• Οι μετεκλογικές εξεγέρσεις στο Ιράν και η απώλεια της κρατικής νομιμοποίησης

  • 30 Jan 12 Posted under: Ασία





  • Το φετινό ιρανικό καλοκαίρι ήταν ανήσυχο. Τα αντιφατικά αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών της 21ης Ιουνίου εξέθρεψαν τόσο θυμό που ήταν αδύνατο οι δρόμοι να διατηρήσουν τη μακρόχρονη σιωπή τους. Μετά τη σκληρή και αιματηρή καταστολή που ακολούθησε τις διαμαρτυρίες, οι δρόμοι τις τελευταίες μέρες φαίνεται να έχουν χάσει την οργίλη διάθεση απ’ την οποία διακατέχονταν στο τέλος του Ιουνίου. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να δούμε ότι οι πολυπληθείς μετεκλογικές διαδηλώσεις ανακίνησαν τις εντός και εκτός Ιράν αντιπαραθέσεις, εγκαινιάζοντας μια νέα φάση στην ιστορία του αγώνα για την ιρανική δημοκρατία.
    Ακολουθώντας τις διάφορες ερμηνείες για την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και τον τέως και επανεκλεγμένο πρόεδρό της Αχμαντινετζάντ, τα σχόλια για τις εξεγέρσεις ήταν ποικίλα. Ωστόσο, οι πρόσφατες ενέργειες της επανεκλεγμένης κυβέρνησης ακύρωσαν τις ίδιες της τις αξιώσεις νομιμότητας απέναντι στην αντιπολίτευση του Μουσαβί.  Τα άρθρο αυτό επιθυμεί να συμβάλει στην περί εξέγερσης συζήτηση και τη σημασία της για τον αγωνιζόμενο ιρανικό λαό ειδικότερα και γενικότερα για όσους διαμαρτύρονται ανά τον κόσμο, οι οποίοι και έχουν μάλλον απολέσει την πίστη τους στην αλλαγή.

    Η εποχή των κοσμικών φετβά

    Οι «ανήσυχοι» δρόμοι του Ιράν προκάλεσαν μεγάλες απογοητεύσεις. Ένας από τους μεγαλύτερους ηγέτες παγκοσμίως, ο Ούγκο Τσάβες, πανηγυρίζοντας τη νίκη του Αχμαντινετζάντ, εξέδωσε de facto μια φετβά για το σεβασμό των εκλογικών αποτελεσμάτων στο Ιράν παρά τις περίλαμπρες διαδηλώσεις. Μολονότι το δώρο του προέδρου της  Βενεζουέλας, ένα άγαλμα του Μπολιβάρ, καταχωνιάστηκε σε μια ήσυχη γωνιά του Πάρκου της Τεχεράνης, ο «Πρόεδρος του Λαού», υποστήριξε τον Αχμαντινετζάντ. Ωστόσο κοσμικές φετβά δεν εξέδωσε μόνο ο Τσάβες. Υπάρχουν δύο τύποι φετβά που μας αφορούν. Η πρώτη προήλθε εξ αριστερών. Σύμφωνα με το λαϊκό ρητό «ο εχθρός του εχθρού μου φίλος», ο Αχμαντινετζάντ υποστηρίχτηκε από αριστερούς κύκλους.  Τα πράσινα μαντήλια στους καρπούς και στο λαιμό έγιναν αμέσως τα σύμβολα μιας αδιαμφισβήτητης πολύχρωμης βελούδινης επανάστασης. Οι νέες γυναίκες και άντρες που πυροβολήθηκαν ενώ πετούσαν πέτρες στους αστυνομικούς, οι εργάτες και οι φοιτητές που διαδήλωσαν αμφισβητώντας την αστυνομική καταστολή θεωρήθηκαν μαριονέτες ή πιόνια της «βελούδινης επανάστασης», λες και καμιά εξέγερση να μην είναι δυνατό να χαίρει υποστήριξης στις χώρες της αποκαλούμενης Μέσης Ανατολής, αν δεν εμπλέκεται με κάποιο τρόπο η Αμερική. Ο αμφίσημος «αντι-ιμπεριαλισμός» του Αχμαντινετζάντ βλέπει τους διαμαρτυρόμενους ως «εργαλεία του ιμπεριαλισμού». Έχει καλλιεργηθεί τέτοιος μύθος γύρω από την προσωπικότητά του, ώστε να θεωρείται πατέρας των φτωχών, των χωρίς δικαιώματα, χαρισματικός ηγέτης του Ιράν ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Τα σακιά με τις πατάτες που μοίρασε έγιναν σύμβολο κοινωνικής δικαιοσύνης, η άρνηση του ολοκαυτώματος το σύμβολο του αντισιωνισμού και του αντι-ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, το κίνημα που απεχθανόταν η υπέρ του Αχμαντινετζάντ αριστερά υποστηρίζεται από την ιρανική αριστερά, δηλαδή την αριστερόστροφη αντάρτικη οργάνωση «Φενταγίν του Λαού» και το Κομμουνιστικό Κόμμα Τουντέχ.
    Μια άλλη πλευρά της συζήτησης για το είδος των εξεγέρσεων εστιάζει στην προσωπικότητα του Μουσαβί. Υπήρξαν και ως προς αυτό αντίστοιχες ολοκληρωτικές αναλύσεις. Πέρα από τον Χομεϊνί, ο αληθινός ηγέτης της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν κατά τη διάρκεια της «βασιλείας» του, ο Μουσαβί, λόγω του πρωθυπουργικού αξιώματος, θεωρήθηκε υπεύθυνος για τα εγκλήματα που διαπράττονταν στα πρώτα χρόνια της ισλαμικής δημοκρατίας, δηλαδή για τη δολοφονία χιλιάδων επαναστατών. Εντούτοις, εάν διατηρεί μια εικόνα μεταξύ των Ιρανών, αυτή σχετίζεται μάλλον με το ταλέντο του στη διαχείριση της οικονομίας στα χρόνια του πολέμου. Επιπλέον, κρίνοντας από τους αριθμούς του σημερινού αντιπολιτευτικού κινήματος στο Ιράν, σε σύγκριση με το τι συνέβαινε τριάντα χρόνια πριν, όχι μόνο οδηγούμαστε σε μια ουσιοκρατική θεώρηση, αλλά επιπλέον αγνοούμε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων που έχουν συμμετάσχει ενεργά και έχουν διαμορφώσει το ιρανικό αντιπολιτευτικό κίνημα τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι αλήθεια ότι η μάχη για αλλαγή καθεστώτος διεξάγεται και στη διασπορά, αλλά ο αντίκτυπος στον εγχώριο αγώνα για τη δημοκρατία δεν πρέπει να υποτιμάται. Πρέπει να γίνει σαφές ότι εάν λάβει χώρα οποιοδήποτε είδος αλλαγής στο καθεστώς κυριαρχίας, θα οφείλεται σε ανθρώπους που ζουν και αγωνίζονται στο Ιράν, όποια και αν είναι η σύνθεση του κινήματος.
    Εκτός αυτού, το να εστιάζουμε στην ταυτότητα του Μουσαβί προκειμένου να αξιολογήσουμε το είδος της εξέγερσης συνιστά έναν διαφορετικό τρόπο να γίνει κατανοητή η βούληση πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπων που πορεύονται σε καθεστώς σοβαρής απειλής. Και εάν ο Μουσαβί έγινε ο ηγέτης του κινήματος αυτού, ήταν μετά τη συμμετοχή του στην πορεία της 15ης Ιουνίου, μετά τους πρώτους πυροβολισμούς που ακούστηκαν στους δρόμους της Τεχεράνης, δύο ημέρες μετά τις εκλογές. Όπως ο ίδιος αναγνωρίζει, ήταν η λαϊκή βούληση που τον έκανε να κατέβει στο δρόμο και να διαμαρτυρηθεί. Επιπλέον, εάν αξιολογήσουμε τις εξεγέρσεις με βάση τους «ηγέτες», ο Μουσαβί δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο μόνος. Οι Χαταμί και Καρουμπί έχουν ενεργήσει ενιαία, διαμορφώνοντας ένα αντιπολιτευτικό «πράσινο» μέτωπο, και για το λόγο αυτό οι σύντροφοί τους συλλαμβάνονται και τα κομματικά γραφεία σφραγίζονται.
    Η κοινωνική μνήμη της αντιπολιτευτικής μάχης στο Ιράν, η οποία χαρακτηρίζεται από απογοητεύσεις, προδοσίες και τον πόνο που προκαλεί η απώλεια των αγαπημένων προσώπων, δεν είναι απαραίτητο να παγιδευτεί στην άποψη «ή όλα ή τίποτα». Το να θεωρούνται οι εξεγέρσεις ως ενδοκαθεστωτικές διαμάχες και να απαξιώνονται οι μεταβολές που επιφέρουν δεν συνεπάγεται μόνο  στροφή στην πίστη, αλλά υποδηλώνει και ρηχή ερμηνεία του καθεστώτος και σημαντικών προσωπικοτήτων του όπως οι κληρικοί της Qom. Παραδείγματος χάριν, ο μεγάλος Αγιατολλάχ Μονταζάρι, διάδοχος του Χομεϊνί πριν την αμφισβητούμενη άνοδό του  στην ιεραρχία, ο οποίος βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό στο τέλος της δεκαετίας του ’90, έσπασε τη σιωπή του αμέσως μετά τις εκλογές, στηρίζοντας όσους αντιδρούσαν στη δεδηλωμένη νίκη του Αχμαντινετζάντ. Εντούτοις, δεν σταμάτησε εκεί. Δημοσιεύοντας δηλώσεις και ανοιχτές επιστολές κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, έδωσε πλήρη υποστήριξη σε όσους διαμαρτύρονταν αμφισβητώντας τη νομιμότητα του καθεστώτος. Στο 13ο γράμμα του, τον Σεπτέμβριο, προς τους υψηλόβαθμους κληρικούς της Qom, τονίζει ότι ο «στόχος της επανάστασης δεν είναι να αλλάξουν απλώς τα ονόματα και τα συνθήματα, ενώ η καταπίεση, οι αποκλίσεις και οι καταχρήσεις του προηγούμενου καθεστώτος να διατηρηθούν με άλλη μορφή  κάτω απλώς από τη σκέπη της θεοκρατικής κυβέρνησης και την κηδεμονία των ισλαμιστών νομοδιδασκάλων», και καλούσε τους κληρικούς να ενεργήσουν ενάντια σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη διαπράττονταν στο όνομα της θρησκείας και της Σαρία. Ο Μονταζάρι είναι μια σημαντική μορφή, όχι μόνο γιατί βρίσκεται ψηλά στην  ιεραρχία της ιεροσύνης, αλλά και λόγω της σταθερής αντίθεσής του στον Χομεϊνί εξαιτίας της σφαγής χιλιάδων αριστερών ανταρτών που φυλακίστηκαν μετά από μια πλαστή δίκη που αμφισβητούσε την πίστη τους στο μουσουλμανισμό, το 1988. Δεν είναι ο μόνος κληρικός που αμφισβητεί τους βασικούς πυλώνες του καθεστώτος, δηλαδή τη νομιμότητά του και το κράτος δικαίου. Η απόρριψη της συμβολής τους στον τωρινό αγώνα, όχι μόνο θα διαστρέβλωνε τον χαρακτήρα των εξεγέρσεων του καλοκαιριού 2009, αλλά θα οδηγούσε και σε μια κίβδηλη ερμηνεία και σε υποτίμηση του ρόλου της ιεροσύνης στον αγώνα ενάντια στην καταπίεση μέσα στην ιρανική ιστορία.

    Αλλαγή: λέξεις ταμπού

    Οι εξεγέρσεις του καλοκαιριού του 2009 ξεκίνησαν ως αντίδραση στη νοθεία των προεδρικών εκλογών· κατέληξαν στην αμφισβήτηση της νομιμότητας του καθεστώτος και έγινε έτσι εφικτή η συζήτηση για ζητήματα ταμπού. Ένα από πιο τρομακτικά ζητήματα στη λίστα με τα θέματα ταμπού πρέπει να είναι η φύση της δίωξης που υφίστανται κατά κύριο λόγο οι γυναίκες πολιτικές κρατούμενες. Ο βιασμός μέσα στις φυλακές ήταν γνωστός αλλά όχι «επίσημα» και δεν κατονομαζόταν ρητά έτσι πριν την επιστολή Καρουμπί στον προηγούμενο πρόεδρο και νυν προϊστάμενο του Συμβουλίου Σκοπιμότητας Akbar Hashemi Rafsanjani, τις πρώτες μέρες του Αυγούστου. Ο Καρουμπί κατηγόρησε τους αξιωματικούς ασφαλείας της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν για το βιασμό γυναικών και νεαρών ανδρών που βρίσκονταν υπό κράτηση. Επίσης ανέφερε ότι είχε έγγραφα που αποδείκνυαν ότι οι αξιωματικοί ασφαλείας είχαν σκοτώσει κρατουμένους με βασανιστήρια.
    Όχι μόνο ο ίδιος ο βιασμός, αλλά και η απειλή του βιασμού χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο βασανισμού πολιτικών κρατούμενων στη δεκαετία του ’80. Και αυτό το αμφιλεγόμενο θέμα, αμφιλεγόμενο επειδή συνιστά μέθοδο βασανισμού σε μια ισλαμική δημοκρατία, αποκτά δημοσιότητα στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν μετά από τριάντα χρόνια χωρίς να έχει επέλθει «αλλαγή καθεστώτος». Τώρα, γυναίκες πρώην κρατούμενες πιστοποιούν την ύπαρξη αυτού του φαινόμενου στις φυλακές με βίντεο που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Και αυτό κατέστη εφικτό ύστερα από το κλίμα που δημιούργησαν όσοι εξεγέρθηκαν ενάντια στις αμφισβητούμενες εκλογές και τη θαρραλέα συμβολή γνωστών προσωπικοτήτων του αντιπολιτευτικού κινήματος, όπως ο Καρουμπί.
    Μετά τις εκλογές, σχεδόν τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθηκαν και περισσότερο από εκατό αποστάτες δικάστηκαν σε μαζικές δίκες που άρχισαν την 1η Αυγούστου. Μεταξύ των κατηγορούμενων πρώην αξιωματούχων υπήρξαν πολλοί με κυβερνητικές θέσεις κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Μοχάμεντ Χαταμί, την περίοδο 1997-2005, συμπεριλαμβανομένου και του αντιπροέδρου του Μοχάμεντ Αλί Αμπταχί. Όσο για το άρθρο που διαβάζετε αυτή τη στιγμή, δεν έχει εκδοθεί ακόμα καμία καταδίκη. Εντούτοις, ο τρόπος που παρουσιάστηκαν τα επιχειρήματα, οι άσχετες κατηγορίες, οι εξαναγκασμένες «ομολογίες» των χλωμών κρατουμένων, μερικοί εξ αυτών με στολές φυλακών, και η «μαζική δίκη» αρκούσαν για τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας «σοκ και δέους», που καταδείκνυε ότι το κράτος είχε απολέσει τη νομιμοποίησή του και έπρεπε να προσφύγει σε άλλα μέσα για να παραμείνει στην εξουσία. Οι δίκες αφορούσαν τόσο άσχετες κατηγορίες και ομολογίες, ώστε ακόμη και η επίσκεψη του Γιούργεν Χάμπερμας το 2002 στο Ιράν συμπεριλήφθηκε στο κατηγορητήριο.
    Το κράτος δεν απάντησε στις εξεγέρσεις μόνο με συλλήψεις. Η Neda Agha Soltan, η νέα γυναίκα που πυροβολήθηκε στο δρόμο τον Μάρτιο, έγινε το σύμβολο της κρατικής καταστολής απέναντι στους διαδηλωτές. Εντούτοις, ένας κατάλογος 72 ανθρώπων, που περιλαμβάνει από εφήβους ως και ανθρώπους γύρω στα πενήντα, οι οποίοι σκοτώθηκαν μετά τις εκλογές, δημοσιεύθηκε από την αντιπολιτευτική ιστοσελίδα ειδήσεων Norooz και υπογράφηκε από το μέτωπο που ηγούνταν οι Μουσαβί, Χαταμί και Καρουμπί. Αν και οι επίσημοι απολογισμοί υποστηρίζουν ότι 30 άνθρωποι «πέθαναν» κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, ο κατάλογος του αντιπολιτευτικού μετώπου δίνει τις λεπτομέρειες των δολοφονημένων, τη θέση και τη μέθοδο της δολοφονίας τους. Συνεπώς, στο μεγαλύτερο νεκροταφείο της Τεχεράνης –το  Behesht-i Zahra– βρίσκονται άγνωστοι τάφοι.
    Όπως συμβαίνει με το φαινόμενο του βιασμού στις φυλακές, οι μη χαρακτηρισμένοι και μαζικοί τάφοι δεν είναι άγνωστοι στην ιστορία του αγώνα για τη δημοκρατία στο Ιράν. Οι «Μητέρες του Καβαράν», του «νεκροταφείου» στο οποίο οι αριστεροί μαχητές που σκοτώθηκαν στις φυλακές θάφτηκαν τη δεκαετία του ’80, αντιστέκονται για χρόνια στην κυβερνητική απειλή να καταστρέψει το νεκροταφείο των παιδιών τους∙ το Καβαράν καταστράφηκε τον Ιανουάριο 2009. Παρά τον μακροχρόνιο αγώνα τους να καταστήσουν το ζήτημα ορατό, δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη μετατροπή του Καβαράν σε ανώνυμο πάρκο. Εντούτοις, οι μάχες στους δρόμους και η αποφασισμένη αντίσταση στην κρατική πολιτική του εκφοβισμού έχουν οδηγήσει τους ανώτερους υπαλλήλους να παραδεχθούν την ύπαρξη ανάλογων τάφων στο νεκροταφείο της Τεχεράνης.
    Το ερώτημα είναι: άλλαξε κάτι στο Ιράν μετά τις εκλογές; Η απάντηση είναι, χωρίς μια αμφιβολία, ναι. Εάν οι ανώτεροι υπάλληλοι προσκαλούν τον Καρουμπί να αποδείξει την ύπαρξη βιασμών στις φυλακές, εάν οι άγνωστοι τάφοι στο νεκροταφείο της Τεχεράνης θεωρούνται ζήτημα που χρήζει διερεύνησης, εάν οι Μητέρες του Καβάραν έχουν ενωθεί με τις νέες μητέρες που έχασαν τα παιδιά τους το καλοκαίρι του 2009 και έχουν το θάρρος να μαζεύονται στα πάρκα κάθε Σάββατο υπό τον τίτλο «Μητέρες του Λάλεχ», σημαίνει ότι κάτι έχει αλλάξει. Η θεμελιώδης αλλαγή είναι η  αναβίωση της πίστης στην αλλαγή.


Related articles