• Το κενό μιας νέας υποκειμενικότητας μας αφήνει πολιτικά ορφανούς

  • 17 Jun 11 Posted under: Φεμινισμός , Στρατηγικές Μετασχηματισμού
  • Η αναγέννηση του μαρξισμού θα λάβει χώρα στο έδαφος του «παγκοσμίως δικτυωμένου γενναίου νέου κόσμου του διεθνικού καπιταλισμού υψηλής τεχνολογίας» και «ως ανάλυση, κριτική, εναλλακτική πράξη και αντίσταση […] ο μαρξισμός θα επανεπινοήσει τον εαυτό του. Εκείνο που μπορούμε και, επομένως, πρέπει να κάνουμε είναι να θέσουμε την ατζέντα, αναλογιζόμενοι τις κοινωνικές μεταλλαγές. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε πραγματικό διάλογο (έμφαση: Μπ.Κρ.) […] Μας είναι αδύνατο να νίπτουμε ως αθώοι τας χείρας μας [...] Η συλλογική μνήμη ολόκληρων λαών το αποκλείει, διατηρώντας, σαν μνήμη ελέφαντα, την ανάμνηση των τραυμάτων που προκλήθηκαν στο όνομα του μαρξισμού […] Τίποτα δεν είναι πιο πολύτιμο από τα λάθη που συνειδητοποιήσαμε, τίποτα δεν είναι πιο μοιραίο από την τάση για τυφλή επανάληψη. Χωρίς αυταπάτες πια, είμαστε, καθώς λέει το Μανιφέστο, “επιτέλους αναγκασμένοι να αντικρύσουμε νηφάλια” τις “πραγματικές συνθήκες της ύπαρξής μας” και τις σχέσεις μεταξύ μας (MEW, τόμος 4, σελ. 456)» – Βόλφγκανγκ Φριτς Χάουγκ (Wolfgang Fritz Haug)[1].

     

    1.    Ο ισχυρισμός ότι η (υπαρκτή) Αριστερά έχει (ή είχε) «μανιχαϊστικά» χαρακτηριστικά, εξ ου και νομιμοποιούσε τη βία ενάντια σε ανθρώπινες υπάρξεις υπό το λάβαρο ενός εξαγνισμένου κόσμου, είναι ένας από τους κοινούς τόπους των φιλελεύθερων ομάδων. Ωστόσο, κατ’ αυτό τον τρόπο, η δομική βία της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων χάνεται από τα μάτια μας· από εκεί δράττεται μια συλλογική νοοτροπία που λησμονεί τις (α)κοινωνικές προϋποθέσεις της ίδιας της ύπαρξής της. «Οι ηγετικές μορφές της νεοσυντηρητικής και νεοφιλελεύθερης σκέψης υψώνουν τις σημαίες της απορύθμισης και της παγκοσμιοποίησης εδώ και πάνω από μια γενιά. Στην παρούσα, ύστερη φάση του ιμπεριαλισμού, οι κοινωνικές ελευθερίες, τις οποίες απέσπασε με αγώνες το εργατικό κίνημα από το κεφάλαιο μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υφαρπάζονται ξανά στις μητροπόλεις. Στον Τρίτο Κόσμο είναι σε εξέλιξη μια γιγαντιαία διαδικασία επαναποικιοποίησης, η οποία, σε αντίθεση με την κλασική αποικιακή πολιτική, λειτουργεί πρωτίστως με τα μέσα του εμπορικού πολέμου (κανόνες εμπορίου, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα κ.λπ.), αλλά πλέον δεν διστάζει και να εμπλακεί σε ανοιχτό πόλεμο για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Ο παλιός στερεοτυπικός εχθρός, ο “κομμουνισμός”, έχει μετεξελιχθεί, την τελευταία δεκαετία, στο Ισλάμ […] και από την 11η Σεπτεμβρίου όλο και πιο πολύ στην “παγκόσμια τρομοκρατία” […] Με το πρόσχημα του αγώνα κατά της τρομοκρατίας, τα βασανιστήρια εισχωρούν όλο και βαθύτερα στη συνείδηση των ίδιων των μητροπόλεων. Στο φόντο αυτής της οπισθοδρόμησης, ο σημερινός κοινωνικός δαρβινισμός λειτουργεί όλο και πιο ανοιχτά χρησιμοποιώντας το φόβο της καταισχύνης και ντροπιάζοντας ευθέως μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Το 1/3 του πληθυσμού σπρώχνεται μαζικά στο γκέτο της Νέας Φτώχειας (οι άνεργοι, εκείνοι που δεν δικαιούνται πια προνοιακές παροχές, οι ανύπαντρες μητέρες, οι εργαζόμενοι φτωχοί, οι ανάπηροι και πολλοί ακόμη)»[2].

     

    Και αυτός ο κοινωνικός δαρβινισμός δεν είναι μόνο «δεξιόστροφο» φαινόμενο αλλά και «αριστερό» – σε σχέση με την ξενοφοβία και την ευρωπαϊκή πολιτική ασύλου, μεταξύ άλλων. Δεν είναι μόνο οι λαϊκιστές σοσιαλδημοκράτες εκείνοι που έχουν μερίδιο ευθύνης για αυτές τις απάνθρωπες πολιτικές και που τάσσονται υπέρ της προστασίας των εργατών της δικής τους εθνικότητας· κόμματα της άκρας Αριστεράς, επίσης, όχι μόνο έχουν παρόμοια αντανακλαστικά, αλλά και στις συλλογικές διαδικασίες τους είναι εμφανής η απουσία μεταναστών, έγχρωμων αλλά και μειονοτήτων κάθε είδους. «Κατά ένα μέρος [το προλεταριάτο] ρίχνεται σε δογματικούς πειραματισμούς, σε τράπεζες ανταλλαγών και σε εργατικούς συνεταιρισμούς, δηλαδή σε ένα κίνημα όπου παραιτείται από την ιδέα να ανατρέψει τον παλιό κόσμο με το σύνολο των δικών του μεγάλων μέσων και προσπαθεί να πραγματοποιήσει την απολύτρωσή του πίσω από την πλάτη της κοινωνίας, με ιδιωτικό τρόπο, μέσα στους περιορισμένους όρους ύπαρξής του και που γι’ αυτό αναγκαστικά αποτυχαίνει»[3]. Έτσι όλα επαναλαμβάνονται… ή μήπως όχι; Ο Μαρξ υποδείκνυε ότι ο ιστορικός βίος επισυμβαίνει δύο φορές, σχηματικά, την πρώτη ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα[4].

    2.    Η φάρσα του παρόντος παίζεται στις ζώνες ευημερίας (της Δύσης) με τη μοιρολατρική άρνηση του μοτίβου «ενάντια σε» προκειμένου να διατηρηθεί ένα παγκόσμιο ήθος που επιζητά το καλό για όλους τους ανθρώπους. Ως μέλη του 1,5 δισεκατομμυρίου των κερδισμένων της παγκοσμιοποίησης, εμείς παίζουμε έτσι στη «φάρσα»[5] του «γεμάτου ποτηριού» και ζούμε σε αυτή την κωμωδία, στην οποία «ο έσω κόσμος του κεφαλαίου συμπεριλαμβάνει […] από δημογραφική άποψη μετά βίας το 1/3 του σημερινού πληθυσμού, που σύντομα θα αγγίζει τα επτά δισ., και από γεωγραφική άποψη μόλις το 1/10 της επιφάνειας του εδάφους. […] Όσοι μιλούν για παγκοσμιοποίηση, επομένως, μιλούν για μια δυναμική και εμψυχωμένη από την ευημερία τεχνητή ήπειρο μέσα σε έναν ωκεανό ένδειας, όσο κι αν στην κυρίαρχη ρητορική των θετικών διακρίσεων μοιάζει η φύση του παγκόσμιου συστήματος να ενσωματώνει τους πάντες. […] Η έκφραση “παγκοσμιοποιημένος κόσμος”, συνεπώς, βρίσκει εφαρμογή μόνο στη δυναμική εγκατάσταση που λειτουργεί ως κέλυφος “βιόκοσμου” για εκείνη τη μερίδα της ανθρωπότητας που αντιπροσωπεύουν οι κάτοχοι αγοραστικής δύναμης. […] Γι’ αυτόν το λόγο, δεν είναι τυχαίο ότι οι διαμάχες περί παγκοσμιοποίησης εκτυλίσσονται σχεδόν αποκλειστικά ως μονόλογοι στις ζώνες της ευμάρειας»[6].

     

    Όσο θα υπάρχει μια παγκόσμια αγορά –και ιδίως οι χρηματιστικές αγορές–, θα είναι ξεπερασμένο και μόνο να φανταζόμαστε έναν εσωτερικό χώρο της ανθρωπότητας κοινωνικά συμπεριληπτικό. Και πρέπει να προσέξουν εκείνοι οι καταναλωτές «του θερμοκηπίου» (δηλαδή «εμείς»), που δεν θέλουν να συμβιβαστούν με το πόσο ενσωματωμένη είναι η κριτική τους –με άλλα λόγια, όλοι εκείνοι που δεν πιστεύουν στο αναπόδραστο της «εγγενούς αναγκαιότητας» και υποστηρίζουν ότι η απουσία εναλλακτικών ισοδυναμεί με πολιτική καταστροφή–, ότι κάθε απόπειρα να φανταστούμε μια αφηρημένη προοδευτικότητα θα πρέπει να θεωρείται εκ των πραγμάτων (αυτ)απάτη, αν την εννοούμε σοβαρά: «Ορισμένες από τις αξίες της Εναλλακτικής Λίστας (του πρόδρομου σχηματισμού που οδήγησε στη δημιουργία των Πράσινων στις αρχές της δεκαετίας του 1980), και ιδίως ορισμένα από τα αιτήματα για μια μετα-ζωή, της οποίας η σχέση με τον κόσμο θα ξέγραφε την ασυλία, θα έδειχνε προτίμηση στο ξένο και το ανοίκειο, θα ήταν συμπεριληπτική, μη επιλεκτική, συμμετρική, “αδασμολόγητη” και όσο χρειάζεται συμπτύξιμη και αναστρέψιμη, τέτοια αιτήματα, λοιπόν, μπορούν περιστασιακά να υλοποιούνται, εφόσον η εν λόγω Λίστα αναλαμβάνει την ευθύνη […] όντας θωρακισμένη, αυτοαναφορική, αποκλειστική, επιλεκτική, ασύμμετρη, κλειστή, μη συμπτύξιμη και μη αναστρέψιμη […] Αν η Αριστερά σκοπεύει να παραμείνει ή να γίνει μια γήινη ζωή, θα πρέπει να συμβιβαστεί –παρά την αγάπη για τη συμμετρία– με αυτούς τους όρους, εκτός βεβαίως και αν προτιμάει να την αφορά μόνο η αιωνιότητα»[7].

     

    Δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει το κάποτε ή το κάπου, αντίθετα θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τον εαυτό μας. Σύμφωνα με την περίφημη διατύπωση του Μαρξ, η κριτική της θρησκείας είναι η προϋπόθεση κάθε κριτικής.

     

    3.    Η μόνη «θρησκεία» που απ’ ό,τι φαίνεται δεν παρέμεινε αποκλειστικά θεωρησιακή ιδεολογία, αλλά αντίθετα μετασχηματίστηκε στην πραγματικότητα των κερδοσκόπων [ΣτΜ: αμετάφραστο λογοπαίγνιο: η θεωρησιακή (speculative) ιδεολογία μετασχηματίζεται στην πραγματικότητα των κερδοσκόπων (speculators)] είναι ο υπαρκτός καπιταλισμός. Κάθε ηθική και αισθητική, κάθε μορφή επαφής, σχέσης και πολιτικής, ακόμη και κάθε μορφή σκέψης, αποκρυσταλλώθηκε στη μορφή χρήμα[8]. Οι «μεγάλες αφηγήσεις» –στις οποίες ο μαρξισμός επίσης ή κατεξοχήν εντάχθηκε– δεν είναι πια έγκυρες· κάθε αναφορά που διεκδικεί οικουμενικότητα αποκηρύσσεται. Η κριτική, στην κυριολεξία ένας δείκτης των κρίσεων, έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της και τον ορίζοντα από τα μάτια της. Οι ιδέες θεωρούνται καλές σήμερα μόνο εφόσον ταιριάζουν μονοκόμματα στις υπάρχουσες συνθήκες· μουρμουρητά συναίνεσης αντί για διαμάχη, αποπολιτικοποιημένη ανεκτική κουβέντα αντί για δυσανεξία απέναντι στο μεταμοντέρνο φιλελευθερισμό· αυτό ανταποκρίνεται στην ιδεολογία ενός παγκόσμιου καπιταλισμού που δεν γνωρίζει κοινωνικό έλεγχο. Το μεταπολιτικό κατεστημένο συσκοτίζει την αποπολιτικοποιημένη οικονομία του κεφαλαίου, η οποία συνιστά μια θεμελιακή φαντασίωση (που όμως δεν γίνεται δεκτή ως τέτοια) της μεταμοντέρνας ψευδοπολιτικής. Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της κοινωνίας διαρκώς εξουδετερώνεται[9]. Η «φύτρα» της κομματικής ένταξης και της πολιτικής αντίστασης είναι νεκρές θέσεις. Και για μας τους ορφανούς: Αδυναμία, παραίτηση, κυνισμός, με άλλα λόγια αποστεωμένες συναισθηματικές και διανοητικές καταστάσεις –με το απαραίτητο μόνιμο άγχος της αυτοβελτίωσης– προσδιορίζουν το «νεκρό» υποκείμενο που «πανηγυρίζει» την προσθετική του νεκρανάσταση ως άτομο-καταναλωτής εργασίας[10].

     

    Παγιδευμένο στην απόλυτη εμμένεια του κεφαλαίου, απορφανισμένο από υπερβατικές ασφάλειες και ιδεώδη, άστεγο στη σκέψη και την πράξη: Μοντέλα ρόλων που έχουν απαρχαιωθεί και ουτοπικά νοητικά σχήματα που έχουν αποσαθρωθεί παράγουν το προσωπικό και το πολιτικό σαν χαλκομανίες προς κατανάλωση κατά βούληση. Οι συλλογικές προτάσεις, από την άλλη, δεν ανταποκρίνονται στην κατοπτρική σχέση ατομικισμού και μετα-φιλελευθερισμού που κατοικοεδρεύει στην αρχέτυπη αρχή «διαίρει και βασίλευε» (στη φαρσοκωμωδία μιας αποκενωμένης αυτονομίας και συμμετοχής). Ακόμη και στην πρώιμη φάση του φιλελευθερισμού, υποδεικνυόταν με σκεπτικισμό ότι ο φιλελευθερισμός διατύπωνε την αρχή των ατόμων, την ατομική βούληση· «όλα θα πρέπει να τεκταίνονται μέσα από τη ρητή τους ισχύ και τη ρητή συγκατάθεση. Με αυτό τον τύπο ελευθερίας, με αυτή την αφαίρεση, δεν επιτρέπουν σε καμία παγιωμένη οργάνωση να εγερθεί»[11].

     

    4. Ο όρος οργάνωση (οργανωσιακή ανάπτυξη) χρησιμοποιείται από τις οικονομικές επιχειρήσεις – πέρα για πέρα προς την κερδοφόρα υιοθέτηση βασικών δημοκρατικών αρχών. Ένα εκπληκτικό παράδειγμα ως προς αυτό είναι η διαδικασία «ανοιχτού χώρου», η οποία υιοθετήθηκε «με ευγνωμοσύνη» σε εναλλακτικά πεδία ύστερα ακριβώς από την παράκαμψη τέτοιων [δημοκρατικών] αρχών. Αυτό είναι επίσης και ένα παράδειγμα της ιστορικής διαδρομής από την τραγωδία στη φάρσα. Με τον ίδιο τρόπο, τα ευέλικτα δίκτυα επευφημούνται ιδίως από γυναίκες ως –και πολιτικό– επίτευγμα, χωρίς ωστόσο να επερωτάται ο «τεχνολογικός ιδεαλισμός» τους, όταν δεν υπάρχει πια τίποτε το «στέρεο» σε αυτά[12].

     

    Η ταυτότητα –ακόμη και αν πρόκειται για ταυτότητα οργανωμένων γυναικών– είναι σήμερα ύποπτη κατασκευής ενός σχηματισμού τύπου «εμείς» που αποκλείει και δεν θεωρείται πια ως η έκφραση μιας επιθυμίας για αντίσταση και τοποθέτηση. Από την προοπτική της έμφυλης διαφοράς, ωστόσο, και ενσωματωμένο στην πολιτική των ανεξάρτητων φεμινιστριών, το μοτίβο και το κίνητρο διατήρησης μιας τοποθέτησης δεν με αποξενώνει ακόμη. Μέσα από και με αυτό το κίνητρο, παραμένει παράξενο και αποξενωτικό όταν, στο μεταξύ, ακόμη και η όχι πια στενόμυαλη Αριστερά δεν υποτιμά πλέον τα «γυναικεία ζητήματα» ως ελάσσονα σύγκρουση και διακηρύσσει την ανοιχτότητα για «μειονοτικά» κινήματα (φεμινιστικά, οικολογικά, μεταναστευτικά, ομοφυλοφυλικά κ.λπ.), ωστόσο είναι στην πραγματικότητα εμπειρικά απρόθυμη να επιλύσει τη θεμελιακή (ιστορική, ανθρωπολογικο-ιστορική) σύγκρουση των φύλων. Στο βαθμό αυτόν, τα εναλλακτικά/αριστερίστικα πλαίσια εμφανίζονται τυφλά και κουφά απέναντι στο φύλο, συγγενεύοντας έτσι με όλα τα φρούρια της παγκοσμιοποιημένης αρσενικής οικονομίας – στη σκέψη και στην πρακτική. Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά την ποσοτική παρουσία των γυναικών, που είναι πράγματι δεδομένη σε ορισμένες ακροαριστερές οργανώσεις, αλλά το γεγονός ότι οι γυναίκες στη δυτική κουλτούρα δεν μπορούν να είναι αναγνωρισμένα υποκείμενα παρά καταβάλλοντας το τίμημα της «αρσενικοποίησης». Από την αρχαιότητα, στη σχέση μεταξύ στρατιωτικού και πολιτικού σώματος, το στρατιωτικό είναι συγκροτητικό «με όρους δημιουργίας πολιτικών χώρων και μιας πολιτικής του σώματος ως σώματος πολιτών με αντίστοιχη ενσωματωμένη “ψυχή”»[13]. Οι γυναίκες είναι, από άποψη σώματος και αντιπροσώπευσης, οργανικά αποκλεισμένες από αυτούς τους χώρους αντιπροσώπευσης, επειδή δεν ανταποκρίνονται στην ομοιογένεια της αρσενικής ομοιομορφίας.

     

    Ένας περαιτέρω λόγος που η γυναίκα είναι αλλότριο σώμα στους πολιτικούς χώρους είναι η προσέγγιση του θηλυκού ως ενός «αφηρημένα ή θρησκευτικά υπερβατικού χώρου […] ως ομόλογου του αντρικού μονοπωλίου στην αποτελεσματική συνεργατική άσκηση εξουσίας [και αυτό] μεταξύ άλλων χάριν προβολής μιας εγκαθιδρυμένης ενότητας…»[14]. Αυτή η κληρονομιά είναι ένα χρόνιο βάρος (άγνωστο και μη συνειδητό). Η φαντασίωση της παραμόρφωσης του γυναικείου σώματος, που είναι ακλόνητη για χιλιάδες χρόνια, είναι το ομόλογο της αντρικής διαμόρφωσης. Η εκμεταλλεύσιμη μητέρα/ύλη [ΣτΜ: λογοπαίγνιο: mater/matter] και η «έννοια της α-μορφίας της θηλυκής υλικής υπόστασης […] είναι αξεδιάλυτα δεμένη με την ιστορική α-δυνατότητα [πολιτικών] γυναικείων συγκροτημένων σωμάτων ως μορφές διαμορφωμένων συλλογικών σωμάτων (έμφαση: Μπ.Κ.), που όλα ανακαλούν το φάντασμα του όχλου, ο οποίος είναι ύποπτος ύβρεως, ή της αμαζόνας, που και πάλι αποτελεί δείγμα παραμόρφωσης»[15].

     

    Αυτά τα όργια φαντασμάτων γίνονται εμπειρικώς και με επώδυνο τρόπο εμφανή και επικίνδυνα και σήμερα, σε πλείστες ανάμεικτες εναλλακτικές σκηνές, αμέσως μόλις οι γυναίκες ονοματίσουν φωναχτά τις συγκεκριμένες καταστρατηγήσεις των αντρών. Τότε μπορεί να συμβεί μια ολόκληρη αίθουσα συγκεντρώσεων να αντιδράσει απολύτως υστερικά. Στο φως αυτού του ιστορικού αλλά και συγκυριακού τραυματισμού των ποδιών, των καρδιών και των κεφαλιών, οι προσφορές ενσωμάτωσης από αριστερίστικες οργανώσεις στον πολιτικό φεμινισμό μετά βίας μοιάζουν εποικοδομητικά ελκυστικές[16]. Αφού στις γυναίκες αρνούνται το να πάρουν στα χέρια τους (και στα μυαλά τους) τις δικές τους ιδέες για το πώς αντιλαμβάνονται και σχηματίζουν τον κόσμο, είναι απατηλό να υποθέτουμε ότι τα κοινά θεωρούνται δεδομένα.

     

    5. Η άρνηση επομένως και η καταπίεση των διαφορών απλώς επικυρώνει την υπάρχουσα κατάσταση. Ωστόσο, στο φως της βαρβαρικής πραγματικότητας για μας και για όλους γύρω μας, απλώς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ζήτημα των κοινών και συλλογικών ενοράσεων και θεωρήσεων. Όμως αυτές δεν θα υπάρξουν χωρίς ανταγωνιστικές διαμάχες σε και γύρω από ένα «ριζικό εκδημοκρατισμό» (και της οικονομίας εξίσου)[17]. Για όσους δεν αποδέχονται τον κόσμο όπως αυτοπαρουσιάζεται σήμερα, θα μπορούσε να ισχύει η προτροπή να σκέφτονται και να μιλούν αυτοκριτικά και επικοινωνιακά (όχι με παραγωγικό αλλά με αντιπροσωπευτικό τρόπο), καθώς και να δρουν πολιτικά με ριζοσπαστικό τρόπο. Το περιεχόμενο και οι μορφές είναι τα πρώτα που θα έπρεπε να τεθούν υπό διαπραγμάτευση – εκκινώντας από τον καθένα ως αριστερή οργάνωση. Ο αυτοαναστοχασμός, που κομίζει μια κοινωνικο-κριτική συνείδηση και αναπτύσσει κοινά μονοπάτια – αυτό είναι επειγόντως αναγκαίο: Και αυτό που χρειάζεται είναι η ελευθερία που δίνει το άγραφο χαρτί – διότι αυτό θα ήταν μια κάποια αρχή. Ο πυρήνας μιας «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», όπως τον θεωρούν τρέχουσες πολιτικές θεωρίες, είναι η επιβεβαίωση του ηγεμονικά διαφιλονικούμενου «κενού μέσου», που δεν πρέπει να καταληφθεί για να μη γίνει ολοκληρωτικό. Με άλλα λόγια, όχι πια στα χαρτιά των γέρικων αγορίστικων λεσχών που κατέχουν πάντα όλη τη γνώση και την ισχύ· αλλά ,αντίθετα, ένας θαυμάσιος πολλαπλασιασμός των γυναικείων χαρτιών για να αποσαφηνιστούν οι διαφορές στη μορφή και ως μια μη εκπροσωπήσιμη ακόμη μορφή κοινωνικότητας.

     

    Αυτό, ενδεχομένως, είναι ενίοτε ιδιαίτερα οικουμενικό – με την επίγνωση ότι είναι πράγματι έτσι και με τη συνείδηση ότι, για να επιτευχθεί κάτι, δεν υπάρχει άλλος δρόμος προκειμένου να κάνουμε κάτι διαφορετικό από το να υποστηρίζουμε τις δυτικές οικονομίες του λευκού αρσενικού ή να σπαταλούμαστε στην καθαρή άρνηση. Αντί για το αιώνιο «αντίρροπο» ομόλογο, ας διερευνήσουμε ένα «άλλο» ομόλογο. Ειδάλλως, η συλλογικότητα, το «ο ένας με τον άλλο», παραμένει μια υπόθεση χωρίς τέλος και ένα αδύνατο καθήκον.

     

     

    *Αυτή η εκδοχή του κειμένου βασίζεται στο άρθρο «DenktropfenaufdenSteinderpolitischenWaisen. Die wir sind?», στοWalter Baier, Lisbeth N. Trallori, Derek Weber (επιμ.), Otto Bauer und der Austromarxismus. IntegralerSozialismusunddieheutigeLinke, Βερολίνο 2008.

     

    Μετάφραση: Γιάννης Μπαλαμπανίδης



    [1]Wolfgang Fritz Haug, Dreizehn Versuche marxistisches Denken zu erneuern [Δεκατρείς απόπειρεςανανέωσης της μαρξιστικής σκέψης], Αμβούργο 2005, σ. 32.

    [2]Emilio Modena, “Demütigung und Gegengewalt”, Widerspruch 46/2004, σ. 130.

    [3] Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1987, σελ. 23.

    [4]Ό.π.

    [5] Βλ. Oxford English Dictionary.

    [6]Peter Sloterdijk, Im Weltinnenraum des Kapitals, Frankfurt/Main 2005, σ. 305.

    [7]Ό.π., σ. 413.

    [8] Νύξη στο μαρξιστή θεωρητικό AlfredSohn-Rethel και στο έργο του, που δυστυχώς μετά βίας μπορούμε να συζητήσουμε εδώ και περιλαμβάνει το WarenfomundDenkform. Aufsätze, Φρανκφούρτη/Βιέννη 1971.

    [9]Slavoj Zizek, Ein Plädoyer für die Intoleranz, Βιέννη 2001 [A Plea for Intolerance].

    [10]Gerburg Treusch-Dieter, “Die Abschaffung der Arbeit. Von den Zumutungen der ‘Modernen Dienstleistung’”, Widerspruch, ό.π., σ. 5-17.

    [11] G.W.F. Hegel, αναφέρεταιαπότον Röttgers, Kurt, “Freiheiten und Macht”, Freiheit oder

    Gerechtigkeit. Perspektiven Politischer Philosophie, Peter Fischer (επιμ.), Λειψία 1995, σ.

    98.

    [12] Το φεμινιστικό δίκτυο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς αντιπροσωπεύει αυτό το είδος φευγαλέας οργανωτικής μορφής – τόσο σε σχέση με ζητήματα ισχύος στο εσωτερικό του όσο και σε σχέση με αιτήματα ισχύος προς τα έξω.

    [13]Alice Pechriggl, Chiasmen. Antike Philosophie von Platon zu Sappho – von Sappho zu

    uns, Bielefeld 2006, σ. 175.

    [14] Ό.π., σ. 178.

    [15] Ό.π., σ. 179.

    [16] Ποιος ως υποκείμενο θα θέλει να ενσωματώσει ποιον ως αντικείμενο; Ας το φανταστούμε απλώς από την ανάποδη!

    [17] Υποδειγματικό ανάγνωσμα για μερικώς αριστεριστές θεωρητικούς όπως ο Κλοντ Λεφόρ, ο Ερνέστο Λακλάου, η Σαντάλ Μουφ, ο Ζακ Ντεριντά σε ζητήματα ριζοσπαστικής δημοκρατίας: ReinhardHeil/AndreasHetzel (επιμ.), DieunendlicheAufgabe. Kritik und Perspektiven der Demokratietheorie.


Related articles