• H κρίση του καπιταλισμού και η μετακαπιταλιστική προοπτική

  • 27 Jan 12 Posted under: Contemporary Capitalism
  •  

    Εισαγωγή

    Πριν από έναν αιώνα περίπου, η Ρόζα Λούξεμπουργκ έθεσε το ιστορικό δίλημμα της ανθρωπότητας με τους όρους «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Στις μέρες μας, η παγκόσμια οικονομική κρίση αναδεικνύει την ανάγκη να δημιουργηθούν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες που να εξασφαλίζουν μια αποτελεσματική διέξοδο από την κρίση που θα στηρίζεται στις καλές εμπειρίες προηγούμενων αιώνων, αφού αυτές μελετηθούν και εμπλουτιστούν. Η ευθύνη αυτή απαιτεί την κινητοποίηση όλων των προοδευτικών δυνάμεων, ώστε να δημιουργήσουν ένα σχέδιο ανάληψης πρωτοβουλιών και να κατασκευάσουν ένα πολιτικό υποκείμενο που να αποκρούει τα νέο-φασιστικά καλέσματα και να ανοίγει το δρόμο για την πραγματική αλλαγή.

    Η θεμελιώδης μεταβολή που συντελέστηκε στις οικονομικές διεργασίες και τις κοινωνικές δυνάμεις και που πυροδοτήθηκε από την πρόσφατη φάση χρηματιστικοποίησης του καπιταλισμού, ορίζει μια σειρά από πολύ συγκεκριμένες προκλήσεις για την πολιτική δράση των προοδευτικών δυνάμεων μέσα στην κρίση. Αν εξαιρέσουμε μια σχετική ευφορία σε ορισμένους νευραλγικούς τομείς του συστήματος, εκείνο που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι η αντοχή των αντιδραστικών δυνάμεων σε όλο τον κόσμο που συνθέτουν ένα δίκτυο ιδεολογικών, πολιτικών και οικονομικών εξαρτήσεων ελεγχόμενο από εκείνους που υπήρξαν οι μεγάλοι κερδισμένοι από την κρίση: μια στενή αγγλο-σαξονική ολιγαρχία με κερδοσκοπικά, στρατιωτικά και ενεργειακά συμφέροντα.    

    Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, τα κοινωνικά υποκείμενα που διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στην κρίση πήραν τα μαθήματά τους από την ιστορία και τώρα τα χρησιμοποιούν για να επωφεληθούν από τις συνέπειες των σημαντικών αντικειμενικών διεργασιών που συντελούνται.

    Παρότι η μελέτη των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού που οδήγησαν στο ξέσπασμα της κρίσης αποκαλύπτει ότι μόνο μεγάλες συστημικές αλλαγές μπορούν να επιτρέψουν την αντιστροφή των τρεχουσών διεργασιών, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η διαδικασία της κεφαλαιακής συσσώρευσης και της συγκέντρωσης εξουσίας των τελευταίων δεκαετιών, θα καταλήξει σε πολύ διαφορετικές δυνατότητες κερδοφορίας. Προκειμένου για την αντιμετώπιση της κρίσης, ο πόλεμος είναι η ευκολότερη, φθηνότερη και πιο προσοδοφόρα λύση για τους εκπροσώπους αυτών των συμφερόντων. Για το λόγο αυτό, δεν αρκεί να αναλύσουμε μόνο την κρίση του καπιταλισμού, αλλά και τον καπιταλισμό της κρίσης. 

    Η αποκατάσταση της ροής παραγωγής και της απασχόλησης απαιτεί πολύ περισσότερα από δομικές αλλαγές στους θεσμούς και τις οικονομικές πολιτικές, ή μια μεταβολή στη δυναμικής της αναδιανομής του εισοδήματος και του προσανατολισμού των επενδύσεων (όροι συσσώρευσης). Αυτό που χρειάζεται είναι να προτείνουμε μια διαφορετική λογική παραγωγής, διαφορετικές κοινωνικές προτεραιότητες που να ξεπερνούν τους νόμους του κέρδους (τρόπος παραγωγής) και να απαιτούν το ριζικό μετασχηματισμό των παραδειγμάτων παραγωγής και κατανάλωσης (τρόπος ζωής).

    Οι απαντήσεις αυτές δεν είναι αυτονόητες. Καμία πρόοδος δεν είναι δυνατή αν δεν υπάρξει μια καλά οργανωμένη προσπάθεια συντονισμού των προοδευτικών δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο στη βάση ενός ρεαλιστικού και υλοποιήσιμου προγράμματος αλλαγής, ικανού να συνθέσει ένα ευρύτερο φάσμα δυνάμεων με στόχο την ειρήνη και την ανάπτυξη.   

     

    Αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες

    Στο μακρύ αυτόν οικονομικό κύκλο, το ζήτημα του ιστορικού υποκειμένου παίρνει νέες διαστάσεις. Ο βίαιος τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η κρίση δοκιμάζει τις δυνατότητες του καθενός μας να αντιδράσει. Η κρίση οξύνει το φετιχισμό του εμπορεύματος που κάνει τα άτομα να αντιλαμβάνονται το οικονομικό σύμπαν ως κάτι αποκομμένο από, και αντιτιθέμενο στην ανθρώπινη θέληση. Όλα αυτά, στην ουσία οδηγούν στην ανάπτυξη αντιδράσεων, κυρίως στις χώρες του Νότου που υπήρξαν τα βασικότερα θύματα της συστηματικής απορρύθμισης των θεσμών και της μακροοικονομικής αποδυνάμωσης των τελευταίων δεκαετιών.     

    Ο χρηματοοικονομικός πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη μπορεί να πάρει δραματικές διαστάσεις διαρρηγνύοντας τα όρια του ορθολογισμού που διαμορφώθηκαν μέσα στους αιώνες. Οι αποφάσεις των μικρών αλλά πανίσχυρων ελίτ καθορίζουν ζητήματα ζωής και θανάτου για εκατομμύρια ανθρώπους.

    Η σαρωτική διαδικασία της κεφαλαιακής συσσώρευσης των τριών τελευταίων δεκαετιών δε μπορεί ούτε καν να συγκριθεί με αυτό που συνέβη τους τρεις τελευταίους μήνες τις σοβούσας κρίσης. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, μόνο το 47% των τραπεζών που ήταν καταχωρημένες το 1982 επιβίωσαν ως το 2004, ακόμα και με τους μηχανισμούς ιεράρχησης που διαμόρφωσαν μια αυστηρότερη δομή ιδιοκτησίας και ελέγχου. Το αποκορύφωμα είναι ότι επέζησαν μόνο τρεις από τις επτά τράπεζες που έχουν ιστορική ευθύνη για τις διεθνείς χειραγωγήσεις και το χρηματοοικονομικό πανικό. Τώρα εκπροσωπούν την αγγλο-σαξονική δομή που ελέγχει το διεθνή καταμερισμό των πιστώσεων. Οι κλάδοι αυτοί  δημιούργησαν τις χρηματοοικονομικές δομές του «σκιώδους τραπεζικού συστήματος» που οδήγησαν στην έξαρση της κερδοσκοπίας και τη γιγάντωση του τραπεζιού συστήματος. Σύμφωνα με το Αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, πέντε τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω, ελέγχουν το 97% της αγοράς παραγώγων. Η αξία τους, το 2008 ήταν 20 φορές μεγαλύτερη από την περσινή βασική τους αξία και με ένα χρέος 20-πλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ!       

    Οι κλάδοι αυτοί ωφελούνται από τη συνολική αδυναμία του συστήματος, από τον έλεγχο που έχουν αποκτήσει στις κρατικές υπηρεσίες πολλών χωρών και από τις αποκλειστικές πληροφορίες που χρησιμοποιούν για να παρακολουθούν τους παλιούς συναδέλφους τους. Για μήνες γίναμε μάρτυρες μιας εκτεταμένης και –θα μπορούσε κανείς να πει-κατευθυνόμενης μαζικής πώλησης, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν στην ουσία απεριόριστες συναλλαγές χρηματοδοτούμενες στην ουσία από τα κρατικά σχέδια διάσωσης.

    Η ένδεια εκατομμυρίων ανθρώπων που γίνονται μάρτυρες της καταστροφής της ίδιας της ζωής τους δημιουργεί τις συνθήκες αμφισβήτησης και εξέγερσης. Πέρα από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που γίνονται τα «τυχαία θύματα της ζωής» χάνοντας της δουλείες τους, τόσοι και τόσοι ακόμα, κυρίως στις χώρες του Νότου, βλέπουν τις λιγοστές πηγές εσόδων με τις οποίες συντηρούσαν τις οικογένειές τους να εξαφανίζονται. Η ΔΟΕ (Διεθνής Οργάνωση Εργασίας) εκτιμά ότι περισσότεροι από 30 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους το 2008 και ότι ο αριθμός αυτός θα ανέλθει στα 50 εκατομμύρια το 2009. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας υπολογίζει ότι ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν στα όρια της πείνας αυξήθηκε από 850 εκατομμύρια το 2007 σε 960 εκατομμύρια το 2008 και ότι το νούμερο αυτό θα αγγίξει το ένα δισεκατομμύριο το 2009!  

    Όλα αυτά συμβαίνουν παρότι είναι γνωστό ότι η ανθρωπότητα έχει επαρκείς παραγωγικές δυνατότητες για να συντηρηθεί, και παρότι είναι προφανές ότι ορισμένες επιστημονικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις δεν χρησιμοποιούνται διότι δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια κερδοφορίας που θέτει το κεφάλαιο που ελέγχει τη διαδικασία.  

    Η ατομική και η συλλογική αγανάκτηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια άρνηση συμμετοχής, με τρόπο ώστε μια αντιδραστική πολιτική οντότητα συμβατή με τη συντήρηση ενός παραπαίοντος καπιταλισμού να μπορέσει να ωφεληθεί. Η κατάσταση δεν περιγράφεται πια ικανοποιητικά με τη φράση «η εποχή των μειωμένων προσδοκιών» που χρησιμοποίησε ο Κρούγκμαν τη δεκαετία του ’80. Στην ουσία πρόκειται για μια κατάσταση οικονομικής στασιμότητας και κοινωνικής παρακμής.    

    Το αίσθημα αδικίας και αγανάκτησης συνοδεύεται από το φόβο –ρεαλιστικό ή ιδεολογικό- ότι λίγα -ή και τίποτα- δε μπορεί να γίνει για να αλλάξουν τα πράγματα. Οι φόβοι αυτοί ενισχύονται τεχνηέντως για να αποθαρρύνουν την κάθε είδους συλλογική δράση και να εγκλωβίσουν τους ανθρώπους σε έναν άκριτο ατομικισμό, ένα αίσθημα αδυναμίας αντίδρασης και τελικά στην αποδοχή μιας παντοδύναμης εξουσίας.  

    Η κρίση επηρεάζει με τρόπο πρωτόγνωρο όλο τον πλανήτη και όλους τους ανθρώπους. Δεν πρόκειται απλά για μια χρηματοοικονομική κρίση. Είναι μια κρίση παραγωγική, διατροφική, ενεργειακή και περιβαλλοντική που σύντομα θα εξελιχθεί σε κρίση νομιμοποίησης.

    Η διαδικασία παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών ενέχει και τη διαδικασία παραγωγής συνείδησης. Μια απότομη ρήξη της παραγωγικής συνέχειας σημαίνει και ρήξη στην παραγωγή συνείδησης. Ο παραλογισμός του να τιμωρείται κανείς μέσω της ανεργίας, της πείνας, του αποκλεισμού και της ανασφάλειας ενώ «δεν έχει γίνει κανένα λάθος» εξαπλώνεται γεωγραφικά και κοινωνικά επιτρέποντάς μας να προβλέψουμε ένα επερχόμενο ρήγμα στον ορθολογισμό και στα αξιακά συστήματα. Απέναντι σε μια τέτοια λανθάνουσα κρίση νομιμοποίησης, μόνο η δυνατότητα των προοδευτικών δυνάμεων να κατακτήσουν την ηθική ηγεσία μπορεί να ανοίξει το δρόμο για τη δημιουργία ενός εναλλακτικού ιστορικού μπλοκ που θα καλλιεργήσει μια νέα κουλτούρα συνύπαρξης.  

     

    Ιμπεριαλισμός και μακροοικονομία: ο καπιταλισμός της κρίσης και η εξαθλίωση των εργαζομένων

     

    Η μακροοικονομική διαχείριση υπήρξε καθοριστική σ΄ αυτή τη σαρωτική μετατόπιση του κέντρου λήψης αποφάσεων. Ο ρόλος της μακροοικονομίας ως εργαλείου για τον έλεγχο ολόκληρων χωρών, δεν έχει μελετηθεί επαρκώς στη βιβλιογραφία του ιμπεριαλισμού. Στη σχολή σκέψης που επικεντρώνεται στους υπερ-οικονομικούς παράγοντες διαμόρφωσης  του σύγχρονου καπιταλισμού σε μια προοπτική που συνδέεται άμεσα με την ιστορική εμπειρία των παλιών αποικιακών αυτοκρατοριών (της πρώτης περιόδου [16ος-18ος αιώνας] και δεύτερης περιόδου [19ος αιώνας]), δίνεται έμφαση στην αναγκαστική καταστροφή ορισμένων τύπων παραγωγής, την επιβολή μονοπωλίων και εμπορικών αποκλεισμών. Από την άλλη πλευρά, στα οικονομικά δοκίμια του Χόμπσον, του Χίλφερντινγκ, του Μπουχάριν, της Λούξεμπουργκ, του Κάουτσκυ, του Λένιν, και αργότερα των Μαρξιστών και νέο-Μαρξιστών από διάφορες χώρες η έμφαση δίνεται στο ρόλο των επιχειρήσεων και τον ιδιωτικό τομέα γενικότερα. Η συζήτηση για τις άδικες συναλλαγές μας κληροδοτεί πολλά θεωρητικά εργαλεία για να κατανοήσουμε το ζήτημα. Υπάρχουν ωστόσο αρκετά κενά. 

    Η δημιουργία μιας ειδικής επιστημολογικής περιοχής στα πλαίσια των οικονομικών επιστημών αντιστοιχεί-με κάποια χρονική υστέρηση- με την οντολογική εξέλιξη της δυνατότητας διαχείρισης του νόμου της αξίας μέσα στον καπιταλισμό. Αυτό που ορισμένοι συγγραφείς αποκαλούν «κρατικό μονοπωλιακό καπιταλισμό», μια ιστορική φάση που άρχισε να διαμορφώνεται από τις βασικές δυνάμεις που ενεπλάκησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτελεί τη βάση για τα πολύπλοκα εκείνα φαινόμενα που σ’ εκείνη την περίοδο ονομάστηκαν «μακροοικονομία». 

    Ο μετασχηματισμός των παλιών αποικιακών αυτοκρατοριών και η επαν-εδραίωση της νεο-αποικιακής εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο επέβαλε ένα διπλό ζυγό στη Λατινική Αμερική-υπό την ηγεμονία του δολαρίου μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- με τη σιωπηρή δημιουργία μια «ζώνης δολαρίου». Οι μηχανισμοί εξουσίας της «ζώνης» αυτής ενισχύθηκαν από την μονομερή παραβίαση της συνθήκης του Μπρέτον Γουντς, τη μη-μετατρεψιμότητα του δολαρίου και την επιβολή νεοφιλελεύθερων πολιτικών που έμελε να ενταθούν λόγω της κρίσης του εξωτερικού χρέους τη δεκαετία του ΄80. Η ραγδαία επιδείνωση της μακροοικονομικής κατάστασης της Λατινικής Αμερικής συνδέεται άμεσα με την ανταγωνιστική αποδυνάμωση του βιομηχανικού της κεφαλαίου, ενώ συνοδεύτηκε από μια συστηματική διαδικασία διάλυσης της οικονομικής κυριαρχίας των εθνικών οικονομιών.

    Η αποδυνάμωση των εθνικών νομισμάτων, ο εύθραυστος εξωτερικός τομέας στο πλαίσιο της αστάθειας των ανεξέλεγκτων κεφαλαιακών ροών, η κούρσα για ολοένα και χαμηλότερους φόρους, τα εργασιακά και περιβαλλοντικά πρότυπα, οι εμπορικές επιχειρήσεις και μια αυστηρή πολιτική απορρύθμισης έχουν σαν αποτέλεσμα την αδυναμία άσκησης πολιτικής στις χώρες μας.    

    Το καθεστώς κεφαλαιακής συσσώρευσης που βασίζεται στην απορρύθμιση, την επιστροφή στην παραγωγή πρώτων υλών, τη χρηματιστικοποίηση και την αναχρονιστική αναδιανομή του εισοδήματος, εξεράγη. Παρότι άμεσα συνδεδεμένη με αυτό το καθεστώς, η ηγεμονία του δολαρίου έχει τη δική της ισχύ στις δομές της παγκόσμιας εξουσίας και μετατρέπεται με τη σειρά του σε βασικό εργαλείο στην επίμονη υπεράσπιση ενός απαρχαιωμένου μοντέλου και σε ευθεία αντίθεση με τις δημοκρατικές κατακτήσεις του περασμένου αιώνα.  

    Η προοπτική ενός κερδοσκοπικού πολέμου θα ήταν η ευκολότερη και πιο προσοδοφόρα διέξοδος για την κατεστημένη εξουσία μέσα στην κρίση του καπιταλισμού. Η μαζική καταστροφή αξιών και κεφαλαίου που προϋποθέτει ένα παραγωγικό πλεόνασμα λόγω της υπερ-συσσώρευσης, αναγκάζει νικητές και ηττημένους να εξετάσουν το θέμα από γεωγραφική άποψη. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών -εθνών για την εξασφάλιση παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσε να αποτελέσει ευνοϊκό έδαφος για συγκρούσεις που θα κατέληγαν σε φαύλο κύκλο. Τα ισχυρά συμφέροντα των αγορών του πολέμου θα μπορούσαν να αποσπάσουν τεράστια κέρδη από τις εξελίξεις αυτές. Για κάποια κεφάλαια αυτό είναι ζήτημα επιβίωσης και οι ασύμμετρες δυνατότητες για μακροοικονομική αντίδραση πρέπει να οξυνθούν δημιουργώντας εντάσεις που ξεκινούν από νομισματικούς και εμπορικούς πολέμους.   

     

    Μια νέα αρχιτεκτονική για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι εναλλακτικές προοπτικές

    Η ίδια όμως η διαδικασία της συγκέντρωσης εξουσίας παρήγαγε τη δυναμική για ένα συνασπισμό δυνάμεων που μπορεί να διεκδικήσει ένα δημοκρατικότερο μέλλον: οι συστημικοί παίκτες που εμποδίζονται και πολλές φορές απειλούνται από την παρούσα συγκυρία γίνονται όλο και περισσότεροι. Οι ρωγμές αυτές στο κυρίαρχο σύστημα είναι πρόσφατες και συνοδεύονται από «γεωλογικά λάθη» στην ιστορική οικοδόμηση της παγκόσμιας εξουσίας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, οι προοδευτικές δυνάμεις πρέπει να αντιδράσουν έξυπνα προκειμένου να επηρεάσουν τη συγκυρία στο άμεσο μέλλον. Η σφοδρότητα και ταχύτητα με την οποία βαθαίνει η κρίση προκαλεί μια ασυνήθιστη δραστηριότητα στις σχέσεις των διαφόρων δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο.

    Η πρωτοβουλία της Λατινικής Αμερικής για τη σύγκλιση συνάντησης κορυφής στις 1-3 Ιουνίου, που διαμεσολαβήθηκε από τον πρόεδρο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για να επεξεργαστεί τους εναλλακτικούς τρόπους διεξόδου από την κρίση, ανοίγει έναν πραγματικά πρωτόγνωρο δρόμο για πολυμερείς διαπραγματεύσεις. Η διαπίστωση ότι η κουβέντα πρέπει να γίνει σε επίπεδο G192 και όχι G-8 αμφισβητεί ευθέως την επικράτηση ενός μονοπολικού οράματος.

    Τα κοινωνικά κινήματα, οι πολιτικές δυνάμεις, οι προοδευτικές κυβερνήσεις και οι διανοούμενοι θα πρέπει να εκμεταλλευτούν την ιστορική ευκαιρία που τους παρουσιάζεται και να εντάξουν στα παγκόσμια κέντρα λήψεων αποφάσεων εκείνους που δεν αρκούνται στο να διορθώνουν τα δεινά που προκαλούν τα μεγάλα συμφέροντα.

    Πολλά στοιχεία επιβεβαιώνουν τις νέες δυνατότητες που δημιουργεί το προοδευτικό μέτωπο των τελευταίων μηνών ακόμα και αν η ζωή του αποδειχτεί βραχεία: το κάλεσμα για τη σύνοδο κορυφής, η συμμετοχή διαφορετικών φωνών στο G-20, η ανοιχτή πρόκληση της Κεντρικής Τράπεζας της Κίνας προς το διεθνές σύστημα αποθεμάτων, η θέση της Ρωσίας, η δυνατότητα να εκφραστούν απόψεις διαφορετικές από εκείνες των μεγάλων δυνάμεων. Όλα αυτά εκφράστηκαν στα προπαρασκευαστικά έγγραφα της συνόδου κορυφής, αναθεωρημένα από την επιτροπή εμπειρογνωμόνων με επικεφαλής το Στίγκλιτζ καθώς και στο τελευταίο ανακοινωθέν των G-20.

    Σε σχέση με τις πρόσφατες αυτές επανατοποθετήσεις, μπορούμε να προτείνουμε τρία στοιχεία που θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο συζήτησης σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο. 

    1.     Αν, μετά από βέτο τριών δεκαετιών από την πλευρά της Βόρειας Αμερικής, οι G-20 αναγνωρίσουν την ανάγκη να εκδώσουν 250 δις δολάρια για ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ), θα πρέπει να υπάρξει μια εγγύηση που να εφαρμοστεί μεν άμεσα, όχι όμως προκειμένου να ενισχύσει την παλιά χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική που εκπροσωπεί το ΔΝΤ και την κυριαρχία του δολαρίου. 

    • Αυτό δε μπορεί να είναι ένα μεμονωμένο μέτρο, αλλά μια δέσμευση που θα ανανεώνεται κάθε χρόνο στο πλαίσιο των νέων σχέσεων Βορρά-Νότου. Το ισχύον καθεστώς ορίζει ότι το 60% των ΕΤΔ πηγαίνει στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Αν οι χώρες αυτές παραχωρούσαν ορισμένα δικαιώματα, θα ξεπλήρωναν μέρος των υποχρεώσεων που ανέλαβαν στο Μοντερρέυ-χωρίς ποτέ να τις τηρήσουν-να αποδώσουν το 0,7% του ΑΕΠ τους σε αφορολόγητη αναπτυξιακή βοήθεια.    
    • Αυτό όμως δεν αρκεί: είναι αναγκαίο να εξασφαλίσουμε ότι αυτές οι νέες πηγές δε θα χρησιμοποιηθούν για να ενισχύσουν της πρακτικές του ΔΝΤ-τον εκβιασμό των χωρών που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης μέσω της επιβολής πολιτικών προσαρμογής. Η ετήσια κατεύθυνση των ΕΤΔ θα πρέπει να γίνεται με συλλογικό τρόπο για παράδειγμα από τον ΟΤΓ (Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας), στον αγώνα ενάντια στην πείνα και τα ακριβά προϊόντα, από το πρόγραμμα περιβαλλοντικής προστασίας (UNEP) του ΟΗΕ για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης, από το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών για την αντιμετώπιση των δραματικών και πιεστικών ζητημάτων που προκύπτουν λόγω της φτώχειας και από τα τοπικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για την ενίσχυση των νομισματικών συμφωνιών των τοπικών συνασπισμών και για την οικοδόμηση μιας νέας πολύπλοκης νομισματικής-χρηματοοικονομικής τάξης.
    • Το τελευταίο σημείο εμπεριέχει μια στρατηγική διάσταση στο βαθμό που κάθε περιοχή θα μπορούσε, δεδομένων των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που αντιμετωπίζει , να δημιουργήσει μια νέα περιφερειακή χρηματοοικονομική στρατηγική που θα περιλαμβάνει κατ΄ ελάχιστο:

    -        Μια αναπτυξιακή τράπεζα νέου τύπου (στη Λατινική Αμερική θα μπορούσε να είναι η Τράπεζα του Νότου και η Τράπεζα της ALBA.

    -        Ένα νέο δίκτυο Κεντρικών Τραπεζών και

    -        Περιφερειακές χρηματοπιστωτικές μονάδες που να βασίζονται σε ένα σύστημα πληρωμών θα επιτρέπει τον ισορροπημένο αναπροσανατολισμό των εμπορικών ροών, προσπερνώντας την εξάρτηση από το δολάριο και τις Συνθήκες Ελεύθερου Εμπορίου (για παράδειγμα τη SUCRE).

    2.     Είναι γεγονός ότι οι κυβερνήσεις όχι μόνο του Βορρά, αλλά και του Νότου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ελέγχονται από προοδευτικές δυνάμεις, αποφάσισαν να αποδώσουν σημαντικά ποσά στο ΔΝΤ. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μέρος μιας προσπάθειας για την αναβίωση του κεντρικού άξονα του παλιού παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος που βρίσκεται σε πλήρη λειτουργική και ιδεολογική κατάρρευση. Το 2003 οι πόροι του ΔΝΤ μειώθηκαν κατά 90%. Ωστόσο, μόνο το Νοέμβριο του 2008 κατάφερε να δανείσει συνολικά περισσότερα χρήματα από εκείνα των 5 τελευταίων ετών, ενώ η λίστα αναμονής των χωρών που έχουν υποβάλλει αιτήσεις δανειοληψίας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Η πολιτική βούληση ορισμένων κυβερνήσεων να συνεισφέρουν στην αύξηση της ρευστότητας για την αντιμετώπιση της κρίσης, πρέπει να μετατραπεί σε ένα εργαλείο που να επιτρέπει στις χώρες του Νότου να εφαρμόσουν αποτελεσματικές πολιτικές ενάντια στην κρίση. Οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν σε σύντομο χρονικό διάστημα να φέρουν στο προσκήνιο εκείνους τους φορείς που θα πιέσουν για μια νέα κατανομή των πόρων του ΔΝΤ με μόνο τον όρο να απαγορευτούν οι δαπάνες για όπλα και να εφαρμοστεί ένας εναλλακτικός τρόπος διαχείρισης. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το Παγκόσμιο Ταμείο Περιβάλλοντος της Παγκόσμιας Τράπεζας. Επιπλέον, τα σημάδια μιας δημοκρατικότερης πορείας θα προσελκύσουν σημαντικές συνεισφορές από χώρες με μεγάλη ρευστότητα όπως η Κίνα, ή θα επιτρέψουν στις κοινωνικές δυνάμεις κάποιων χωρών να πιέσουν για οικονομική στήριξη.    

    3.     Η αντίδραση των χρηματαγορών οδήγησε στη ραγδαία επιδείνωση της μακροοικονομικής κατάστασης της περιφέρειας και της ημι-περιφέρειας. Η διευρυνόμενη διαφορά του οικονομικού κόστους που προκάλεσε το κέντρο και εκείνου που προκάλεσε ο υπόλοιπος κόσμος βασίζεται στο θεωρητικό κατασκεύασμα της «χώρας υψηλού ρίσκου» που ενισχύει τους αντικειμενικούς περιορισμούς μιας ασύμμετρης μακροοικονομικής αντιμετώπισης. Η ανάγκη να μειωθεί το χρέος που στοιχειώνει τα φορολογικά συστήματα των χωρών της περιφέρειας είναι επιτακτική. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν. Οι λαοί του Νότου δεν ευθύνονται για την κρίση και είναι αδιανόητο να τιμωρούνται στη βάση του ότι ζουν σε «χώρες υψηλού ρίσκου». Ο ΟΗΕ θα μπορούσε να εκδόσει δελτία χωρίς επιβάρυνση κινδύνου που να υποκαθιστούν τους αντίστοιχους τίτλους των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ιαπωνίας και κάθε Ευρωπαϊκής χώρας με επιτόκιο 1 ή 2% και να δημιουργηθεί μια ροή πίστωσης έτσι ώστε οι χώρες που επιθυμούν να επαναδιαπραγματευθούν το χρέος τους να μπορούν να το εμπορευτούν σε μια δευτερεύουσα αγορά μετά από μια υποχρεωτική, τυπική διαδικασία λογιστικού ελέγχου του εξωτερικού τους χρέους.

    Η εφαρμογή αυτού του νέου θεσμικού πλαισίου κατά τους επόμενους μήνες θα μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες που να επιτρέπουν την αμφισβήτηση του συγκεντρωτισμού στη λήψη αποφάσεων που χαρακτηρίζει την τρέχουσα δυναμική του συστήματος. Η οικοδόμηση μιας νέας παγκόσμιας νομισματικής και χρηματοοικονομικής τάξης θα γινόταν ορατή σε ένα δημοκρατικότερο πλαίσιο, συμπεριλαμβάνοντας πολλές διαφορετικές περιοχές του πλανήτη. Επιπλέον, η ελάχιστη (minimum) αυτή βάση θα έκανε άμεσα εφικτό ένα παγκόσμιο συμβιβασμό αντιπαρατιθέμενο προς τους εμπορικούς πολέμους που συνήθως αποτελούν εύφορο έδαφος τη δράση των κερδοσκόπων (στην εκτέλεση των συναλλαγών πραγματοποιείται το μισό σχεδόν της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας, ενώ η αξία του αντιπροσωπεύει το εξαπλάσιο χρηματικό ισοδύναμο του παγκόσμιου ΑΕΠ) και καθιστούν την ανάκαμψη της παραγωγής και της απασχόλησης ιδιαίτερα δύσκολη. 

    Μια διαφορετική λογική για την παραγωγή και την κατανάλωση που να ξεπερνά το καταχρηστικό-και για τους ανθρώπου και για τη φύση- μοντέλο ανάπτυξης θα ήταν εφικτή αν καταφέρναμε να ενισχύσουμε την αυτοκυριαρχία των περιφερειακών συνασπισμών σε τροφή, ενέργεια, υγεία κλπ. 

     

     

     

     

    Συμπέρασμα

    Βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Το μέλλον εξαρτάται από τις δυνατότητές μας να οικοδομήσουμε ένα κοινωνικό υποκείμενο που θα αγωνιστεί για την αλλαγή σε μια μετα-καπιταλιστική προοπτική και θα εγγυηθεί ότι η ανθρωπότητα δε θα περάσει από μια μακρά περίοδο βαρβαρότητας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να διαμορφώσουμε μια στρατηγική (και μια τακτική) που να επιτρέπει στην Αριστερά να βρεθεί στην πρωτοπορία εδώ και τώρα. Να βρεθεί σε μια διαδικασία πολιτικής σύγκλισης που να διευκολύνει τη δημιουργία ενός νέου ιστορικού συνασπισμού. Μια τέτοια διαδικασία συσπείρωσης δυνάμεων είναι κρίσιμη σε μια περίοδο που η απόγνωση των κυρίαρχων δυνάμεων τις αναγκάζει να εξετάσουν ακόμα και την πιθανότητα μιας νέο-φασιστικής προοπτικής που θα ευνοεί μια κερδοσκοπική και φιλοπόλεμη ολιγαρχία που ανέχεται όλο και λιγότερους περιορισμούς.

    Μια τέτοια πρωτοβουλία απαιτεί παγκόσμιες συλλογικές διαδικασίες και συντονισμό της πολιτικής δράσης σε πολλαπλά επίπεδα. Μια από τις προτεραιότητες- μια αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη για να ανακτήσουμε τη δύναμη λήψης αποφάσεων- θα ήταν η επαναδημιουργία της υπερεθνικής νομισματικής και χρηματοοικονομικής αυτοκυριαρχίας σε συνθήκες 21ου αιώνα. Σ’ αυτή τη βάση, δεν ενδέχεται απλά να αποφύγουμε τη βραχυπρόθεσμη υποβάθμιση της περιφέρειας λόγω της ασύμμετρης μακροοικονομικής δυνατότητάς της να εφαρμόσει αντι-κυκλικές πολιτικές, αλλά να καλλιεργήσουμε το έδαφος για τη συλλογικότερη και δημοκρατικότερη δομή της νέας παγκόσμιας τάξης. Η πρωτοβουλία αυτή θα μπορούσε ακόμα να δημιουργήσει νέες συνθήκες για την ανάπτυξη μιας οικονομικής λογικής πέρα από τα κέρδη και τη συσσώρευση, συμπεριλαμβανομένης και της ενεργειακής και διατροφικής αυτάρκειας που αντίκειται στα καταστροφικά σχέδια των πολυεθνικών.       

    Βασικό συστατικό μιας τέτοιας προοδευτικής ατζέντας θα μπορούσε να είναι η προσπάθεια της αριστεράς να εμποδίσει τους νεοφιλελεύθερους να επιβάλλουν νέες πολιτικές προσαρμογής και, αντίθετα, να ενισχύσει την πολυφωνία, να ενθαρρύνει τη χρήση των πόρων του ΔΝΤ για ριζικές εσωτερικές μεταρρυθμίσεις και να συμβάλλει στη συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος του εξωτερικού χρέους των χωρών της περιφέρειας. 

     

     

    Μετάφραση: Έλενα Παπαδοπούλου

     


Related articles