• Επισφαλειοποίηση και χρηματιστικοποίηση

  • 30 Jan 12 Posted under: Θεωρία

  •  

     

    Θα ήθελα να αναπτύξω δύο θέσεις πάνω σε αυτό που προτάθηκε από τη Ρόζα Ράϊτσαμερ ως  θέμα της διατριβής μου - επισφαλειοποίηση και χρηματικοποίηση- προκειμένου να δούμε τις επιπτώσεις τους στον τρόπο που ενεργούμε, εργαζόμαστε και, προπάντων, ζούμε.

    Η πρώτη θέση είναι ότι η επισφαλειοποίηση είναι μία από τις συνέπειες του λεγόμενου «μεγάλου μετασχηματισμού» που ξεκίνησε κατά τη δεκαετία του 1970 και  είχε στον πυρήνα του την αποσύνθεση της εργατικής τάξης μέσω του φορντικού μοντέλου παραγωγής. Την  αποσύνθεση ακολούθησε  μια ανασύνθεση που έγινε γνωστή ως το μεταφορντικό μοντέλο παραγωγής και επισφαλειοποίηση. Ωστόσο και τα δύο πρέπει να θεωρούνται ως αποτέλεσμα της σημαντικότερης εξέλιξης του καπιταλισμού – της «απελευθέρωσης του κεφαλαίου». Στο άρθρο αυτό επεξεργάζομαι την   συγκεκριμμένη αλληλουχία  με βάση όσα  ανέπτυξε πρόσφατα ο Santiago López Petit στο βιβλίο του «Οι παγκόσμιες  κινητοποιήσεις , μια συνοπτική πραγματεία(ή ένα μικρό δοκίμιο) με στόχο  την επίθεση στην πραγματικότητα» (La movilización global. Brevetratadoparaatacarlarealidad, που δημοσιεύτηκε στα ισπανικά τον Ιούνιο του 2009 στη Βαρκελώνη). Η αποσύνθεση της εργατικής τάξης που εμφανίστηκε στη δεκαετία του ’70 πέρασε από μια διαδικασία ανασύνθεσης μέσω του μεταφορντικού μοντέλου παραγωγής που επέβαλε την «τάξη» μιας γενικευμένης αταξίας, δηλαδή τη διαδικασία επισφαλειοποίησης που σημαίνει μια υποχρεωτική εργασιακή  ανασφάλεια, κινητικότητα, αστάθεια κλπ. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο Petit, θα πρέπει να εντάξουμε αυτό το νέο μοντέλο  στον παγκόσμιο καπιταλισμό ο οποίος έχει φτάσει στο στάδιο του χρηματιστικού καπιταλισμού (όπως ονομαζόταν τουλάχιστον πριν από την κρίση και μολονότι η ονομασία αυτή πιθανό να εξαφανιστεί, αυτό δε σημαίνει, όπως αναπτύσσω στη δεύτερη θέση, ότι η χρηματικοποίηση θα πάψει να αποτελεί παράδειγμα της λειτουργίας των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών και του παγκόσμιου καπιταλισμού). Αντίθετα με τις κοινότυπες ιστορίες καταστροφής που σχετίζονται με την κρίση, ο Petit υποστηρίζει ότι η ίδια η λογική του καπιταλισμού είναι η διαρκής επανάληψή του, δεδομένου ότι  ο καπιταλισμός επαναλαμβάνει την κύρια εξέλιξή του που είναι η «απελευθέρωση του κεφαλαίου». Η επισφαλειοποίηση δεν είναι παρά ένα από τα αποτελέσματα της «απελευθέρωσης του κεφαλαίου».

    Η δεύτερη θέση είναι παρά το γεγονός ότι  μπορεί να υπάρξει μια μικρή  ανάκαμψη του νεοφιλελεύθερου παγκόσμιου καπιταλισμού, καθώς  και ότι  οι διανοούμενοι στη Δύση επεξεργάζονται την έννοια του κομμουνισμού (κάτι παράδοξο δεδομένης της εγκατάλειψής του εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια  μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου) οι συνέπειες της χρηματικοποίησης του κεφαλαίου έχουν ενσωματωθεί σε βάθος σε όλα α επίπεδα της σύγχρονης κοινωνίας. Ίσως πρόκειται απλώς, όπως το θέτει ο Petit, για το τέλος ης ακραιφνούς νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, αν και οι πρακτικές και οι θεωρίες της χρηματικοποίησης ως κύριας λογικής του νεοφιλελεύθερου παγκόσμιου καπιταλισμού που μας έφερε στη σημερινή κατάσταση, εξακολουθούν να είναι όχι απλά ζωντανές αλλά και πλήρως ενσωματωμένες σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας: στην εργασία, τις πεποιθήσεις και τη ζωή μας.

     

     

    Μέρος 1ο

     

    Σύμφωνα με τον Petit  το αποτέλεσμα του μεγάλου μετασχηματισμού που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70 βρίσκεται σήμερα με τον παγκόσμιο καπιταλισμό στην τελική του φάση και παρουσιάζει αφενός την ελεύθερη κυκλοφορία του κεφαλαίου, την πτώση των κομμουνιστικών κρατών και την «επανάσταση» των νέων μέσων και των ψηφιακών τεχνολογιών και αφετέρου την έκρηξη των ανισοτήτων, την Ευρώπη-φρούριο, την αντιμετώπιση των μεταναστών στην Ευρώπη ως κατώτερη τάξη κτλ. Η απελευθέρωση του κεφαλαίου δημιουργεί μια παράδοξη χωροθέτηση που απαιτεί δύο επαναλήψεις. Ο Petit υποστηρίζει ότι αφενός  υπάρχει μια θεμελιώδης επανάληψη που εγκαθιδρύει μια ιεραρχία, η οποία  με τη σειρά της δημιουργεί ένα κέντρο (τον καπιταλιστικό Πρώτο Κόσμο) και μια περιφέρεια και αφ’ετέρου  υπάρχει μια θεμελιώδης αντίθετη κίνηση που παίρνει τη μορφή της διάχυσης και της πολλαπλότητας. Η πολυπολιτισμική εικόνα της δεκαετίας του ’90 είναι αποτέλεσμα της δεύτερης διαδικασίας. Στο βιβλίο του On the Postcolony (που δημοσιεύτηκε το 2001), ο Αγκιλέ Μπέμπε  ήδη αναφέρει αυτές τις διαδικασίες για την Αφρική. Μπορούμε σχηματικά να παρουσιάσουμε αυτό που ανέπτυξε ο Mπέμπε, πριν από μια δεκαετία, ως  μετατόπιση από τη μετα-αποικιοκρατία προς τη μετα-αποικία. Από τη μια πλευρά, ο Mπέμπε γράφει για  τις οριακές ιεραρχίες που εγκαθιδρύθηκαν δια της βίας λόγω του σημερινού εξευγενισμού και της αποδοχής της  κτηνώδους ιστορίας της αποικιοκρατίας, που δεν αποτελεί μέρος ενός «διαχωρισμού του Πρώτου καπιταλιστικού κόσμου από το αποικιακό παρελθόν του της εκμετάλλευσης και της καταλήστευσης» αλλά αντίθετα η παλιά αποικιοκρατία παίρνει σήμερα τη μορφή της εκμετάλλευσης μέσω αυτού που αποκαλείται «εθνοτικό» μάρκετινγκ.[1]  Από την άλλη πλευρά, η Ε.Ε. υιοθέτησε το 2009 ψήφισμα καταδίκης του ολοκληρωτισμού και απόδοσης τιμής σε όσους αγωνίστηκαν ενάντια στην τυραννία και την καταπίεση. Φυσικά, μία από τις διαδικασίες θα είναι και το «ξεκαθάρισμα» των χωρών της πρώην ανατολικής Ευρώπης με το κομμουνιστικό παρελθόν τους, ενώ  ο κομμουνισμός (που εξοστρακίζεται από την ιστορία και δυσφημείται ως έννοια) ταυτόχρονα αποτελεί και το πρόγραμμα του μέλλοντος για τους διανοούμενους της Δύσης.

     

    Θα αναφερθώ  στον Petit, ο οποίος δηλώνει ότι για την  απελευθέρωση του κεφαλαίου και προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι εσωτερικές διαμάχες του κεφαλαίου απαιτείται ένα κανονιστικό πλαίσιο- η δημοκρατία. Η δημοκρατία συναρθρώνει δύο μοντέλα- το πολεμικό κράτος και το μεταμοντέρνο φασισμό. Λειτουργούν και πάλι ως ένα δίκτυο κάθετων και οριζόντιων δυνάμεων, και προκειμένου να ξεφύγουμε από την παλιά χαρτογράφηση του Φρέντρικ Τζείμσον  μπορούμε, πιστεύω, να υποθέσουμε ότι λειτουργούν από κοινού όπως στην περίπτωση της ηλεκτρονικής τομογραφίας. Αυτό σημαίνει επίσης, όπως έχω αναφέρει, ότι δεν είναι δυνατό να κατανοήσουμε τον παγκόσμιο καπιταλισμό αν δεν συνυπολογίσουμε στη λογική της λειτουργίας του την τεχνολογία των νέων μέσων. Η ηλεκτρονική τομογραφία (computedtechnology, CT) είναι μια ειδική τεχνική απεικόνισης ακτινών Χ. Μπορεί να εφαρμοστεί με την «απλή» μέθοδο ή με την εισαγωγή ενός «παράγοντα αντίδρασης» (contrastagent, ειδική ουσία με την ποία γίνεται ένεση στον ασθενή πριν την τομογραφία). Αυτή είναι μια πολύ καλή μεταφορά για την ανάλυση. Χρησιμοποιείται με την απλή μέθοδο στην Αφρική, το Κόσοβο, την Τσετσενία, στους εργάτες από την πρώην Γιουγκοσλαβία που βρίσκονται στη Σλοβενία ή στην εκμετάλλευση των χωρίς χαρτιά μεταναστών στην Ε.Ε. Το «απλή» αναφέρεται στην ωμή χρήση βίας. Ούτως ή άλλως κανείς δεν ενδιαφέρεται. Διαφορετικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί με έναν «παράγοντα αντίδρασης» όπως στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν, όπου διακυβεύονται μεγάλα οικονομικά συμφέροντα όπως το πετρέλαιο και η ηρωίνη τα οποία για ανακαλυφθούν χρειάζονται την ύπαρξη τέτοιων παραγόντων. Η CT δημιουργεί την εικόνα με τη χρήση μιας διάταξης μεμονωμένων μικρών αισθητήρων ακτίνων Χ και ενός υπολογιστή. Περιστρέφοντας την πηγή των ακτίνων Χ, συλλέγονται δεδομένα από πολλαπλές γωνίες. Έπειτα ο υπολογιστής επεξεργάζεται τις πληροφορίες για να δημιουργήσει μια εικόνα στη βιντεοοθόνη.

    Το πολεμικό κράτος είναι το ένα πρόσωπο της δημοκρατίας και αποσκοπεί στην επικράτηση. Το άλλο είναι ο μεταμοντέρνος φασισμός που χρησιμεύει στη διάλυση του δημοκρατικού κράτους σε μια πολλαπλή πραγματικότητα κοινωνικών τεχνολογιών. Ο μεταμοντέρνος φασισμός οικοδομείται στην βάση αυτονομίας  αυτονομία του κάθε ατόμου. Το πολεμικό κράτος παράγει συνοχή και ομογενοποιεί. Η δράση του είναι η προπαγάνδα. Σκεφτείτε την κινητοποίηση των μαζών ενάντια στην τρομοκρατία, για παράδειγμα. Ο μεταμοντέρνος φασισμός, απ΄ την άλλη, είναι άτυπος και ασυνεχής, καθώς βασίζεται στην αυτονομία των διαφορών. Παράγει διαφορές. Η πράξη του είναι η επικοινωνία. ¨όλα αυτά περιγράφονται έξοχα στο προαναφερθέν  βιβλίο του Ρetit.

    Θα ήθελα να σημειώσω ότι το πολεμικό κράτος που λειτουργεί κάθετα με βίαιη επιβολή ισχύος δεν είναι παρά ένα φασιστικό κράτος όπως η Σερβία του Μιλόσεβιτς, η Κροατία του Τούτζμαν κτλ. Ωστόσο, θα ήταν απλοϊκό και ανεπαρκές, ακόμα και παραπλανητικό, να χρησιμοποιήσουμε αυτή την ιστορική περιγραφή καθώς δεν θα καταφέρναμε να τονίσουμε  ποια είναι η κύρια λογική της κυριαρχίας στον κόσμο σήμερα, κι αυτή είναι η λογική του πολέμου. Το πολεμικό κράτος έχει σίγουρα στοιχεία του κλασικού φασισμού: έναν κυρίαρχο ηγέτη, λαό και το θάνατο ως διαχείριση της ζωής. Ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχει το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της ατομικής αυτονομίας, που σωστά αποκαλείται μεταμοντέρνος φασισμός. Όπως λέει ο Petit, ο μεταμοντέρνος φασισμός αποστειρώνει τους «άλλους» και αφαιρεί τη διαμάχη από το δημόσιο χώρο.

     

     

    Μέρος 2ο

    Σήμερα μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια μορφή εντατικοποιημένης βιοπολιτικής την οποία θα ονομάσω, σε σχέση και με τον Αγκιλέ Μπέμπε  , νεκροπολιτική. Η βιοπολιτική είναι ένας ορίζοντας διάρθρωσης των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών από την αποκαλούμενη πολιτική της ζωής, όπου η ζωή (…) γίνεται αντιληπτή ως ο μηδενικός βαθμός παρέμβασης της οποιασδήποτε πολιτικής στις σύγχρονες κοινωνίες. Σήμερα, όμως, η πλεονασματική αξία του κεφαλαίου βασίζεται στην κεφαλαιοποίηση του θανάτου. Στο κείμενο «Νεκροπολιτική» (2003) ο AchilleMbembe εξετάζει αυτή τη νέα λογική του κεφαλαίου και τις διαδικασίες της γεωπολιτικής οροθεσίας των ζωνών του κόπου βασίζονται στην κινητοποίηση της πολεμικής μηχανής. Ο Mbembe υποστηρίζει ότι η έννοια της βιοπολιτικής, με δεδομένη την ύπαρξη της πολεμικής μηχανής και του κράτους εκτάκτου ανάγκης ως βασικών λογικών των σύγχρονων κοινωνιών, θα ήταν ορθότερο να αποκαλείται νεκροπολιτική. Η νεκροπολιτική συνδέεται με την έννοια του νεκροκαπιταλισμού, δηλαδή του σύγχρονου καπιταλισμού που οργανώνει τους τρόπους συσσώρευσης του κεφαλαίου βάσει της αρπαγής και της καθυπόταξης της ζωής στην εξουσία του θανάτου. Η νεκροκαπιταλιστική αιχμαλωσία της κοινωνίας προϋποθέτει νέα μοντέλα διακυβέρνησης που συστήνονται με βάσει τους κανόνες της εταιρικής λογικής και αναπτύσσονται για να διαχειριστούν τη βία, τις κοινωνικές συγκρούσεις και την πολλαπλότητα. Δεν γίνεται ανεκτή καμία αμφισβήτηση των υπέρτατων αξιωμάτων της καπιταλιστικής λογικής – η οικονομική μεγέθυνση, η μεγιστοποίηση του κέρδους, η παραγωγικότητα, η αποδοτικότητα και τα συναφή.

    Η νεκροπολιτική δεν εφαρμόζεται μόνο στο Δεύτερο και τον Τρίτο Κόσμο, αλλά λειτουργεί και στις καπιταλιστικές κοινωνίες του Πρώτου Κόσμου. Σήμερα στην ΕΕ και στις ΗΠΑ, η λογική της οργάνωσης της ζωής και του καταμερισμού της εργασίας δεν είναι το μέγιστο της ζωής αλλά το ελάχιστο και καμιά φορά ούτε καν αυτό. Είναι αυτή η νεκροπολιτική λογική που οργανώνει το σύγχρονο νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο καπιταλιστικό κοινωνικό κορμό. Το ελάχιστο που επιβάλλεται,  μπορεί να φανεί ξεκάθαρα στην ανάλυση των αγώνων που διεξάγονται σήμερα στην Ευρώπη για τη διατήρηση του κοινωνικού κράτους και  της κάποτε εγγυημένης (κατακτημένης μέσα από εργατικούς αγώνες) κοινωνικής ασφάλισης και περίθαλψης. Η νεκροπολιτική είναι επίσης εμφανής στα μέτρα ελέγχου (απομόνωση, απελάσεις και άγρια αντιμεταναστευτική νομοθεσία στο εσωτερικό και στα σύνορα των χωρών της ζώνης Σένγκεν). Οι σύγχρονες πρακτικές στην τέχνη και τον πολιτισμό είναι μέρος ενός πανίσχυρου θεσμού στην τέχνη, όπου μια νέα γενιά εξαρτάται τελικά από παλιές δομές εξουσίας. Μέσω των πολυεθνικών, των τραπεζών, των ασφαλιστικών και των μεγάλων εταιρειών, αυτές οι πρακτικές αποφασίζουν ποιος θα είναι μέρος του πυρήνα και κατά καιρούς,  ποιοι από τη νεότερη γενιά  θα επιλεγούν για να ανανεώσουν την καλλιτεχνική σκηνή. Οι λόγοι είναι απλοί: ο σύγχρονος θεσμός της τέχνης εξαρτάται από τα χρήματα, η αγορά και οι συλλέκτες δεν πρόκειται να θέσουν σε κίνδυνο την εξουσία. Το κοινό που έχουν όλοι αυτοί είναι η ιδεολογία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της καλοζωίας του. Όπως δήλωσε και η Σούλι Ρούνικ, έχουν όλοι μπλεχτεί στο φαύλο κύκλο μιας «παραγωγής πολυτελούς υποκειμενικότητας», είναι μέρος μιας ελίτ της μεσαίας τάξης, ταξιδεύουν ανά τον κόσμο σε καλλιτεχνικά φεστιβάλ, τρώνε, πίνουν και περνούν καλά.

    Θα πρέπει να προσθέσουμε στη νεκροπολιτική και δυο άλλες διαδικασίες θεμελιωδών νεοφιλελεύθερων τρόπων λειτουργίας: την ιδιωτικοποίηση και την απορρύθμιση όλων των κοινωνικών στρωμάτων, των θεσμών και των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών, πολιτισμικών και καλλιτεχνικών πρακτικών.

    Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για την ανάλυση των θεσμών και πιο συγκεκριμένα στο πεδίο της τέχνης και του πολιτισμού. Γιατί; Επειδή φαίνεται πως η απορρύθμιση και η ιδιωτικοποίηση είναι εξειδικευμένες: η παρουσία τους επιβάλλεται, σήμερα, στο πεδίο της τέχνης και του πολιτισμού και περιφρουρείται αυστηρά προκειμένου να μην υποστεί κάποια  ανάλυση ή κριτική. Αυτό δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση στη Σλοβενία αλλά κάτι που συμβαίνει σε όλο το χώρο της ΕΕ και πιο πέρα. Η περίπτωση της Σλοβενίας δείχνει, συνεπώς, μια δομική εξέλιξη που παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, έστω κι αν κάπου αποκρύπτεται έξυπνα, και απεικονίζεται σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό και σε άλλα επίπεδα.

    Το σημαντικότερο είναι να κατανοήσουμε ότι ο νεοφιλελέυθερος νεκροκαπιταλισμός ζει από την εντατικοποίηση των δύο βασικών συνθηκών αναπαραγωγής του: την απορρύθμιση και την ιδιωτικοποίηση. Για να αντιμετωπίσουμε και να εξηγήσουμε τη λογική αυτών των δύο συνθηκών και των άλλων χαρακτηριστικών που θα αποδειχθούν εγγενή στο νεοφιλελευθερισμό, θα κάνω μια αναφορά σε δύο κείμενα και ένα μικρό λεξικό που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο Σικάγο.[2]

    Η αναφορά σε αυτές τις δύο συνθήκες αρχικά σημαίνει αναφορά σε μια κατάσταση ψύχωσης ή σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που σύντομα θεωρείται απόλυτα κανονική και αποδεκτή. Η ιδιωτικοποίηση σημαίνει ότι το κράτος αποσύρεται σταδιακά από τον κοινωνικό, πολιτισμικό και δημόσιο βίο και αφήνει αυτούς τους δημόσιους τομείς να δίνουν μάχη για ιδιωτική χρηματοδότηση. Όμως η ιδιωτικοποίηση σημαίνει και ένα σχήμα ατομικής ιδιοκτησίας ή μιας ιδιωτικής εργαλειοποίησης των δημόσιων θεσμών από αυτούς που τους διοικούν. Για να κατανοήσουμε με ακρίβεια αυτές τις διαδικασίες και το νεοφιλελευθερισμό, επιτρέψτε μου να κάνω μια αναφορά στο μικρό αλλά εξαιρετικά ακριβές λεξικό όρων που δημοσιεύτηκε στο AreaChicago, αρ. 6. Παραθέτω: «Νεοφιλελευθερισμός είναι ένα πρόγραμμα ριζικού θεσμικού μετασχηματισμού». Ο όρος αυτός αναφέρεται σε μια μοναδική περίοδο του καπιταλισμού, στην οποία μια οικονομική ελίτ από μερικές χώρες  ενθάρρυνε ένα φονταμενταλισμό της ελεύθερης αγοράς που δεν έχει προηγούμενο από την εποχή του μεγάλου οικονομικού κραχ. Αυτή η φονταμενταλιστική ιδεολογία έχει προωθήσει την ανατροπή μεγάλου μέρους των ρυθμίσεων που προστάτευαν τις τοπικές και εθνικές οικονομίες από το διεθνή ανταγωνισμό, καθώς και πολλών από τα κοινωνικά και πολιτικά οφέλη των κοινωνικών κινημάτων (συμπεριλαμβανομένου του κινήματος  της οργανωμένης εργασίας). Μεγάλο μέρος αυτού του μετασχηματισμού συμβαίνει  κατά την ιδιωτικοποίηση των βιομηχανιών και των υπηρεσιών που προηγουμένως μονοπωλούνταν από το κράτος και πολλών απ΄ τα κοινωνικά προγράμματα που συνδέονται με την πρόνοια.  Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται επίσης από το άνοιγμα νέων αγορών σε τομείς της ζωής που πριν δεν παρουσίαζαν δυνατότητες κερδοσκοπίας ,συμπεριλαμβανομένων των βασικών υπηρεσιών προερχόμενων  από το κράτος καθώς και από την αυξανόμενη σημασία τομέων  όπως ο πολιτισμός, η υγεία, ο περιβαλλοντισμός και η εκπαίδευση (για να αναφέρουμε μερικές μόνο). Οι έννοιες προέρχονται από μια «φιλελεύθερη» παράδοση που έχει ρίζες στους θεωρητικούς του πρώιμου καπιταλισμού του 19ου αιώνα, οι οποίοι διακατέχονταν από ιδέες για ελευθερία. Για τους φιλελεύθερους, το ιδεώδες ήταν η «ελευθερία». Για τους νεοφιλελεύθερους το ιδεώδες είναι η «ελεύθερη αγορά», ανενόχλητη από κάθε κρατική παρέμβαση. Αυτό που πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη είναι ότι το ιδεώδες απέχει πολύ από την αλήθεια και οι σημερινές αποκαλούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές απαιτούν τεράστια κρατική παρέμβαση, μόνο που αυτή τη φορά γίνεται αποκλειστικά για λογαριασμό της οικονομικής ελίτ χωρίς καμία προσπάθεια να ασκηθούν  πολιτικές οικονομικής αναδιανομής, ίσων ευκαιριών και δημόσιας συμμετοχής». (από πού αρχίζουν τα »?)

    Στο νεοφιλελεύθερο νεκροκαπιταλισμό, το σύνολο της κοινωνίας έχει μεταλλαχθεί σε έναν ενιαίο τομέα μεγάλων επενδύσεων που προσφέρεται για κεφαλαιοποίηση. Θέλω να τονίσω ότι ο χρόνος του κατακερματισμού των κοινωνικών πεδίων (ας σκεφτούμε για τον πολιτισμό και την τέχνη σαν να βρίσκονται «εκτός» των διαδικασιών που πραγματοποιούνται  στο  ευρύτερο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο) έχει τελειώσει. Υπήρχε πάντοτε μια βαθιά σχέση και αλληλεξάρτηση μεταξύ της υπερδομής (τέχνη, πολιτισμός, κοινωνικό πεδίο κτλ) και της οικονομικής βάσης. Η διαφορά είναι ότι στο παρελθόν η λογική αυτή αποκρυπτόταν, ενώ  στο νεοφιλελευθερισμό οι συνδέσεις αυτές είναι ευδιάκριτες.

    Αυτό που βλέπουμε είναι ότι οι τομείς της τέχνης, του πολιτισμού, της κοινωνίας, της υγείας, της δημόσιας ζωής κλπ, που παλαιότερα χρησιμοποιούνταν πρωταρχικά για την ιδεολογική αναπαραγωγή του τρόπου παραγωγής και ης εργατικής δύναμης, σήμερα είναι ζωτικής σημασίας  για την άμεση κεφαλαιοποίηση του κεφαλαίου. Επομένως, όταν κάνουμε λόγο για τη νεοφιλελεύθερη, νεκροκαπιταλιστική ριζική απορρύθμιση κάθε θεσμού της κοινωνίας (τέχνη, πολιτισμός, πολιτική, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, νόμος, θρησκεία κλπ), αυτό σημαίνει ότι επηρεάζει όχι μόνο την (από-)επενδυτική πολιτική του αλλά και την ιστορία, τις στρατηγικές παρέμβασης, τις ιδεολογίες, τα τελετουργικά και τις μορφές οργάνωσης.

    Στο νεοφιλελευθερισμό, όπως το διατυπώνει η ομάδα του AreaChicago, ισχύουν τέσσερις διαδικασίες: η χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου, οι κερδοσκοπικές κινήσεις του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ο υπερτοπικός ανταγωνισμός και το μάρκετινγκ του τόπου. Πρότασή μου δεν είναι μόνο να ορίσουμε τις διαδικασίες που εξελίσσονται στο πεδίο της τέχνης και του πολιτισμού ως καταφανή παραδείγματα αναδόμησης και απορρύθμισης, αλλά και να προβλέψουμε μια ριζική διαδικασία χρηματιστικοποίησης όχι μόνο του κεφαλαίου αλλά και των ίδιων των (πολιτιστικών) θεσμών, με την κερδοσκοπία, τον υπερτοπικό ανταγωνισμό και το μάρκετινγκ του τόπου να αποτελούν επίσης ευδιάκριτα χαρακτηριστικά. Στο νεοφιλελεύθερο νεκροκαπιταλισμό, μια διαδικασία υπερ-καθορισμού που είναι σίγουρα η χρηματικοποίηση, δεν επηρεάζει απλώς κάθε επίπεδο της κοινωνίας, αλλά είναι και ιδιαίτερα δραστική στη σύγχρονη τέχνη και τον πολιτισμό.

    Η χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου σημαίνει ότι η υπεραξία  ως μοναδικό κίνητρο του κεφαλαίου παράγεται με ένα μηχανισμό «φούσκα» που παράγει εικονικές  κινήσεις κεφαλαίων, επενδύσεις κτλ. Η χρηματιστικοποίηση δε βασίζεται πλέον στην «παραγωγή» όπως συνέβαινε με την άμεση εκμετάλλευση ανθρώπων και περιοχών στο, όχι και τόσο μακρινό, καθαρά αποικιακό καπιταλιστικό παρελθόν. Μολονότι αυτή η διαδικασία εξακολουθεί να υφίσταται, η χρηματιστικοποίηση βγάζει λεφτά από τα λεφτά χωρίς μία παραγωγική βάση. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου του 2008, όταν παρουσιάστηκε το πιο απαισιόδοξο σενάριο κατάρρευσης της Γουόλ Στριτ (μετά το μεγάλο κραχ του 1929), εκατομμύρια ευρώ εξαφανίστηκαν μέσα σε μια νύχτα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια λειτουργική όψη της κερδοσκοπικής εξουσίας  της χρηματιστικοποίησης του κεφαλαίου που δεν βασίζεται σε τίποτα άλλο παρά στον εαυτό της. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ένας αυτό-κανιβαλισμός και μια βαμπιρική δίψα για αίμα.

    Τι μάς λέει αυτό; Αν η χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου σημαίνει την κυριαρχία των χρηματιστικών αγορών (ανταλλαγή ξένου συναλλάγματος, ομολόγων, πιστώσεων , ανταλλαγές απαιτήσεων και άλλες μορφές κερδοσκοπικής επένδυσης) επί των βιομηχανικών οικονομιών στο σύγχρονο καπιταλισμό, όπως το έθεσε η ομάδα του AreaChicago, θέτω ως παράδειγμα τη χρηματιστικοποίηση των θεσμών που είναι παράλληλη με τη χρηματικοποίηση του κεφαλαίου, που σημαίνει υπερενίσχυση των θεσμών αποκλειστικά μέσα από λειτουργικές κερδοσκοπικές διαδικασίες που δεν έχουν καμία άλλη βάση παρά τους ίδιους τους θεσμούς. Αυτές οι κερδοσκοπικές διαδικασίες γίνονται πιο σημαντικές από οποιαδήποτε πολιτιστική ή καλλιτεχνική παραγωγή, πιο σημαντικές από οποιαδήποτε καλλιτεχνική εργασία, από οποιοδήποτε καλλιτέχνη, η καλλιτεχνική άποψη κτλ.

    Όπως διατυπώθηκε από την ομάδα του AreaChicago, η κεδρδοσκοπία «μπορεί να γίνει κατανοητή ως το να αγοράζεις, να διατηρείς και να πουλάς κάτι (που μπορεί να είναι οτιδήποτε, από ακίνητη περιουσία έως υψηλή τέχνη) προκειμένου να αποκομίσεις κέρδος από τις διακυμάνσεις στην αγορά (κάτι σαν «αγόρασε φτηνά, πούλα ακριβά). Αυτό που αγοράζεται και πωλείται εδώ είναι η ίδια η πληροφορία, στερημένη από κάθε περιεχόμενο. Επιπλέον, προστίθεται και μια διαδικασία «εκκαθάρισης του εδάφους», όπως μάθαμε από τους πολέμους στα Βαλκάνια. Οι πρακτικές και οι θεωρίες που παρενοχλούν τη ροή της ακατάπαυστης παραγωγής πληροφοριών πρέπει να εξαφανιστούν. Ανάλογες διαδικασίες εφαρμόστηκαν κι εφαρμόζονται ακόμα – όχι μόνο σε σχέση με την αγριότητα των πολέμων στα Βαλκάνια, στην Τσετσενία κτλ- σε σχέση με τους διαγραμμένους ανθρώπους στη *(σημ. μετ)Σλοβενία. Επομένως, για να συνοψίζουμε, αυτό που γίνεται είναι μια διττή διαδικασία: από τη μια πλευρά η κερδοσκοπία είναι το αποτέλεσμα μιας υπερδραστηριότητας όχι της (καλλιτεχνικής ή πολιτιστικής) παραγωγής αλλά μιας υπερπαραγωγής της ίδιας της πληροφορίας και από την άλλη, οι θεσμοί ενεργοποιούνται ως εκκολαπτήρια διαρκούς παραγωγής πληροφοριών – γα τους ίδιους. Το αποτέλεσμα, γα να ο πούμε απλά, είναι ο καθημερινός βομβαρδισμός πληροφοριών σε απίστευτες ποσότητες για σχέδια και δραστηριότητες που κανείς δεν μπορεί πλέον να ακολουθήσει. Έχουμε μια έξαρση οικονομικής δραστηριότητας με την απεριόριστη κερδοσκοπική αποστολή και διανομή των πάντων. Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε μια εντελώς ψυχωτική διαδικασία εκκένωσης.

    Επιπλέον, σε όλη αυτή τη διαδικασία συντελούνται και άλλες, λιγότερο ευδιάκριτες λειτουργίες, προκειμένου ο χρηματιστικοποιημένος θεσμός να διατηρεί την εξουσία του με κάθε κόστος. Σκεφτόμαστε τις διαδικασίες μόνο όταν ο θεσμός κηρύξει έναν «πόλεμο» που προκαλεί κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, προκειμένου να κρύψει την αναξιοπιστία του. Αυτό σημαίνει να επιδείξει ένα χώρο τέχνης και πολιτισμού που περικλείει τον επίσημο θεσμό της τέχνης κατακερματισμένο, προβληματικό και διεφθαρμένο. Οι σύγχρονοι απορρυθμισμένοι και κερδοσκοπικοί καλλιτεχνικοί θεσμοί είναι δύσκολο να συλλάβουν το χώρο ως χώρο συμμαχιών. Μέσω της οπτικής τους, οι περιθωριοποιημένες ομάδες και πρακτικές παρουσιάζονται ως αυτές με τη μεγαλύτερη ισχύ, ενώ οι περιθωριοποιημένες θέσεις εξισώνονται με κρατικές θεσμικές θέσεις εξουσίας. Είναι μια διαδικασία συσκότισης που έχει ως αποτέλεσμα μια κατάσταση όπου όλοι εμπλέκονται σε αμοιβαία καταστροφικές στρατηγικές μάρκετινγκ του τόπου έναντι των άλλων. Την ίδια ώρα ο επίσημος θεσμός της τέχνης ξεκαθαρίζεται από κάθε ευθύνη και παρουσιάζεται απλώς σαν ένα θύμα του συστήματος.

    Τι σημαίνει να προκαλείς μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ως στρατηγική για τη συσκότιση μιας κατάλληλης θέσης προκειμένου να διατηρήσεις την εξουσία; Για να επιβιώσει και να αναπαράγει την εξουσία του στην εθνική επικράτεια, ο θεσμός χρειάζεται έναν ολοκληρωτικό πόλεμο ή μια κατάσταση αντίστασης. Παράγεται μέσω μιας διαδικασίας που αναθέτει την υποκίνησή της σε κάποιον άλλο και σε ένα σχήμα που κρύβει την ευθύνη του θεσμού. Ανάθεση σημαίνει την εύρεση ενός (δεξιοτεχνικού) σχήματος ή ενός εντελώς αδίστακτου ατόμου από τη μια πλευρά, ή ακόμα κι ενός διεθνούς θεσμού από την άλλη, που να είναι πρόθυμος να δεχτεί να αναλάβει τη χρηματοδότηση όλης της «δεξιοτεχνικής (βρόμικης) επιχείρησης», με την προϋπόθεση ότι λαμβάνει μέρος σε έναν άλλο πολιτισμικό (εθνικό) χώρο. Αν και σε ένα κατάλληλο εθνικό πλαίσιο, ένας τέτοιος διεθνής θεσμός απέχει πολύ από το να «εφαρμόζει» τα ίδια «μέτρα», με αυτά που εφαρμόζουν  μόνο χώρες που θεωρούνται από το διεθνή θεσμό «υποστήριξης» ως όχι αρκετά πολιτισμένες. Στην πράξη, ο διεθνής θεσμός υποστήριξης μετατρέπεται σε ένα κράτος αταξίας και παιχνιδιών εξουσίας, γνωστό και ως «βαλκανοποίηση» προς όφελός του. Παρουσιάζεται σαν «ανατρεπτικός» και εντελώς «αυτόνομος».

    Ως αποτέλεσμα των διαδικασιών αυτών, οι κατηγορίες του δημόσιου χώρου, των δημοσίων χρημάτων και αυτού του ίδιου του δημοσίου έχουν εργαλειοποιηθεί και ιδιωτικοποιηθεί ολοκληρωτικά.

    Φτάνοντας στα συμπεράσματα, μπορούμε να πούμε ότι καθώς οι θεσμοί και οι μη ?θεσμοί λειτουργούν μέσω μιας διαδικασίας χρηματιστικοποίησης με απόλυτα κερδοσκοπικό περιεχόμενο παρόμοια με τις τράπεζες και τις μη τράπεζες. Τα στοιχεία της κατάρρευσης είναι ήδη ορατά στον τρόπο που ο θεσμός της τέχνης λειτουργεί δημόσια, ξεπερνώντας κάθε σύνορο καλού γούστου.

    Εν ολίγοις, ο νεοφιλελεύθερος νεκροκαπιταλισμός παράγεται και αναπαράγεται διαρκώς, όχι μόνο οικονομικά και πολιτικά, αλλά προφανώς και θεσμικά. Όλες αυτές οι διαδικασίες έχουν ένα αποτέλεσμα που είναι συνολικά και ευθέως «δυσλειτουργικό» από  κοινωνική άποψη. Δημιουργεί συνέπειες που πολύ δύσκολα γίνονται κατανοητές. Σήμερα, είναι αναγκαίο να αποσυνδεθούμε από έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, όπου ανταλλάσσονται τα πάντα με τα πάντα και όλοι με όλους. Είναι αναγκαίο να μπορέσουμε να σύρουμε μια διαχωριστική γραμμή στο χώρο ενώ θα οικοδομούμε τοπικές και διεθνείς συμμαχίες. Αυτοί είναι οι μόνοι δυνατοί τρόποι να αλλάξουν οι τρέχουσες απορρυθμισμένες και ιδιωτικοποιημένες οικονομικές, κοινωνικές και θεσμικές σφαίρες της ζωής και της εργασίας μας.

    Είναι σημαντικό να προσθέσουμε ότι η παρούσα κατάσταση θα απελευθερώσει χέρια για το πιο άμεσο καθήκον του κεφαλαίου που είναι η εντατικοποίηση της κατάρρευσης και της πλήρους ανα/από/δόμησης της εργατικής τάξης μέσα στα όρια της εντεινόμενης επισφαλειοποίησης της ζωής από τη βιοπολιτική στη νεκροπολιτική. Αυτό θα διενεργηθεί μέσω μιας εντατικοποίησης που ήδη έχει αρχίσει και μπορεί να ονομαστεί, σύμφωνα με τον Ιγνάσιο Ραμονέ[3], ως τέσσερις μεγάλες αρχές εξορθολογισμού:

    1. Μείωση του αριθμού των εργαζομένων
    2. Μείωση των μισθών
    3. Εισαγωγή όλο και περισσότερων εργασιακών υποχρεώσεων
    4. Αναδιάρθρωση των εταιρειών και αναδιανομή αγαθών και πόρων.

     

    Οι διαδικασίες αυτές θα εκτελεστούν σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις από το κεφάλαιο: στην άσκηση ελέγχου επί της ζωής, στην προώθηση του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία ή στον «εκπολιτισμό» αυτών που δεν είναι αρκετά πολιτισμένοι!

     

    ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΒΙΚΤΟΡΑΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ



    [1] Αυτό το εθνοτικό μάρκετινγκ που γίνεται ολοένα και πιο εμφανές στον πρώτο καπιταλιστικό κόσμο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε πρόσφατα το θέμα μιας συζήτησης μεταξύ σπουδαστών, καθηγητών και νέων διανοούμενων στο μάθημα της Μετα-εννοιολογικής Τέχνης στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης. Οι συμμετέχοντες ση συζήτηση ανέφεραν μια από τις τελευταίες περιπτώσεις εθνοτικού μάρκετινγκ που υποδηλώνει καθαρό ρατσισμό και έγινε εμφανής στις 26 Αυγούστου 2009 με την κυκλοφορία δύο εικόνων από μια διαφήμιση σε ιστοσελίδα της Microsoft σε διαδικτυακά φόρουμ και μπλογκ. Η μία απεικόνιζε ένα γραφείο συνεδριάσεων με μερικούς ευτυχείς εργαζόμενους: έναν Ασιάτη, ένα μαύρο και μια λευκή γυναίκα. Η άλλη εικόνα ήταν από την Πολωνική εκδοχή της ίδιας ιστοσελίδας και είναι η ίδια με την πρώτη εκτός από το ότι το κεφάλι του μαύρου άνδρα αντικαταστάθηκε από το κεφάλι ενός λευκού. http://mashable.com/2009/08/26/microsoft-photoshop-trainwreck/

    [2] Θα αναφερθώ στο άρθρο του Ντάνιελ Τάκερ «Κληρονομώντας ένα δίκτυο» καθώς  και στο «Η πόλη ως εργαστήριο πολιτικής»  των   Νίκ Τέοντορ, Τζέιμι Πέκ  και Νήλ Μπρούερ που δημοσιεύτηκαν στο AreaChicago (ART/RESEARCH/EDUCATION/ACTIVISM), no. 6, Αύγουστος 2008.


Related articles