• Η κοινωνική κρίση στην Ευρώπη: Πολιτική της επισφάλειας ή μετατόπιση σε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο ρύθμισης;

  • 21 Jun 11 Posted under: Precariousness
  • Ενάμιση χρόνο μετά το ξέσπασμα της τρέχουσας οικονομικής ύφεσης, απότοκο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξεκίνησε στις ΗΠΑ ένα χρόνο νωρίτερα, όλοι οι διεθνείς οργανισμοί έχουν ανακοινώσει την απαρχή της ανάκαμψης στην Ευρώπη, αλλά αναγνωρίζουν ότι η ανεργία θα αυξηθεί περαιτέρω τα προσεχή χρόνια, εξαιτίας της συνεχόμενης καθοδικής προσαρμογής της απασχόλησης, που έμελλε να επαναφέρει την παραγωγικότητα της εργασίας στα επίπεδα πριν από την κρίση.

    Οι μηχανισμοί του κεφαλαίου για «προσαρμογή», «διόρθωση» και «εκκαθάριση» με σκοπό την προστασία ή την επαναφορά των κερδών (και πιο συγκεκριμένα των ρυθμών αύξησης τους) συνεπάγονται πάντοτε επώδυνες κοινωνικές επιπτώσεις για την εργατική τάξη, γι’ αυτούς που εισέρχονται για πρώτη φορά ή επιστρέφουν στην αγορά εργασίας και για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Όμως το εύρος και η οξύτητα αυτών των επιπτώσεων διαφέρει αναφορικά με το χρόνο και το χώρο, ως αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης και του εθνικού πλαισίου που μπορούν να τις ενδυναμώσουν ή να τις αποδυναμώσουν. Τέλος, οι κρίσεις μπορούν να αποτελέσουν σημείο τομής για την επικρατούσα κοινωνική και θεσμική τάξη και μεγάλης αναδιάταξης των ταξικών συνασπισμών, των σχέσεων εξουσίας και της θεσμικής αρχιτεκτονικής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

    Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να συνοψίσει τις κοινωνικές συνέπειες της πρόσφατης κρίσης στην Ευρώπη μέχρι σήμερα, με δεδομένες τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν στο επίπεδο της ΕΕ και από την οπτική των διαφορετικών πολιτικών απαντήσεων στην κρίση απασχόλησης σε εθνικό επίπεδο. Η χάραξη πολιτικής στο επίπεδο της Ευρώπης έχει αλληλεπιδράσει με την αντίστοιχη σε εθνικό επίπεδο, ώστε να επέλθει αυτό το αποτέλεσμα.

    Παρουσιάζονται τρία κύρια επιχειρήματα. Το πρώτο είναι ότι, παρόλο που η κρίση έχει επιφέρει μια σοβαρή επιδείνωση στην κατάσταση της εργατικής τάξης και έχει πλήξει τις πιο ευάλωτες ομάδες σε όλη την Ευρώπη, το εύρος και οι ιδιαίτερες μορφές κοινωνικής ζημίας ποικίλουν σημαντικά ανάμεσα στα κράτη-μέλη, ανάλογα με τα αντίστοιχα καθεστώτα απασχόλησης και ευημερίας, καθώς και την πολιτική διαχείριση της κρίσης για τον περιορισμό των δυσμενών κοινωνικών επιπτώσεων σε εθνικό επίπεδο. Με τον όρο πολιτική διαχείριση εννοούμε τον τύπο και το βαθμό της κρατικής παρέμβασης. Ένα δεύτερο επιχείρημα είναι ότι ενώ οι μακροοικονομικές και οι βιομηχανικές πολιτικές, καθώς και η απάντηση σε επίπεδο πολιτικών απασχόλησης στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε., έχουν αποκλίνει από τη μονεταριστική και νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία και την αποκλειστική εστίαση στην προσφορά εργασίας και τα μέτρα ευελιξίας, κατά τον πρώτο ενάμιση χρόνο της κρίσης, αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ως προσωρινή παρένθεση σε καθεστώς συναγερμού, και όχι ως συμβιβασμός των κυρίαρχων τάξεων και των πολιτικών ελίτ όλης της Ευρώπης σε ένα νέο μοντέλο κοινωνικής ρύθμισης. Αυτή η προσωρινή παρένθεση αντιστοιχεί σε μια διαχείριση της κρίσης από την πλευρά της ζήτησης. Το τελικό επιχείρημα της εργασίας είναι ότι οι θεσμοί της ΕΕ και οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές ενεργούν σαν ένας περιοριστικός μηχανισμός για μόνιμες αποκλίσεις από τις κυρίαρχες πολιτικές και τον «κοινωνικό πειραματισμό» σε εθνικό επίπεδο. Η πίεση της ΕΕ οδηγεί σε διαρκή αποδυνάμωση των εργατικών κεκτημένων και των κοινωνικών δικαιωμάτων που συσσωρεύτηκαν σταδιακά κατά τη διάρκεια της χρυσής εποχής του φορντισμού ή του «σοσιαλιστικού» παρελθόντος της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Στην πραγματικότητα, ο μονεταρισμός και ο νεοφιλελευθερισμός είναι ενσωματωμένοι στις θεσμικές ιδρυτικές πράξεις της ΕΕ και δημιουργούν αυτόματα μηχανισμούς «επαναφοράς στην τάξη».

    Οι επιπτώσεις της κρίσης σε απασχόληση-ανεργία και επισφάλεια

    Η πτώση του προϊόντος κατά την παρούσα κρίση υπήρξε εντυπωσιακή. Μεταξύ του δεύτερου τετραμήνου του 2008 και του ίδιου τετραμήνου του 2009 το ΑΕΠ της ΕΕ-27 μειώθηκε κατά 5% και η απασχόληση κατά 1,8%, ενώ το ποσοστό ανεργίας, αν και αποτελεί ατελές μέτρο της έλλειψης θέσεων εργασίας σύμφωνα με τον τρέχοντα ορισμό του Διεθνούς Οργανισμού Eργασίας (ILO), αυξήθηκε από 7% σε 9,5% μεταξύ Αυγούστου 2008 και Δεκεμβρίου 2009.

    Οι εργαζόμενοι σε καθεστώς προσωρινής εργασίας –είτε ενοικαζόμενοι είτε εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είτε ψευδο-αυτοαπασχολούμενοι με συμβάσεις έργου/υπηρεσιών– αποτέλεσαν τα πρώτα θύματα των απολύσεων. Οι προσωρινές θέσεις εργασίας μειώθηκαν κατά 6,3% σε σχέση με  μείωση κατά 1,3% των μόνιμων θέσεων εργασίας ανάμεσα στο δεύτερο τετράμηνο του 2008 και το ίδιο τετράμηνο του 2009. Κατά την ίδια περίοδο οι θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης μειώθηκαν κατά 2,1%, ενώ οι θέσεις μερικής απασχόλησης αυξήθηκαν κατά 1%, και τα δύο εξαιτίας της μετατροπής των θέσεων πλήρους απασχόλησης σε μερικής απασχόλησης και των προσλήψεων με αυτής της μορφής τις συμβάσεις. Ως αποτέλεσμα των προαναφερθεισών τάσεων, ο ρυθμός της μερικής απασχόλησης αυξήθηκε, ενώ αυτός της προσωρινής απασχόλησης μειώθηκε.

    Το μερίδιο των προσωρινών θέσεων απασχόλησης στη συνολική απασχόληση είναι πολύ ευαίσθητο ως προς τον οικονομικό κύκλο και αναμένεται να αυξηθεί με την άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου αβεβαιότητας σχετικά με την ανθεκτικότητα της ανάκαμψης. Το κύριο φαινόμενο που μπορούμε συνεπώς να παρατηρήσουμε σχετικά με την επίπτωση της κρίσης στην απασχόληση είναι ότι οι απολύσεις έχουν ξεκινήσει από την περιφέρεια των προσωρινά εργαζομένων και έχουν φτάσει στον πυρήνα των μόνιμα απασχολούμενων, δημιουργώντας έτσι συνθήκες ανασφάλειας ανάμεσα στο –προηγούμενα– «σταθερό» εργατικό δυναμικό. Οι μαζικές απολύσεις έχουν αποσταθεροποιήσει βαθιά τις εσωτερικές αγορές εργασίας στις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι χρεοκοπίες και το κλείσιμο επιχειρήσεων φτάνουν στο 22%, ενώ η εσωτερική αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων στο 70% των χαμένων θέσεων εργασίας για το διάστημα μεταξύ Μαρτίου 2008 και Αυγούστου 2009. Εκτός αυτού, μεγάλος αριθμός εργαζομένων έχει επηρεαστεί από μειώσεις μισθών, είτε εξαιτίας συναινέσεων για να σωθούν θέσεις εργασίας είτε εξαιτίας του παγώματος μισθών στον δημόσιο τομέα που αποφασίστηκε από τις κυβερνήσεις. Η επισφάλεια του εισοδήματος έχει επομένως αυξηθεί βήμα βήμα με την επισφάλεια της απασχόλησης. Τελευταίο, αλλά όχι μικρότερης σημασίας, είναι το γεγονός ότι η κρίση έχει μειώσει δραστικά το ρυθμό των προσλήψεων, κάτι που έχει εκτινάξει την ανεργία, ιδίως ανάμεσα στους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας και τις γυναίκες που επιστρέφουν σε αυτή.

    Οι άντρες, οι νέοι και οι χαμηλής και μέσης εκπαίδευσης εργαζόμενοι, καθώς και όσοι δεν έχουν εθνικότητα χώρας της ΕΕ, βίωσαν μεγαλύτερη αύξηση του ποσοστού ανεργίας σε σχέση με τις γυναίκες, τους εργαζόμενους μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας, υψηλότερης μόρφωσης και εθνικότητας χώρας της ΕΕ. Θα πρέπει, όμως, να ληφθεί υπόψη ότι η μείωση της απασχόλησης ήταν μεγαλύτερη ανάμεσα στους εργαζόμενους μέσης ηλικίας, ενώ οι γυναίκες είχαν μεγαλύτερη ροπή αποθάρρυνσης και εξόδου από το εργατικό δυναμικό από ό,τι οι άντρες.

    Οι μειώσεις των μισθών, η μείωση του εισοδήματος εξαιτίας της ανεργίας και ο αποκλεισμός μεγάλων ομάδων του εργατικού δυναμικού από τα επιδόματα ανεργίας ή/και τις αποζημιώσεις για τις απολύσεις (αυτοί που ψάχνουν δουλειά πρώτη φορά, προσωρινά εργαζόμενοι με ελάχιστες ασφαλιστικές εισφορές, μερικώς απασχολούμενοι των οποίων η εργασία εξαιρείται από ασφαλιστικές εισφορές, ψευδο-αυταπασχολούμενοι) έχουν μειώσει το εισόδημα και έχουν διευρύνει την απειλή της φτώχειας ανάμεσα στους μισθωτούς και τις οικογένειες της εργατικής τάξης.

    Η ανάκαμψη δεν σημαίνει ότι η κρίση έχει τελειώσει - Η μακροοικονομική πολιτική έχει σημασία

    Αν και τα σημάδια μιας ασθενούς ανάκαμψης είναι πραγματικά στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, αυτή η κρίση αποτελεί μια σημαντική/δομική κρίση του καπιταλισμού και είναι εδώ για να μείνει περισσότερο από μια δεκαετία, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ρυθμοί μεγέθυνσης θα διακυμαίνονται γύρω από ένα πολύ χαμηλό επίπεδο (δείτε το τελευταίο τεύχος του «European Economy»). Αυτοί οι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν θα αδυνατούν απλώς να απορροφήσουν την έλλειψη θέσεων εργασίας, αλλά πιθανόν θα οδηγήσουν σε περαιτέρω αύξηση του ποσοστού ανεργίας. Βραχυπρόθεσμα, οι επερχόμενες μεταβολές στον προσανατολισμό της μακροοικονομικής πολιτικής των χωρών-μελών της ΟΝΕ θα έχουν σίγουρα υφεσιακές συνέπειες στις οικονομίες της ΕΕ.

    Η επεκτατική νομισματική και δημοσιονομική πολιτική από την αρχή της ύφεσης, βοήθησε να ελαττωθούν οι επιπτώσεις της στην ανάπτυξη και την απασχόληση σε πολλές χώρες της Ένωσης. Τα δημόσια ελλείμματα ανήλθαν από -0,8% το 2007 σε -6,9% το 2009 κατά μέσο όρο, ενώ η δημοσιονομική τόνωση υπήρξε μεγαλύτερη στην Ιρλανδία, τη Βρετανία, την Ισπανία, την Ελλάδα, τη Λιθουανία, και τη Λεττονία. Όμως στην τελευταία του απόφαση, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, το Ecofin έθεσε τη δημοσιονομική πολιτική της Ελλάδας υπό αυστηρή επιτήρηση εξαιτίας των υπερβολικών ελλειμμάτων και απαίτησε από την Ελλάδα, το Βέλγιο και την Ιταλία να μειώσουν τα ελλείμματα τους κάτω από το όριο του 3% του ΑΕΠ μέχρι το 2012, από την Τσεχία, τη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Αυστρία, την Πορτογαλία, τη Σλοβακία και τη Σλοβενία να πράξουν αντίστοιχα μέχρι το 2013, την Ιρλανδία μέχρι το 2014 και από τη Βρετανία μέχρι το 2014-2015. Αυτό σημαίνει ότι 14 από τις 27 χώρες θα εφαρμόσουν περιοριστικές μακροοικονομικές πολιτικές κατά τα επόμενα τρία χρόνια, οι οποίες μπορεί να βυθίσουν την ευρωπαϊκή οικονομία σε ένα νέο κατήφορο και μια κρίση απασχόλησης, καθώς και να υπονομεύσουν περαιτέρω τα συστήματα κοινωνική προστασίας και την παροχή δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών.

    Η πολιτική διαχείριση της κρίσης σε εθνικό επίπεδο - Η χαμηλή ελαστικότητα της απασχόλησης ως προς το προϊόν

    Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της τρέχουσας κρίσης, συγκρινόμενης με τις υφέσεις των μέσων της δεκαετίας του ’70 και των αρχών των δεκαετιών του ’80 και του ’90, είναι η χαμηλή ελαστικότητα των μειώσεων της απασχόλησης ως προς το προϊόν κατά τον πρώτο χρόνο. Αυτό αποκαλύπτει μια διαφορετική διαχείριση των δυσμενών συνεπειών για την απασχόληση από την πλευρά των κυβερνήσεων κατά την τρέχουσα κρίση σε σχέση με τις προηγούμενες υφέσεις, για λόγους αποφυγής μιας κατάρρευσης της ζήτησης σε συνδυασμό με μια κοινωνική αναταραχή. Το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι συνολικές αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης στην απασχόληση θα είναι ασθενέστερες, άλλα ότι θα εξαπλωθούν σε βάθος περισσότερων χρόνων σε σχέση με τις προηγούμενες υφέσεις. Οι επιχειρήσεις αναμένεται να προσαρμόσουν σταδιακά την απασχόληση, μέχρι να επιτευχθούν τα επίπεδα παραγωγικότητας πριν από την κρίση, εκμηδενίζοντας τα πλεονάσματα τους ή καθυστερώντας τις προσλήψεις, και συνεπώς αυξάνοντας την ανεργία. Παρόλα αυτά, είναι βέβαιο ότι παρεμποδίζοντας μια μεγαλύτερη απώλεια θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα στις μεγάλες οικονομίες της ΕΕ, οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν αποφύγει – μέχρι τώρα– μια σπειροειδή μείωση της ζήτησης και της παραγωγής, που θα μετασχημάτιζε τη σοβαρή οικονομική κάμψη σε πραγματική ύφεση.

    Εθνικά μοντέλα προσαρμογής - Απασχόληση vs Χρόνου εργασίας ή αμοιβής

    Μολονότι η κρίση έχει επιφέρει σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης της εργατικής τάξης και έχει πλήξει ιδιαίτερα τις ευάλωτες ομάδες σε όλη την Ευρώπη, το εύρος και οι ιδιαίτερες μορφές κοινωνικής ζημίας ποικίλουν σημαντικά ανάμεσα στις χώρες μέλη της ΕΕ, ανάλογα με τον τύπο και το μέγεθος της κρατικής παρέμβασης για την αποφυγή απώλειας θέσεων εργασίας, την ελευθερία των επιχειρήσεων να απολύουν –που εξαρτάται από το καθεστώς απασχόλησης που λαμβάνει χώρα– και τις μειώσεις του εργάσιμου χρόνου και των μισθών που γίνονται συναινετικά για να αποφευχθούν οι απολύσεις. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε σε σχέση με αυτό, ότι ανάμεσα στο δεύτερο τετράμηνο του 2008 και του ιδίου τετραμήνου του 2009, οι αυξήσεις των ποσοστών ανεργίας έχουν υπάρξει οριακές για τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Ιταλία, την Ολλανδία και την Αυστρία. Αυτές ήταν επίσης οι χώρες με τη χαμηλότερη μείωση στην απασχόληση, παρά την πτώση του ΑΕΠ, που ανέρχεται από 4,2% έως 5,9%.

    Η ελαστικότητα της απασχόλησης ως προς τη μείωση του ΑΕΠ είναι ένας δείκτης της έντασης της προσπάθειας που καταβάλλεται από τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις για να διατηρήσουν την απασχόληση. Έχουμε υπολογίσει την ελαστικότητα για όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ-27 χρησιμοποιώντας ετήσια στοιχεία για το 2009 και παρουσιάζουμε τα συγκριτικά στοιχεία στο Διάγραμμα 2. Η ελαστικότητα είναι υψηλότερη στην Ισπανία, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, τη Λετονία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, υποδεικνύοντας την απάθεια ή την ανεπάρκεια των κυβερνήσεων να αναλάβουν την πρόκληση, καθώς και τη μεγαλύτερη ελευθερία που απολαμβάνουν οι επιχειρήσεις σε αυτές τις χώρες να απολύουν εργαζόμενους. Για παράδειγμα, η Ισπανία διαθέτει το μεγαλύτερο ποσοστό προσωρινά απασχολούμενων στην ΕΕ και μαζί με την Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία έχουν τις μεγαλύτερες «δεξαμενές» άτυπα εργαζομένων και ψευδο-αυτοαπασχολούμενων που μπορούν να απολυθούν μέσα σε μια στιγμή, με μηδενικό κόστος. Στο άλλο άκρο, η Γερμανία, η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Μάλτα, η Κύπρος, η Σλοβενία, η Αυστρία και η Τσεχία επιδεικνύουν εξαιρετικά χαμηλή ελαστικότητα απασχόλησης ως προς τη μείωση του ΑΕΠ. Η Βρετανία, η Ιταλία, η Γαλλία, οι Σκανδιναβικές χώρες, η Λιθουανία και η Σλοβακία βρίσκονται ανάμεσα στις δύο ακραίες ομάδες χωρών.

    Άλλη μια σημαντική διαφορά μεταξύ των χωρών της ΕΕ είναι το εύρος κατά το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί η μείωση του χρόνου εργασίας για να αποτραπούν οι απολύσεις. Η Εσθονία, η Αυστρία, η Γερμανία, η Σλοβενία, η Σλοβακία και οι Σκανδιναβικές χώρες, όλες με μεγάλη παράδοση στις διαπαραγματεύσεις για την ευελιξία του εργάσιμου χρόνου σε επίπεδο εργοστασίου, αποτελούν τις χώρες της ΕΕ με τη μεγαλύτερη μείωση των εργάσιμων ωρών εβδομαδιαίως για τους πλήρως απασχολούμενους. Στο άλλο άκρο, το Λουξεμβούργο, η Λετονία, η Ουγγαρία, η Πορτογαλία, η Κύπρος, η Ελλάδα, η Μάλτα, η Ολλανδία και η Βρετανία, έχουν σημειώσει τη μικρότερη μείωση ή ακόμα και αύξηση του χρόνου εργασίας των πλήρως απασχολούμενων. Από τη στιγμή που υπάρχει μια αντίστροφη σχέση ανάμεσα στην απασχόληση και τον εργάσιμο χρόνο, για την ίδια ένταση δραστηριότητας, φαίνεται ότι οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις της πρώτης ομάδας χωρών έχουν κάνει εκτεταμένη χρήση της μείωσης του εργάσιμου χρόνου για να αποφύγουν τις απολύσεις. Το ερώτημα είναι τι μείωση του εισοδήματος συνεπάγεται κάτι τέτοιο για τους απασχολούμενους. Αυτό το ζήτημα θα μας απασχολήσει λίγο παρακάτω.

    Οι μισθολογικές συναινέσεις που αποσπώνται από τους εργαζόμενους για να διασωθούν θέσεις εργασίας σε επίπεδο επιχείρησης είναι ενδεικτικές της αυξημένης ισχύος του κεφαλαίου επί της εργασίας μετά την κρίση. Παραδείγματα παγώματος ή μείωσης των μισθών μπορούν να βρεθούν σε όλη την Ευρώπη, αλλά τα περισσότερα από αυτά προέρχονται από τη Βρετανία και την Ιρλανδία.

    Πολιτικές απάντησης στην κρίση απασχόλησης

    Τα καταστροφικά αποτελέσματα της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην πραγματική οικονομία μέσω της βύθισης της ζήτησης και της παραγωγής, έχουν υποχρεώσει τα κράτη-μέλη και τις αρχές της ΕΕ να επιτρέψουν μια προσωρινή απόκλιση από τις μονεταριστικές και τις νεοφιλελευθερες αρχές και τις θεσμικές τους αποκρυσταλλώσεις. Η απόκλιση συνίσταται στις άμεσες πιστωτικές διευκολύνσεις από την ΕΚΤ προς τις εμπορικές τράπεζες, παράλληλα με τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική σε εθνικό επίπεδο κατά παράβαση του Συμφώνου Σταθερότητας και την κρατική βοήθεια σε οικονομικούς κλάδους και μεγάλες επιχειρήσεις που χτυπήθηκαν ιδιαίτερα από την κρίση, διαταράσσοντας τον ανταγωνισμό στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς. Τα μέτρα μακροοικονομικής και βιομηχανικής πολιτικής είχαν μεγαλύτερη επίπτωση στην απασχόληση από ό,τι οι πολιτικές που αφορούν την αγορά εργασίας, αλλά τα επιδόματα ανεργίας και τα υπόλοιπα κοινωνικά επιδόματα που παρέχονται στους χαμηλόμισθους λειτούργησαν ως οικονομικοί σταθεροποιητές, ενώ τα μέσα διατήρησης της απασχόλησης έφεραν ένα άμεσα θετικό αποτέλεσμα στην απασχόληση.

    Τέσσερα σημαντικά σημεία θα πρέπει, όμως, να υπογραμμιστούν. Πρώτον, οι πόροι που διανεμήθηκαν στον χρηματοπιστωτικό τομέα ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από αυτούς που δαπανήθηκαν για την ενίσχυση της απασχόλησης. Δεύτερον, η δημιουργία θέσεων εργασίας στον δημόσιο τομέα αποτέλεσε ένα περιθωριακό εργαλείο πολιτικής απασχόλησης. Τρίτον, οι δημόσιες πολιτικές έχουν αποδυναμώσει αλλά δεν έχουν αποτρέψει την απώλεια θέσεων εργασίας και εισοδήματος για εκατομμύρια ευρωπαίους εργαζόμενους ούτε την εντυπωσιακή αύξηση της ανεργίας. Τέταρτον, με τα πρώτα σημάδια της οικονομικής ανάκαμψης, οι κυρίαρχες τάξεις και οι πολιτικές ελίτ της ΕΕ ζητούν την επιστροφή στη μονεταριστική και νεοφιλελεύθερη τάξη: περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές, οριζόντιες βιομηχανικές πολιτικές που δεν διαστρεβλώνουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και μέτρα «ευασφάλειας» (flexicurity).

    Η απάντηση στο επίπεδο της ΕΕ

    Η πρώτη απάντηση ήταν το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Οικονομικής Ανάκαμψης, το οποίο απαίτησε τη δημοσιονομική τόνωση τόσο στο επίπεδο των κρατών-μελών όσο και στο επίπεδο της ΕΕ, αλλά από το συνολικό πακέτο των 1.200 δισ. ευρώ μόνο τα 130  προέρχονται από δαπάνες της ΕΕ. Το σχέδιο επίσης αναγνώριζε ότι πέραν της ενίσχυσης της συνολικής ζήτησης που παρέχεται από τα μακροοικονομικά εργαλεία μπορεί επίσης να υπάρξει προσωρινή κυβερνητική ενίσχυση στοχευμένη σε κλάδους όπου η ζήτηση έχει επηρεαστεί μη αναλογικά από την κρίση και θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές μετατοπίσεις. Η προσωρινή δημόσια ενίσχυση θα μπορούσε να αποτρέψει αχρείαστες και δαπανηρές απώλειες θέσεων εργασίας και την καταστροφή βιώσιμων και υγειών –κάτω από άλλες συνθήκες– επιχειρήσεων.

    Μια δεύτερη απάντηση ήταν η απόφαση του Εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 2009 σε σχέση με τις τρεις βασικές προτεραιότητες πολιτικών για την αντιμετώπιση της κρίσης απασχόλησης και η αντίστοιχη κατανομή των πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση. Οι προτεραιότητες ήταν α) η διατήρηση της απασχόλησης και η δημιουργία θέσεων απασχόλησης, β) η αναβάθμιση των δεξιοτήτων, γ) η αυξημένη πρόσβαση στην απασχόληση για τις ευάλωτες ομάδες.

    Το νέο στοιχείο στην πολιτική απασχόλησης της ΕΕ ενάντια στην κρίση ήταν η έμφαση στη διατήρηση των εργασιακών πλεονασμάτων στις επιχειρήσεις μέσω της επιδότησης του εργατικού κόστους. Έλαβε χώρα ως μια προσωρινή κατεύθυνση πολιτικής για την αποφυγή μιας απότομης πτώσης της συνολικής ζήτησης στην οικονομία, μιας μόνιμης απώλειας γνώσης και δεξιοτήτων στις επιχειρήσεις, αλλά και την αποφυγή εργασιακών αντιπαραθέσεων και κοινωνικών διαμαρτυριών εξαιτίας των μαζικών απολύσεων. Όμως, εκτός αν συνοδεύονταν από κάποιο προαπαιτούμενο για κατάρτιση, οι προσωρινές απολύσεις και τα βραχυπρόθεσμα εργασιακά επιδόματα μπορούν να χαρακτηριστούν «παθητικά μέτρα», λειτουργικά ισοδύναμα με τα επιδόματα ανεργίας, και οι παροχές τους έρχονται σε αντίθεση με την ατζέντα της ΕΕ για την ευασφάλεια, η οποία απαιτεί τη χαλάρωση των απολύσεων για τους εργαζόμενους με μόνιμα συμβόλαια. Αυτό επεξηγεί γιατί αυτή η κατεύθυνση πολιτικής δεν ενσωματώθηκε στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική Απασχόλησης (ΕΣΑ), που κυριαρχούνταν από τις λογικές της ενεργοποίησης και της ευασφάλειας.

    Η εισαγωγή για πρώτη φορά, ή η βελτίωση και η επέκταση, των υπαρχόντων σχημάτων προσωρινών απολύσεων ή των βραχυπρόθεσμων εργασιακών διακανονισμών σε επιχειρήσεις με σημαντική πτώση στην παραγωγή, είναι μακράν η πιο σημαντική εξέλιξη σε σχέση με τα εργαλεία πολιτικής που χρησιμοποιούνται για την αποφυγή απολύσεων και τον έλεγχο της ανεργίας κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης. Η σχέση απασχόλησης διατηρείται προσωρινά αλλά εις βάρος μιας περισσότερο ή λιγότερο σημαντικής απώλειας εισοδήματος. Σήμερα, η αποζημίωση ανέρχεται στο 60% έως 100% των προηγούμενων αποδοχών, ανάλογα με τη χώρα και τη συμμετοχή των εργαζομένων στην κατάρτιση κατά τη διάρκεια των ωρών που δεν απασχολούνταν. Δεν χρειάζεται να ειπωθεί ότι η απώλεια εισοδήματος είναι μεγαλύτερη στην περίπτωση των προσωρινών απολύσεων από ό,τι στην περίπτωση της βραχυπρόθεσμης εργασίας, ενώ η υποκατάσταση του εισοδήματος είναι σχεδόν ισοδύναμη με αυτή των επιδομάτων ανεργίας.

    Από το 1947 η Ιταλία διέθετε ένα ειδικό ταμείο (CIG) που παρείχε επιδόματα σε όσους εργαζόμενους απολύονταν προσωρινά ή εργάζονταν με μειωμένο χρόνο σε εργοστάσια που αντιμετώπιζαν πρόσκαιρες δυσκολίες. Αυτό το ταμείο διεύρυνε από τον περασμένο Ιανουάριο την κάλυψή του σε όσους κάνουν την πρακτική τους, στους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και στους ψευδο-αυταπασχολούμενους (parasubordinati). Στο τέλος Ιουλίου, 700.000-800.000 εργαζόμενοι λάμβαναν τέτοια επιδόματα. Στη Γαλλία, όπου οι προσωρινές απολύσεις επίσης έχουν μακρά παράδοση, τα επιδόματα αυξήθηκαν από το 60% στο 70% του μισθού του περασμένου έτους. Το Βέλγιο εφάρμοσε τις προσωρινές απολύσεις στους ειδικευμένους εργαζόμενους (white collar) από τον περασμένο Ιούνιο. Μέχρι τότε, αυτή η πρακτική μπορούσε να εφαρμόζεται μόνο από επιχειρήσεις με ανειδίκευτους εργαζόμενους (blue collar). Στη Σουηδία, οι προσωρινές απολύσεις εισήχθησαν πρώτα στην βιομηχανία, μέσω της συλλογικής σύμβασης, του περασμένου έτους, ενώ οι εργοδότες άσκησαν πίεση στα συνδικάτα των ειδικευμένων υπαλλήλων να υπογράψουν μια παρόμοια συμφωνία.

    Από την άλλη, η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Σλοβενία, η Τσεχία, η Σλοβακία, η Βουλγαρία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία, εισήγαγαν ή τροποποίησαν τις συμφωνίες για μειωμένο εργάσιμο χρόνο κατά την παρούσα κρίση. Στη Γερμανία και την Αυστρία πλέον καταβάλλονται για μέγιστο διάστημα 24 μηνών, ενώ στην Ολλανδία και την Τσεχία, η κατάρτιση είναι υποχρεωτική για την καταβολή του επιδόματος. Τον προηγούμενο Ιούνιο, 1,4 εκατομμύρια εργαζόμενοι λάμβαναν το επίδομα μειωμένου χρόνου εργασίας στη Γερμανία.

    Οι εκπτώσεις στις εισφορές για κοινωνική ασφάλιση και οι επιδοτήσεις προσλήψεων για να τονωθεί η ζήτηση εργασίας αποτέλεσαν το δεύτερο πιο διαδεδομένο εργαλείο πολιτικής απασχόλησης που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης. Οι εκπτώσεις για ιδιαίτερες ομάδες του εργατικού δυναμικού εισήχθησαν στο Βέλγιο, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ουγγαρία, την Πορτογαλία, τη Σουηδία και τη Σλοβακία, ενώ οι επιδοτήσεις επανεισήχθηκαν στη Βρετανία μετά την εγκατάλειψή τους κατά τη δεκαετία του 1980.

    Αυτά τα μέτρα είναι συνεπή με την λογική ενεργοποίησης της ΕΣΑ, αλλά η αποτελεσματικότητά τους όσον αφορά βιώσιμα αποτελέσματα είναι υπό συζήτηση, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, οπότε η δημιουργία θέσεων εργασίας εξαρτάται περισσότερο από τις προβλέψεις για την εξέλιξη της ζήτησης από ό,τι για το κόστος παραγωγής. Από την άλλη, οι εκπτώσεις στις κοινωνικές εισφορές σίγουρα εξασθενίζουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών συστημάτων και αν εφαρμοστούν σε ευρεία κλίμακα είναι ισοδύναμες με τις πρακτικές του «κοινωνικού ντάμπινγκ» ανάμεσα στις χώρες-μέλη της ΕΕ.

    Τελευταίο στοιχείο, αλλά όχι μικρότερης σημασίας, είναι ότι παρόλο που τα μέτρα ενεργητικής πολιτικής εφαρμόστηκαν στην αγορά εργασίας με σκοπό να αναχαιτίσουν την ανεργία των νέων –ιδιαίτερα οι πρακτικές ασκήσεις και οι πολιτικές απόκτησης εργασιακής πείρας–, ήταν πολύ περιορισμένα, σε μια περίοδο μεγάλης μείωσης στις προσλήψεις, ώστε να επιφέρουν οποιοδήποτε ουσιώδες αποτέλεσμα στις στατιστικές της ανεργίας, με αποτέλεσμα το ποσοστό ανεργίας των νέων να καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση. Η αναμενόμενη καθοδική προσαρμογή του μόνιμου προσωπικού των επιχειρήσεων και η απροθυμία τους να προβούν σε προσλήψεις, εκτός από προσλήψεις με προσωρινά συμβόλαια ή μερικής απασχόλησης, πρόκειται να αυξήσει και να γενικεύσει την επισφάλεια που βίωναν οι νέοι των περισσότερων χωρών της ΕΕ πριν από την κρίση, σε όλη την Ευρώπη.

    Μια τελική παρατήρηση είναι ότι η απ’ ευθείας δημιουργία μόνιμων θέσεων εργασίας στον δημόσιο τομέα δεν χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο πολιτικής για την προώθηση της απασχόλησης στις χώρες-μέλη της ΕΕ –τουλάχιστον επίσημα–, σε συμφωνία με την από καιρό νεοφιλελεύθερη δέσμευση για την υποχώρηση της δραστηριότητας και της απασχόλησης του δημόσιου τομέα. Παρόλα αυτά, η δημόσια επένδυση χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο για τη δημιουργία θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, μέσω συμμετοχών.

    Το απότομο κλείσιμο της κεϊνσιανής παρένθεσης - Η επιστροφή στην τάξη -Business as usual

    Οι προβλέψεις για τις μελλοντικές κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης είναι θολές, αφού δεν έχουν ακόμη ξεδιπλωθεί «τα αποτελέσματα της εκκαθάρισης» και η επίπτωση τους στην απασχόληση και το εισόδημα, ενώ επίσης η δειλή ανάκαμψη που φάνηκε κατά το τρίτο τρίμηνο του 2009 είναι ακόμα πολύ εύθραυστη. Η ασάφεια των προβλέψεων ενισχύεται επιπλέον από την αναμενόμενη σταδιακή εξουδετέρωση όλων των εργαλείων πολιτικής που χρησιμοποιήθηκαν κατά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο και αντιστοιχούσαν σε μια διαχείριση της κρίσης από την πλευρά της ζήτησης.

    Η απόφαση του τελευταίου Ecofin και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεν αφήνει ούτε την παραμικρή αμφιβολία. Έχει οριστεί ένα δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για την εγκατάλειψη των πολιτικών δημοσιονομικής τόνωσης για όλα τα μέλη-κράτη της ΕΕ που αντιμετωπίζουν «υπερβολικά ελλείμματα», σύμφωνα με τον ορισμό του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, και η Ελλάδα αποτελεί την πρώτη χώρα που βιώνει μια αυστηρή επιτήρηση από την πλευρά της ΕΕ σε μια άνευ προηγουμένου κλίμακα. Μέτρα δημοσιονομικής αυστηρότητας, όπως το πάγωμα πληρωμών, περικοπές στους κοινωνικούς προϋπολογισμούς, στην υγεία και την παιδεία, έχουν εφαρμοστεί ή προπαρασκευάζονται για τη Λετονία, την Εσθονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα και το Βέλγιο. Μια μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος ετοιμάζεται για την Ελλάδα, με στόχο να μετατρέψει το αναδιανεμητικό (pay as you go) σύστημα προκαθορισμένων παροχών σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών, εμπνευσμένο από ανάλογες μεταρρυθμίσεις στη Σουηδία, την Ιταλία, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία στις δεκαετίες του 1990 και του 2000.

    Όσο για το πλαίσιο της πολιτικής απασχόλησης, τα τελευταία Ευρωπαϊκά Συμβούλια έχουν επικεντρώσει στην ανάγκη για επανεστίαση σε πολιτικές αγοράς εργασίας με άξονα την ενεργοποίηση και την ευασφάλεια.

    Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις για τους μισθούς του επόμενου έτους θα είναι πολύ πιο δύσκολες, αφού οι αυξήσεις στους μισθούς κατά το 2009 είχαν αποφασιστεί μέσω διαπραγματεύσεων πριν από την κρίση, των οποίων το αποτέλεσμα είχε γίνει γενικότερα σεβαστό. Όμως, οι καθορισμένοι από το κράτος κατώτατοι μισθοί έχουν ήδη παγώσει σε κάποιες χώρες, λ.χ. στην Ουγγαρία, ενώ σε άλλες χώρες, όπως στη Σουηδία, ασκείται πίεση από τις εργοδοτικές οργανώσεις για να αλλάξει ολόκληρο το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, εάν τα συνδικάτα δεν συναινέσουν στο πάγωμα μισθών ή στον περιορισμό των μισθολογικών τους απαιτήσεων.

    Πάνω από όλα, μετά από μια σύντομη παρένθεση εφαρμογής ενός ετερόδοξου μείγματος πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης στην ΕΕ, και με δεδομένη την αδυναμία της εργατικής τάξης και των εκπροσώπων της στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο να οργανώσουν όχι μόνο την συνηθισμένη αντίσταση, αλλά επίσης, και πάνω από όλα, να προτείνουν αξιόπιστες εναλλακτικές στο επίπεδο της ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο, κινούμαστε ταχύτατα στην επαναθεμελίωση της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, των χρηματοπιστωτικών αγορών και των καπιταλιστικών συμφερόντων, σύμφωνα με την πεπατημένη. Κάτω από τέτοιες περιστάσεις, ενισχύεται ο ρόλος της ΕΕ ως περιοριστικού μηχανισμού για την ευθυγράμμιση των εθνικών κυβερνήσεων και των ευρωπαίων πολιτών προς αυτά τα συμφέροντα.

     

    Μετάφραση: Γαβριήλ Σακελλαρίδης

     

     


Related articles

Precariousness