και από την άλλη στην οικολογική τεχνολογία. Τα πρόσφατα μέτρα της κυβέρνησης Ομπάμα –ένα πρόγραμμα που προωθεί τις επενδύσεις σε υποδομές και μειώνει τη φορολογία στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις– κινούνται στη σωστή κατεύθυνση αλλά η χρηματοδότηση δεν είναι επαρκής.

    Στις τάξεις των αμερικανών οικονομολόγων, η πλειονότητα παραμένει σκεπτική σε σχέση με τις πρόσφατες τάσεις. Ο βραβευμένος με Νόμπελ Πολ Κρούγκμαν σοκάρει τις ελίτ με τη θέση του ότι οι ΗΠΑ εισέρχονται στην τρίτη φάση της Μεγάλης Ύφεσης, δηλώνοντας ότι «η οικονομία βρίσκεται ακόμη στη σφαίρα έλξης της Μεγάλης Ύφεσης». Ο πρώην υπουργός Εργασίας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Ράιχ, επισημαίνει πως «μέχρι τώρα όλες οι προσπάθεις να μας βγάλουν από την ύφεση έχουν αποτύχει». Στις ΗΠΑ, η ελπίδα για ώθηση της οικονομικής δραστηριότητας έχει αρχίσει να εξανεμίζεται ενώ οι ανησυχίες για την οικονομία αυξάνονται. Κατά το δεύτερο τρίμηνο, το ΑΕΠ αυξανόταν μόλις κατά 1,6% με το ποσοστό της ανεργίας να σκαρφαλώνει στο ιστορικά υψηλό 9,6%.

    Η ανάκαμψη της Ιαπωνίας σταμάτησε

    Στην Ασία, η ανοδική πορεία της ιαπωνικής οικονομίας σταματάει. Η μεγέθυνση της δεύτερης στον κόσμο μεγαλύτερης εθνικής οικονομίας έχει σαφώς μειωθεί κατά το δεύτερο τρίμηνο. Σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε μόνο κατά 0,1% στο διάστημα Απριλίου-Ιουνίου. Έτσι, η χώρα παρουσιάζει τον πιο ισχνό ρυθμό μεγέθυνσης ανάμεσα στις έξι ηγετικές οικονομίες στον κόσμο. Οι ειδικοί έχουν προβλέψει μεγέθυνση της τάξης του 2,3% σε σχέση με την περσινή αντίστοιχη περίοδο, τη στιγμή που η μεγέθυνση του πρώτου τριμήνου σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό ήταν 4,4%.

    Οι αιτίες της οικονομικής δυσπραγίας της Ιαπωνίας εντοπίζονται στη μείωση των εξαγωγών αλλά και στη διαρκή μείωση της εγχώριας κατανάλωσης. Σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2010, οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν κατά 3,4%, ενώ οι δαπάνες των νοικοκυριών παρέμειναν στάσιμες. Οι επενδύσεις των επιχειρήσεων αυξήθηκαν μόλις κατά 0,5%.

    Η διαρκής ανατίμηση του γεν σε σχέση με το δολάριο και το ευρώ αναμένεται ότι θα αποτελέσει εμπόδιο στην οικονομική ανάκαμψη της Ιαπωνίας και στο δεύτερο μισό του έτους. Οι εξαγωγές θα παραμείνουν σταθερές λόγω της δυναμικής ανόδου της οικονομικής δρατηριότητας στην Ασία, αλλά εξαιτίας της ανατίμησης της αξίας του γεν οι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν θα εξακολουθήσουν να παραμένουν οι ίδιοι, το οποίο με τη σειρά του αποδυναμώνει τις προσδοκίες των επιχειρήσεων για πωλήσεις και κέρδη.

    Σε πρώτη ματιά, η παρούσα εικόνα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ιαπωνία φαίνεται παράλογη. Από τη μία πλευρά, η χώρα εμφανίζει υψηλό χρέος, ενώ από την άλλη οι επενδυτές βρίσκουν καταφύγιο στο γεν και στην αγορά ιαπωνικών κρατικών ομολόγων, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που προκλήθηκε μείωση του επιτοκίου του δεκαετούς ομολόγου κάτω από το 1%.

    Λόγω της τάσης του ιαπωνικού πληθυσμού για αποταμίευση, έχουν συγκεντρωθεί 1.400.000 δισ. γεν. Σε σχέση με την αποταμίευση, λοιπόν, οι Ιάπωνες είναι παγκόσμιοι πρωταθλητές, αν και πρέπει να σημειωθεί πως έχουν χάσει πλέον τον τίτλο αυτό από τους Κινέζους όταν μιλάμε για ανώτατα όρια αποταμιεύσεων. Και οι επιχειρήσεις, όμως, δεν υπολείπονται των ιδιωτών σε σχέση με αυτό, αλλά ούτε και το Δημόσιο μπορεί να κατηγορηθεί για μειωμένη αποταμίευση. Ο πρώην πρωθυπουργός Κοϊζούμι μείωσε δραστικά τις δαπάνες για δημόσια έργα και οι τοπικές κυβερνήσεις μείωσαν τους μισθούς των στελεχών τους. Η νέα κυβέρνηση των Δημοκρατικών οργανώνει δημόσιες συζητήσεις σε σχέση με την αποταμίευση με σκοπό να περικόψει τα έργα διάφορων υπουργείων. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση θέλει να παγώσει τον προϋπολογισμό του 2011 και τα νέα χρέη να περιοριστούν στα σημερινά επίπεδα, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα, που σήμερα ανέρχεται στο 9% του ΑΕΠ, μέχρι το 2015 να έχει μειωθεί, στο μισό.

    Είναι βέβαιο ότι πολιτική πλειοψηφία υπέρ μιας πιο αυστηρής κατεύθυνσης θα μπορούσε εύκολα να βρεθεί. Όμως –και εδώ επιλύεται το παράδοξο που επισημάνθηκε παραπάνω– η αποταμίευση από μόνη της δεν θα μπορούσε να βοηθήσει. Η Ιαπωνία πρέπει να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα, τα οποία μειώθηκαν κατά 37% την περίοδο 1990-2009. Ο φόρος στις πωλήσεις, για παράδειγμα, ανέρχεται στο 5% και δεν έχει αυξηθεί από το 1998, παρά την έκρηξη του χρέους και των ασφαλιστικών δαπανών.

    Στην αρχή του φθινοπώρου του 2010, η Τράπεζα της Ιαπωνίας αφήνει το βασικό επιτόκιο στο πολύ χαμηλό 0,1%, την ίδια στιγμή που επεκτείνεται πιστωτικά κατά 10 τρισ. γεν (140 δισ. ευρώ). Οι επιχειρηματικές τράπεζες είναι ικανές να παρέχουν αυτό το ποσό μέσα σε 6 μήνες, καταθέτοντας τίτλους, επιπρόσθετα στα ήδη διαθέσιμα 20 δισ. γεν (12 εκατ. ευρώ). Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση διακηρύττει την ετοιμότητά της να αυξήσει τα μέτρα ανακούφισης που λήγουν, στο επίπεδο των 920 δισ. γεν (13 δισ. ευρώ). Σε αυτά περιλαμβάνονται επιδοτήσεις για κατασκευή οικολογικών έργων, φθηνότερα δάνεια για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και επιδόματα για αποφοίτους πανεπιστημίων που αναζητούν εργασία. Από κοινού με την δημοσιονομική «ένεση» –αν υπάρχει εν τέλει κάτι τέτοιο– η οικονομία ωθείται κατά 0,1 % του ΑΕΠ.

    Αυτή η αποπληθωριστική πίεση μπορεί να παρατηρηθεί σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες. Οι πρόσφατες κρίσεις που επηρέασαν την αγορά γης, τις αγορές συναλλάγματος και τις τράπεζες, όλες έχουν κοινή ρίζα: το υπερβολικά υψηλό χρέος. Η αποπληθωριστική πίεση παραμένει και επιβραδύνει τον οικονομικό κύκλο.

    Τι μπορεί να γίνει για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση; Ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να μειώσει τα χρέη του και τόσο η κυβέρνηση όσο και η Κεντρική Τράπεζα πρεπει να ακολουθήσουν πολιτικές που θα δίνουν ώθηση στην οικονομία. Αυτή η διαδικασία θα διαρκέσει χρόνια και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την κατάληξη. Σε αυτή την περίοδο, ένα συστημικό κραχ όπως αυτό της δεκαετίας του 1930 δεν θεωρείται πιθανόν, τουλάχιστον όχι για την Ιαπωνία. Αντίθετα, αυτό που μπορούμε να αναμένουμε είναι μια απότομη «βουτιά» της οικονομίας, κάτι που θα συνιστά απόκλιση από το συνηθισμένο οικονομικό κύκλο. Στην περίοδο του αποπληθωρισμού, η Ιαπωνία έπρεπε να διαγράψει χρέη περίπου τρεις φορές μεγαλύτερα από το ΑΕΠ της, λόγω του κραχ περιουσιακών στοιχείων, που σχετίζονταν με ομόλογα και αγορά γης. Στις ΗΠΑ, οι απώλειες ήταν ίσες με το ύψος του ΑΕΠ και στην Ευρώπη οι απώλειες διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Η Γερμανία, για παράδειγμα, τη γλύτωσε με λίγες ζημιές σχετικά.

    Στο εγγύς μέλλον, δεν θα ξαναγίνουμε μάρτυρες μιας τέτοιας απώλειας αξίας περιουσιακών στοιχείων, όπως αυτή της Ιαπωνίας, σε οποιοδήποτε καπιταλιστικό κέντρο, αλλά βλέπουμε ότι θα ακολουθηθεί  παρόμοια πορεία, δηλαδή χωρίς αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη. Η αποπληθωριστική διαδικασία θα κυριαρχήσει και το ίδιο ισχύει για την απότομη «βουτιά» της οικονομικής δραστηριότητας και μια αργή εμβάθυνση του κοινωνικού ρήγματος.

    Για να το κάνουμε πιο σαφές: Προς το παρόν, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ είναι πιο κοντά σε έναν αποπληθωρισμό της μορφής που αυτός έλαβε στην Ιαπωνία, με οικονομική στασιμότητα και πτωτική τάση τιμών. Είναι προφανές ότι τα πιο κλασικά συμπτωματα του αποπληθωρισμού παρατηρούνται ήδη στις ΗΠΑ: συνεχής μείωση του υψηλού χρέους στον ιδιωτικό τομέα, διστακτική ζήτηση από την πλευρά των καταναλωτών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν μείωση στις αξίες των περιουσιακών στοιχείων, χαμηλή χρησιμοποίηση της δυναμικότητας των επιχειρήσεων λόγω του γεγονότος ότι οι τράπεζες δανείζουν μόνο σε ασφαλείς πελάτες και χαμηλή ποσότητα κυκλοφορούντος χρήματος, παρά τις μαζικές τονωτικές ενέσεις στην οικονομία. Η εικόνα ολοκληρώνεται με περιπτώσεις μείωσης μισθών στον δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα στις ΗΠΑ και τις προσπάθειες της Ευρώπης για μείωση του δημόσιου χρέους.

    Προοπτικές

    Υπό το βάρος της στασιμότητας στις ΗΠΑ και των συνεχιζόμενων κινδύνων στην αγορά εργασίας, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αναβάλλει τη διακοπή της πολιτικής της ενάντια στην κρίση. Εδώ και 18 μήνες, τα επιτόκια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας στην πραγματικότητα τείνουν στο μηδέν. Προσωρινά, η κρίση μπορεί να αμβλυνθεί μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής, π.χ. της ρευστότητας που δημιουργείται από τις τράπεζες που εκδίδουν τίτλους (note-issuing banks) και της τόνωσης της επενδυτικής δραστηριότητας μέσω των χαμηλών επιτοκίων. Όμως, εάν αυτό έχει μόνο οριακά αποτελέσματα, τότε οι τράπεζες που εκδίδουν τίτλους και οι πολιτικοί θεσμοί πρέπει να καταφύγουν σε πιο επιθετικά μέσα για να αντιμετωπίσουν την κρίση. Επιπλέον, η ΕΚΤ και η Ιαπωνική Κεντρική Τράπεζα έχουν αναβάλει και αυτές την έξοδο από τις πολιτικές ενάντια στην κρίση. Μέσω της επεκτατικής πολιτικής έκδοσης νέου χρήματος είναι δυνατόν να αποτραπούν η αποδόμηση του πυρήνα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και η διολίσθηση της πραγματικής οικονομίας σε μια απότομη σπειροειδή κάθοδο, όμως αποτελεί πρόβλημα ότι δεν έχουν αντιμετωπιστεί η υπερβάλλουσα δυναμικότητα και τα σωρευμένα δάνεια.

    Θα περάσουν χρόνια για να διορθωθούν οι ανισορροπίες στη διανομή και τις παγκόσμιες οικονομικές δομές. Σε αυτό το περιβάλλον, είναι αφελές να αναμένεται μια διατηρήσιμη άνοδος της γερμανικής οικονομικής δραστηριότητας. Πιο πιθανό είναι η ταχύτητα της μεγέθυνσης να μειωθεί και το εύρος της να καθοριστεί από τις παγκόσμιες τάσεις οικονομικής ανάπτυξης. Το διαζύγιο της γερμανικής οικονομίας από την ανάπτυξη στις υπόλοιπες καπιταλιστικές μητροπόλεις είναι μάλλον απίθανο, λαμβάνοντας υπόψη τις υπάρχουσες αδυναμίες της εγχώριας οικονομίας.

    Τόσο η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ όσο και η ΕΚΤ έχουν διοχετεύσει εκατοντάδες δισ. για να εξασφαλίσουν ρευστότητα στις αγορές. Σχεδόν κάθε δυτική κυβέρνηση έχει προσπαθήσει να δώσει ώθηση στην οικονομία της μέσω προγραμμάτων ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας. Στις ΗΠΑ, τόσο οι δημοσιονομικές όσο και οι νομισματικές επεκτατικές πολιτικές έχουν αποδειχθεί μάταιες. Μέσω αυτών επιτεύχθηκε μεν η αποφυγή ολοκληρωτικής καταστροφής, αλλά δεν εξασφαλίστηκε διατηρήσιμη μεγέθυνση. Αυτή τη στιγμή γινόμαστε μάρτυρες της αδυναμίας βοήθειας από την πλευρά των τραπεζών που εκδίδουν τίτλους. Η Fed έχει επεκτείνει τα περιουσιακά της στοιχεία κατά 1.500 δισ. δολάρια, διατηρώντας τα βασικά της επιτόκια κοντά στο μηδέν. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η ανεργία παραμένει περίπου στο 20% εάν συνυπολογιστούν οι ανεπίσημα άνεργοι.

    Ο πυρήνας του προβλήματος εντοπίζεται στο γεγονός ότι η κατεύθυνση των ροών των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων είναι εσφαλμένη: Οι επιχειρηματικές τράπεζες σωρεύουν χρηματικά κεφάλαια αντί να τα διοχετεύουν στην αγορά με τη μορφή δανεισμού. Από τον Οκτώβριο του 2008 έχουν αυξήσει τα χρηματικά τους αποθέματα από σχεδόν μηδενικό επίπεδο στα 1000 δισ. δολάρια. Τα νοικοκυριά είναι ανασφαλή και ως συνέπεια έχουν αυξήσει τις αποταμιεύσεις τους κοντά στο 6% από σχεδόν μηδενικό επίπεδο. Οι επιχειρήσεις επίσης διστάζουν να επενδύσουν επειδή υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα σε ολόκληρο το σύστημα.

    Ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Μπεν Μπερνάνκι, έχει δηλώσει με σαφήνεια ότι οι τράπεζες που εκδίδουν τίτλους δεν μπορούν να διορθώσουν την κατάσταση από μόνες τους. Ο Μπερνάνκι γνωρίζει ότι πρέπει να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να αποφύγουν οι ΗΠΑ μια χαμένη δεκαετία όπως αυτή της Ιαπωνίας.

    Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έχει αναλάβει υψηλούς κινδύνους προκειμένου να ενδυναμώσει την ανάκαμψη. Τα συνολικά περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας ανέρχοντα στα 2.300 δισ. δολάρια, επίπεδο που είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του 2008. Σχεδόν το μισό ποσό αφορά ομόλογα που συνδέονται με στεγαστικά δάνεια, τα οποία βρίσκονταν στο επίκεντρο της χρηματοπιστωτικής κρίσης εξαιτίας της υψηλής τους επικινδυνότητας. Έτσι, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα έχει στην κατοχή της επισφαλή προϊόντα που ανέρχονται σε δισ. Παρά αυτή την κατάσταση, ο ρυθμός μεγέθυνσης μειώθηκε στο 1,6% κατά το δεύτερο τρίμηνο.

    Τουλάχιστον στην Ευρώπη, λαμβανοντας υπόψη την ισχύ της γερμανικής οικονομίας, ένα αποτελεσματικό βήμα ενάντια στη χρόνια αποπληθωριστική τάση θα αποτελούσε η αλλαγή κατεύθυνσης στην πολιτική διανομής, ειδικότερα όσον αφορά τους μισθούς. Ο Χάινερ Φλάσμπεκ αποδεικνύεται σωστός όταν, ήδη από το 2003, έλεγε: «Γιατί είναι ο αποπληθωρισμός μια τόσο σοβαρή ασθένεια; Η τυπική απάντηση είναι: Η δημοσιονομική πολιτική δεν έχει καμία επίπτωση στον αποπληθωρισμό επειδή δεν είναι δυνατόν να μειωθούν τα επιτόκια κάτω από το μηδέν. Όλοι μιλάνε για τις περιορισμένες δυνατότητες της δημοσιονομικής πολιτικής να δώσει ώθηση στην οικονομία επειδή οι ιδιώτες είναι πολύ επιφυλακτικοί (...) Ο αποπληθωρισμός είναι πάντοτε η συνέπεια της προσπάθειας να ζήσουν κάποιοι κάτω από τις δυνατότητές τους. Από τη στιγμή που τα σχετικά κόστη μειώνονται, οι επιχειρήσεις πρέπει να μειώσουν τις τιμές τους (...) Ο αποπληθωρισμός είναι επικίνδυνος επειδή αποτελεί τη λογική συνέπεια των ενισχυόμενων τάσεων στην κοινωνία για αποχή από την κατανάλωση. Όλοι προειδοποιούν για την απειλή του πληθωρισμού, αλλά ελάχιστοι αναφέρονται στον αποπληθωρισμό ως απειλή. Αυτοί που θέλουν να αποφύγουν μια κατάσταση ανάλογη με αυτή της Ιαπωνίας ή μια ύφεση που θα προκληθεί από τον αποπληθωρισμό, όπως αυτή του 1929 και των χρόνων που ακολούθησαν, πρέπει να αποφύγουν να μειώσουν το κόστος εργασίας. Αυτοί που επιθυμούν να μειώσουν το μη μισθολογικό κόστος των επιδομάτων πρέπει να αυξήσουν τους μισθούς αντίστοιχα για να αποφευχθεί η μετατροπή της μείωσης του κόστους σε μια δυσάρεστη μορφή αποπληθωρισμού». (Financial Times, γερμανική έκδοση, 23 Ιουνίου 2003.)

    Παρ’ όλο που η εντυπωσιακή ανάκαμψη του οικονομικού κύκλου κατά τους τελευταίους μήνες φαίνεται να προτείνει διαφορετικά συμπεράσματα, η μεγάλη κρίση του 21ου αιώνα δεν έχει ακόμα παρέλθει. Εξαιτίας της διακοπής της μείωσης της αξίας των δανείων μέσω των δημόσιων δανείων και λόγω της νέας μεγάλης αύξησης του χρέους στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, απειλούμαστε από μαζικό αποπληθωρισμό στα επόμενα χρόνια και όχι από πληθωρισμό όπως συχνά αναφέρεται. Σε πολλές επιχειρήσεις εξακολουθεί να υφίσταται ανάγκη για μείωση των τιμών.

    Ο συνδυασμός χαμηλών επιτοκίων και απορυθμισμένων κανόνων στην πιστωτική αγορά, η ανάπτυξη εξωτικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων και η δημιουργία παγκόσμιας αγοράς για δομημένα ομόλογα οδήγησε στη δημιουργία μιας τεράστιας χρηματοπιστωτικής φούσκας. Αφότου έσκασαν οι φούσκες της αγοράς γης και των στεγαστικών δανείων, το αποτέλεσμα ήταν μια αλυσιδωτή αντίδραση, με τις τιμές των κατοικιών να μειώνονται απότομα, κάτι το οποίο με τη σειρά του βύθισε τη χώρα σε μεγαλύτερη ύφεση. Από τη στιγμή που σε μερικές χώρες η κατανάλωση έχει κατά τις τελευταίες δεκαετίες συνεισφέρει σχεδόν το 80% του ρυθμού μεγέθυνσης, οι επενδύσεις και οι δημόσιες δαπάνες οφείλουν να λάβουν μεγαλύτερο μερίδιο συμμετοχής στην οικονομική δραστηριότητα. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να μειωθεί η αξία των απαιτήσεων και να γίνει εκκαθάριση της πλεονάζουσας δυναμικότητας.

    Το βασικό πρόβλημα είναι ότι έχουν σωρευτεί μεγάλα ποσά χρεών ως συνέπεια κερδοσκοπίας. Οι χρηματιστές αγόρασαν περιουσικά στοιχεία με την προοπτική να τα πουλήσουν σε υψηλότερες τιμές στη συνέχεια, αλλά αυτό απαιτούσε και άλλα δάνεια. Όμως, το γεγονός ότι το κέρδος δεν προέκυπτε από την παραγωγή αγαθών, αλλά από την κερδοσκοπία πάνω στις αυξήσεις των τιμών απεδείχθη κεντρικής σημασίας για της αμερικανική οικονομία. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι ακόμη βρισκόμαστε στη μέση της μεγαλύτερης χρηματοπιστωτικής φούσκας όλων των εποχών, η οποία σταθεροποιήθηκε μέσω της κοινωνικοποίησης των ζημιών. Αιτία αυτής της εξέλιξης αποτελεί ο ανεξέλεγκτος χαρακτήρας του χρηματοπιστωτικού τομέα.

    Μόλις σταματήσει η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων και των «τονωτικών ενέσεων», η διαδικασία διαγραφής χρεών, που έχει προσωρινά διακοπεί, θα οδηγήσει σε μια συρρικνούμενη οικονομία, ιδιαίτερα σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, που χαρακτηρίζονται από υψηλούς λόγους χρέους προς το ΑΕΠ. Ακόμη κι αν οι εθνικές στρατηγικές ενδυνάμωσης της οικονομίας επιμηκύνονταν ή ανανεώνονταν, δεν θα ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα επαρκούσαν για να εξουδετερώσουν τις υφεσιακές επιπτώσεις. Επομένως, μια εξέλιξη αντίστοιχη με αυτή της Ιαπωνίας είναι απειλητική και θα πάρει αρκετό καιρό μέχρι να γίνει η παραδοχή από την κοινή γνώμη και τους πολιτικούς ότι οι συνταγές που ακολουθήθηκαν ήταν αναποτελεσματικές.Μόνο τότε είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα και οι ανισορροπίες των τελευταίων 20 χρόνων.

    Το πολιτικό μας πρόβλημα είναι το εξής: Στην ομιλία του με αφορμή την ανάληψη των καθηκόντων του ως Προέδρου των ΗΠΑ, ο Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ, το 1933, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της μεγάλης ύφεσης, διακήρυξε: «Οι δανειστές ως μόνη λύση στην κρίση χρέους προτείνουν ακόμα περισσότερα χρέη». Η σημερινή πολιτική ελίτ προσεγγίζει το ζήτημα ακόμα πιο ακραία από τις λύσεις που επέκρινε ο Ρούζβελτ.

    Και επειδή δεν έχει σημειωθεί καμία πρόοδος σε σχέση με αυτό το ερώτημα, ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η άνοδος των ακροδεξιών και λαϊκιστικών κομμάτων και κινημάτων, με τις μετωπικές επιθέσεις τους στο πολιτικό σύστημα, τους πολιτικούς εν γένει, και τις ρατσιστικές στρατηγικές τους για εξοβελισμό των μεταναστών και όσων δικαιούνται κοινωνική πρόνοια. Αυτή η στρατηγική προσπαθεί να ελκύσει ευρέα τμήματα του πληθυσμού, ενώ την ίδια στιγμή εντείνεται η πάλη για δικαιότερη διανομή του εισοδήματος και ενάντια στη μαζική επισφάλεια της μισθωτής εργασίας

      

    Μετάφραση: Γαβριήλ Σακελλαρίδης



Related articles