• Μια νέα στρατηγική αντίληψη για το ΝΑΤΟ: Διασφαλίζοντας την ασφάλεια των «σύγχρονων κοινωνιών»

  • 17 Jun 11 Posted under: Πόλεμος και ειρήνη
  • Ένας από τους κύριους στόχους της 24ης Συνόδου του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα[1] είναι η υιοθέτηση μιας νέας στρατηγικής αντίληψης. Καθώς με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το 1991, αμφισβητήθηκε ο λόγος ύπαρξής του, το ΝΑΤΟ χρειάστηκε μια πρώτη «νέα στρατηγική αντίληψη» για να διασφαλίσει τη συνέχεια της Συμμαχίας. Η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας στάθηκε το πρόσχημα –ενόψει και της εξασθένισης της Ευρώπης, όπως διαφάνηκε– προκειμένου να «νομιμοποιηθεί» η διακηρυγμένη νέα λειτουργία του ΝΑΤΟ: Η διασφάλιση της σταθερότητας της νέας παγκόσμιας τάξης στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

     

    Το 1999, δηλωμένος στόχος της δεύτερης «νέας στρατηγικής αντίληψης» για το ΝΑΤΟ ήταν να «περιφρουρήσει –με πολιτικά και στρατιωτικά μέσα– την ελευθερία και την ασφάλεια της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, με άλλα λόγια, να γίνει η ένοπλη πτέρυγα των συμφερόντων της Δύσης και της οικονομίας της αγοράς. Έκτοτε, ο ρόλος του ΝΑΤΟ δεν περιορίζεται στο ιστορικό ευρωατλαντικό του πλαίσιο. Η 11η Σεπτεμβρίου έμελλε να επικυρώσει αυτή τη στρατηγική και ο πόλεμος στο Αφγανιστάν να σφραγίσει τη μετάβαση στο παγκοσμιοποιημένο ΝΑΤΟ.

     

    Ποια είναι η τρίτη «νέα στρατηγική αντίληψη» για το ΝΑΤΟ; Το Σεπτέμβριο του 2009 συγκροτήθηκε ομάδα ειδικών, με πρόεδρο τη Μαντλίν Ολμπράιτ, πρώην υπουργό Εξωτερικών του Μπιλ Κλίντον, και αντιπρόεδρο τον Βαν ντε Βερ, πρώην γενικό διευθυντή της RoyalDutchShell, προκειμένου να επεξεργαστεί αυτή τη νέα αντίληψη – μια ομάδα που απεικονίζει πλήρως το ΝΑΤΟ ως στρατιωτικό όργανο της «ατλαντιστικής» ιδεολογίας και προστάτη των οικονομικών συμφερόντων των πολυεθνικών. Η ομάδα αυτή επεξεργάστηκε την έκθεση «ΝΑΤΟ 2020: Διασφάλιση της ασφάλειας, δυναμική εμπλοκή», η οποία διατυπώνει με ακρίβεια το στρατηγικό προσανατολισμό του Βορειοατλαντικού Συμφώνου για τα επόμενα δέκα χρόνια.

     

    Σε ποιες απειλές δίνεται προτεραιότητα; Τρομοκρατία, πειρατεία και διάδοση των πυρηνικών, ως είθισται, αλλά πλέον αναγνωρίζονται και άλλες προτεραιότητες: Η ανάγκη άμυνας απέναντι στον κίνδυνο κυβερνοεπιθέσεων, που θα μπορούσαν να παραλύσουν μια ολόκληρη χώρα (και αφού η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, το ΝΑΤΟ διεξάγει προληπτικό διαδικτυακό πόλεμο), και η ασφάλεια των αγωγών ή της ναυσιπλοΐας. Η έκθεση αναφέρει ειδικότερα ότι «η Συμμαχία έχει συμφέρον να προστατεύει τα παγκόσμια ζωτικά δίκτυα που καθιστούν βιώσιμες τις σύγχρονες κοινωνίες». Δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερο: Ο ρόλος του Βορειοατλαντικού Συμφώνου είναι να εγγυάται την ασφάλεια των ενεργειακών αποθεμάτων για λιγότερο από το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού.

     

    Η έκθεση δηλώνει ότι η φτώχεια, η πείνα, το νερό, τα μεταναστευτικά ρεύματα και η κλιματική αλλαγή πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη – όχι επειδή είναι απειλές και πληγές που πρέπει να εκριζωθούν, αλλά διότι αποτελούν πηγές αναταραχής και κρίσης. Ως ένοπλη πτέρυγα του νεοφιλελευθερισμού, το ΝΑΤΟ οφείλει επίσης να καταστέλλει πληθυσμούς που αγωνίζονται για την επιβίωσή τους.

     

    Το ΝΑΤΟ επιφορτίζεται, επομένως, με «τρία καθήκοντα». Το πρώτο αποτελεί υπενθύμιση της βάσης για τη δημιουργία του ΝΑΤΟ το 1949: «Να υπερασπίζεται τα κράτη-μέλη του έναντι οποιασδήποτε απειλής ή επιβολής» (άρθρο 5 της Συνθήκης). Είναι προφανές ότι η νέα ισορροπία ισχύος στον κόσμο, μαζί με τις χρηματιστικές, οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις που την επηρεάζουν, απαιτεί μια νέα στρατηγική αντίληψη που δεν θα ανακαλεί απλώς τις ιδρυτικές αρχές της Συμμαχίας, με αντίστοιχες επιπτώσεις στους στόχους, τη στρατηγική και τη δομή της.

     

    Ειδικότερα, η έκθεση επιβεβαιώνει ότι το ΝΑΤΟ πρέπει «να αναπτύσσει και να διατηρεί εκστρατευτικές δυνάμεις για στρατιωτικές επιχειρήσεις και πέραν των περιοχών του Συμφώνου». Έτσι, δικαιολογείται η «δέσμευσή» του για επέμβαση ανά τον κόσμο και σαφώς οπουδήποτε απειλούνται τα συμφέροντα των «σύγχρονων κοινωνιών». Σε μια επιστολή προς το ΝΑΤΟ, η δρ Ολμπράιτ υποδεικνύει περαιτέρω ότι η εν λόγω πρόταση «πηγαίνει πιο μακριά απ’ ό,τι προβλεπόταν» στην προηγούμενη εκδοχή της «στρατηγικής αντίληψης». Η νέα κατεύθυνση του ΝΑΤΟ συμπυκνώνεται σε τρεις όψεις: παγκόσμιες αποστολές, με παγκόσμιο αντίκτυπο και παγκόσμιους εταίρους.

     

    Πρώτο στάδιο αυτής της διαδικασίας ήταν η διεύρυνση του ΝΑΤΟ στην ευρωπαϊκή ήπειρο, με την ενσωμάτωση της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Με την εισδοχή 12 νέων μελών από το 1999, το ΝΑΤΟ ουσιαστικά διπλασιάστηκε. Σήμερα, όμως, το ΝΑΤΟ μοιάζει να λειτουργεί παγκοσμίως λιγότερο μέσω της αλληλεγγύης των μελών του και περισσότερο μέσω συμπράξεων.

     

    Τι είδους συμπράξεις είναι αυτές; Μια λίστα μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε την έκταση του δικτύου που έχει οικοδομήσει το ΝΑΤΟ μέσα και έξω από την ευρωατλαντική περιοχή:

     

    -Σύμπραξη για την Ειρήνη, που συναθροίζει τις χώρες της Ευρώπης ή της πρώην ΕΣΣΔ και της Ασίας που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ και, επομένως, καλύπτει ολόκληρη την ήπειρο.

    -Σύμπραξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, που θεωρείται στρατηγικός παγκόσμιος εταίρος του ΝΑΤΟ. Η στρατηγική αντίληψη προβλέπει, στο πλαίσιο των προνοιών της Συνθήκης της Λισαβόνας, τη δημιουργία μιας αντιπροσωπείας ΝΑΤΟ - ΕΕ με αμυντικές αρμοδιότητες, σε μια «πραγματικά εκτενή συνεργασία […] που θα βασίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας και θα περιλαμβάνει ολόκληρο το φάσμα των κοινών δραστηριοτήτων του θεσμού» – με άλλα λόγια, θα υποτάσσει την αμυντική ικανότητα της Ευρώπης στις ΗΠΑ, όπου ο στρατιωτικός προϋπολογισμός αντιπροσωπεύει το 80% των συνολικών προϋπολογισμών όλων των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ. Σε ένα νεοφιλελεύθερο κόσμο, εκείνος που κατέχει το 80% του κεφαλαίου μιας εταιρείας ή ενός θεσμού κατέχει το 100% της ισχύος του.

    -Σύμπραξη με τα Ηνωμένα Έθνη, η οποία νομιμοποιεί τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ μέσα από την εκχώρηση προνομίων του ΟΗΕ που εγγράφονται στη Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών – αλλά και με την παραβίασή της, όπως στην περίπτωση του Αφγανιστάν.

    -Σύμπραξη με τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), ο οποίος παίζει σημαντικό πολιτικό ρόλο στον Καύκασο και στα Βαλκάνια μετά την αυτοδιάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

    -Σύμπραξη με τη Ρωσία, αν και οι σχέσεις είναι συχνά τεταμένες, καθώς η Μόσχα θεωρεί ότι το ΝΑΤΟ είναι ένας οργανισμός που στρέφεται εναντίον της (π.χ., στο ζήτημα της αντιπυραυλικής ασπίδας ή σε εκείνο του Καυκάσου). Η έκθεση των ειδικών αφιερώνει σημαντικό μέρος της προσοχής της στις σχέσεις με τη Ρωσία, κυρίως σημειώνοντας ότι «η Ρωσία έχει επιδείξει αυξανόμενη προθυμία να υποστηρίξει την από αέρος ή από ξηράς μεταφορά προμηθειών στις νατοϊκές δυνάμεις στο Αφγανιστάν».

    -Σύμπραξη με την Ουκρανία και τη Γεωργία. Η έκθεση των ειδικών υποδεικνύει ότι, παρά την αντίθεση της Ρωσίας, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ με την Ουκρανία και τη Γεωργία παραμένει πιθανή και ακόμη εξετάζεται. Ωστόσο, η ένταση στο εν λόγω ζήτημα έχει αμβλυνθεί, καθώς η νέα ουκρανική κυβέρνηση δεν πιέζει ιδιαίτερα για την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ.

     

    Πέρα από τις συμπράξεις αυτές, που εκτείνονται πέρα από τα 28 κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ καλύπτοντας το σύνολο της ευρωατλαντικής περιοχής, υπάρχουν και συμπράξεις ή adhoc συμμαχίες και εκτός της περιοχής αυτής, οι οποίες αποτελούν το δεύτερο πεδίο δράσης του, όπως:

     

    -Ο Μεσογειακός Διάλογος, που συναθροίζει τη Μαυριτανία, το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία, την Αίγυπτο, την Ιορδανία και… το Ισραήλ, χώρες που προχωρούν σε μεικτές διασκέψεις σε επίπεδο υπουργών Άμυνας, με στόχο, μεταξύ άλλων, να διασφαλιστεί η συνδυασμένη επιχειρησιακή ικανότητα των ενόπλων δυνάμεών τους.

     

    -Η Πρωτοβουλία της Κωνσταντινούπολης, με τη συμμετοχή του Μπαχρέιν, του Κατάρ, του Κουβέιτ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, με στόχους ανάλογους με του Μεσογειακού Διαλόγου.

     

    Εκτός από τα παραπάνω, το δίκτυο του ΝΑΤΟ εκτείνεται στους «επιχειρησιακούς εταίρους». Η έκθεση Ολμπράιτ τονίζει ότι 18 χώρες μη μέλη του ΝΑΤΟ παίρνουν μέρος σε επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν, ότι «η Αυστραλία, στην πραγματικότητα, συνεισφέρει περισσότερο σε στρατιώτες στο Αφγανιστάν απ’ ό,τι οι μισοί από τους νατοϊκούς συμμάχους, η Νέα Ζηλανδία επίσης έχει σημαντική συνεισφορά, η Δημοκρατία της Κορέας έχει δεσμευτεί να αναπτύξει σημαντική σε μέγεθος δύναμη…», ότι υπάρχει συνεισφορά από την Ιαπωνία, την Ινδία, την Ινδονησία και ανειλημμένες υποχρεώσεις από την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Η έκθεση υπογραμμίζει, επίσης, ότι η Κίνα συμμετέχει σε κοινές περιπολίες για την καταπολέμηση της πειρατείας στον Κόλπο του Άντεν.

     

    Αυτές οι συμπράξεις και adhoc συνεργασίες, που αποτελούν μετάβαση σε ένα πλανητικής κλίμακας ΝΑΤΟ, όπως θα επιθυμούσαν ορισμένοι, καλύπτουν εμπόλεμες ζώνες και περιοχές μείζονος αστάθειας, το δε δίκτυο θεωρείται πρώτη προτεραιότητα στην παγκόσμια στρατηγική του ΝΑΤΟ προκειμένου να διασφαλίσει στρατιωτικά την προάσπιση των ευρωατλαντικών χρηματιστικών, οικονομικών και κρατικών συμφερόντων, καθώς και συνολικά της οικονομίας της αγοράς.

     

    Το τρίτο καθήκον του ΝΑΤΟ: Στρατιωτικές επεμβάσεις προκειμένου «να διασφαλιστεί η διεθνής ασφάλεια». Σε αυτό το πλαίσιο, εκπλήσσει το γεγονός ότι η έκθεση των ειδικών δεν λαμβάνει υπόψη τις συνέπειες της αποτυχίας του πολέμου στο Αφγανιστάν. «Εάν δεν υπήρχε σήμερα το ΝΑΤΟ, οι Ταλιμπάν ενδέχεται να είχαν πάλι την κυριαρχία στο Αφγανιστάν…». Είναι συγκλονιστική η απροθυμία να αντικρύσουν την πραγματικότητα.

     

    Ωστόσο, εφόσον η αποτυχία του πολέμου είναι μια πραγματικότητα, η έκθεση εισηγείται ότι το ΝΑΤΟ στο μέλλον θα πρέπει να συνδυάζει στρατιωτικού και πολιτικού τύπου αποστολές σε μια «παγκόσμια προσέγγιση», οι οποίες θα αντλούν από «τις δυνατότητες και την τεχνογνωσία διεθνών οργανισμών και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων». Η έννοια των πολιτικών-στρατιωτικών επεμβάσεων συγχέει επικίνδυνα τις στρατιωτικές και τις ανθρωπιστικές επεμβάσεις, οδηγεί τους πληθυσμούς να συνδέουν την ανθρωπιστική δράση με εκείνη των δυνάμεων κατοχής. Παρ’ όλο που οι ολέθριες συνέπειες του πολέμου στο Αφγανιστάν έχουν αναγνωριστεί και καταδικαστεί, το κριτήριο τελικά δεν είναι η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, ούτε η ρήξη με το λόγο περί σύγκρουσης των πολιτισμών, αλλά μάλλον το γεγονός ότι ανοίγεται μια ανθρωπιστική ομπρέλα για να καλύψει πολεμικές πράξεις.

     

    Η έκθεση δίνει και άλλα στοιχεία σε ό,τι αφορά την παγκόσμια στρατηγική που χαράσσει το ΝΑΤΟ για τα επόμενα δέκα χρόνια. Αναφορικά με την απόσυρση των πυρηνικών όπλων που σταθμεύουν στην Ευρώπη, τα συμπεράσματα της έκθεσης είναι απολύτως σαφή. Μια στρατηγική πυρηνικής αποτροπής απαιτεί τη διαρκή παρουσία του πυρηνικού στοιχείου· δεν προβλέπεται επομένως κανένας σχεδιασμός για απόσυρση του αμερικανικού οπλοστασίου στην Ευρώπη, ενώ η ομάδα των ειδικών αντιτίθεται σε κάθε μονομερή απόσυρση. Όχι μόνο αυτό, αλλά και η αντιπυραυλική άμυνα θεωρείται «ουσιώδης στρατιωτική αποστολή», ενώ δηλώνεται ξεκάθαρα ότι «τα αμερικανικά πυραυλικά συστήματα που πρόκειται να αναπτυχθούν θα είναι πολύ πιο αποτελεσματικά […] από εκείνα που προβλέπονταν προηγουμένως». Από στρατηγική άποψη, η ανάπτυξή τους θεωρείται ενίσχυση της αρχής του αδιαίρετου της ευρωατλαντικής ασφάλειας και, επομένως, σημαίνει ακόμη ισχυρότερη στρατιωτική επιρροή των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Να τι δήλωνε, σε αυτό το πλαίσιο, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Ράσμουσεν, στην Κεντρική Στρατιωτική Λέσχη του ΝΑΤΟ στη Σόφια: «Θεωρώ ότι έχει έρθει η ώρα να προχωρήσουμε μπροστά και να καταστήσουμε την αντιβαλλιστική πυραυλική άμυνα πραγματική αποστολή της Συμμαχίας. Αυτός είναι ο στόχος μου για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα».

     

    Σχετικά με την οργανωτική δομή του ΝΑΤΟ, η ενοποιημένη διοίκηση είναι ένα αίτημα που επανέρχεται καθώς δηλώνεται ότι «στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, οι στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ θα πρέπει να λειτουργούν υπό μία ενιαία αλυσίδα διοίκησης». Νέα βήματα γίνονται προς αυτόν το στόχο, που περιλαμβάνουν ένα πολυεθνικό γενικό επιτελείο για τις δυνάμεις ειδικών αποστολών. Στην ίδια κατεύθυνση, προτείνεται η δημιουργία πολυεθνικών σχηματισμών υπό ενιαία διοίκηση – πρόταση που είναι ενάντια σε ένα από τα επιχειρήματα υπέρ της επιστροφής της Γαλλίας σε ενιαία στρατιωτική διοίκηση, ότι δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση θα δημιουργούσε ένα ευρωπαϊκό επιτελείο ικανό να σχεδιάζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ένωσης. Αντίθετα, προβλέπεται κάτι εντελώς διαφορετικό, ένα ευρωατλαντικό γενικό επιτελείο του ΝΑΤΟ.

     

    Οι συνέπειες της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης είναι υπαρκτές και η έκθεση χαρακτηρίζει τα προβλήματα χρηματοδότησης του ΝΑΤΟ «ανησυχητικά». Υποδεικνύεται ότι μόνο 6 από τα 28 μέλη του ΝΑΤΟ έχουν πιάσει το στόχο της δαπάνης τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ για την άμυνα, ενώ λιγότερα από τα μισά κράτη-μέλη έχουν πετύχει τους στόχους όσον αφορά τη δυνατότητα ανάπτυξης στρατευμάτων, όπως τίθεται στις γενικές κατευθύνσεις πολιτικής (του ΝΑΤΟ), σύμφωνα με τις οποίες τουλάχιστον το 50% των χερσαίων δυνάμεων των κρατών-μελών θα πρέπει να μπορούν να αναπτυχθούν σε νατοϊκές αποστολές (το 10% εκ των οποίων σε μακροχρόνιες αποστολές) ή προορίζουν το 20% των αμυντικών τους δαπανών σε επενδύσεις (κυρίως στην αγορά όπλων «υψηλής τεχνολογίας» ή στην ενίσχυση της συνδυασμένης επιχειρησιακότητας των ενόπλων δυνάμεων). Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, οι ειδικοί απαιτούν ξεκάθαρα να τερματιστεί η τάση για μείωση των στρατιωτικών δαπανών.

     

    Στην έκθεση που προσδιορίζει τη στρατηγική του ΝΑΤΟ μέχρι το 2020 υπάρχει μία λέξη που δεν αναφέρεται καθόλου, ούτε καν ακροθιγώς: η λέξη «λαοί». Είναι, συνεπώς, σημαντικότερο από ποτέ οι λαοί να υπενθυμίσουν στους ειδήμονες, στα γενικά στρατιωτικά επιτελεία, στους πολιτικούς ή στους ατλαντιστές ιδεολόγους την ύπαρξή τους και ότι εκφράζουν την αντίθεσή τους στο ΝΑΤΟ και τους στρατιωτικούς στόχους του, καθώς και ότι απαιτούν τη διάλυση του ΝΑΤΟ και το σεβασμό στο Άρθρο 1 της Χάρτας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο βασίζεται σε μια πολυμερή θεώρηση του κόσμου και δηλώνει ότι μόνο οι δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών έχουν το δικαίωμα να «πατάσσουν κάθε πράξη επιβολής ή κάθε καταστρατήγηση της ειρήνης». Αντίθετα με ό,τι αναγράφεται στα συμπεράσματα της έκθεσης, το ΝΑΤΟ δεν ανταποκρίνεται σε μια «διαρκή αναγκαιότητα». Η μόνη διαρκής αναγκαιότητα των λαών είναι μια πολιτική ειρήνης και όχι μια λογική πολέμου.

     

     

    Μετάφραση: Γιάννης Μπαλαμπανίδης

     

     

     



    [1] 19-20 Νοεμβρίου 2010.


Related articles