• Η κερδοσκοπική φούσκα στην αγορά ακινήτων και το σκάνδαλο των τιτλοποιήσεων στην Ιταλία

  • 27 Jan 12 Posted under: Ιταλία

  •  

    Η διεθνής κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων έχει παίξει θεμελιώδη ρόλο στην έκρηξη της πιο σοβαρής οικονομικής κρίσης από το 1929, κάτι που ισχύει και για την Ιταλία. Στο κείμενο αυτό θα εστιάσω σε τρία ζητήματα, καθένα από τα οποία αξίζει να ερευνηθεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια:

     

    Α. Η αμερικανική κρίση στεγαστικών δανείων και η επιδείνωση της κρίσης των ακινήτων.

                Αυτή ήταν η πρώτη έκρηξη της παθολογίας της κρίσης: μια κερδοσκοπική αύξηση της σφαίρας του χρηματιστηριακού τομέα / «χρηματιστικοποίηση» δυσανάλογη προς την πραγματική οικονομία. Στις ΗΠΑ, πάνω από 2 εκατομμύρια νοικοκυριά έχουν πτωχεύσει. Στις υποβαθμισμένες περιοχές των αμερικανικών πόλεων, μετά την κατάσχεση των υποθηκευμένων κατοικιών των υπερχρεωμένων δανειοληπτών, οι τράπεζες (όπως συμβάινει και στην Ευρώπη) συγκαταλέγονται μεταξύ των μεγαλύτερων ιδιοκτητών γης[1]. Στην Ιταλία, ο αριθμός των εξώσεων είναι τρομακτικός: μέσα σε ένα χρόνο αυξήθηκαν σχεδόν κατά 20%. Πάνω από 50.000 δικαστήρια έγιναν μόνο μέσα στο 2008, από τα οποία οι 41.000 (82%) αφορούσαν απλήρωτα νοίκια. Μάλιστα, βασικό στοιχείο της πλατφόρμας των Επιτροπών Ενάντια στην Κρίση που δημιουργούνται όλη αυτή την περίοδο στην Ιταλία είναι το πάγωμα των εξώσεων για μη καταβολή ενοικίων.

     

    Β. Η σχέση μεταξύ της κερδοσκοπίας στην αγορά ακινήτων και των προβλημάτων των πόλεων (με άλλα λόγια, μεταξύ του δικαιώματος στην ιδιόκτητη στέγη και του δικαιώματος στην κατοικία).

                Όχι μόνο κτίρια, αλλά και μεγάλα κομμάτια των πόλεών μας –ακίνητα, δίκτυα παροχών και υπηρεσίες– έχουν, μέσα από την τρέχουσα διαδικασία ιδιωτικοποίησης, μπει στη σφαίρα επενδύσεων του ιδιωτικού κεφαλαίου και σε μεγάλο βαθμό ελέγχονται από το ιδιωτικό κεφάλαιο, κάτι που σηματοδοτεί το τέλος της πολεοδομίας ως δημόσιας διαχείρισης του αστικού χώρου. Η «πόλη ως κοινό αγαθό» είναι ένα από τα σημεία-κλειδιά στη διατύπωση μιας εναλλακτικής πρότασης.

     

    Γ. Η κερδοσκοπική φούσκα.

                Η διαδικασία «χρηματιστικοποίησης» του τομέα των ακινήτων εμπλέκει πλέον τους πιο σημαντικούς εταιρικούς ομίλους, και έχει επιφέρει μια πραγματική αναδιοργάνωση στον εν λόγω τομέα. Η χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση των τίτλων της αγοράς ακινήτων έχει αποφέρει δισεκατομμύρια ευρώ. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην Ιταλία, κατά την περίοδο στην οποία οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν κατά 13%, οι αξίες των ακινήτων αυξήθηκαν κατά 131%, δηλαδή 10 φορές περισσότερο. Ένα σημαντικό μέρος της αύξησης αυτής σχετίζεται με το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, που επιταχύνθηκε σημαντικά –διαδικαστικά, αλλά και χρονικά– μέσω της περίφημης «τιτλοποίησης», μιας πελώριας κομπίνας, μιας τεράστιας κερδοσκοπικής φούσκας, ενός αιτίου –διόλου πρόσκαιρου- του χρηματοοικονομικού ναρκωτικού που έχει σκοτώσει τους φτωχότερους και κατέληξε να δηλητηριάσει ολόκληρη την οικονομία.

     

                Θα επιχειρήσω να ερμηνεύσω το σχήμα αυτό με τους όρους των ιταλικών εξελίξεων, μέσα από αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε «υπαρκτό καπιταλισμό», δηλαδή ένα πλέγμα πολιτικής, επιχειρηματικής και χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας. Ένα σκάνδαλο τεραστίων διαστάσεων, που έχει άμεση επίπτωση στους εθνικούς και ευρωπαϊκούς κυβερνητικούς οργανισμούς και στη σχέση τους με το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

                Για να γίνει πιο ενδιαφέρουσα η ιστορία, μπορούμε να τη μεταφράσουμε σε κινηματογραφικό σενάριο, σε ένα είδος αστυνομικής ταινίας με πρωταγωνιστές και ερμηνευτές διάσημους ηθοποιούς του τραπεζικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης: Lehman Brothers, J.P. Morgan κ.ά.

                Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος αυτού του αριστουργήματος είναι αδιαμφισβήτητα ο ισχυρός υπουργός οικονομίας Τζούλιο Τρεμόντι. Σήμερα βέβαια ο Τρεμόντι δείχνει άλλος άνθρωπος, σαν τους μεγάλους σκηνοθέτες που χωρίς άγχος περνούν από το δράμα στην κωμωδία, παράγοντας πάντα αριστουργήματα. Πρόσφατα έκανε μια ακόμη πιρουέτα, γυρνώντας στις παλιές επιτυχίες των γενικών κι εφ’ όρου ζωής φορολογικών αμνηστιών, μια διασκευή των φορολογικών καταφυγίων. Με άλλα λόγια, πρόκειται για αμνηστία στο παράνομα εξαγόμενο κεφάλαιο. Έτσι, γράφεται ένα νέο κεφάλαιο στην «Τρεμοντιάδα», που από το 2001 ως το 2006 άφησε το στίγμα της στην οικονομική και δημοσιονομική πολιτική της ιταλικής κυβέρνησης.

                Παρόλα αυτά, μέχρι και πριν από λίγο, όταν η χρηματοοικονομική κρίση ξεσπούσε, ο Τρεμόντι περνούσε μια φάση μετάνοιας. Έφερνε την «ηθική» στην αγορά. Στο τελευταίο του βιβλίο μιλάει για την κρίση σαν μια παγκόσμια Parmalat[2], όπου η αρρωστημένη συμπεριφορά της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας εμφανίζεται ικανή να εκδίδει ομόλογα, άχρηστα χαρτιά, για δισεκατομμύρια ευρώ και τότε, μέσω επενδυτικών κεφαλαίων, να τα διασπείρει στην κορυφή περίπλοκων επενδυτικών προϊόντων, προς πώληση σε πολίτες με άγνοια του σχετικού κινδύνου[3]. Μέσα από την ανάλυση αυτού του σχήματος καταδεικνύει ως πραγματικό υπαίτιο της παγκόσμιας κρίσης τον «τεχνο-χρηματοοικονομικό τομέα, τον εκφυλισμό δηλαδή του οικονομικού συστήματος που ταυτίζεται με την κυριαρχία της αγοράς».

    Το 2001, όμως, το Υπουργείο Οικονομίας δεν σκεφτόταν έτσι. Η χρηματοοικονομική καινοτομία αποτελούσε ευαγγέλιο.

    Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η πατρότητα των πιο σύγχρονων και αδίστακτων χρηματοοικονομικών λειτουργιών που χρησιμοποιήθηκαν για να αποφέρουν χρήματα ανήκε στον Τρεμόντι. Αυτός κάλεσε τους Ιταλούς να μιμηθούν, με το δικό τους τρόπο, τους Αμερικάνους και να βουτήξουν στα χρέη, βάζοντας σε υποθήκη το ίδιο τους το σπίτι, προκειμένου να τονωθεί η ρευστότητα και να επανεκτιναχθεί η κατανάλωση.

    Ήταν ο Τρεμόντι των τιτλοποιήσεων, και συγκεκριμένα των κρατικών ακινήτων. Το ζήτημα αυτό δεν έχει λάβει την προσοχή που του αξίζει. Ο Μάριο Σενσίνι[4] το αποκάλεσε «ένα από τα μεγαλύτερα περιουσιακά ξεπουλήματα παγκοσμίως». Με περισσότερη «μετριοφροσύνη», ο ίδιος ο Τρεμόντι μίλησε για «τη μεγαλύτερη τιτλοποίηση πού έχει γίνει ποτέ σε ευρωπαϊκό έθνος».

    Πρόκειται για μια εφαρμογή της χρηματοοικονομικής καινοτομίας με αστρονομικά νούμερα. Το 2006, το Ελεγκτικό Συνέδριο της Ιταλίας (Cort dei conti,National Audit Office )[5] εξέδωσε μια προκαταρκτική έκθεση στο πλαίσιο των ερευνών του. Σύμφωνα με αυτή, εισπράχθηκαν 57,8 δισ. έναντι τιτλοποιημένων χαρτοφυλακίων ύψους 129,1 δισ., ενώ η μείωση χρεών έφτασε συνολικά τα 15,9 δισ. (για κάθε τιτλοποιημένα 8 δισ., λιγότερο από 1 δισ. για τη μείωση χρεών).

    Ας εξηγήσουμε συνοπτικά τον κολοσσιαίο μηχανισμό που τέθηκε σε εφαρμογή: το Υπουργείο Οικονομίας (Treasury Office) θέλει να πουλήσει ακίνητη περιουσία, την οποία εκχωρεί σε μια εταιρεία που ιδρύθηκε ρητά γι’ αυτό το σκοπό, τη SCIP (Società di Cartolizzazione Immobili Pubblici - Εταρεία Τιτλοποίησης Δημόσιας Περιουσίας). Αυτή προκαταβάλλει στο υπουργείο μια άμεση αποζημίωση, την οποία δεν πληρώνει η ίδια, αλλά την εισπράττει με έκδοση ομολόγων. Στη συνέχεια, η SCIP αποζημιώνει τους επενδυτές με τα ποσά που λαμβάνει από τις πωλήσεις που λαμβάνουν χώρα, συν κάποιον τόκο.

    Μέχρι στιγμής θα μπορούσε κανείς να πει ότι όλα φαίνονται λογικά ή περίπου λογικά. Παρόλα αυτά, όπως συμβαίνει σε όλες τις επιτυχημένες ταινίες, μια έκπληξη περιμένει στη γωνία. Τι γίνεται αν η SCIP δεν μπορεί να εξοφλήσει τα ομόλογα; Κανένα πρόβλημα, το κράτος πληρώνει! Στην πραγματικότητα, οι τίτλοι είναι εγγυημένοι ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των πωλήσεων. Δηλαδή, τα ομόλογα πωλούνται στην αγορά, αλλά είναι εγγυημένα χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τιμή τους στην αγορά. Μια αναγκαιότητα, θα μπορούσε να πει κανείς, ώστε οι εταιρείες αποτίμησης αξιών να μη μειώσουν την αξία των επενδύσεων. Έτσι η επιχείρηση παίρνει ένα τριπλό Α, την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία, που δίνεται για επενδύσεις άνευ ρίσκου στο χρηματιστήριο, καθώς το κράτος εγγυάται εκ των προτέρων τις πληρωμές, καλύπτοντας την όποια πιθανή διαφορά αν στο τέλος της διαδικασίας η SCIP αδυνατεί να εξοφλήσει τα χρέη της.

    Ως χρηματοοικονομική καινοτομία δεν είναι διόλου άσχημη. Έχουμε να κάνουμε με μια χειροπιαστή εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας: ιδιωτικοποίηση των κερδών και κοινωνικοποίηση των ζημιών.

    Στο σημείο αυτό όμως ας κάνουμε ένα φλας μπακ. Τι είναι η SCIP; Τα μέσα ενημέρωσης[6] μάς πληροφορούν ότι η SCIP γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου του 2001 σε ένα συμβολαιογραφικό γραφείο στη Ρώμη, από δύο δικηγόρους που αντιπροσώπευαν δύο ολλανδικά ιδρύματα τα οποία είχαν τα κεντρικά τους γραφεία στο Λουξεμβούργο, με αρχικό κεφάλαιο 10.000 ευρώ (ναι, σωστά διαβάσατε, δέκα χιλιάδες!) και με έναν εβδομηκοντούτη Σκωτσέζο, τον Γκόρντον Μπάροους, για πρόεδρο. Για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, η SCIP είναι ένα δοχείο αδειανό. Αλλά ικανό να δημιουργεί χρήμα για τον εαυτό του και για το τραπεζικό σύστημα.

    Όπως όλα τα μεγάλα έπη, έτσι και αυτό ολοκληρώθηκε σε συνέχειες. Το SCIP 1 και το SCIP 2 προετοιμάζονται προσεκτικά και βγαίνουν τελικά στον αέρα. Η πρώτη ταινία αποδεικνύεται επιτυχία και οι πωλήσεις της καθιστούν δυνατές τις πληρωμές των ομολόγων στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Το δεύτερο μέρος, το SCIP 2, αν και γεννημένο σε κύματα ενθουσιασμού, καταλήγει πιο πικρό: οι πωλήσεις είναι αισθητά λιγότερες των αναμενομένων. Στο τέλος του 2008 οι εισπράξεις ήταν στο 66,5% των εκτιμήσεων, αρκετά λιγότερες από αυτές που χρειάζονταν για την πληρωμή του συσσωρευμένου –από τις εκδόσεις ομολόγων– χρέους[7].

    Μια τρίτη συνέχεια, το SCIP 3, δηλαδή η τιτλοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Υπουργείου Άμυνας, έχει παραμείνει στο στάδιο συγγραφής του σεναρίου. Η κλακέτα των γυρισμάτων παραμένει στο συρτάρι, καθώς πλέον επίκειται η χρεοκοπία του SCIP 2.

    Τι πραγματικά έγινε όμως στο τέλος της ταινίας SCIP 2; Κάτι πολύ απλό και όχι τόσο μακρινό ώστε να μην μπορούσε να έχει προβλεφθεί από την αρχή: τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί υπερέβαιναν τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν και η SCIP δεν είχε αρκετά κεφάλαια για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων (mature bonds)ομολόγων. Και, όπως προβλέπεται από το σενάριο, το κράτος παρενέβη –με 1,7 δισ. ευρώ.

    Αυτό μας φέρνει στο σήμερα. Στις 11 Φεβρουαρίου 2009 (9 χρόνια μετά την επινόηση της SCIP και την πρώτη τιτλοποίηση) ο ίδιος σκηνοθέτης, ο υπουργός Τρεμόντι, αποφασίζει την πτώχευση και το κλείσιμο της επιχείρησης –το κράτος πληρώνει τις ζημιές.

    Έτσι, η χρηματοοικονομική καινοτομία αποκαλύπτει το μυστικό της: αντί να εμπιστευθεί μια επιχειρηματική συμφωνία στην αγορά με αντάλλαγμα την ανάληψη από αυτή του ρίσκου που εμπεριέχει, αναλαμβάνει η ίδια τη συμφωνία, χωρίς τους επιχειρηματικούς κινδύνους που τη συνοδεύουν, φορτώνοντάς τους στο κράτος.

    Μήπως έχασαν όλοι απο αυτό; Όχι, οι τράπεζες που εξέδωσαν τα ομόλογα έχουν κατά έναν θαυμάσιο τρόπο εξυγιανθεί/αποζημιωθεί (healed), μαζί με τους συμβούλους και τους μάνατζερ, ενώ επίσης κανείς δεν ξέρει τι προβλέπουν τα συμβόλαια που έχει συνάψει η SCIP Λουξεμβούργου, καθώς τα σχετικά στοιχεία δεν δημοσιοποιούνται: «Ο Μπάροους και τα δύο ολλανδικά ιδρύματα εξακολουθούν να εμφανίζονται στο οργανόγραμμα και στο μετοχολόγιο της SCIP. Παρόλα αυτά, στο μεσοδιάστημα, στην ίδια διεύθυνση με αυτή της εταιρείας, στη Via Eleonora Duse 53 στη Ρώμη, έχουν ξεφυτρώσει περίπου 40 εταιρείες ακινήτων και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών / μεσιτικές και οικονομικές εταιρείες, όλες υπό τον έλεγχο των ίδιων ολλανδικών ιδρυμάτων. Αξίζει τον κόπο η αναφορά κάποιων από τα γλαφυρά ονόματά τους: Μάκβεθ, Πανάκεια, Ατλαντίδα, Τίβερης Οικονομική[8].

    Με την προβλεπόμενη επίσημη γλώσσα, το Ελεγκτικό Συνέδριο είχε μιλήσει ξεκάθαρα από το 2006: «Οι κύριοι κίνδυνοι των τιτλοποιήσεων εδράζονται στην έλλειψη διαφάνειας και στη λεγόμενη “υπερυποθήκευση”. Στην περίπτωση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, οι νομικές και πραγματικές εγγυήσεις που παρασχέθηκαν στην εταιρεία-όχημα η οποία ανέλαβε τις αγοραπωλησίες ήταν τέτοιες ώστε ο επιχειρηματικός κίνδυνος να παραμείνει στον πάροχό τους»[9]. Και ο πάροχος, όπως ξεκάθαρα μας λέει η ιστορία, δεν είναι άλλος από το ιταλικό κράτος.

    Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα το ακριβές μέγεθος, αφού τα συμβόλαια δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση αναφέρεται σε ένα επιχειρησιακό κόστος της τάξης των 850 εκ. με 1 δισ. ευρώ. Ένα σκάνδαλο μπροστά στο οποίο σαστίζει ο νους του ανθρώπου και το οποίο ακολουθείται από μια ακόμη σκανδαλώδη λεπτομέρεια: το γεγονός ότι έγινε εν πολλοίς σιωπηλά, κάτι ιδιαίτερα περίεργο, αφού η ιταλική κυβέρνηση, μέσω του ηγέτη της Σίλβιο Μπερλουσκόνι και δύο βασικών υπουργών, είχε γελοιοποιηθεί από τον τύπο (όχι μόνο στην Ιταλία), λόγω διαφόρων παράνομων συμπεριφορών και ενεργειών.

    Προσπαθώντας να εξηγήσω το λόγο αυτής της περίεργης παράλειψης, θα θέσω μια υπόθεση ακολουθούμενη από κάποιες αντανακλάσεις πολιτικού χαρακτήρα, οι οποίες περιλαμβάνουν επίσης και την πολιτική της πολυποίκιλης αριστεράς μέσα στην κρίση του ιταλικού πολιτικού συστήματος.

     

    ·       Η διάσταση των τιτλοποιήσεων είναι συμβολική των διαδικασιών που πυροδοτήθηκαν από την πολιτική της ιδιωτικοποίησης και της κατεδάφισης του κράτους πρόνοιας, η οποία επιβλήθηκε από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Ο Μολώχ του Μάαστριχτ χτυπά. Το εγχείρημα προέκυψε με τον διακηρυγμένο στόχο της δημιουργίας ρευστού χρήματος για τη μείωση του χρέους και τη συμμόρφωση της χώρας με τον θεσμοθετημένο δείκτη για το έλλειμμα ως ποσοστού του ΑΕΠ (ένα αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε μάλλον σε μέτριο βαθμό αν αναλογιστούμε τους πόρους που επενδύθηκαν, όπως αναγνώρισε και το Ελεγκτικό Συνέδριο). Το φρέσκο χρήμα των τιτλοποιήσεων αποκτήθηκε, σε τελευταία ανάλυση, από το εισόδημα του πληθυσμού (από μισθούς, συντάξεις και ρευστοποιήσεις) που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά σπιτιών. Και τελικά, το κράτος πρόνοιας κατεδαφίζεται: αυτά τα τιτλοποιημένα δημόσια ακίνητα υπήρχαν για την εγγύηση παροχών κοινωνικής ασφάλισης. Θα μπορούσαμε να πούμε χωρίς υπερβολή ότι οι τιτλοποιήσεις, στις γενικές τους διαστάσεις, εμπίπτουν σε μια λογική η οποία διαπνέει τόσο τη δεξιά όσο και την κεντροαριστερά, σε μια «ευρωπαϊκή» λογική (όπου εδώ με τον όρο «Ευρώπη» εννοούμε την Ευρώπη των τραπεζών και των φιλελεύθερων συνθηκών).

     

    ·       Έχει ειπωθεί ότι ο Τρεμόντι, όταν ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομίας το 2001, βρήκε το σχέδιο ήδη έτοιμο στο γραφείο του Βίσκο, του πρώην υπουργού της κεντροαριστεράς. Χωρίς σε καμία περίπτωση να θέλω να υποβαθμίσω τη δημιουργική συνεισφορά του Τρεμόντι, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την αλήθεια πίσω από αυτό το κακόβουλο ευφυολόγημα. Το σχέδιο ξεπουλήματος της ακίνητης περιουσίας των δημόσιων ιδρυμάτων κοινωνικής ασφάλισης ξεκίνησε το 1995, κατά την περίοδο της κυβέρνησης Ντίνι, η οποία στηριζόταν από τη μετριοπαθή αριστερά. Τότε ξεκίνησε η πρώτη αντιμεταρρύθμιση/απορύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, υποστηριζόμενη από τους τεχνοκράτες της Ε.Ε. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση του Ντ’ Αλέμα, του επικεφαλής των τότε Δημοκρατών της Αριστεράς, έριξε στο τραπέζι την πιθανότητα πώλησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας[10]. Η συνέχεια είναι ξεκάθαρη: ο Τρεμόντι έδρασε στο πλαίσιο μιας τακτικής που είχε σχεδιαστεί από την κεντροαριστερά. Αυτό ισχύει και για άλλους τομείς, και συγκεκριμένα για την περίπτωση των πιο σημαντικών επιλογών για την οικονομική και χρηματοοικονομική πολιτική.

     

                Τι διδάγματα μπορεί να αντλήσει η ριζοσπαστική αριστερά από ιστορίες σαν κι αυτή; Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι στο θέμα των τιτλοποιήσεων η αριστερά –είτε σε πολιτικό είτε σε συνδικαλιστικό είτε σε κινηματικό επίπεδο– δεν ήταν απούσα. Πάλεψε, πετυχαίνοντας νίκες οι οποίες δεν ήταν οριακές, χρησιμοποιώντας τη θέση της ως μέρος της κυβερνητικής πλειοψηφίας μέσα από τις συμμαχίες της Ελιάς και της Ένωσης[11]. Διαβάζοντας τις πάνω από 350 σελίδες της έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίες έχουν ήδη μνημονευθεί πολλές φορές στο κείμενο αυτό, μαθαίνουμε πώς η διοίκηση της SCIP επιχείρησε να αποδώσει την ευθύνη της δικής της χρεοκοπίας στο κίνημα για το δικαίωμα στη στέγη. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για να αιτιολογήσουν την τρύπα των 1,7 δισ. ευρώ ήταν ότι η αξία των ομολόγων που εκδόθηκαν ήταν μεγαλύτερη από τον όγκο των πωλήσεων επειδή επιδιώχθηκε να συσχετιστούν με την εξέλιξη των τιμών στην αγορά. Όμως η πίεση που ασκήθηκε από την αριστερά, τα συνδικάτα και τα κινήματα, κόλλησε τις τιμές στα επίπεδα του 2001, με αποτέλεσμα οι ενοικιαστές να πληρώνουν λιγότερα από όσα είχαν προβλέψει οι μάνατζερ της SCIP.

    Ήταν μια σημαντική νίκη για τις τσέπες των εργατών και των συνταξιούχων που ζούσαν σε αυτά τα σπίτια, αλλά όχι αρκετή για να αναστρέψει τη συνολική εικόνα της επιχείρησης τιτλοποιήσεων. Όπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις –ίσως εδώ περισσότερο από άλλες– έχουμε να κάνουμε με μια διαχείριση της καταστροφής αντί για μια αναστροφή της τάσης. Η αριστερά ίσως πέτυχε να παρακωλύσει το μηχανισμό που χρησιμοποιήθηκε με μεγάλη πονηριά, αλλά σίγουρα δεν κατάφερε να επιβάλει μια αλλαγή πορείας. Στο τέλος, οι πρωταγωνιστές της επιχείρησης πραγματοποίησαν τα κέρδη τους κανονικά και άφησαν όλους εμάς να πληρώσουμε το λογαριασμό[12]. Έτσι, από γενική πολιτική σκοπιά, η πολιτική και κοινωνική αριστερά έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο.

    Εν ολίγοις, το σημείο που δεν πρέπει να παραλείψουμε ή να ξεχάσουμε είναι η δραματική αποτυχία της κεντροαριστεράς και των πολυποίκιλων αριστερών σχηματισμών μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή μέσα στο πλαίσιο της αποτυχίας της αριστεράς σε κυβερνητική θέση. Μιλάω για τη γενική αποτυχία –στην εθνική διακυβέρνηση και στις κύριες εμπειρίες περιφερειακής διακυβέρνησης (για παράδειγμα, στην περίπτωση της Καμπάνιας) και διακυβέρνησης μεγάλων πόλεων (για παράδειγμα, στην καταστροφή του λεγόμενου «Ρωμαϊκού μοντέλου»).

    Χρειαζόμαστε λοιπόν μια πραγματική επεξεργασία που να πηγαίνει πέρα από τη συζήτηση για τον έναν ή τον άλλον ηγέτη, ώστε να διερευνήσουμε τις πολιτισμικές ρίζες, τα δομικά στοιχεία και τις υπερεθνικές συνθήκες αυτού του αποτελέσματος. Χωρίς το κουράγιο μιας τέτοιας κριτικής ανάλυσης, καμιά επανίδρυση της αριστεράς δεν είναι εφικτή και υπάρχει ο κίνδυνος προσκόλλησης σε έναν καθαρό πολιτικαντισμό,σε «γατοπαρδικές»/τυχοδιωκτικές ή ημιτελείςλύσεις, λέγοντας ότι αλλάζουμε χωρίς να είμαστε σε θέση να συλλάβουμε την ουσία της αλλαγής που πρέπει να συντελεστεί. Σε ό,τι αφορά τον τομέα της πολιτικής των ακινήτων, ο βασικός στόχος πρέπει να είναι η αναστροφή της τάσης, να περάσουμε δηλαδή από το ξεπούλημα στην αύξηση (με καινοτόμο τρόπο) της δημόσιας περιουσίας. Σε αυτή την κατεύθυνση και στη σχέση μεταξύ του δικαιώματος στη στέγη και του δικαιώματος στην πόλη ως δημόσιου αγαθού, ή αλλιώς μεταξύ της διαβίωσης και της ποιότητας ζωής, πρέπει να εστιάσουμε τις προσπάθειές μας για τη συγκρότηση μιας εναλλακτικής πρότασης απέναντι στον όλεθρο της ιδιωτικοποίησης και της κερδοσκοπίας.

     



    [1]KnutUnger, «Dallacrisiimmobiliarealdirittoallacittà», MieterInnenvereinWitten, March 2009.

    [2] ΣτΜ: Πρόκειται για πολυεθνική ιταλική επιχείρηση γαλακτοκομικών ειδών που χρεοκόπησε το 2003 αφήνοντας τρύπα 14 δισ. ευρώ, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη χρεοκοπία στην Ευρώπη.

    [3] Giulio Tremonti, La paura e la speranza, Mondadori, 2008.

    [4] Βλ. αναφορά στην CorrieredellaSera, 1 Απριλίου 2004.

    [5]CortedeiConti, Απόφαση No. 4/2006 της 31ης Μαρτίου 2006 – Έκθεση για την έρευνα για τις συνθήκες των τιτλοποιήσεων.

     

    [6] Roberta Carlini, «Tremonti chiude la SCIP e il conto a noi»,sbilanciamoci.info, 12 Φεβρουαρίου 2009.

    [7]Maria Cecilia Guerra,«Ma quanto ha reso vendere gli immobili pubblici?»,www.lavoce.info,5 Μαΐου 2009.

    [8]Stefano Sansonetti, «Cala il sipario sull'esperimento Scip»,ItaliaOggi, 12 Φεβρουαρίου 2009.

    [9]Corte dei Conti, ό.π.

    [10] Βλ. Leggefinanziaria 1999 (Ιταλία). (Προσχέδιο Προϋπολογισμού;;)

     

    [11] Από το 1996 έως το 1998 η Κομμουνιστική Επανίδρυση, ήταν μέρος της πλειοψηφίας που υποστήριξε την πρώτη κυβέρνηση Πρόντι. Από το 1998 εως το 2001 η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατών της Αριστεράς (μήπως εννοεί το Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς, του Ντ’ Αλέμα;), το Κόμμα Ιταλών Κομμουνιστών και οι Πράσινοι, ύστερα από τη ρήξη μεταξύ Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και Ελιάς, συμμετείχαν σε δύο διαδοχικές κεντροαριστερές κυβερνήσεις, η πρώτη υπό τον Μάσιμο Ντ’ Αλέμα και η δεύτερη υπό τον Τζουλιάνο Αμάτο. Από το 2006 έως το 2008 η Κομμουνιστική Επανίδρυση, το Κόμμα Ιταλών Κομμουνιστών, η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατών της Αριστεράς και οι Πράσινοι συμμετείχαν απευθείας στη δεύτερη κυβέρνηση Πρόντι, μέσα από τη συμμαχία της Ένωσης.

    [12] Roberta Carlini, ό.π.


Related articles