• Η εργασία στο επίκεντρο

  • 17 Jun 11 Posted under: Transformative Strategies
  • Συνέντευξη με τον Μιγκέλ Πόρτας, ευρωβουλευτή του πορτογαλικού Μπλόκο της Αριστεράς (Bloco de Esquerda), σχετικά με την έκθεση της ευρωβουλευτού Περβάνς Μπερές για τη χρηματοπιστωτική, οικονομική και κοινωνική κρίση.

     

    Τι πιστεύει η Ομάδα της Eυρωπαϊκής Eνωτικής Aριστεράς/Αριστεράς των Πράσινων των Βορείων Χωρών (GUE/NGL Group) για την έκθεση της Περβάνς Μπερές σχετικά με τη χρηματοπιστωτική, οικονομική και κοινωνική κρίση, και ειδικά για την ανάλυση των αιτίων της; Ποιες προκλήσεις θέτει η έκθεση αυτή;

     

    Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με δύο εκθέσεις Μπερές: Η πρώτη αναφερόταν στις αναλύσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων και οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από πλήθος απόψεων και απουσία κυρίαρχης, ορθόδοξης θέσης. Η ευθύνη του χρηματιστικού καπιταλισμού και της πολιτικής εξουσίας για την κρίση εκφράστηκε από όλα τα μέρη. Η πρώτη αυτή εκδοχή διαφέρει αρκετά από τη δεύτερη, η οποία διαμορφώθηκε στο εσωτερικό της δεξιάς πτέρυγας και έτσι παρέβλεψε τη συστημική αλυσίδα ευθύνης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, καθώς και το ρόλο των πολιτικών δυνάμεων.

     

    Τι πιστεύετε για τις προτάσεις που γίνονται σε αυτή την έκθεση, ιδιαίτερα για την ανάγκη ενίσχυσης των δυνατοτήτων της ΕΕ μέσω της χρησιμοποίησης ενός πραγματικού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού βασισμένου στις δικές της οικονομικές δυνάμεις; Θα βοηθούσε αυτό στην πρόληψη ή διαχείριση κρίσεων στο μέλλον; ΠοιεςείναιοιπροτάσειςτηςδικήςσαςΟμάδας;

     

    Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής διάστασης δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Αν η ενίσχυση είναι ενδοκυβερνητική, θα προκύψουν δημοκρατικά ελλείμματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Αν ενίσχυση σημαίνει τη διεθνή επιβολή εθνικών προγραμμάτων λιτότητας, η οποία μειώνει την παγκόσμια ζήτηση και εξωθεί εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία και τη φτώχεια –όπως γίνεται σήμερα–, τότε αυτός ο «πολιτικός ευρωπαϊσμός» δεν μας ενδιαφέρει. Με αυτή την έννοια, η πρώτη εκδοχή της έκθεσης ήταν αντιφατική. Από τη μία, περιλάμβανε προτάσεις για την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, ο δημοκρατικός χαρακτήρας των οποίων ήταν αμφιλεγόμενος. Από την άλλη, οι προτάσεις για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία, και συγκεκριμένα αυτές που αναφέρονταν στην ενίσχυση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, οι πόροι για τον οποίο θα μπορούσαν να προέλθουν από μια δημοσιονομική πολιτική με στόχο τον περιορισμό του χρηματιστικού καπιταλισμού, ήταν καλές. Στόχος της έκθεσης αυτής παρέμενε η προτεραιότητα ενδυνάμωσης της οικονομίας και της απασχόλησης σε σχέση με τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Δυστυχώς, οι διαπραγματεύσεις με τη Δεξιά, που έγιναν στο πλαίσιο υιοθέτησης μιας δεύτερης εκδοχής της έκθεσης, κατέληξαν σε σημαντικές υποχωρήσεις σε πολλά ζητήματα. Ακόμα και όταν με την τελική μορφή της έκθεσης υποστηρίχθηκε η επιβολή φόρου στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, αυτό έγινε με σκοπό την ενίσχυση των συμφερόντων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Για την Αριστερά, ο φόρος αυτός είχε πάντα στόχο να λειτουργήσει υπέρ της διεθνούς αναδιανομής. Στην δεύτερη εκδοχή της έκθεσης, η διάσταση αυτή γίνεται συμπληρωματική. Μια τέτοια ερμηνεία του Φόρου Τόμπιν λέγεται ότι θα προστατεύσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και θα μειώσει τα κρατικά ελλείμματα. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί και μέσω των φορολογικών παραδείσων. Στην περίπτωση αυτή, οι προτάσεις είναι ακόμα πιο περιορισμένες από εκείνες που εγκρίθηκαν φέτος από το Ευρωκοινοβούλιο.

     

    Αυτό το δημοκρατικό έλλειμμα δεν αποτελεί ένα από τα προβλήματα; Πώς οραματίζεστε τη δημοκρατία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τη σχέση μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωκοινοβουλίου, ιδιαίτερα σε σχέση με την πολιτική προϋπολογισμού;

     

    Η άποψη της Αριστεράς σε αυτό το σημείο δεν είναι ενιαία. Όλοι συμφωνούμε ότι οι εθνικοί προϋπολογισμοί πρέπει να διαμορφώνονται από τα εθνικά κοινοβούλια και απορρίπτουμε κάθε έννοια καταστρατήγησης της δημοκρατίας από το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Στην πραγματικότητα, αυτό ακριβώς είδαμε να συμβαίνει με τις τελευταίες αποφάσεις του Συμβουλίου. Αυτό που προωθείται δεν είναι απλώς μια προέγκριση των σχεδίων προϋπολογισμού, αλλά η διαμόρφωση των προϋπολογισμών και της πολιτικής των πιο αδύναμων χωρών από τις πιο ισχυρές. Σε μια Ευρώπη κυβερνήσεων, κάποιες είναι πιο «ίσες» από κάποιες άλλες. Η κ. Μέρκελ θα εκφράζει πάντα τη γνώμη της για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει η Αθήνα. Το αντίθετο όμως δεν θα συμβαίνει. Δεν πιστεύω ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις μπορούν να πουν στη Γερμανία να αυξήσει τους μισθούς και όχι μόνο τις εξαγωγές, ότι η εσωτερική αγορά πρέπει να βοηθάει την ανασυγκρότηση των εθνικών οικονομιών.

     

    Ως οικονομολόγος ξέρω ότι το ενιαίο νόμισμα χρειάζεται συντονισμό των κρατικών πολιτικών. Ωστόσο, αυτό δεν είναι το κυριότερο πρόβλημα του ευρώ. Η τραγωδία του ευρώ είναι ότι το νόμισμα αυτό δεν καλύπτεται από έναν ευρωπαϊκό προϋπολογισμό που να μπορεί να αποκαταστήσει τις αποκλίσεις των εμπορικών ισοζυγίων μεταξύ των χωρών. Κατόπιν τούτου, πιστεύω ότι θα ήταν αποδεκτό να τεθούν εθνικοί στόχοι, πολλοί από τους οποίους να είναι δεσμευτικοί. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί το έλλειμμα πρέπει να είναι οπωσδήποτε μικρότερο του 3% ή γιατί το χρέος δεν πρέπει να ξεπερνά το 60% του ΑΕΠ. Ο συντονισμός θα μπορούσε να γίνει με τέτοιον τρόπο ώστε οι επενδύσεις και τα κοινωνικά δικαιώματα να μην μπουν στο στόχαστρο. Σε κάθε περίπτωση, κάθε χώρα πρέπει να θέσει στόχους σε συστοιχία με τις υπόλοιπες, στόχους οι οποίοι θα διασφαλίζουν τη διαδικασία σύγκλισης.

     

    Η βασική συζήτηση ανάμεσα στα εθνικά κοινοβούλια και το Ευρωκοινοβούλιο πρέπει να αφορά τους στόχους της ευρωπαϊκής στρατηγικής. Από εκεί και πέρα, τα εθνικά κοινοβούλια θα αποφασίζουν πώς θα πετύχουν αυτούς τους στόχους. Από την άλλη πλευρά, είναι απαραίτητο να τεθούν νέοι οικονομικοί στόχοι στο πλαίσιο ενός συντονισμένου συστήματος. Αυτός είναι ο τρόπος να μπει η εργασία στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής.

     

     

    Μετάφραση: Έλενα Παπαδοπούλου


Related articles