• Κρίση, Ευρώπη, εναλλακτικές λύσεις και στρατηγικές προκλήσεις για την ευρωπαϊκή αριστερά[i]

  • 21 Jun 11 Posted under: Contemporary Capitalism , Transformative Strategies
  • Μετά τη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Μάρτιο, καθίσταται ακόμα πιο εμφανής ο βαθμός στον οποίο η Ευρώπη και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών κινούνται προς ένα καθοδικό σπιράλ, με αρκετά δογματικό και ανεύθυνο τρόπο. Η Μέρκελ και η συμμαχία της συνεχίζουν τις επιθετικές πολιτικές τους. Και χωρίς να δείχνει το παραμικρό σημάδι αμφιβολίας, ο Όλι Ρεν, επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων[ii], κινείται προς την άβυσσο όταν τονίζει ότι μετά την πυροσβεστική παρέμβαση στην Ελλάδα οι προϋπολογισμοί των ξεχωριστών κρατών πρέπει σε μια δεύτερη φάση να τεθούν σε μια διαδικασία λεπτομερούς ελέγχου, προτού υιοθετηθούν οριστικά, και ότι σε μια τρίτη φάση οι Συνθήκες της ΕΕ πρέπει να αναθεωρηθούν στο πνεύμα της οικονομικής διακυβέρνησης. Σε αυτή την κατάσταση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) έχει αναλάβει, όχι μόνο στην περιφέρεια, το ρόλο του χωροφύλακα της λιτότητας, και ύστερα από τις επεμβάσεις στην Ανατολική Ευρώπη επεκτείνει το πεδίο της δράσης του εντός της Ευρωζώνης.

    Η κατάσταση προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη απαισιοδοξία αναφορικά με το μέλλον της ΕΕ, της Ευρωζώνης και των ξεχωριστών κρατών-μελών. Συνεπώς, εντός της ΕΕ, η αριστερά και τα συνδικάτα έρχονται αντιμέτωπα με ιδιαίτερα επείγοντα ζητήματα στρατηγικής[iii].

     

    Η Ελλάδα και οι χώρες της Νότιας, της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής

    Η Ελλάδα είναι η πρώτη από μια σειρά ευρωπαϊκών βομβών χρέους. Η συζήτηση σχετικά με τα «PIGS» (Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία) δεν θα πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι η κατάσταση σε πολλές ανατολικές χώρες είναι ακόμα πιο εκρηκτική. «Οι μετακομμουνιστικές οικονομίες είχαν δομηθεί από την αρχή ώστε να ωφελούνται τα ξένα συμφέροντα και όχι οι τοπικές οικονομίες. Όλα αυτά τα χρέη είναι τόσο υψηλά ώστε να είναι αδύνατη η εξόφλησή τους, καθώς οι περισσότερες από αυτές τις χώρες έχουν εμπορικά ελλείμματα και βυθίζονται στην ύφεση»[iv].

    Η πραγματικότητα της κρίσης δείχνει ότι, από πολλές πλευρές, η Ευρώπη είναι μία ολοένα και περισσότερο διχασμένη ήπειρος. Αυτό συμβαίνει κατ’ αρχάς εξαιτίας της κυρίαρχης ανταγωνιστικής θέσης του γερμανικού κεφαλαίου έναντι του κεφαλαίου του «μεσογειακού καπιταλισμού» κάτι που με τη σειρά του τροφοδοτεί μια διαφοροποιημένη τάση προς τη δημιουργία χρέους: τα κράτη-μέλη αναπτύσσονται με αποκλίνοντες τρόπους ως προς την ανταγωνιστικότητά τους[v]. Η Γερμανία σπρώχνει με επιτυχία τους γείτονές της στη ζητιανιά, απορροφώντας την οικονομική τους ζήτηση και εξάγοντας την ανεργία της. Η ανησυχία ως προς την Ιταλία και την Ισπανία αυξάνεται (τα δημοσιονομικά τους έσοδα καταποντίζονται) –δύο χώρες όπου η μαύρη οικονομία αντιπροσωπεύει ένα βασικό και ανεξέλεγκτο μέρος του ΑΕΠ– καθώς και ως προς την Πορτογαλία, όπου η κυβέρνηση υιοθέτησε ένα δραστικό πακέτο λιτότητας στα τέλη Μαρτίου.

    Στο πλαίσιο του κοινού νομίσματος, η απουσία συντονισμού και μέτρων υπέρ της εναρμόνισης καθώς και υπέρ της μείωσης των ανισοτήτων στερεί τις πιο αδύναμες οικονομίες από κάθε μέσο αντίδρασης. Οδηγούνται συνεπώς να προσαρμοστούν στις συνθήκες είτε μέσω της δημιουργίας χρέους είτε μέσω μέτρων λιτότητας. Αν και σίγουρα μπορεί να ασκηθεί κριτική στις πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένων των τεράστιων στρατιωτικών δαπανών της χώρας (σε συνέργεια με τις χώρες που ενδιαφέρονται για εξαγωγή όπλων), είναι αναγκαία η καταδίκη του τόσο επιβλαβούς για ολόκληρη την περιφέρεια εγωισμού των ισχυρότερων ευρωπαϊκών κρατών. Η επιδείνωση της κρίσης στην Ελλάδα θα έχει επίσης καταστροφικές συνέπειες για τα Βαλκάνια, όπου το ελληνικό τραπεζικό κεφάλαιο είναι παρόν και όπου έχουν επενδύσει περίπου 8.000 ελληνικές επιχειρήσεις[vi].

    Ενώ οι τράπεζες λαμβάνουν δάνεια με 1% επιτόκιο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), κερδοσκόποι και επενδυτές απαιτούν 7% επιτόκιο από το ελληνικό κράτος, ποσοστό διπλάσιο από το αντίστοιχο της Γερμανίας. Τα επιτόκια που απαιτούν οι αγορές κοστίζουν περισσότερο από 0,5% του ελληνικού ΑΕΠ[vii]. Πρέπει επειγόντως να παύσουμε διαδικασίες κατά τις οποίες τα κράτη αναλαμβάνουν όλες τις διακινδυνεύσεις και επιταχύνουν τη πτώχευση των κοινωνιών τους ενώ οι τράπεζες χρησιμοποιούν αυτά τα δίχτυα ασφαλείας για να επεκτείνουν κι άλλο τη δυνατότητά τους να αναλαμβάνουν ρίσκα. Θα ήταν καταλληλότερο να αναχρηματοδοτηθούν επειγόντως εκείνα τα κράτη που συναντούν δυσκολίες, με επιτόκια σαφώς χαμηλότερα από εκείνα της αγοράς.

    Στην περίπτωση της Ελλάδας, η ΕΕ έχει αποφασίσει να δοκιμάσει τα διαθέσιμα όργανα επιτήρησης των οικονομικών και προϋπολογιστικών πολιτικών συνολικά, τα οποία εφαρμόζονται για πρώτη φορά[viii]. Ο πρόεδρος του Eurogroup Ζ.-Κ. Γιούνκερ και οι 16 υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης έχουν αποφασίσει να επιτηρήσουν την πειθάρχηση της Ελλάδας μέσω «υποδείξεων» λιτότητας. Η Γαλλία νιώθει ότι η προσπάθεια που έχει ήδη απαιτηθεί είναι αρκετή, ενώ η Γερμανία θα ήθελε να την κάνει ακόμα σκληρότερη.

    Τώρα αρχίζει ένα αληθινό τεστ αντοχής ανάμεσα στα συμφέροντα των λαών της Ευρώπης και εκείνα των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Στο όνομα μιας «Ευρώπης των λαών» και «μιας άλλης Ευρώπης για έναν άλλο κόσμο», είναι προς το συμφέρον κάθε λαού της Ευρώπης η εύρεση εναλλακτικών λύσεων για όλες τις χώρες που το έχουν ανάγκη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, βοηθώντας τες να αντιμετωπίσουν την κρίση.

     

    Η αριστερά πρέπει να δώσει νέες απαντήσεις

    Τα προβλήματα της αριστεράς προέρχονται –εν μέρει τουλάχιστον– από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών οι αριστερές δυνάμεις συνέχισαν να αδυνατούν να παρουσιάσουν μια πειστική ερμηνεία των βαθύτερων μετασχηματισμών του καπιταλιστικού συστήματος: την ανάπτυξη του «χρηματιστικού καπιταλισμού της αγοράς» μετά την κρίση του φορντισμού και την υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου με αυξανόμενες ανισότητες στο παγκόσμιο σύστημα. Αυτό είχε τεράστια επίδραση στην εξέλιξη των εργατικών τάξεων και στην πολιτική και ιδεολογική εξουσία. Η αριστερά, που πρέπει να οικοδομηθεί από ποικίλες κοινωνικές δυνάμεις –π.χ. από μέλη των εργατικών τάξεων, καθώς και από μακροχρόνια άνεργους, με χαλαρή σχέση με τον «κόσμο της εργασίας»– οφείλει  να ενοποιήσει διαφορετικές κοινωνικές εμπειρίες και κουλτούρες ριζοσπαστικής σκέψης. Η αριστερά είτε έχασε ένα μέρος της επιρροής της στον κόσμο της εργασίας είτε δεν κατάφερε να ανανεώσει αυτή την επιρροή σε μια περίοδο βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών. Σε περιόδους μαζικής ανεργίας, η αριστερά (σε διάφορες χώρες) εστίασε το λόγο και τα προγράμματά της σε ζητήματα απασχόλησης και αγνόησε το ζήτημα της εργασίας ως ένα πεδίο κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Αυτά τα ελλείμματα έχουν καταστήσει δύσκολη την κατανόηση της «μεγάλης κρίσης» και την ανάπτυξη επαρκούς εναλλακτικής σκέψης.

    Στην πραγματικότητα, είμαστε αντιμέτωποι με δύο ταυτόχρονες κρίσεις: μία χρηματοπιστωτική κρίση και μία κρίση της πραγματικής οικονομίας. Με την έλευση ενός καπιταλισμού των χρηματοπιστωτικών αγορών, τα θεμέλια της παραγωγής, της μισθωτής εργασίας και των κοινωνικών κατακτήσεων που επιτεύχθηκαν με σκληρούς αγώνες, καθώς και η συνοχή ολόκληρων κοινωνιών, έχουν υπονομευθεί. Η εξέλιξη, η αλληλεξάρτηση και το βάθος της χρηματοπιστωτικής, οικονομικής, οικολογικής και κοινωνικής κρίσης και της κρίσης του χρέους δείχνουν ότι η κρίση συνολικά είναι κρίση ολόκληρου του μοντέλου συσσώρευσης και ρύθμισης στη φάση του καπιταλισμού των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η τρέχουσα κατάσταση δεν είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, αλλά του παγκόσμιου καπιταλισμού των χρηματοπιστωτικών αγορών. Επιπλέον συνέπειες της κοινωνικής, οικονομικής και οικολογικής αποτυχίας του παγκόσμιου καπιταλισμού είναι οι γεωπολιτικές μεταβολές που οδηγούν σε νέες εντάσεις, κινδύνους και ένοπλες συγκρούσεις. Στην ΕΕ, οι αντιφάσεις θα γίνουν τόσο έντονες ώστε μια κατάρρευση της Ευρωζώνης να μη θεωρείται εντελώς απίθανη[ix].

    Ακόμη και το αστικό μπλοκ δεν έχει μια νέα, ενοποιητική, ηγεμονική ιδέα των συστημικών μεταρρυθμίσεων. Τα πακέτα διάσωσης και κινήτρων είναι σχεδιασμένα μόνο για βραχυπρόθεσμη χρήση, χωρίς το δυναμισμό ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης. Η αριστερά πρέπει να προετοιμαστεί μακροπρόθεσμα. Περισσότερο από πριν, οι άμεσες εναλλακτικές προτάσεις πρέπει να τραφούν με εναλλακτικές λογικές.

    Δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η κρίση στην Ευρώπη δεν ευνοεί την αριστερά, αλλά στρέφεται εναντίον της και υπέρ της αποχής. Εθνικιστικές, δεξιές λαϊκίστικες, ακόμα και εξτρεμιστικές τάσεις μπορεί να βρουν γόνιμο έδαφος εδώ, ιδιαίτερα καθώς οι διαχωρισμοί ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, το Βορρά και το Νότο εντείνονται.

    Εάν αποτύχουμε να παρουσιάσουμε μια αξιόπιστη αριστερή προσέγγιση, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι ελπίδες και ο λόγος περί αλλαγής να αναληφθούν από δεξιές, λαϊκιστικές και μερικές φορές εξτρεμιστικές δυνάμεις. Υπάρχει κίνδυνος το αίσθημα της ανικανότητας να εξαπλωθεί μεταξύ όσων βρίσκονται στο χαμηλότερο σκαλί της κοινωνίας, ακόμα και εάν σημαντικοί αγώνες μπορούν μερικές φορές να μας επιτρέπουν να σκεφτούμε το αντίθετο.

    Η κρίση παρέχει επίσης μια ευκαιρία μάθησης, κατανόησης και συζήτησης αυτού που είναι νέο –και συνεπώς μια ευκαιρία να γίνει πιο ανταγωνιστικό στη θεωρία και την πράξη. Παρατηρούμε σε διαφορετικές χώρες σημαντικές προσπάθειες εκ μέρους της αριστεράς να ανανεωθεί αυτόνομα προς τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, να οικοδομήσει νέες εναλλακτικές πλατφόρμες και να προωθήσει νέες πολιτικές διαδικασίες. Η αριστερά πρέπει να στοχεύει σε ερμηνείες που διαρρηγνύουν τους πολιτικούς και ιδεολογικούς αποκλεισμούς. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι αναγκαίο να επεξεργαστεί τι συνιστά αριστερή κριτική της ΕΕ. Στην παρούσα κρίση, οι αριστερές δυνάμεις πρέπει να επιδιώκουν πιο αποτελεσματικά μέτρα, που θα ενθαρρύνουν τους πολίτες να εμπλακούν με την πολιτική και να αναγνωρίσουν τις κοινωνικές επιλογές που διακυβεύονται στις παρούσες αναμετρήσεις.

     

    Για το κράτος, τις κυβερνήσεις, την πολιτική δράση και την οικονομική δημοκρατία

    Το συγκεκριμένο πεδίο μεταβάλλεται με την κρίση και η ανάλυση πρέπει να εμβαθύνει σε αυτό. Οι κυβερνητικές πολιτικές του 2008-2009 δεν μπορούν να θεωρηθούν κεϊνσιανές. Με μια οπτική «κράτους-αγοράς»[x], κινητοποίησαν δημόσιους πόρους σε μαζική κλίμακα, χωρίς να αγγίξουν τη κατανομή του πλούτου ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, ανάμεσα στα ιδιωτικά και τα δημόσια συμφέροντα. Ο Ντέιβιντ Χάρβει αναφέρεται σε ένα «χρηματοπιστωτικό πραξικόπημα».

    Η ΕΕ και τα κράτη-μέλη ακατάπαυστα μεταβάλλουν την ισορροπία υπέρ των μετόχων[xi] και το μετασχηματισμό τους σε «επενδυτές» που δεν έχουν κάποια σύνδεση διαρκείας με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις. Δεν γίνεται πλέον η ΕΕ και τα κράτη-μέλη να είναι ικανοποιημένοι που παραμένουν θεατές ενώ παρέχουν δημόσια βοήθεια στον ιδιωτικό τομέα. Οφείλουν να παρέμβουν προς όφελος μιας άλλης διανομής της προστιθέμενης αξίας και ενός άλλου τρόπου διοίκησης των επιχειρήσεων.

    Η αριστερά πρέπει να ερμηνεύσει τις πολιτικές αλλαγές στις δημόσιες πολιτικές κατά τη διάρκεια της κρίσης και να αναπτύξει μια επιχειρηματολογία για το δημόσιο χρέος. Πρέπει να επιμείνει στο γεγονός ότι τα κριτήρια της οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής ανάπτυξης, καθώς και της παγκόσμιας σταθερότητας, απαιτούν την ανάπτυξη των εγχώριων αγορών –όχι στη βάση του ιδιωτικού ή δημόσιου χρέους, αλλά στη βάση μιας διακριτά δικαιότερης κατανομής της προστιθέμενης αξίας υπέρ της εργασίας και του δημοσίου συμφέροντος.

    Αναζητώντας ένα νέο μοντέλο πολιτικής παρέμβασης στο οικονομικό πεδίο, η έννοια της «οικονομικής δημοκρατίας» –με έναν νέο και ευρύτερο ορισμό– παρουσιάζει ενδιαφέρον ως ερευνητικός άξονας. Αυτή η πολυδιάστατη έννοια επιτρέπει μια εναλλακτική προσέγγιση, που ενοποιεί διαφορετικά επίπεδα (νέα αναδιανομή του πλούτου και του μοντέλου πρόνοιας, δημόσιος τομέας ως φορέας εναλλακτικών λογικών, διογκούμενη δημόσια εξουσία και κοινωνική ιδιοκτησία, αναδιατίμηση της εργασίας, εκδημοκρατισμός των μακροοικονομικών αποφάσεων και των επιχειρήσεων, νέες φιλοδοξίες και περιεχόμενο των κανόνων). Αυτή η έννοια οφείλει να αποτελέσει ένα από τα πεδία απ’ όπου θα αντλήσουμε κομμάτια για να συνθέσουμε μια νέα εικόνα. Ως προς την οικολογία, πρέπει να αναπτύξουμε μια αριστερή οπτική στα περιβαλλοντικά ζητήματα, μέσω της εισαγωγής των ταξικών διαστάσεων. Οφείλουμε να εξετάσουμε την έννοια του «νέου τρόπου ανάπτυξης».

     

    Αποκαθιστώντας και εκσυγχρονίζοντας την έννοια της ταξικής πάλης

    Η παρούσα κρίση είναι επίσης μια ευκαιρία αποκατάστασης της έννοιας της ταξικής πάλης, όχι φυσικά με έναν παλιομοδίτικο, δογματικό ή μηχανιστικό τρόπο, αλλά ως μία ισχυρή έννοια για την κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Ο Χάρβεϊ υπογραμμίζει τη σημασία της «οικονομίας της απαλλοτρίωσης», που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους, καθώς και των αγώνων που πραγματοποιούνται ταυτόχρονα στον κόσμο ενάντια στις διάφορες μορφές «απαλλοτρίωσης» (γη, φυσικοί πόροι, δημόσια αγαθά, νερό, δημόσια ιδιοκτησία, κοινωνικά δικαιώματα, κατοικία, πατέντες κ.ά.). Ο Μαρξ επέμενε πάντα στην έννοια της τάξης ως εκ των ων ουκ άνευ τόσο για τη θεωρία όσο και για τη δράση. Αυτό δεν υποκρύπτει μια προσπάθεια «αναγωγής ζητημάτων φύσης, φύλου, σεξουαλικότητας, φυλής, θρησκείας ή οτιδήποτε άλλο σε ταξικούς όρους· θα ήταν απαράδεκτο. […] Όμως, είναι σπάνιο οποιοδήποτε από αυτά τα ζητήματα να μην εσωτερικεύει μια σημαντική ταξική διάσταση, η λύση στην οποία αποτελεί αναγκαία αν και ποτέ ικανή συνθήκη για μια επαρκώς αντιρατσιστική ή φιλοπεριβαλλοντική πολιτική»[xii]. Δεν είναι εύκολο να βρούμε τις σωστές λέξεις – και αυτό είναι που πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε– ώστε να φανταστούμε τις αναγκαίες πολιτικές απαντήσεις.

    Στην τρέχουσα κρίση, που ίσως εμφανίζεται ως κρίση ανταγωνισμού ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα, είναι σημαντικό να δείξουμε πώς αναπτύσσεται η ταξική πάλη μέσα στην Ευρωζώνη. Στη Γερμανία, οι καπιταλιστικές τάξεις έχουν προσπαθήσει για πάνω από μία δεκαετία να εμπλέξουν τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα σε μια πάλη για «χωροταξικό ανταγωνισμό», που οδήγησε στην ταχύτερη πτώση των μισθών και τη δραστικότερη διάλυση των κοινωνικών δικαιωμάτων σε σχέση με οπουδήποτε αλλού (Hartz IV). Την ίδια στιγμή, οι καπιταλιστές βγάζουν επιπλέον κέρδη μέσω μιας επιθετικής πολιτικής εξαγωγών προς την «περιφέρεια», μέσα στην κοινή νομισματική και ρυθμιστική ζώνη. Η πρόκληση συνίσταται στην κατανόηση ότι οι συγκρούσεις δεν συμβαίνουν ανάμεσα σε έθνη, αλλά ανάμεσα σε τάξεις, στην ανάπτυξη νέων περιεχομένων και μορφών κοινωνικών και πολιτικών αγώνων σε μια περίοδο στην οποία «κάποια κράτη είναι σε θέση να μεταθέσουν το κόστος της διαχείρισης κρίσεων σε άλλα κράτη ή/και κοινωνικές δυνάμεις […] και η ενοποίηση της παγκόσμιας αγοράς δεν αμφισβητεί το κράτος γενικά, αλλά συγκεκριμένα κράτη με συγκεκριμένες εξουσίες, ενώ τα κράτη μπορούν να ανασχεδιαστούν και να ανατοποθετηθούν ώστε να υποδεχτούν (ή να περιορίσουν) νέες μορφές συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα»[xiii].

     

    Η πάλη για την πολιτισμική ηγεμονία

    Οι τελευταίες εβδομάδες χαρακτηρίζονται από το ξύπνημα ενός υπολογίσιμου μαζικού πνεύματος πάλης σε μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών. Όμως, τα εμπόδια που τίθενται στους χειραφετητικούς μετασχηματισμούς παραμένουν στη θέση τους ακόμα και κατά τη διάρκεια της κρίσης. Πρέπει να μπορέσουμε να μεταβάλουμε σε βάθος και σε διάρκεια την ισορροπία δυνάμεων προκειμένου να εξασφαλίσουμε ότι σημαντικές πολιτικές δυνάμεις και κυβερνήσεις θα αναγκαστούν να μεταφράσουν τα αιτήματα όσων αντιστέκονται και αγωνίζονται σε απτές πολιτικές επιλογές.

    Η αναγκαιότητα ριζοσπαστικής ρήξης με την κυρίαρχη λογική γίνεται περισσότερο εμφανής από ποτέ. Αρχίζοντας με τις συγκεκριμένες και οξυνόμενες αντιφάσεις, πρέπει να βρούμε εναλλακτικές λύσεις των οποίων το περιεχόμενο συνδέεται με μια «διαφορετική» λογική. Η ωρίμανση των αντιφάσεων πριν από το ξέσπασμα της μεγάλης κρίσης και κατά τη διάρκειά της καθιστά εμφανή την ανάγκη σύνδεσης των ιδεών για άμεση δράση με αυτές για ένα εναλλακτικό κοινωνικό πρόγραμμα.

    Ο χαρακτήρας μιας συστημικής κρίσης νομιμοποίησης καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής –αντικείμενο κριτικής γίνονται ολοένα και περισσότερο όχι μόνο οι εκπρόσωποι της τρέχουσας τάξης πραγμάτων, αλλά και οι ίδιες οι συνθήκες. Σε χώρες όπως η Γερμανία[xiv] και η Γαλλία[xv] διογκώνεται τα τελευταία είκοσι χρόνια μια μαζική διάβρωση της πίστης, μια διαδικασία που αυτή καθεαυτή δεν ανοίγει προοπτικές υπέρβασης της μοιρολατρίας. Συνεπώς, είναι κρίσιμο να βρεθούν νέες συλλήψεις και ένα νέο περιεχόμενο της πολιτικής, καθώς και μορφές όχι μόνο τυπικής συμμετοχικής δημοκρατίας, αλλά μιας μετασχηματιστικής δημοκρατίας που ενεργοποιεί πραγματικά την κοινωνία.

    Αν και ο νεοφιλελευθερισμός χάνει την ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία του, έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μέχρι την ανάπτυξη μιας νέας πολιτισμικής ηγεμονίας –η οποία είναι η προϋπόθεση μιας πολιτικής ρήξης με την κυρίαρχη λογική που υποστηρίζεται από την πλειοψηφία– και οι πολιτικές δυνάμεις που εμπνέονται από το νεοφιλελευθερισμό συνεχίζουν να είναι κυρίαρχες, παρόλο που δεν διαθέτουν ξεκάθαρο όραμα για το μέλλον.

    Απαιτείται νέα πολιτική δημιουργικότητα για την προώθηση της αντίστασης και του ριζοσπαστισμού που ενυπάρχει στις κοινωνίες μας, ώστε να ξεπεράσουμε την κρίση παθητικότητας και να βοηθήσουμε στη μετατροπή του παθητικού μίσους σε ενεργητική αντίσταση, με αίτημα την αλλαγή κατεύθυνσης της πολιτικής και έναν μετασχηματισμό της κοινωνίας που προϋποθέτει την αντικατάσταση του καπιταλισμού.

    Γι’ αυτό το είδος πολιτικής δημιουργικότητας απαιτείται μια πολιτική κουλτούρα συνεπούς διαφάνειας, που ανακαλύπτει νέες μορφές συνεργασίας ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις με διαφορετικές παραδόσεις. Πολλές εμπειρίες μάς έχουν δείξει ότι οι μη ιεραρχικές, μη συγκεντρωτικές (ή αυτό-εμποδιζόμενες) και αποφασιστικά συνεργατικές πρακτικές προωθούν νέες μορφές συλλογικής δράσης από διαφορετικές δυνάμεις και ενισχύουν το ρόλο των ευρωπαίων αριστερών ακτιβιστών.

    Η πρόκληση για τις αριστερές δυνάμεις συνίσταται στο να εργαστεί για την οικοδόμηση αντι-ηγεμονιών και ιδιαίτερα στο να βοηθήσει τις εργατικές τάξεις και τις ομάδες που απειλούνται πιο σοβαρά από την κρίση και τα μέτρα λιτότητας να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα με τρόπο που θα τους επιτρέψει να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα ζητήματα της συγκυρίας και να παρέμβουν ως δρώντες, να αποκτήσουν τη δυνατότητα ενωτικής δράσης και να αντιληφθούν ότι πολύ βαθιές μεταβολές που επηρεάζουν την εξουσία και την ιδιοκτησία έχουν πλέον γίνει άμεση αναγκαιότητα.

    Οι απτές πολιτικές που προτείνουν οι αριστερές δυνάμεις πρέπει να στοχεύουν στη δημιουργία ενός κοινωνικού μπλοκ στη βάση των κοινών άμεσων συμφερόντων, που ίσως οδηγήσει στη δημιουργία «μετώπων» –μεταβλητού   χαρακτήρα βεβαίως, σύμφωνα με τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες κάθε χώρας. Αυτό φαίνεται ως ένα γόνιμος δρόμος, στο βαθμό που τέτοιες ανοιχτές δομές καθιστούν ευκολότερη τη συνεργασία ανάμεσα σε πρωταγωνιστές διαφορετικών τύπων (πολιτικές οργανώσεις, κινήματα, στοιχεία της κοινωνίας πολιτών, συνδικαλιστές, διανοούμενοι, δίκτυα) και συνεπώς δημιουργούν μια κοινωνική και πολιτική δυναμική. «Η συστημική κρίση μάς υποχρεώνει να σκεφτούμε πάνω σε κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα με έναν από-διαμερισματοποιημένο, εγκάρσιο και παγκόσμιο τρόπο».

     

    Για την κρίση της ΕΕ και τις απτές εναλλακτικές λύσεις

    Η τρέχουσα κρίση του ευρώ και της ΕΕ –ενός από τα κέντρα της γενικότερης κρίσης– δεν είναι απλώς η συνέπεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης. Καθιστά, αντίθετα, εμφανή την αποτυχία του ευρώ και τα σοβαρά προβλήματα στην οικοδόμηση της Ευρώπης με έναν τρόπο που έχει απορριφθεί από την πλειοψηφία των ψηφοφόρων στα δημοψηφίσματα στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ιρλανδία. Ούτε η ΕΕ ούτε οι αντίστοιχες κυβερνήσεις έχουν σεβαστεί τις αποφάσεις των λαών, αλλά, αντίθετα, συνεχίζουν να εφαρμόζουν τις ίδιες πολιτικές.

    Η ίδια η φύση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει αναδειχθεί σε παράγοντα κρίσης. Η κρίση επιφυλάσσει σοβαρές συνέπειες για την Ευρώπη. Ακόμα και αν η ένταση και οι επιπτώσεις της δεν είναι ίδιες παντού, στο Βορρά και στο Νότο, στην Ανατολή και στη Δύση, οι τάσεις είναι πανομοιότυπες. Οι προσανατολισμοί του ευρώ και της ΕΕ δεν είχαν σχεδιαστεί ώστε να ενθαρρύνουν την πραγματική συνεργασία υπέρ των πληθυσμών, μιας νέας βιομηχανικής ή αγροτικής πολιτικής, της δημόσιας έρευνας, της ανάπτυξης δημόσιων υπηρεσιών και υποδομών, εν συντομία, ενός νέου τρόπου ανάπτυξης. Οι συνθήκες που ενθάρρυναν το δημοσιονομικό και κοινωνικό ντάμπιγκ, το Σύμφωνο Σταθερότητας (που έχει αναιρεθεί πλήρως), επιδίωξαν να κατευθύνουν τη ροή χρήματος προς τις αγορές. Όλη η συλλογή μέτρων που σπέρνουν τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε μισθωτούς, αλλά και ανάμεσα σε περιφέρειες, βοηθά μόνο τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις ανταγωνιστικές οικονομίες των ισχυρότερων χωρών. Στην πραγματικότητα, το Σύμφωνο Σταθερότητας –που πλέον παραβιάζεται σε μόνιμη βάση από τις περισσότερες χώρες-μέλη της ΕΕ– έχει γίνει κομμάτια.

    Σύμφωνα με το κυρίαρχο δόγμα της ΕΕ, η ολοκλήρωση θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα χωρίς σύγκρουση, στο βαθμό που το κεφάλαιο και η εργασία θα μπορούσαν να μετακινηθούν ελεύθερα στις πρώην «εθνικές οικονομίες». «Η νομισματική ένωση έχει αποτύχει, τουλάχιστον στη μορφή που επέβαλε με όλη της τη δύναμη η ίδια η Γερμανία». Οι γερμανικοί στόχοι ισχυροποίησης του ευρώ (μέσω του Συμφώνου Σταθερότητας και της ΕΚΤ) και ανάδειξής του σε ένα νέο Γερμανικό Μάρκο, παρεμπόδισης κάθε μεταβιβαστικής πληρωμής προς πιο αδύναμες χώρες και εξασφάλισης της σημαντικότατης ικανότητας εξαγωγής στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχουν επιτευχθεί –ούτε πρόκειται– κατά τη διάρκεια της κρίσης»[xvi]. Σύμφωνα με τον Χάινερ Φλάσμπεκ, κύριο οικονομολόγο της UNCTAD, η Ελλάδα ίσως έχασε τους πόρους της εξαιτίας της ελικοειδούς κίνησης της οικονομίας προς τα κάτω ως συνέπεια του ανταγωνισμού με το μισθολογικό ντάμπιγκ της Γερμανίας. Η γερμανική κοντόφθαλμη οπτική θα τελειώσει μέσω της απειλής προς τη γερμανική ελίτ και τους εργαζόμενους για την απώλεια των εξαγωγικών αγορών τους[xvii]. Νέες πολιτικές αποζημιώσεων και σταδιακής ενσωμάτωσης θα απαιτηθούν ώστε οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες να συνεχίσουν να αγοράζουν τα προϊόντα των ηγετικών χωρών. Η μεταφορά διακυβέρνησης από το κέντρο στην περιφέρεια (μέσω ιδιωτικοποιήσεων και λιτότητας) ενδυναμώνει τις σημαντικότερες εξουσίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τον ίδιο τρόπο που ενδυναμώνει τις κυρίαρχες τάξεις στο εσωτερικό κάθε χώρας[xviii].

    Καθώς οι αντιφάσεις ανάμεσα στο κέντρο (τις ισχυρότερες χώρες στην Ευρώπη) και την περιφέρεια αυξάνονται, αυξάνονται και μέσα σε κάθε χώρα οι ανισότητες, τα κοινωνικά προβλήματα και τα προβλήματα απασχόλησης, οι επιθέσεις ενάντια στη δημοκρατία και οι συγκρούσεις. Συνεπώς, στις ισχυρότερες χώρες της Ευρωζώνης, η πίεση που εξασκείται από τους εργαζόμενους και τις κυβερνήσεις είναι ιδιαίτερα ισχυρή και αποτελεσματική. Το κυνήγι της αυξανόμενης ανταγωνιστικότητας παράγει στο εσωτερικό κάθε χώρας καταστροφικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες, που βαθαίνουν σήμερα λόγω της κρίσης.

    Ολόκληρη η συζήτηση σε σχέση με τη «νέα διακυβέρνηση» βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Όμως, ο Σαρκοζί και η Μέρκελ θεωρούν απλώς τη «νέα διακυβέρνηση» ως μία διογκούμενη πηγή εξουσίας για τους ισχυρότερους, χωρίς να μεταβάλλουν τους προσανατολισμούς, των οποίων όμως η εμφανής αποτυχία δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί. Κανένας αναπροσανατολισμός δεν προβλέπεται από τις βασικές ευρωπαϊκές δυνάμεις. Οι άτολμες ευρωπαϊκές προσπάθειες που στοχεύουν στην επιτήρηση και ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι ανεπαρκείς και μόνο εν μέρει θίγουν τα ζητήματα που διακυβεύονται[xix]. Η πρόταση για έναν νέο πανευρωπαϊκό φόρο στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές είναι πράγματι χρήσιμη, αλλά πρέπει να συνδεθεί με μια πολυδιάστατη επίθεση προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αγορές στη σφαίρα της κυκλοφορίας και της παραγωγής.

    Από αριστερή οπτική, το ζήτημα είναι ότι οι απαιτήσεις που εκφράζονται από τους ανθρώπους πρέπει να μεταβιβάζονται από εναλλακτικούς στόχους και μεθόδους, από έναν νέο πολιτικό συντονισμό στο επίπεδο της ΕΕ. Χωρίς συγκλίνοντα συστήματα φορολόγησης, κοινές πολιτικές βιομηχανίας και έρευνας, συμπληρωματικές επιλογές προϋπολογισμού, δημόσιες υπηρεσίες που να λειτουργούν συνεργατικά και επίπεδα μισθών και κοινωνικής προστασίας που να εναρμονίζονται προς τα πάνω, η νομισματική ένωση μπορεί να οδηγήσει μόνο σε μια εξουσία του νόμου της αγοράς και της κοινωνικής οπισθοχώρησης. Η αριστερά πρέπει να πει «ναι» σε στενότερη συνεργασία μόνο όταν αυτή θα αφορά την οικοδόμηση εναλλακτικών στόχων.

     

    Ποια πρέπει να είναι η πολιτική αντίδραση για την Ελλάδα, τα PIGS και την Ευρώπη;

    Οι άνθρωποι ή οι αγορές; Αυτή είναι η επιλογή που πρέπει να κάνουμε. Η έξοδος από την κρίση απαιτεί μια ριζοσπαστική αλλαγή πολιτικής. Σήμερα, κάθε βασικό αίτημα εναντιώνεται στη λογική του καπιταλιστικού συστήματος σε μια οξεία κατάσταση κρίσης. Τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε κάθε χώρα ξεχωριστά, το ζήτημα είναι η πάλη για πραγματικές πολιτικές ρήξεις, καθώς και για έκτακτα μέτρα εμπνευσμένα από μια εναλλακτική λογική.

    Οι κυβερνήσεις, που φέρουν μεγάλη ευθύνη για το ξέσπασμα της κρίσης, πρέπει να πειστούν να ξεφύγουν από τη λογική που προστάζει «χρέη για τα κράτη, σφιγμένα ζωνάρια για τους ανθρώπους, και ένα καζίνο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα»[xx]. Αντί να συμβουλεύονται ειδικούς με ίδια συμφέροντα στις αγορές, πρέπει να κάνουν τη δημοκρατία να λειτουργήσει, λαμβάνοντας μέτρα και προωθώντας μεταρρυθμίσεις υπέρ της κοινωνικής και οικονομικής δημοκρατίας.

    Το χρηματοπιστωτικό σύστημα πρέπει να εκδημοκρατιστεί, να ανακατευθυνθεί και να ανασχηματιστεί ως προς το μέγεθός του, με υπεύθυνο τρόπο. Η ΕΕ πρέπει να εφαρμόσει συγκεκριμένες μεθόδους ελέγχου της κίνησης κεφαλαίων και φορολόγησης των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Οι φορολογικοί παράδεισοι πρέπει να κλείσουν. Το τραπεζικό απόρρητο πρέπει να αναθεωρηθεί. Οι τράπεζες πρέπει –με μία συγκλίνουσα προσπάθεια των κυβερνήσεων και της ΕΕ– άμεσα να πιεστούν να αλλάξουν τον προσανατολισμό τους, να πάψουν να χρησιμοποιούν τις καταθέσεις για κερδοσκοπικές δραστηριότητες στα χρηματιστήρια και να αναπροσανατολίσουν την πίστη προς τη χρηματοδότηση χρήσιμων δραστηριοτήτων και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και υποδομών. Όλες οι πολιτικές πρέπει να έχουν στόχο το σταμάτημα της κρίσης υπερσυσσώρευσης, τη μαζική παρέμβαση υπέρ της δικαιότερης διανομής της υπεραξίας, υπέρ της εργασίας και του δημοσίου συμφέροντος, και υπέρ της απελευθέρωσής τους από την εξουσία της αγοράς.

    Σε διεθνές επίπεδο, η ΕΕ πρέπει να αντιπαρατεθεί στην επιθετικότητα των ΗΠΑ και να δράσει υπέρ της σταθεροποίησης της πραγματικής οικονομίας, της χρήσης των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων ως εφεδρικού νομίσματος, της αντικατάστασης του G-20 από ένα Παγκόσμιο Οικονομικό Συμβούλιο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, της ανάπτυξης εργαλείων για την προώθηση της ισότητας στις εμπορικές συναλλαγές, της απομάκρυνσης της κοινής και δημόσιας ιδιοκτησίας από την κερδοσκοπία, των πολυμερών και διμερών συμφωνιών σε αντίθεση με τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε λαούς, μισθωτούς και περιφέρειες, καθώς και υπέρ φιλόδοξων και κοινών πολιτικών για την επίλυση της οικολογικής κρίσης. Η ΕΕ πρέπει να συνεισφέρει στην πρόληψη της μετατροπής των πρώτων υλών σε «χρηματοπιστωτικά προϊόντα»[xxi]. Στους διεθνείς οργανισμούς, η φωνή της ΕΕ έχει ένα βάρος –πρέπει να ακουστεί υπέρ ενός κόσμου αλληλεγγύης, που προϋποθέτει ριζοσπαστική αλλαγή πλεύσης.

    Πρέπει να εγκαταλείψουμε τα δόγματα του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού που οι Γιούνκερ, Τρισέ και Γκονζάλεθ συνεχίζουν να υπερασπίζονται. Το Σύμφωνο Σταθερότητας, σχεδιασμένο να περιορίσει τις κοινωνικές δαπάνες, πρέπει να εγκαταλειφθεί· οι ευρωπαϊκοί λαοί χρειάζονται ένα σύμφωνο συνεργασίας υπέρ της κοινωνικής και οικολογικής ανάπτυξης και αλληλεγγύης. Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός πρέπει να αυξηθεί σημαντικά και να επιτρέψει θετικές δράσεις από την ΕΕ. Το δημοσιονομικό, κοινωνικό και οικολογικό ντάμπιγκ πρέπει να απαγορευτεί. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο πρέπει να αναστηλωθεί και να ανακαλυφθεί εκ νέου. Χρειάζεται επειγόντως μια ριζοσπαστική εγκατάλειψη της εργασιακής ανασφάλειας και της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

    Η ιδιωτικοποίηση ολόκληρων κομματιών των συντάξεων –που  ενθαρρύνεται από τη στρατηγική της Λισαβόνας και έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα στις ανατολικές χώρες– έχει οδηγήσει σε σοβαρούς κινδύνους εξαιτίας των απωλειών στο πλαίσιο της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Συνεπώς, η διακοπή της ιδιωτικοποίησης των συντάξεων, μιας από τις μηχανές της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, αποτελεί κρίσιμο ζήτημα[xxii].

     

    Το σφίξιμο του ζωναριού δεν συνιστά λύση. Κάθε μέτρο που πνίγει την πραγματική οικονομία είναι ανεύθυνο

     

    Κάθε ταχεία περιστολή των προϋπολογισμών, που θα οδηγούσε στον κίνδυνο μιας μαζικής καθόδου προς την ύφεση, πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να υπάρξουν συμφωνίες για τον τερματισμό της διόγκωσης του δημόσιου χρέους, τη μείωση της ανάπτυξης της δημόσιας υπερχρέωσης, την ελάττωση των πιέσεων προς τα κράτη, την ανάκτηση του αναγκαίου χρόνου για την εγκαθίδρυση εργαλείων που προάγουν τη διαφάνεια (εξεταστικές επιτροπές κλπ.) και τη διατύπωση νέων δημοκρατικών πολιτικών και μεθόδων. Επιπλέον, πρέπει να προωθηθεί μια επιλεκτική διαχείριση των χρεών.

    Νέα μέσα (νέες συμφωνίες) πρέπει να κινητοποιηθούν, προσπερνώντας τις αγορές, έτσι ώστε να εκπληρωθούν οι ανάγκες δημοσίων δαπανών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση και να υπάρξει έξοδος από αυτήν. Το επιτόκιο των δημοσίων δαπανών πρέπει να μειωθεί δραστικά. Πρέπει να παραχωρηθεί στην ΕΚΤ η δυνατότητα αγοράς κρατικών ομολόγων, στο βαθμό που αυτά θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα για ένα νέο είδος ανάπτυξης θέσεων εργασίας και πολιτικών για τη βιομηχανία και την έρευνα, για την επανεκκίνηση των δημοσίων υπηρεσιών και της κοινωνικής προστασίας.

    Τα καθήκοντα και η διοίκηση της ΕΚΤ καθώς και ο προσανατολισμός της πίστης πρέπει να μεταβληθούν για να υποστηρίξουν αναπτυξιακούς στόχους, μέσω της εγκατάλειψης του ζουρλομανδύα των μονεταριστικών πολιτικών και της προσαρμογής των όρων πρόσβασης σ’ αυτή στη βάση του περιεχομένου των προγραμμάτων, καθιστώντας αδύνατη για την πίστη τη συμβολή της στην κερδοσκοπία και τα ακάλυπτα δάνεια.

     

    Οικονομική αναδιανομή και δημοκρατία ως αρχές αντινεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων

    Η δικαιότερη διανομή της υπεραξίας είναι απαραίτητη για να καταπολεμηθεί η επέκταση της κρίσης. Το εισόδημα από εργασία (συμπεριλαμβανομένων και των επισφαλών θέσεων εργασίας) πρέπει να αποτιμάται πιο υψηλά σε σχέση με το εισόδημα από κεφάλαιο. Ένα μεγαλύτερο μέρος των επιχειρηματικών κερδών πρέπει να επενδυθεί προς όφελος της ανθρώπινης και οικολογικής ανάπτυξης. Επίσης, πρέπει να προωθηθεί η οικονομία της αλληλεγγύης μαζί με τα δικαιώματα και τις εξουσίες των μισθωτών.

    Η Οδηγία «Για τα δικαιώματα των μετόχων» και η εφαρμογή της στις διάφορες χώρες πρέπει να ανασταλεί, και πρέπει να ληφθούν μέτρα για την καταπολέμηση της επενδυτικής αστάθειας και την παγιοποίηση της σχέσης ανάμεσα στις επιχειρήσεις και τις επενδύσεις, για τη διάκριση της διοίκησης από τη λογική των μετόχων, ώστε να ισχυροποιηθούν το «κοινωνικό συμφέρον των επιχειρήσεων» και οι απαιτήσεις της πραγματικής οικονομίας έναντι των συμφερόντων των μετόχων, των επενδυτών και της αγοράς.

    Η χρήση δημοσίου χρήματος πρέπει να ελέγχεται δημοκρατικά. Η κινητοποίηση δημοσίων πόρων, ιδιαίτερα προς όφελος μεγάλων ομάδ


Related articles