• Θα αλλάξει επιτέλους η μεταναστευτική πολιτική; Τι (δεν) ξέρουμε για τη μετανάστευση

  • 30 Jan 12 Posted under: Ρατσισμός/Μετανάστευση
  •  

     

    Οι περισσότεροι άνθρωποι στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο θεωρούν πως ξέρουν γιατί οι άλλοι άνθρωποι αποδημούν και έρχονται στα μέρη τους. Νομίζουν πως η πατρίδα τους είναι το επίκεντρο των μεταναστευτικών ροών του κόσμου. Κάθε φορά που μια τέτοια ροή είναι σε ένταση, όπως στις μέρες μας στην Ευρώπη, σαστίζουν μπροστά της, ενίοτε συμπονετικά, ενίοτε μισαλλόδοξα. Η μετανάστευση συνήθως αντιμετωπίζεται με αμηχανία, εάν όχι με ξάφνιασμα, καθώς νομίζουμε ότι είναι κάτι πρωτόγνωρο και μοναδικό. Με την έννοια αυτή, η μετανάστευση κατεξοχήν προσλαμβάνεται ως «ιστορικό ατύχημα»[1], που ως τέτοιο εύλογα μας αιφνιδιάζει. Τέλος, οι περισσότεροι σκέφτονται πως οι χαοτικές διαφορές βιοτικού επιπέδου μεταξύ του πρώτου και του αναπτυσσόμενου κόσμου καθιστούν την μετανάστευση ως μοναδική ευκαιρία αύξησης του πενιχρού εισοδήματός των φτωχών. Καταρχήν, αυτό ισχύει. Ωστόσο, με τον τρόπο αυτό η μετανάστευση εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας ορθολογικής επιλογής των μεταναστών, οι οποίοι φέρονται να σταθμίζουν τα μειονεκτήματα με τα πλεονεκτήματα της αποδημίας και αποφασίζουν να μετοικήσουν όταν η στάθμη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων γέρνει προς την κατεύθυνση αυτή.

    Η επιστημονική εμπειρία και ανάλυση στο χώρο των μεταναστευτικών σπουδών (των τελευταίων δύο δεκαετιών τουλάχιστον, αλλά όχι μόνο) δείχνει όμως ότι τα πράγματα είναι σαφώς πιο σύνθετα.  Έγκυρα και επανειλημμένα έχει επισημανθεί πως η άγνοια των επιστημονικών αυτών αναλύσεων είναι με βεβαιότητα ένας από τους λόγους για τους οποίους οι μεταναστευτικές πολιτικές αποτυγχάνουν[2]. «Το κενό ανάμεσα στους στόχους των εθνικών πολιτικών μετανάστευσης και τα πραγματικά αποτελέσματα (η απόδοση) των πολιτικών αυτών, μεγαλώνει σε όλες τις μεγάλες βιομηχανικές δημοκρατίες» γράφονταν στην εισαγωγή ενός σχετικού με τη μετανάστευση συλλογικού τόμου το 1994.[3] Δεκαπέντε χρόνια μετά, δύσκολα οι συγγραφείς θα βρίσκανε άλλη διατύπωση για να αξιολογήσουν την σημερινή κατάσταση. 

    Aυτό με το οποίο έχει να αναμετρηθεί οποιοσδήποτε προσπαθεί να συνάγει επιστημονικά επαληθεύσιμα συμπεράσματα για τη μετανάστευση είναι αυτό που εύστοχα ονομάστηκε «παροντισμός που εννοεί να παρουσιάζει όλα τα φαινόμενα ως καινοφανή».[4] Όλα μας φαίνονται τόσο καινούργια και αυτό το ιστορικά «νέο» είναι που δικαιολογεί την αμηχανία ή, ακόμη περισσότερο, την άγνοιά μας, να βρούμε λύσεις στα ζητήματα που τίθενται. Ωστόσο, επισημαίνεται πως δύσκολα θα βρει κανείς κάποιον τύπο μετανάστευσης που δεν έχει κανένα ιστορικό προηγούμενο με ορισμένα, τουλάχιστον, συναφή γνωρίσματα.[5] Η χρήση του επιχειρήματος αυτού στην Ελλάδα είναι, όπως όλοι γνωρίζουμε, κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας, συνεχής, ωστόσο παραπλανητική και μονομερής. Όπως έγκυρα επισημαίνεται, εάν δούμε τη μετανάστευση στη βάση του σύγχρονου τρόπου διοικητικής ρύθμισης και ελέγχου της «εισόδου ξένων πολιτών» στη χώρα, τότε όντως η Ελλάδα μετατράπηκε πολύ πρόσφατα από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής μεταναστών (νωρίτερα πάντως από τη δεκαετία του 1990). «Αν τη δούμε όμως στη βάση της κινητικότητας της εργασίας στην ιστορική της προοπτική, τότε η νέα μετανάστευση δεν αποτελεί παρά ένα νέο επεισόδιο σε μια σειρά παρομοίων και διαφορετικών επεισοδίων».[6]

     

    Το ελληνικό τοις πράγμασι μεταναστευτικό καθεστώς

     

    Στην Ευρώπη σήμερα ζει ένα μεγάλο κομμάτι εργαζομένων μεταναστών. Τα τελευταία πενήντα χρόνια οι πληθυσμιακές μετακινήσεις από και προς την Ευρώπη αποτελούν εξάλλου μόλις το 12-15% των διεθνών μεταναστεύσεων[7]. Ο αριθμός αυτός περιορίζει ιδιαίτερα την ακροδεξιά ρητορεία σε σχέση με τα «κύματα» που «εισβάλλουν» κλπ.

    Σε μια ήπειρο, όπου η συνταγματική ιστορία είναι πολιτειακά συνυφασμένη με την κατάκτηση εγγυήσεων, η πραγματική κατάσταση άσκησης των δημοσίων ελευθεριών από σημαντικό τμήμα του πληθυσμού αυτού συνιστά μια προφανή διάρρηξη της καθολικότητας και οικουμενικότητας  των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.  Ειδικά σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, στις νέες συνθήκες στην οικονομία, την κοινωνία και στη σχέση του πολίτη με το κράτος ο αποκλεισμός των μεταναστών περνά από την παταγώδη απουσία θεσμικής πολιτικής για τη μετανάστευση. Αυτή η «απουσία θεσμικής πολιτικής» δεν ισοδυναμεί ωστόσο με την μη ύπαρξη πολιτικής. Σε πείσμα της απουσίας της ελληνικής πολιτείας για μια ολόκληρη δεκαετία, η ελληνική κοινωνία κατάφερε να λύσει και να δημιουργήσει προβλήματα εντάσσοντας τους μετανάστες με όρους που παραπέμπουν σε ένα αδυσώπητο αγοραίο φιλελευθερισμό, παρά σε κράτος δικαίου. Σε αυτό το ιδιότυπο ‘καθεστώς μετανάστευσης’, η τελευταία παραμένει και αντιμετωπίζεται επίσημα ως ένα παροδικό ατυχές συμβάν της ιστορίας και στρατιωτικο-αστυνομικό πρόβλημα συνοριογραμμής και απώθησης, χαράσσοντας σύνορα ακόμη και στο κέντρο της καρδιάς της χώρας, στην πρωτεύουσα… Οι αλλοδαποί αντιμετωπίζονται λιγότερο ως υποκείμενα δικαιωμάτων παρά το αντικείμενο αντιφατικών ρυθμίσεων, το θετικό περιεχόμενο των οποίων δεν έχει πάντα απτό αντίκρυσμα στην πράξη. Το αποτέλεσμα είναι να υφίστανται επαχθείς περιορισμούς σε θεμελιώδη δικαιώματα, το δικαίωμα να διαμένουν μαζί με την οικογένειά τους, με ασφάλεια και χωρίς συνεχείς παρενοχλήσεις, σε χώρα όπου προσπαθούν  να εργασθούν νόμιμα έχοντας παράλληλη ασφάλιση και ισότιμη πρόσβαση στη δικαστική προστασία. Οι παραπάνω ελλείψεις δεν μπορούν να αποδοθούν σε συγκυριακή γραφειοκρατία ή σε μεμονωμένες ξενοφοβικές συμπεριφορές, διότι πρόκειται για γενικευμένα φαινόμενα, και συνδέονται με την αντιμετώπιση του μετανάστη ως προβλήματος προς διαχείριση.  Πράγματι, η μετανάστευση στην Ελλάδα έως σήμερα παρείχε, ανάμεσα σε άλλα, την ευκαιρία για τη διάσωση του ασφαλιστικού συστήματος, την είσοδο στην ΟΝΕ, τη χρηματοδότηση της παραδοσιακής οικονομίας και των μεγάλων έργων με φθηνό και ευέλικτο εργατικό δυναμικό, την αναζωογόνηση της περιφέρειας και της διάσωσης του πρωτογενή τομέα.  Όσα θετικά κομίζει η μετανάστευση ανταλλάσσονται με την παραχώρηση εκ μέρους του ελληνικού κράτους προς τους μετανάστες, της ανοχής και της πρόσκαιρης νομιμότητας, ενίοτε και ενός συμπονετικού-φιλανθρωπικού λόγου. Η κατάσταση αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα οδηγεί στη διατήρηση των μεταναστών σε μια ιδιότυπη ομηρία που ευνοεί και, σε τελευταία ανάλυση συντηρείται από τα πρόσκαιρα οικονομικά οφέλη ορισμένων γηγενών κοινωνικών και παραγωγικών στρωμάτων μέσα από την εκμετάλλευση και τον αποκλεισμό.   Παράλληλα, τα εγγενή προβλήματα της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικο-οικονομικής οργάνωσης που ανέδειξε η μετανάστευση, μέσα από το δημόσιο λόγο ανάγονται σε προβλήματα που η τελευταία προκάλεσε ή τροφοδοτεί. Την ίδια στιγμή, ακριβώς επειδή αντιμετωπίζονται ως «προβλήματα της μετανάστευσης» και όχι ως δομικές αδυναμίες και ανεπάρκειες του ελληνικού καταμερισμού εργασίας που η μετανάστευση βάζει σε μεγεθυντικό φακό, χάνεται μια  ιστορική ευκαιρία για χρηματοδότηση, εκλογίκευση και βιωσιμότητα της οικονομικής δομής, της οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης και του κοινωνικού κράτους. Ανάμεσα στα πολιτικά, αλλά και επιστημονικά προβλήματα του κυρίαρχου λόγου σχετικά με τη μετανάστευση εντοπίζεται η πολλαπλώς προβληματική και εργαλειακή χρήση εννοιών όπως ο «πολιτισμός» και η «ταυτότητα». Οι έννοιες αυτές υποκρύπτουν και αναπαράγουν σχέσεις εξουσίας ή εκμετάλλευσης και όχι σχέσεις «διαφορετικών» ή «Άλλων», όπως ένας επιφανειακός συμπονετικός λόγος αφήνει συχνά να εννοηθεί. Ο λόγος αυτός ακριβώς επειδή αποπολιτικοποιεί τις εντάσεις γύρω από τα μείζονα κοινωνικά και ταξικά ζητήματα τα οποία αναδεικνύει η μετανάστευση απειλεί την κοινωνική συνοχή και συμβίωση στην αναδυόμενη πολυεθνοτική ελληνική κοινωνία. Κρύβοντας τους πραγματικούς, πρβλ τους άνισους όρους της συμβίωσης μεταναστών και γηγενών, ουσιαστικά εθελοτυφλεί ενώπιον της ανισότητας. Ωστόσο, η ανισότητα ούτε εξηγείται (από), ούτε οφείλεται κυρίως στην συνύπαρξη των πολιτισμών, αλλά στην θέση των μεταναστών στην παραγωγή.

    Στην ανταπόκριση στην πρόκληση της μετανάστευσης έχει ιδιαίτερη σημασία η κατανόηση της εσωτερικής διαφοροποίηση των μεταναστών και των αντίστοιχων στρατηγικών διαχείρισης της «ένταξης». Οι μετανάστες δεν είναι «μια» ομάδα, αλλά με την πάροδο του χρόνου, οι ίδιες οι μεταναστευτικές κοινότητες γνωρίζουν τομές και διαιρέσεις που, σε τελευταία ανάλυση, παραπέμπουν σε διαφορετικές προϋποθέσεις κοινωνικής ένταξης και θέσεις στην παραγωγική διαδικασία. Επίσης, διακρίνονται διαδρομές ένταξης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, με τη συγκρότηση και άνθηση διεθνικών και τοπικών κοινωνικών δεσμών και δικτύων.

     

    Αυτά που πρέπει να αλλάξουν στο ελληνικό νομοθετικό καθεστώς[8]

     

    1. Ιθαγένεια 

    Στις αρχές του 21ου αιώνα, η Ελλάδα έχει – θέλοντας και μη - εισαχθεί στην αναζήτηση ενός νέου μοντέλου μιας πιο περιεκτικής ιδιότητας του πολίτη, η οποία με πραγματιστικούς όρους καλείται να επεξεργαστεί νέους τρόπους πρόσληψης των πλουραλιστικών πραγματικοτήτων. Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον της αναγκαιότητας αναθεώρησης των μύθων και των εγγενών ιδεοληψιών της ελληνικής συνείδησης σχετικά με την ίδια την ταυτότητά της.  Για το λόγο αυτό – και όχι εξαιτίας μια μελοδραματικής φιλανθρωπίας έναντι των μεταναστών - το κατώφλι της ιθαγένειας καλείται να μετατοπιστεί σε μια κατεύθυνση συμπερίληψης και απαλλαγής από την παντοδυναμία της έννοιας του «γένους».

    Αποκλείοντας τους μακροχρόνιους μετανάστες και τα παιδιά τους από την ιθαγένεια ενθαρρύνεται ουσιαστικά μια υποβόσκουσα αντίληψη στην ευρύτερη κοινωνία ότι είναι «αλλοδαποί» οι οποίοι δεν δικαιούνται να ανήκουν στην πολιτική κοινότητα και των οποίων η πίστη προς το κράτος εξ ορισμού τίθεται εν αμφιβόλω. Η κτήση της ιθαγένειας σε στατιστικά σημαντικούς αριθμούς και από μετανάστες μπορεί δυνητικά να λειτουργήσει ως εφαλτήριο για μια ψηφοθηρία θετικού – δηλαδή αντιρατσιστικού - αθροίσματος. Και αυτό αποδεικνύει η πρόσφατη εμπειρία κρατών όπως η Γερμανία, στην οποία αναφερθήκαμε επαρκώς, η Ισπανία ή η Πορτογαλία. Τέλος όμως, η παρουσία μεγάλου και συνεχώς διευρυνόμενου αριθμού μεταναστών υπό την ιδιότητα του αλλοδαπού σε μια επικράτεια, δημιουργεί επίσης και ένα μείζον πρόβλημα πολιτειακής φύσης. Ένας αυξανόμενος πληθυσμός των μόνιμων κατοίκων που υπόκεινται στους νόμους ενός κράτους χωρίς εκπροσώπηση στο νομοθετικό σώμα δημιουργεί ένα σοβαρό έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Το έλλειμμα αυτό έχει συγκριτικά το μεγαλύτερο κόστος για κάθε κοινωνία που την ενδιαφέρει η δημοκρατία της. 

    Για τους λόγους αυτούς, χρειαζόμαστε νέο Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επεξεργάστηκε επί διετία σχέδιο «Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας» με σχετική αιτιολογική έκθεση. Η παρούσα πρόταση – αναρτημένη στην ιστοσελίδα  www.hlhr.gr - συγκροτεί ένα συνεκτικό σώμα κανόνων το περιεχόμενο των οποίων είναι απολύτως ευθυγραμμισμένο με τις προκλήσεις της παρούσας συγκυρίας που βιώνει η Ελλάδα στην εποχή της μετανάστευσης. Οι προτεινόμενοι κανόνες είναι κοινωνικά επιβεβλημένοι, δίκαιοι και πολιτικά εφικτοί.

    - Είναι κοινωνικά επιβεβλημένοι καθώς το όλο κανονιστικό πλαίσιο κτήσης και αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας όπως αποτυπώνεται στον εν ισχύ ΚΕΙ αντανακλά ιστορικούς όρους οι οποίοι απλώς έχουν παρέλθει.

    - Είναι δίκαιοι διότι στον ΚΕΙ σήμερα επιβιώνουν διατάξεις που δύσκολα αντέχουν σε μια αξιακή αναμέτρηση με το κράτος δικαίου και για το λόγο αυτό προτείνουμε την αντικατάστασή τους ή απλώς την κατάργησή τους.

    - Τέλος, οι προτεινόμενοι κανόνες είναι πολιτικά εφικτοί διότι δεν παρακάμπτουν την ιστορική πολιτειακή παράδοση πάνω στην οποία έχει δομηθεί το ελληνικό δίκαιο ιθαγένειας, στο σύνολό του.

    Σήμερα, οι πολιτικές συνθήκες είναι ώριμες για μια εφ’όλης της ύλης τομή του υπάρχοντος δικαίου ιθαγένειας. Επί μέρους ρυθμίσεις για τη δεύτερη γενιά είναι ευπρόσδεκτες, αλλά αποσπασματικές εφόσον δεν ενταχθούν σε έναν συνολικό πολιτικό προγραμματισμό αλλαγής του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Τα ζητήματα ιθαγένειας στην Ελλάδα αφορούν τη μετανάστευση, αλλά όχι μόνο αυτή. Αφορούν, εν τη ευρεία εννοία, το κράτος δικαίου στη χώρα αυτή. 

     

    Σε δέκα σημεία προτείνουμε:

     

    1. Διαδικασία κτήσης ιθαγένειας για τα τέκνα αλλοδαπών που γεννιούνται στην Ελλάδα:

    -  προαιρετικά με δήλωση των γονέων για τη δεύτερη γενεά μεταναστών που    μένει στην Ελλάδα τουλάχιστον 5 χρόνια,

    -  υποχρεωτικά με τη γέννηση για την τρίτη γενεά.

    2. Πέντε χρόνια προηγούμενης παραμονής του αλλοδαπού στην Ελλάδα ως προϋπόθεση της αίτησης πολιτογράφησης.

    3. Υποχώρηση του «δικαίου του αίματος» όταν έχει μεσολαβήσει μακρά αλληλουχία γενεών χωρίς την παραμικρή βουλητική ή πραγματική σύνδεση με την ελληνική πολιτεία.

    4. Δραστική μείωση του παραβόλου για την αίτηση πολιτογράφησης.

    5. Κατάργηση της υποχρέωσης προσκόμισης στοιχείων για «το ήθος και την προσωπικότητα» του αιτούντος, καθώς το Ποινικό Μητρώο καλύπτει σχετικές αναφορές.

    6. Επαναφορά της συνέντευξης για κάθε περίπτωση πολιτογράφησης και υποχρέωση αιτιολογίας για την άρνηση πολιτογράφησης.

    7. Εξορθολογισμό περιπτώσεων εξαιρετικής πολιτογράφησης και σύνδεσή της με την απόδειξη ισχυρών δεσμών με τη χώρα.

    8. Εισαγωγή υποχρέωσης αποδοχής της οικειοθελούς αποβολής ιθαγένειας και κατάργηση κάθε ενδεχόμενου αναγκαστικής αποβολής ιθαγένειας.

    9. Για πρώτη φορά, κωδικοποίηση της διαδικασίας καθορισμού ιθαγένειας, η οποία αντιστοιχεί σε αγώγιμο δικαίωμα του ενδιαφερομένου και δεν εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.

    10. Πρόβλεψη εύλογων ειδικών προθεσμιών για την κτήση ιθαγένειας.

     

    2. Συμμετοχή επί μακρόν διαμενόντων αλλοδαπών στις τοπικές εκλογές

     

    Η νέα κυβέρνηση προεκλογικά εξήγγειλε ως προτεραιότητα την συμμετοχή μεταναστών στις δημοτικές εκλογές. Η παροχή αυτού του δικαιώματος είναι μια δίκαιη και επιβεβλημένη πολιτική επιλογή. Τα ζητήματα που διακυβεύονται στις τοπικές εκλογές δεν είναι κυριαρχικά, οπότε το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι αυτό της ιθαγένειας, αλλά της διαμονής. Ωστόσο, η άδεια επί μακρόν διαμένοντος αλλοδαπού, η οποία εξαγγέλθηκε από τον πρωθυπουργό ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή στις τοπικές εκλογές, έχει σήμερα (Νοέμβριος 2009) δοθεί σε 104 ανθρώπους στη χώρα. Ο αριθμός είναι προκλητικός… Επείγει, εν όψει της εκφρασμένης πολιτικής βούλησης του πρωθυπουργού, οι άνθρωποι αυτοί να μετάσχουν στις ερχόμενες εκλογές με νέα ρύθμιση η οποία ουσιωδώς να δίνει τη δυνατότητα σε όσους αλλοδαπούς έχουν συμπληρώσει την πενταετία στην Ελλάδα τη δυνατότητα εγγραφής σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους. Το δικαίωμα αυτό πρέπει οπωσδήποτε να ανοίξει για τους κατόχους αδειών αόριστης/δεκαετούς διάρκειας, στους συζύγους ελλήνων και κοινοτικών, και στους ομογενείς και τις συζύγους τους.

     

    3. Ταξινομήσεις του αλλοδαπού πληθυσμού ως εστίες παραβιάσεων δικαιωμάτων

    Το ελληνικό μεταναστευτικό καθεστώς διέπεται από μια ιδιαίτερη ετερογένεια σε ό,τι αφορά τους νομικούς τύπους διαμονής και εργασίας στη χώρα.  Τούτη είναι ίσως και μια από τις πλέον διακριτές ιδιαιτερότητες αυτού του καθεστώτος συγκριτικά με άλλα. Η ετερογένεια αυτή είναι συχνά πηγή συγχύσεων και παρερμηνειών τόσο για τη δημόσια διοίκηση όσο και για τους μετανάστες.  Συχνά, οι υπάρχουσες νομικές ταξινομήσεις είναι εξόχως προβληματικές υποκρύπτοντας ή αναπαράγοντες παραπλανητικές και επικίνδυνες στην κοινωνία αντιλήψεις για τη μετανάστευση.  Αυτό που χαρακτηρίζει το υπάρχον καθεστώς είναι ότι θεωρεί το μεταναστευτικό ένα φαινόμενο σχεδόν αποκλειστικής αρμοδιότητας της αστυνομίας. Τα πιο προφανή παραδείγματα αυτής της διαστροφής του ελληνικού μεταναστευτικού καθεστώτος είναι:η αρμοδιότητα εξέτασης των αιτημάτων ασύλου από την αστυνομία, η αρμοδιότητα των αδειών κοινοτικών υπηκόων από την αστυνομία και η αρμοδιότητα της αστυνομίας για τα Ειδικά Δελτία Ταυτότητας Ομογενούς.

    Είναι επείγουσα η μεταφορά των αρμοδιοτήτων εξέτασης ασύλου από την αστυνομία σε πολιτική αρχή  όπως επίσης η μεταφορά των αρμοδιοτήτων Ομογενών στο Υπουργείο Εσωτερικών.  Εν γένει, η όλη ελληνική πολιτική αναφορικά με τους «ομογενείς» είναι βαθιά αναχρονιστική και εξόχως προβληματική σε ό,τι αφορά τους ιδεολογικούς της αρμούς. Σε τελευταία ανάλυση, ο κάτοχος ΕΔΤΟ στο Υπουργείο Εσωτερικών καταλήγει όταν ζητήσει την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, ενώ η ενασχόληση της αστυνομίας με το ποιος (δεν) είναι ομογενής εγείρει ανησυχητικούς συνειρμούς σε ένα κράτος δικαίου.

     

    4. Διαδικασίες εισόδου – παραμονής: μετάβαση σε καθεστώς νομιμότητας

    Χωρίς να παραγνωρίζεται η σημασία χάραξης ολοκληρωμένων πολιτικών σε βάθος χρόνου, συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις κρίνονται άμεσες.

    Α. Μια μεταβατική νομοθετική παρέμβαση θα πρέπει να επικεντρωθεί στην επαναφορά σε καθεστώς νομιμότητας για όσους έχουν χάσει τα τελευταία χρόνια τη νομιμότητα της παραμονής τους στην Ελλάδα λόγω αυστηρών προϋποθέσεων των προηγούμενων διαδικασιών νομιμοποίησης.

    Β.  Να υιοθετηθεί η εφαρμογή πάγιας, δηλαδή διαχρονικής διαδικασίας μετάβασης σε καθεστώς νομιμότητας για παράνομα διαμένοντες μετανάστες που έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με τη χώρα. Οι λεγόμενοι «εξαιρετικοί λόγοι» , σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, δεν μπορούν να είναι παρά οι ισχυροί δεσμοί με τη χώρα.  Το υπάρχον καθεστώς πρέπει να τροποποιηθεί προς την κατεύθυνση της περιορισμού της αυθαίρετης εκτίμησης της διοίκησης και της αυστηρότητας των προϋποθέσεων.

    Γ. Η προώθηση της κοινοτικής άδειας «επί μακρόν διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών» με τις απαραίτητες διορθώσεις στον τρόπο με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο, κυρίως σε ό,τι αφορά το ζήτημα της «ελληνομάθειας» των μεταναστών.  Τα «ενταξιακά» κριτήρια που προβλέπονται από την οδηγία πρέπει να εφαρμοστούν ρεαλιστικά με στόχο τη συμπερίληψη και όχι τον αποκλεισμό από το συγκεκριμένο καθεστώς.  Η ενίσχυση των δομών εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας για την πρώτη γενιά είναι προτεραιότητα. Συγκεκριμένα, ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην αναμόρφωση του καθεστώτος χορήγησης άδειας επί μακρόν διαμένοντος στην μιάμιση και δεύτερη γενιά, καταργώντας τις αυστηρές προϋποθέσεις για τη νομιμότητα της διαμονής των γονέων τους και τη γέννηση στη χώρα, η οποία αποκλείει τη μιάμιση γενιά.

    Δ. Προστασία της οικογενειακής ζωής των πολιτών τρίτων χωρών. Το πρόβλημα έχει δύο διαστάσεις: η πρώτη αφορά τα μέλη οικογένειας πολιτών της ΕΕ (δηλαδή, και Ελλήνων) για τους οποίους υπάρχει η προϋπόθεση της προηγούμενης νόμιμης εισόδου στη χώρα και της νόμιμης διαμονής τους κατά την υποβολή του αιτήματος απόκτησης της άδειας διαμονής. Η δεύτερη αφορά τα μέλη της οικογένειας πολιτών τρίτων χωρών. Επισημαίνεται, επιπροσθέτως, πως οι προβλεπόμενες σήμερα προϋποθέσεις επιτρέπουν μόνο τη μερική εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, ιδίως σε ό,τι αφορά το υψηλότατα ετήσιο εισόδημα, το χρόνο ισχύος και το παράβολο. Πρέπει να διασφαλιστεί η συνέχιση της διαμονής των ήδη ευρισκομένων στην Ελλάδα με άδεια διαμονής που αδυνατούν να ανανεώσουν λόγω των αυστηρών προϋποθέσεων, και να προωθεί η ελαστικότερη ρύθμιση της οικογενειακής επανένωσης με πρόσωπα που βρίσκονται εκτός Ελλάδας και υποβάλλουν αρχικά αιτήματα.

    Ε. Η επανεξέταση του απαγορευτικού ύψους του παραβόλου: 900 ευρώ είναι εξοντωτικό και αποτρεπτικό.

    ΣΤ. Η αποσύνδεση της ανανέωσης των αδειών διαμονής διετούς διάρκειας από την ύπαρξη ορισμένου αριθμού ενσήμων. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός ενσήμων δεν είναι δυνατό να υπερβαίνει εκείνο που απαιτείται για την έκδοση βιβλιαρίου υγείας.

     

    5. Οι «δίχως χαρτιά» μετανάστες

    Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ζήτημα της ανεπίσημης (“irregular”) μετανάστευσης αντιπροσωπεύει το μείζον πολιτικό βάρος σε σχέση με τα προηγούμενα και για το λόγο αυτό είναι και το πλέον δύσκολο: η ανεπίσημη μετανάστευση δεν προσφέρεται για μαγικές λύσεις που υπόσχονται κατάργηση των συνόρων ή σύνορα-φρούρια, παρά τις αντίθετες επιδιώξεις ή τουλάχιστον τη ρητορεία της Ε.Ε. Όπως προκύπτει από εμπειρική έρευνα και σχετικές θεωρητικές επεξεργασίες των μεταναστευτικών ροών, η ανεπίσημη μετανάστευση θα συνεχιστεί στο πολιτικά προβλέψιμο μέλλον. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείονται αυξομειώσεις στην έντασή της, ωστόσο είναι μάλλον προφανές ότι οι λόγοι που γεννούν τη μετανάστευση αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταπολεμηθούν με τις τρέχουσες πολιτικές σε οικουμενικό επίπεδο.

    Είναι επιβεβλημένη η καταγραφή των αλλοδαπών που διαμένουν παράνομα στην Ελλάδα. Η καταγραφή αυτή δεν ισοδυναμεί με «νομιμοποίηση» αλλά με προσωρινή αδειοδότηση παραμονής για τους ανθρώπους εκείνους για τους οποίους η απέλαση είναι ανθρώπινα και πρακτικά ανέφικτη. Ανταποκρίνεται στην πρακτικά εύλογη αξίωση του κράτους να γνωρίζει ποιοι διαμένουν στο έδαφός του. Η αξίωση αυτή είναι και η μόνη που συνάδει με την ύπαρξη στοιχειωδών εγγυήσεων σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

     

     



    * Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου .

    [1]Κατά εύγλωττη έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Συνήγορο του Πολίτη στην Ετήσια Έκθεσή του 2003 (www.hlhr.gr)

    [2] S. Castles, "Towards a sociology of forced migration and social transformation", Sociology, Vol.  2003 σ.13 - 34.

    [3] W. Cornelius, P. Martin & J. Hollifield (επιμέλεια), Controlling Migration, Stanford California, Stanford University Press, 1994, σ. 4.

    [4] Λ. Βεντούρα, «Ευρώπη και μεταναστεύσεις κατά τον 20ό αιώνα», Χ. Μπάγκαβος, Δ. Παπαδοπούλου, (επιμ.), Μετανάστευση και ένταξη των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, Αθήνα, Επιστημονική Εταιρεία Κοινωνικής Πολιτικής – Gutenberg, 2006, σ. 83-12.6

    [5] Α. Τριανταφυλλίδου, Ρουμπίνη Γρώπα «Εισαγωγή»σε  επιμ. των ιδίων Η μετανάστευση στην Ενωμένη Ευρώπη, Αθήνα, Εκδ. Κριτική 2009, σ. 33

    [6] Δ. Παρσάνογλου «Όταν οι κοινωνικές επιστήμες αναπαράγουν ιδεολογικά σχήματα: το αβασάνιστο άλλοθι του «ξαφνιάσματος» της ελληνικής κοινωνίας από τη μετανάστευση», Μ. Παύλου, Α. Σκουλαρίκη (επιμ.) Μειονότητες και μετανάστευση: λόγος και πολιτικές, Αθήνα, Εκδ. Βιβλιόραμα, 2010 (υπό έκδοση).

    [7] E. Morawska, W. Spohn, «Moving Europeans in the globalizing world: contemporary migrations in a historical-comparative perspective (1955-1994 v. 1870-1914)», στο W. Gungwu (επιμ.), Global history and migrations, Boulder Co, Westview, 1997, σ. 27.

    [8] Το κεφάλαιο αυτό είναι μια επεξεργασία νομοθετικών προτάσεων που τέθηκαν με επιστολή του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου υπόψη του Υπουργού Εσωτερικών στις 16 Νοεμβρίου 2009. Η επιστολή αναρτήθηκε κατόπιν στην ιστοσελίδα της Ένωσης (www.hlhr.gr)


Related articles