• Μάταιος κόπος; Η αναγκαιότητα ενός στρατηγικού αναπροσανατολισμού της πολιτικής των συνδικάτων απέναντι στην Ευρώπη

  • 21 Jun 11 Posted under: Συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα , Transformative Strategies
  • Δεν υπάρχει αμφιβολία, τα συνδικάτα, ιδιαίτερα τα γερμανικά, αποτελούν αξιόπιστους υποστηρικτές της Ευρώπης. Πέρα από το σύνηθες αίτημα για μια πιο κοινωνική Ευρώπη, ως επί το πλείστον τα συνδικάτα δεν ασκούν κριτική εκ θεμελίων στην οικοδόμηση της ΕΕ. Παρόλα αυτά, υπό το φως των δομικών μετατοπίσεων που είναι πλέον ορατές στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αυτός ο σχεδόν χωρίς όρους και προϋποθέσεις φιλοευρωπαϊσμός χαρακτηρίζεται από όλο και μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Αν διερωτηθεί κανείς για τις αιτίες που πυροδοτούν τη σημερινή συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής των συνδικάτων, οι πρώτες απαντήσεις που λαμβάνει αφορούν στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, καθώς και στις έκδηλες ανεπάρκειες της ΕΕ κατά την αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης στο πεδίο της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και της πραγματικής οικονομίας.

     

     

    Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση αφήνει εκτός οπτικού πεδίου το γεγονός ότι συνολικά η σημερινή πορεία εξέλιξης της ΕΕ σηματοδοτεί κινδύνους για τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα τους, που δε θα εκλείψουν με μια αναθεώρηση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ή με μια νέα ανάκαμψη της οικονομίας. Καθήκον των συνδικάτων είναι πολύ περισσότερο ένας στρατηγικός αναπροσανατολισμός της ευρωπαϊκής τους πολιτικής, με στόχο την ανάπτυξη ενός νέου, όχι αβασάνιστου πλέον, ευρωπαϊκού ρεαλισμού: ενός ευρωπαϊκού ρεαλισμού που θα περνά μέσα από μια στοχευμένη, και όχι γενικώς αντιευρωπαϊκή, κριτική της ΕΕ. Αυτός ο νέος ρεαλισμός θα όφειλε να λάβει υπόψη πως η αυξανόμενη αμφισβήτηση κοινωνικών κεκτημένων και η διάβρωση της οργανωτικής και διαπραγματευτικής δύναμης των συνδικάτων δεν αποτελούν φαινόμενα παροδικά, αλλά αντίθετα είναι δομικά συνδεδεμένα με την πολιτική οικονομία της σημερινής πορείας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, καθώς και με τη θεσμική αρχιτεκτονική της ΕΕ. Και θα έπρεπε ακόμη να λάβει υπόψη πως προσδοκίες τόνωσης των συνδικάτων στην Ευρώπη μπορούν να υπάρξουν μόνο μέσα από ένα νέο σχεδιασμό της πορείας της ενοποίησης σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

     

    Προς μια ακόμη πιο ακραία ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς;

     

    Η εκτίμηση αυτή χρήζει τεκμηρίωσης. Με τη στρατηγική της Λισαβόνας η Ευρώπη επιδίωξε να αναδειχθεί στην ανταγωνιστικότερη οικονομία του πλανήτη. Το αποτέλεσμα ήταν μια μεγάλης έκτασης αναδόμηση της Ένωσης, με κριτήριο την ανταγωνιστικότητα. Στο πλαίσιο αυτής τα επιμέρους κράτη-μέλη επιδίωξαν να αποσπάσουν πολιτικά και οικονομικά οφέλη, στηριζόμενα συχνά σε συμφωνίες ανάμεσα σε κεφάλαιο, εργασία και κράτος, με στόχο την εθνική ανταγωνιστικότητα. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που η Ευρώπη ήδη πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση πρόβαλλε όλο και σπανιότερα ως αρμονική συνομοσπονδία κρατών κι όλο και συχνότερα ως αρένα, όπου συγκρούονται ανταγωνιστικές επιδιώξεις πολιτικής ισχύος και ξεδιπλώνονται διαπραγματευτικές στρατηγικές ελάχιστα συμβατές με τα κοινά συμφέροντα. Με τη δημοσία ομολογία αποτυχίας της διαδικασίας της Λισαβόνας και την υλοποίηση της πρωτοβουλίας «Ευρώπη 2020» ως διαδόχου προγράμματος, είναι πιθανόν αυτές οι τάσεις να ισχυροποιηθούν. Παράλληλα, η αναδίπλωση των κρατών-μελών προς αναζήτηση εθνικών πλεονεκτημάτων υπονομεύει την ικανότητα της ΕΕ να φτάνει σε πραγματικό χρόνο σε συμφωνίες για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κρίσης στη χρηματοπιστωτική σφαίρα και στην πραγματική οικονομία. Πιεζόμενη τόσο από χρόνιες βασικές τάσεις όσο κι από τα οξυμμένα προβλήματα που δημιουργεί η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, η ΕΕ δείχνει ορισμένες φορές αδύναμη και διαιρεμένη. Αρκετά πειστική προβάλλει η εκτίμηση πως αυτή «η δομική αδυναμία σε καιρούς κρίσης» (Πωλ Κρούγκμαν) παραπέμπει σε γενικότερα σφάλματα στην οικοδόμηση της Ένωσης, που υπό την πίεση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αποκαλύπτονται κατά τρόπο ανελέητο. Η ικανότητα της ΕΕ να επιλύει προβλήματα εμφανίζεται ως επί το πλείστον ελλειμματική, και μια διάσπαση της Ευρώπης ως συνέπεια ανεπαρκούς αντιμετώπισης της κρίσης δεν αποκλείεται.

     

    Όπως και οι πολιτικές ελίτ ως σύνολο, έτσι και τα συνδικάτα έχουν μέχρι στιγμής αντιδράσει σχετικά αδύναμα απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση, ο φιλοευρωπαϊσμός τους συγκρούεται όλο και πιο φανερά με τον αυξανόμενο ευρωσκεπτικισμό και τους συσχετισμούς δύναμης που διαμορφώνονται στο πολιτικό πεδίο στην Ευρώπη. Παράλληλα, τα συνδικάτα, εν μέσω μιας ακόμη πιο ακραίας ενοποίησης των αγορών και εξαναγκαστικών πολιτικών απελευθέρωσης, κινδυνεύουν να απολέσουν με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς μέλη, διαπραγματευτική δύναμη και πολιτική επιρροή. Στην παρούσα φάση απειλούνται επιπλέον από μια ακόμη πιο ακραία ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ. Στις πιο πρόσφατες αποφάσεις του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναγνώρισε προτεραιότητα των θεμελιωδών οικονομικών ελευθεριών έναντι των περιορισμών των ελευθεριών αυτών από κράτη και συνδικάτα, πράγμα που δεν προβλέπεται από το ευρωπαϊκό πρωτογενές δίκαιο. Έτσι, καθιερώνεται ένα πρωτείο των επιχειρηματικών συμφερόντων με κριτήριο τον ανταγωνισμό έναντι των συμφερόντων των εργαζομένων στα πεδία της διανομής εισοδήματος, της απασχόλησης και της ασφάλειας. Αυτό συνεπάγεται μια απεριόριστη ελευθερία στις επιχειρήσεις, ενώ ασκεί πιέσεις για κοινωνική εξίσωση προς τα κάτω, πράγμα που ούτως ή άλλως έχει ευνοήσει η διεύρυνση προς την ανατολική Ευρώπη.

     

    Κι αν κρίνουμε το μέλλον που προδιαγράφεται από τις εξελίξεις αυτές, τότε είναι πιθανόν η απουσία προοπτικών επιτυχίας των προσπαθειών για κοινωνικό κράτος και μια κοινωνική πολιτική, που θα παρεμβαίνει διορθωτικά στην αγορά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να μην περιοριστεί μόνο στο εγγύς μέλλον. Επιπλέον, αυτή η βίαια επιβεβλημένη δυναμική της εσωτερικής αγοράς απειλεί να πλήξει βασικούς θεσμούς του εθνικού κοινωνικού κράτους. Κι αυτό αφορά σε μεγάλο βαθμό και τις γερμανικές συλλογικές συμβάσεις, τους θεσμούς συνδιοίκησης στις επιχειρήσεις και περαιτέρω εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερη απώλεια θεσμικών θέσεων ισχύος, οικονομικής διαπραγματευτικής δύναμης και πολιτικής επιρροής των συνδικάτων.

     

    Διορθώνοντας τη συνδικαλιστική πολιτική απέναντι στην Ευρώπη

     

    Τα συνδικάτα βρίσκονται ενώπιον του καθήκοντος να τοποθετηθούν απέναντι στις νέες δραματικές εξελίξεις. Τι να κάνουμε λοιπόν; Μια, επί της αρχής αντιευρωπαϊκή, οχύρωση στο εθνικό κράτος δεν θα αποτελούσε βιώσιμη επιλογή. Η λήψη αποφάσεων από τις επιχειρήσεις, η αγορά εργασίας, οι διαμάχες για τη διανομή του εισοδήματος έχουν υπερβεί τα εθνικά σύνορα κατά τρόπο μη αντιστρέψιμο. Διορθωτικές παρεμβάσεις κρατών και συνδικάτων στη αγορά, σε επίπεδο κοινωνικό και πολιτικό, θα πρέπει να προσαρμοστούν στο δεδομένο αυτό και να αναπληρώσουν το έλλειμμα διεθνικού χαρακτήρα που παρουσιάζουν. Ωστόσο, οι μέχρι τώρα –ως επί το πλείστον αποτυχημένες– προσπάθειες στην κατεύθυνση μιας «κοινωνικής Ευρώπης» καταδεικνύουν πως η ασυμμετρία μεταξύ οικονομικής και κοινωνικής ενοποίησης είναι ριζωμένη στην πολιτική οικονομία της διαδικασίας της ενοποίησης, στους κοινωνικοοικονομικούς συσχετισμούς δύναμης και στη θεσμική αρχιτεκτονική της ΕΕ. Και πως υπό αυτές τις συνθήκες οι εργαζόμενοι θα στερούνται συστηματικά δικαιώματα και τα συνδικάτα τη διαπραγματευτική και οργανωτική τους δύναμη. Έτσι, καταδεικνύεται, κατά τρόπο απόλυτα αιτιολογημένο, η δραματική διάσταση των παροντικών εξελίξεων, ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύονται τα ελλείμματα στη μέχρι τώρα πολιτική των συνδικάτων απέναντι στην Ευρώπη. Γιατί αν η απουσία ελάχιστων επιπέδων κοινωνικής προστασίας, η διάλυση του εθνικού κράτους πρόνοιας και η απώλεια δύναμης των συνδικάτων ανάγονται σε δομικά προβλήματα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τότε πρέπει και οι αντίπαλες στρατηγικές να στοχεύουν σε δομικούς μετασχηματισμούς. Μια πολιτική κοινωνικής ρητορικής που κυρίως απευθύνει ηθικές επικλήσεις στις ιθύνουσες ευρωπαϊκές ελίτ δεν θα μπορέσει να στρέψει σε πιο κοινωνική κατεύθυνση τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία τελεί υπό την κυριαρχία των αγορών. Αυτό που απαιτείται είναι ένας στρατηγικός αναπροσανατολισμός της ευρωπαϊκής πολιτικής των συνδικάτων. Κι αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τα γερμανικά συνδικάτα, αλλά σίγουρα τα περιλαμβάνει.

     

    Για μια άλλη πορεία εξέλιξης της Ευρώπης

     

    Απέναντι στην όλο και πιο ακραία κυριαρχία των αγορών και τον ευρωσκεπτικισμό των λαών, οι ιθύνουσες ελίτ δεν έχουν μέχρι στιγμής αντιδράσει με διόρθωση της πολιτικής τους, αλλά αντίθετα επιβάλλοντας την παραχώρηση προνομίων στα οικονομικά συμφέροντα και περιφρονώντας κατά τρόπο ανησυχητικό τις δημοκρατικές αρχές. Η υπενθύμιση του πώς χειρίστηκαν την καταψήφιση του Ευρωσυντάγματος σε ορισμένα κράτη-μέλη αρκεί. Η Ευρώπη δείχνει να μεταλλάσσεται σαφώς σε μια «αποκομμένη διαδικασία των ελίτ» (Μαξ Χάλερ), με τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας να παραμένουν εξωτερικά ανέγγιχτοι, αλλά την άρνηση του ευρωπαϊκού λαού να συμφωνήσει και να λάβει μέρος σε αυτή τη διαδικασία να καθίσταται όλο και πιο φανερή. Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία κοινωνικοπολιτικής ρύθμισης και το κατάφωρο έλλειμμα δημοκρατίας θα πρέπει να αποτελέσουν τα βασικά σημεία εκκίνησης για μια αλλαγή στρατηγικής στην ευρωπαϊκή πολιτική των συνδικάτων. Είναι αναγκαίος ένας στρατηγικός ευρωπαϊκός πολιτικός ρεαλισμός, που δε θα πέφτει στην παγίδα μιας εχθρικής προς την Ευρώπη εθνικής αναδίπλωσης, αλλά ούτε θα τρέφει ψευδαισθήσεις για την αξία που αποδίδεται στα συμφέροντα των εργαζομένων και τις πιθανότητες επιτυχίες στη διεκδίκηση αυτών μέσα σε μια Ευρώπη που τελεί υπό την κυριαρχία των αγορών. Και αυτός ο ευρωρεαλισμός θα πρέπει να στοχεύει, μέσα από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, στην αντιμετώπιση του κοινωνικού και δημοκρατικού ελλείμματος. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάλυση μας ως εδώ οδηγεί σε μια πολυεπίπεδη πολιτική στρατηγική:

     

    ·      Με δεδομένο ότι ένα ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας δεν αποτελεί ρεαλιστική προσδοκία για το εγγύς μέλλον, η υπεράσπιση και διεύρυνση εθνικών μοντέλων κοινωνικού κράτους και κοινωνικών δικαιωμάτων αποκτά πρόσθετη επιτακτικότητα. Για το σκοπό αυτό όμως πρέπει σε ευρωπαϊκό επίπεδο να επιβληθεί η θέσπιση κατώτατων ορίων και η διασφάλιση των κεκτημένων στα πεδία της δημοσιονομικής πολιτικής, της κοινωνικής πολιτικής και της συνδιοίκησης, ούτως ώστε να προστατευθούν βασικοί θεσμοί του κοινωνικού κράτους στα επιμέρους κράτη-μέλη από το οικονομικό και θεσμικό ντάμπιγκ και να διανοιχθούν νέα πεδία για διορθωτικές παρεμβάσεις στις αγορές. Στην κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε να συμβάλει η ενσωμάτωση μιας «ρήτρας κοινωνικής προόδου» στη Συνθήκη της Λισαβόνας, όπως διεκδικεί και η Συνομοσπονδία Συνδικάτων Γερμανίας. Παράλληλα, η πανευρωπαϊκή θέσπιση κατώτατων ορίων σε δημοσιονομικό, κοινωνικό, εργασιακό πεδίο θα μπορούσε να οριστεί ως μέγεθος σχετικό και συναρτώμενο με το δυναμισμό των επιμέρους οικονομιών. Θα μπορούσε να συγκεκριμενοποιηθεί σε εθνικό επίπεδο, ώστε να ληφθούν υπ’ όψη τα διαφορετικά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης των κρατών-μελών. Όπου είναι αναγκαίο, θα έπρεπε να επιχορηγηθεί προσωρινά η υλοποίηση των μέτρων αυτών, π.χ. στις λιγότερο ισχυρές οικονομίες.

    ·      Από τη σκοπιά της Γερμανίας, η στρατηγική αυτή πρέπει να συνοδευτεί από μια βαθιά αλλαγή του μοντέλου βιομηχανικής αλυσίδας αξίας. Η κατάρρευση κεντρικών αγορών του εξωτερικού, ως συνέπεια της κρίσης, απειλεί την εξαγωγική οικονομία, το μεγαλύτερο μοχλό ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας. Μακροπρόθεσμα, η διασφάλιση θέσεων εργασίας διά της μείωσης των ωρών εργασίας θα προσκρούσει κατά πάσα πιθανότητα σε όρια. Είναι απολύτως αναγκαίο ένα πιο προωθημένο σχέδιο για τη διασφάλιση της απασχόλησης και της βιομηχανικής αλυσίδας αξίας. Στην κατεύθυνση αυτή, το Συνδικάτο Βιομηχανίας Μετάλλου έχει προτείνει τη δημιουργία ενός ταμείου δημόσιας εισφοράς κεφαλαίων (public equity fund), εφοδιασμένου με τουλάχιστον 100 δισ. ευρώ, με το οποίο το κράτος θα μπορεί να αποκτά μερίδιο επιχειρήσεων που απειλείται η ύπαρξή τους. Το ταμείο αυτό μπορεί να χρηματοδοτηθεί μέσω υποχρεωτικά επιβεβλημένων δανείων από ιδιωτικές χρηματικές περιουσίες που υπερβαίνουν τα 750.000 ευρώ. Εν προκειμένω, η χορήγηση δημόσιου κεφαλαίου θα έπρεπε να αξιοποιηθεί ως κανάλι πολιτικής επιρροής στην πολιτική των επιχειρήσεων, μέσω της σύνδεσης της χορήγησης του κεφαλαίου αυτού με συγκεκριμένους όρους. Στους όρους αυτούς ανήκουν η απαγόρευση των απολύσεων για λόγους λειτουργίας της επιχείρησης, ο προσανατολισμός της πολιτικής των επιχειρήσεων σε μια βιώσιμη επιχειρηματική ανάπτυξη, ο οικολογικός εκσυγχρονισμός προϊόντων και παραγωγής, η τήρηση των συλλογικών συμβάσεων και των δικαιωμάτων στο πεδίο της συνδιοίκησης, καθώς επίσης και η έναρξη ενός νέου μοντέλου απολαβών για τα διοικητικά συμβούλια των επιχειρήσεων. Ως αποφασιστικό και διευθύνον όργανο προβλέπεται ένα τριμερές συμβούλιο από εκπροσώπους της οικονομίας, των συνδικάτων και του κράτους.

    ·      Ωστόσο, η ανάγκη για στρατηγικές καινοτομίες είναι ακόμη μεγαλύτερη. Πριν από την κρίση, το βιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης του «πρωταθλητή στις εξαγωγές» αντλούσε την αίγλη του από τις εξαιρετικές του επιτυχίες στις αγορές του εξωτερικού, επιτυχίες που βασίζονταν στην ιδιαίτερα υψηλή ποιότητα παραγωγής και προϊόντων. Η ποιότητα και η καινοτομία της γερμανικής ναυπηγικής βιομηχανίας έχουν αναδειχθεί σε θρύλο. Υπό την πίεση του καθεστώτος αξίας μετόχων (shareholder value), ωστόσο, χρησιμοποιήθηκαν όλο και περισσότερο ως μοχλοί ανταγωνιστικότητας η αδιαφορία απέναντι σε κριτήρια οικολογικής βιωσιμότητας και μια προοδευτική αύξηση της επισφάλειας της ανθρώπινης εργασίας. Δεν θα πρέπει να συνεχιστεί αυτή η πορεία και μετά την κρίση. Μέσα από την ανάκτηση των παγκόσμιων αγορών και μόνο δεν μπορεί να διασφαλιστεί ούτε η βιομηχανική αλυσίδα αξίας ούτε η απασχόληση. Κι όπως διαφαίνεται κι από την όλο και εντονότερη κριτική στο γερμανικό μοντέλο του «πρωταθλητή στις εξαγωγές», είναι πιθανόν να αυξηθούν οι πολιτικές εντάσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Από όλους τους βασικούς δρώντες –επιχειρήσεις, κράτος και συνδικάτα– απαιτούνται στρατηγικές καινοτομίες, με την έννοια συγκροτημένου σχεδίου μετασχηματισμών προσανατολισμένων στην εργασία και την οικολογία. Χρειάζεται ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα συμφιλιώνει τα συμφέροντα κοινωνικής αναπαραγωγής της εργασίας με τα αναπτυξιακά συμφέροντα της κοινωνίας και την αναγκαιότητα οικολογικής βιωσιμότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, το βασιζόμενο στις εξαγωγές γερμανικό μοντέλο αλυσίδας αξίας θα πρέπει να αναπροσανατολιστεί στην κατεύθυνση ενός οικονομικού μοντέλου που θα στοχεύει σε μια ουσιώδη ενίσχυση της εγχώριας οικονομίας μέσα από δημόσιες επενδύσεις, δραστικές αυξήσεις μισθών στους τομείς της βιομηχανίας και των υπηρεσιών, δίκαιες οικονομικές δομές σε επίπεδο ενδοευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο.

    ·      Τέλος, αναγκαίες προς τούτο είναι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα διευρύνουν τα υπάρχοντα πεδία άσκησης δημοκρατικής επιρροής ή θα διανοίγουν νέα. Σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε, για παράδειγμα, να προταθεί η ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ο διαχωρισμός των εξουσιών θεσμικών δομών με αποφασιστικό χαρακτήρα. Συναφής είναι επίσης η συζήτηση για επέκταση του συστήματος ειδικής πλειοψηφίας σε περαιτέρω τομείς της κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ, ώστε να διευκολύνονται διορθωτικές της αγοράς ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να αποδοθεί κομβική σημασία στην άμεση συμμετοχή των λαών στη λήψη αποφάσεων για θεμελιώδη ζητήματα. Τα δημοψηφίσματα για το Ευρωσύνταγμα, τα οιονεί δημοψηφίσματα, υπό τη μορφή κοινωνικών κινημάτων αντίθεσης στην Ευρωπαϊκή Οδηγία για τις Υπηρεσίες, έχουν κατορθώσει σε βαθμό πρωτόγνωρο να αποτελέσει η Ευρώπη κομμάτι της ατζέντας της δημόσιας αντιπαράθεσης στα επιμέρους κράτη, ενώ επίσης έχουν καταδείξει τις δυνατότητες πολιτικοποίησης που προσφέρουν οι μορφές άμεσης δημοκρατίας.

     

    Η αντιμετώπιση της κρίσης ως εξεταστική δοκιμασία

     

    Με δεδομένο το βάθος της σημερινής οικονομικής κρίσης, μια επιτυχημένη πολιτική ενάντια στην κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα ισοδυναμούσε με μια αποφασιστικής σημασίας εξεταστική δοκιμασία για την Ευρώπη. Μια συντονισμένη και πολυδιάστατη αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς μέτρα για την οικονομική σταθεροποίηση και την προώθηση της ανάπτυξης, την απασχόληση και τον οικολογικό εκσυγχρονισμό. Στην περίπτωση που δεν σημειωθούν επιτυχίες στους τομείς αυτούς, ο κρίσιμος χρόνος για προσπάθειες μεταρρυθμίσεων μεγάλης έκτασης θα έχει χαθεί. Μια τέτοια πολιτική αναθέρμανσης της οικονομίας θα μπορούσε να κινηθεί σε τουλάχιστον τέσσερις άξονες[1]. Πρώτον, δημοκρατικός έλεγχος και ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα προς σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (αυτού που είναι αναγκαίο για την οικονομία συνολικά) και εκ νέου προσανατολισμός του στην κατεύθυνση ενίσχυσης επενδύσεων και καινοτομιών στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας. Δεύτερον, ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα προς ενίσχυση της οικονομίας, βελτίωση των υποδομών και μετασχηματισμούς σε οικολογική κατεύθυνση. Το εύρος δράσης του προγράμματος αυτού θα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να αντιστοιχεί στο μέγεθος της παρούσας κάμψης στην οικονομική ανάπτυξη αλλά και στο στόχο του οικολογικού μετασχηματισμού στον τομέα των μεταφορών. Τρίτον, ως απάντηση στην οξεία κρίση της αυτοκινητοβιομηχανίας και στην προβλεπόμενη κρίση άλλων τομέων της βιομηχανίας (όπως η βιομηχανία χάλυβα και η βιομηχανία χημικών) απαιτείται μια στρατηγικά προσανατολισμένη ευρωπαϊκή πολιτική για τη βιομηχανία, που θα ενσωματώνει τις αναγκαίες δράσεις σε ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο επενδύσεων και ανάπτυξης, που θα εγγυάται περαιτέρω ανάπτυξη, εκσυγχρονισμό και ανακατανομή της βιομηχανικής παραγωγής και θα εξασφαλίζει ένα σχέδιο μετάβασης στη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τέταρτον, είναι αναγκαία μια αποφασιστική ρήξη με την πολιτική απελευθέρωσης δημόσιων επιχειρήσεων. Απαραίτητη είναι η έναρξη συζήτησης με στόχο τον επανασχεδιασμό των δημόσιων υπηρεσιών και των υπηρεσιών εξασφάλισης θεμελιωδών αγαθών. Έτσι, μπορεί να αντιμετωπιστεί η παρακμή των δημόσιων υποδομών και να αναπτυχθούν νέες μορφές κοινωνικών υπηρεσιών.

     

    Προοπτική: μια νέα ευρωπαϊκή πολυσυλλεκτική αριστερά;

     

    Μια τέτοια ωστόσο αλλαγή παραδείγματος σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο συγκρούεται με τα εισοδηματικά και πολιτικά συμφέροντα των καπιταλιστικών ελίτ που διευθύνουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Παρά την κρίση ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, οι ελίτ αυτές δεν έχουν στερηθεί μέχρι στιγμής τις απεριόριστες εξουσίες τους. Παρά την αυξανόμενη δυναμική της κρίσης και τις μεμονωμένες δράσεις διαμαρτυρίας, στο ευρωπαϊκό συνδικαλιστικό κίνημα συνολικά φαίνεται να επικρατεί μια «παράξενη νηνεμία» (Γιούργκεν Χάμπερμας). Αυτό που επιβεβαιώνεται εκ νέου είναι πως η κρίση από μόνη της δεν πολιτικοποιεί, η αμφισβήτηση δεν αναπτύσσεται με όρους αυτοματισμού. Η επιτακτικά αναγκαία πολιτικοποίηση ευρύτερων μαζών πραγματοποιείται μόνο όταν υπάρχουν κοινωνικά κινήματα, υποκείμενα και δυνάμεις που οργανώνουν την απογοήτευση και δίνουν προοπτική. Αν τα συνδικάτα θέλουν να διαδραματίσουν ένα σημαντικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση, απαραίτητη προϋπόθεση θα είναι η επανάκτηση της οργανωτικής και διαπραγματευτικής τους δύναμης σε εθνικό επίπεδο και η απόκτηση δύναμης προς επίτευξη των συμφερόντων τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

     

    Ένα τέτοιο πρόγραμμα συνδικαλιστικής αναγέννησης ακολουθεί κατ’ αρχάς μια εσωτερική λογική και αποτελεί ως εκ τούτου καθήκον προπάντων των ίδιων των συνδικάτων. Παράλληλα, ωστόσο, τα συνδικάτα θα πρέπει να τοποθετήσουν τις προσπάθειες στους στο πλαίσιο μιας ευρύτερης δραστηριοποίησης της κοινωνίας και των πολιτών. Ο στόχος θα πρέπει να συνίσταται στη συγκέντρωση όλων εκείνων των κομματιών της κοινωνίας που τα συμφέροντά τους κινδυνεύουν να συνθλιβούν από την καπιταλιστική κρίση και τις κυρίαρχες, ταυτιζόμενες με το κεφάλαιο, στρατηγικές αντιμετώπισής της από μέρους των ελίτ. Το κίνημα αυτό δεν θα πρέπει να επικεντρώνεται απλώς στις όλο και πιο φανερές ρωγμές στο οικοδόμημα του νεοφιλελευθερισμού, αλλά να αναφέρεται και στην ώριμη, συστημική κρίση αυτής της εκδοχής του καπιταλισμού, ενός καπιταλισμού των χρηματοπιστωτικών αγορών. Για την άρθρωση μιας αντι-ηγεμονίας, θα πρέπει να συγκροτηθεί ένα μπλοκ που να περιλαμβάνει, πέρα από τα συνδικάτα, αντιπαγκοσμιοποιητικά κινήματα, μη κυβερνητικές οργανώσεις, τις διάφορες κοινωνικές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, καθώς επίσης και το κριτικό κομμάτι της πολιτισμικής αριστεράς, επιστήμονες, διανοούμενους κ.λπ. Το μπλοκ αυτό θα πρέπει να αναζητήσει, στο πλαίσιο μιας αυτόνομης συνεργασίας, κοινά σχέδια και στόχους, αποφεύγοντας ωστόσο υπερβολικές αξιώσεις ομογενοποίησης. Ο πρόεδρος του συμβουλίου εργαζομένων μιας βιομηχανικής επιχείρησης, η ακτιβίστρια από το κίνημα της οικολογίας ή των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ο επαγγελματίας πολιτικός από τη συντονιστική επιτροπή της Attac προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμικά κόσμους και περιβάλλοντα. Για να εργαστούν όλοι και όλες τους πάνω σε κοινά πολιτικά σχέδια, θα πρέπει να αναπτυχθεί μια κουλτούρα αμοιβαίας ανοχής και αποδοχής διαφορετικών παραδόσεων κινηματικής δράσης και οργάνωσης, ως κομβικό στοιχείο μιας τέτοιας συμμαχίας.

     

    Η διαφύλαξη της αυτονομίας στην κουλτούρα οργάνωσης των διαφόρων συνεργαζόμενων δεν πλήττει κατ’ ανάγκη την ελκυστικότητα ενός τέτοιου κινήματος. Όπως ένα μωσαϊκό ξεδιπλώνει την ομορφιά του ως συνολικό έργο, παρότι τα επιμέρους κομμάτια του παραμένουν διακριτά ως τέτοια, θα μπορούσε και μια νέα αριστερά να κατανοείται ως ετερογενές συλλογικό υποκείμενο και να χαίρει εκτίμησης ως τέτοιο. Η ανάδυση μιας τέτοιας πολυσυλλεκτικής αριστεράς είναι πιθανόν, ειδικά στην Ευρώπη, να περάσει μέσα από δρόμους δύσβατους. Πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί συλλογικές θεωρητικές προσπάθειες, για να κατανοηθούν πραγματικά οι διαστάσεις της κρίσης και να εντοπιστούν σημεία εκκίνησης για την άρθρωση των αντιστάσεων. Ταυτόχρονα, ωστόσο, απαιτείται και μια αμφισβητησιακή πολιτική πρακτική. Τα συνδικάτα εν προκειμένω δεν θα πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση πως θα αντισταθμίσουν την αδυναμία τους να καθορίζουν πολιτικά τις εξελίξεις μέσα από την ένταξή τους σε έναν νέο κορπορατισμό: έναν κορπορατισμό προς αντιμετώπιση της κρίσης, επιλογή που στην παρούσα φάση τους προσφέρεται ορισμένες φορές σε εθνικά κράτη και Ευρώπη. Αντίθετα, η εμβέλεια της πολιτικής των συνδικάτων και ο ριζοσπαστισμός των συνδικαλιστικών αντιστάσεων πρέπει να συμβαδίζουν με τη δυναμική της κρίσης και τις προσδοκίες των μελών της βάσης. Μόνο αυτός ο τρόπος επιτρέπει στα συνδικάτα να προχωρήσουν την υπόθεση μιας βιώσιμης πολιτικής τους αναγέννησης.



    [1]Βλ. π.χ. «EuroMemorandum-Gruppe: EuroMemo 2008/2009». Συμπληρωματική έκδοση του περιοδικού «Sozialismus», τ. 4/2009.


Related articles