• Η εξαφάνιση της «Αριστεράς» στην Ουγγαρία;

  • 30 Jan 12 Posted under: Central and Eastern Europe , Ουγγαρία



  • Οι ευρωεκλογές ανέδειξαν αλλά και συνέβαλλαν στην περαιτέρω απογοήτευση στους κόλπους της αριστεράς στην Ουγγαρία. Η ισορροπία μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων της Ουγγαρίας διαταράχθηκε για πρώτη φορά. Οι Σοσιαλιστές είχαν δραματικές απώλειες, ενώ οι σύμμαχοι τους, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, έμειναν εκτός κοινοβουλίου. Η άκρα δεξιά σημείωσε σημαντική άνοδο, σε αντίθεση με το βασικό κόμμα της δεξιάς, το Fidesz, το οποίο είχε σημαντικές απώλειες, ενώ το κατά τα άλλα ανίσχυρο Ουγγρικό Δημοκρατικό Κόμμα διατήρησε τις δυνάμεις του. Τι συμβαίνει με την «αριστερά» στην Ουγγαρία;


    Το πεδίο δοκιμών «Ανατολική Ευρώπη»


    Η Ουγγαρία παρουσιάζει χαρακτηριστικά ακραίας πόλωσης, κάτι που πιθανόν να αποτελεί ένδειξη για το μέλλον ολόκληρης της Ευρώπης. Η πόλωση αυτή περιλαμβάνει τα παρακάτω χαρακτηριστικά: την απουσία εναλλακτικών πολιτικών επιλογών και την απότομη όσο και αξιοσημείωτη άνοδο της άκρας δεξιάς και της ξενοφοβίας, σε μια χώρα που στην πραγματικότητα παρουσιάζει σημαντική εθνική ομοιογένεια. Επίσης, την εξαφάνιση της «θεσμικής» αριστεράς ύστερα από τη στροφή της στον οικονομικό φιλελευθερισμό, την πλήρη περιθωριοποίηση της άκρας αριστεράς εξαιτίας του συντριπτικού αλλά και χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο ανταγωνισμού ανάμεσα στα δύο ή και περισσότερα μεγάλα κόμματα. Τέλος, η αδιαφορία για την πολιτική ή ακόμα και για την ίδια τη δημοκρατία έχει επεκταθεί σ’ ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού.
        Στην πραγματικότητα, η Ανατολική Ευρώπη αντιμετωπίζεται ως πρότυπο ανάπτυξης, ως ένα πεδίο δοκιμών για διαδικασίες που θα μπορούσαν να λάβουν χώρα και στη «Δύση». Αρχικά, αντιμετώπισε τη Σοβιετική εμπειρία του «Κομμουνισμού», με τις διάφορες φάσεις και ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας του Σοβιετικού Μπλοκ. Από τότε και μετά έχει μετατραπεί σε «μετακομμουνιστική», αν και η περίοδος αυτή φέρει ακόμα διάφορα κληροδοτήματα από την προηγούμενη περίοδο (Schöpflin 1993). Όπως επισημαίνει ο οικονομικός ανθρωπολόγος János Mátyas Kovács, η «κομμουνιστική» κληρονομιά επιβιώνει εκεί που δεν θα το περιμέναμε: στην περαιτέρω τάση προς εξατομίκευση, ανταγωνισμό και αναζήτηση της επιτυχίας. Τα «Κομμουνιστικά Συστήματα» παρά τα όσα διακήρυτταν, καλλιέργησαν το ιδανικό έδαφος για την άμεση μετάβαση στο νεοφιλελευθερισμό, και όχι στον σοσιαλισμό Σκανδιναβικού τύπου, λόγου χάρη. Η εξέλιξη αυτή έχει συνέπειες στην ανάπτυξη της αριστεράς στην Ουγγαρία.
        Μια ακόμα κληρονομιά που επιβιώνει είναι αυτή της θέασης του κόσμου με όρους άσπρο-μαύρο. Η λογική «εμείς και οι άλλοι» κυριαρχεί στην ουγγρική πολιτική σκηνή. Αυτό που ονομάζουμε πόλωση διαπερνά όλη την κοινωνία. Το πρώτο πράγμα που σκέφτεται ένας Ούγγρος για κάποιο συμπολίτη του – ή για κάποιο ξένο που κατέχει την ουγγρική υπηκοότητα – έχει να κάνει με το αν είναι αριστερός ή δεξιός. Πολύ συχνά, η διαφορά αυτή εντοπίζεται στο ντύσιμο ή σε άλλα εξωτερικά χαρακτηριστικά, ή ακόμα και από τα μέρη που συχνάζει κανείς.
        Είναι δύσκολο για κάποιον Ευρωπαίο αριστερό να βρει πολιτική στέγη στην Ουγγαρία. Η αριστερά και η δεξιά έχουν συχνά εξίσου αρνητική χροιά. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για κάποιον που ανήκει στην άκρα αριστερά της Ουγγαρίας, ο οποίος συχνά επιλέγει να μην ασχολείται με την ουγγρική πολιτική σκηνή, καθώς του φαίνεται εντελώς αδιάφορη, όπως και σε πολλούς άλλους Ούγγρους. Η πόλωση που χαρακτηρίζει το πολιτικό σκηνικό έχει συνέπειες στην εικόνα της αριστεράς και της δεξιάς, οι οποίες όμως δεν έχουν κάποιο ουσιαστικό πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο.  


    Μετακομμουνιστικά κόμματα και πολιτικές


    Το πολυκομματικό σύστημα στην Ουγγαρία είναι αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων, στις οποίες η μεταρρυθμιστική πτέρυγα του τότε κυρίαρχου Κομμουνιστικού Κόμματος συμφώνησε με τους μειοψηφούντες για μια νέα πολιτική συνθήκη. Η διαδικασία αυτή είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές διεξήχθησαν το 1985, αν και ο αριθμός των κομμάτων που συμμετείχαν ήταν περιορισμένος. Η κάθε ομάδα έθεσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το δικό της πλαίσιο αιτημάτων. Το εκλογικό σύστημα που προέκυψε ευνοούσε την ανάπτυξη ενός δικομματικού συστήματος, καθώς πριμοδοτούσε σαφώς τα μεγάλα κόμματα πανεθνικής εμβέλειας. Η τάση αυτή ενισχύθηκε από την υιοθέτηση της δημοφιλούς (;) θεωρίας περί εκδημοκρατισμού, ώστε να παρεμποδιστεί η εμφάνιση μικρών κομμάτων.
    Η διαδικασία αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μην εμφανιστούν μικρά ή έστω τοπικά αριστερά κόμματα στην Ουγγαρία, ενώ η Ανανεωτική Αριστερά και το Ουγγρικό Εργατικό Κόμμα δεν έχουν καταφέρει να προσεγγίσουν το εκλογικό όριο των πέντε ποσοστιαίων μονάδων. Αντίθετα, το πρώην κομμουνιστικό, και πλέον Σοσιαλιστικό κόμμα, έχει την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία στην αντιπροσώπευση της «αριστεράς», από το 1994.
        Η ομάδα των διαφωνούντων της δεκαετίας ’80, σχημάτισε τη βάση του δεύτερου «αριστερού» κόμματος, του SZDSZ, ένα κόμμα με σαφή αντικομουνιστική κατεύθυνση. Το κόμμα αυτό αναδείχθηκε δεύτερο στις εκλογές του 1990. Ως συμμαχία μεταξύ διανοούμενων και ανθρώπων από τα αστικά κέντρα, η προσέγγιση του στα οικονομικά και στα κοινωνικά ζητήματα είναι φιλελεύθερη. Επίσης, κινείται σε αντιεθνικιστική κατεύθυνση, γι’ αυτό και αποκαλείται «Εβραϊκό». Πολλοί από αυτούς που απαρτίζουν τόσο την ηγεσία όσο και τους υποστηρικτές του, έχουν όντως εβραϊκή καταγωγή. Ποτέ δεν κατάφερε να αποκτήσει σημαντική εκλογική εμβέλεια στην περιφέρεια της χώρας. Έχει συγκυβερνήσει συμμαχώντας με το Σοσιαλιστικό Κόμμα από το 1994 ως το 1998 και από το 2002 μέχρι σήμερα, με μικρές διακοπές. Πολλά μέλη του κόμματος που διαφώνησαν με τη συνεργασία με τους πρώην κομμουνιστές, αποχώρησαν. Εξαιτίας εσωτερικών διενέξεων, το κόμμα αυτό έχει πλέον αποδυναμωθεί σημαντικά.
        Στις πρώτες εκλογές νικητής αναδείχτηκε το Ουγγρικό Δημοκρατικό Φόρουμ (MDF), το οποίο παρουσιάστηκε ως η πολύχρωμη αντικομουνιστική συμμαχία. Είχε πάντοτε συντηρητικές και εθνικιστικές θέσεις, ενώ κατά την περίοδο των εκλογών του 2006 μετεξελίχθηκε σε νεοσυντηρητικό. Ύστερα από το θάνατο του επικεφαλής του, József Antall, το κόμμα βρίσκεται σε κρίση διαρκείας. Ωστόσο, έχει καταφέρει να επανακτήσει την αυτονομία του στο πλαίσιο της δεξιάς, η οποία αμφισβητήθηκε από τη συνεργασία του με το Fidesz, το κύριο δεξιό κόμμα από το 1998 και μετά.
        Το Fidesz, το οποίο πλέον ονομάζεται Fidesz-Ουγγρικό Κόμμα Πολιτών, συστήθηκε ως το κόμμα της νεολαίας, καθώς τα μέλη του δεν επιτρεπόταν να ξεπερνούν τα τριάντα, ήταν ανέκαθεν ένα ριζοσπαστικό κόμμα. Αποφάσισε να πάρει πάνω του το ρόλο του βασικού εκπροσώπου της δεξιάς στην ουγγρική πολιτική σκηνή, βλέποντας ότι το MDF αποδυναμωνόταν κατά την περίοδο 1990-94. Το Fidesz έγινε ο χαμαιλέοντας της ουγγρικής κομματικής δομής, καθώς την ίδια στιγμή που αποκτούσε χαρακτηριστικά κόμματος ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας, καλλιεργούσε ταυτόχρονα καθεστωτικά ιδεώδη και αρχές. Οι απόψεις του έχουν μετακινηθεί προς τον εθνικισμό και τον κρατικιστικό λαϊκισμό, ενώ όταν βρισκόταν στην κυβέρνηση (1998-2002) είχε νεοφιλελεύθερη τοποθέτηση. Κάποιοι από τους διανοούμενους και τους πολιτευτές του Fidesz επιδίδονται συχνά σε αντισημιτική ρητορική, περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτά. Κομβικής σημασίας για την ανάπτυξη της αριστεράς στην Ουγγαρία, αποτέλεσε το γεγονός ότι το Fidesz υιοθέτησε τρεις θέσεις που θα μπορούσαν να προέρχονται από το στρατόπεδο της αριστεράς: το ριζοσπαστισμό, τον κρατικισμό και τον αντιελιτισμό – ιδίως όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, θέσεις οι οποίες κινητοποίησαν μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού από το 1994 ως το 1998 και από το 2002 μέχρι σήμερα. Η μείζονα αριστερά δεν είχε στο οπλοστάσιο της τις θέσεις αυτές.
        Για ποιο λόγο η αριστερά δεν υιοθετεί τις θέσεις αυτές; Ο πρώτος και ο πιο σημαντικός λόγος έχει να κάνει με την μετακομμουνιστική κληρονομιά. Οι Ούγγροι Σοσιαλιστές είχαν συνηθίσει να είναι το κόμμα, το καθεστωτικό κόμμα. Υπό αυτή την έννοια, ο «συντηρητισμός» στην Ανατολική Ευρώπη δεν είναι απαραίτητα υπόθεση της δεξιάς. Η νοσταλγία για την περίοδο πριν το 1989 αυξάνεται και στους πολίτες και στη ρητορική των πολιτικών κομμάτων όλου του φάσματος. Ενώ το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει γίνει αντικείμενο κριτικής ως προς το παρελθόν και αντιμετωπίζεται ως ο Κομμουνιστικός Εχθρός με νέο όνομα, ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται  το διάχυτο συναίσθημα για τις παλιές καλές μέρες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κινείται σε ριζοσπαστική κατέυθυνση. Ο επαναστατικός χαρακτήρας των Ούγγρων Σοσιαλιστών της επανάστασης του Μπέλα Κουν το 1919, δεν υφίσταται στους σύγχρονους σοσιαλιστές. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα πλέον στοχεύει στην κατάκτηση του λεγόμενου μεσαίου χώρου.
        Ωστόσο, τα μέλη του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Κόμματος που διαχειρίστηκαν τις αλλαγές το 1989, δεν ανήκαν στους «καθεστωτικούς» αλλά στους μεταρρυθμιστές. Μετά τη διαδικασία της αποσταλινοποίησης, σε όλες τις Ανατολικοευρωπαϊκές χώρες αναπτύχθηκε ο σοβιετικού τύπου σοσιαλισμός, ανάλογα με τις εθνικές ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας. Ο ουγγρικός σοσιαλισμός με επικεφαλής τον János Kádár επικεντρώθηκε στην οικονομία. Ο καταναλωτισμός έγινε η νέα ιδεολογία. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός έπαιξε σημαντικό ρόλο για την μετά- Kádár κομματική ελίτ, η οποία επιδόθηκε στην ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας μετά το 1989. Η οικονομική πολιτική των Φιλελεύθερων Δημοκρατών βρήκε πρόσφορο έδαφος στους μεταρρυθμιστές Σοσιαλιστές, οι οποίοι επηρεάζονταν από τις απόψεις διανοούμενων που ανήκαν στο στρατόπεδο των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, ήδη από τη δεκαετία του 1980.
        Σ’ ό,τι αφορά την οπτική των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, το κράτος ήταν το απόλυτο κακό, το οποίο μαζί με τον εθνικισμό περιόριζε την ανάπτυξη άλλων εθνικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Επιπλέον, το κράτος δεν αποτελούσε τον εγγυητή για την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών. Για τη συγκράτηση των τιμών σε χαμηλά επίπεδα και τη διατήρηση αξιοπρεπούς ποιότητας στα προϊόντα και τις υπηρεσίες, ο ανταγωνισμός θεωρούταν απαραίτητος. Προφανώς, η γραμμή αυτή ήταν άκρως ελιτίστικη. Όμως, άσκησε σημαντική επιρροή στις κυβερνήσεις συνεργασίας στις οποίες συμμετείχε μαζί με το Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.
        Σε αντίθεση με την άποψη αυτή, τόσο το Σοσιαλιστικό Κόμμα όσο και το Fidesz, έχουν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στους «αδύναμους» ή στους «απλούς» ανθρώπους. Και τα δύο αυτά κόμματα μπορούν να χαρακτηριστούν λαϊκιστικά, καθώς χρησιμοποιούν τη διάκριση ανάμεσα στην ελίτ (κυρίαρχη ή πρώην – ανάλογα με το αν βρίσκονται στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση) και το λαό, σύμφωνα με τον ορισμό του Ερνέστο Λακλάου (2005).
         Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Fidesz την περίοδο 1998-2002, το ίδρυμα του για την Ουγγρική Κοινωνία των Πολιτών σημείωσε μεγάλη επιτυχία, καθώς οι Ούγγροι επιχειρηματίες ανέπτυξαν επαφές με την παγκόσμια κοινότητα και την Ευρώπη. Η διαδικασία αυτή απέκλεισε τόσο όσους δεν τα κατάφεραν όσο και αυτούς που δεν αισθάνονταν πρώτα και πάνω απ’ όλα Ούγγροι. Εξαιτίας αυτού, το Σοσιαλιστικό Κόμμα κατάφερε να κερδίσει σημαντική στήριξη και να κερδίσει τις εκλογές του 2002. Από τότε κι έπειτα, το Fidesz έχει υιοθετήσει μια αντιελιτίστικη προοπτική, κάτι που είναι πιο εύκολο να εφαρμοστεί όντας στην αντιπολίτευση παρά στην κυβέρνηση.
        Ο χαρισματικός ηγέτης του Fidesz, Viktor Orbán, έβγαλε το κουστούμι του και φόρεσε ένα μπλουζάκι με στάμπα. Ταυτόχρονα, επέλεξε να μην πηγαίνει σε αρκετές από τις κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις. Η στρατηγική του κόμματος μετακινήθηκε προς την κινητοποίηση του πληθυσμού, έξω από τις κοινοβουλευτικές δομές. Οι διαρκείς καμπάνιες, τα δημοψηφίσματα, και τα «εθνικά συμβούλια» έγιναν οι αιχμές της επιτυχημένης πορείας του Fidesz. Έτσι, κατόρθωσε να απασχολεί καθημερινά και τις εφημερίδες, τους δρόμους και τις πλατείες, δουλεύοντας πολιτικά μέσα στον κόσμο του.


    Πολιτικά παράδοξα


    Οι πρόσφατες πολιτικές διαμάχες στην Ουγγαρία περιστράφηκαν γύρω από τα ζητήματα της κοινωνικής πολιτικής και της χρηματοδότησης των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Η κυβερνητική συμμαχία Σοσιαλιστών-Φιλελεύθερων ήταν αυτή που προώθησε την ιδιωτικοποίηση των νοσοκομείων και την εισαγωγή διδάκτρων στα πανεπιστήμια. Η δεξιά κινητοποιήθηκε ενάντια σ’ αυτές τις μεταρρυθμίσεις, οι οποίες για την αριστερά ήταν κάτι παραπάνω από αυτονόητες. Η κινητοποίηση πήρε τη μορφή συλλογής υπογραφών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
    Το δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε στις 9 Μαρτίου και στο ερώτημα «Συμφωνείτε η νοσοκομειακή περίθαλψη να απαλλαγεί από τα ημερήσια νοσήλια, ξεκινώντας από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους;» οι θετικές απαντήσεις άγγιξαν το 84% στο σύνολο του πληθυσμού και το 42% αυτών που είχαν δικαίωμα ψήφου. Στη δεύτερη και την τρίτη ερώτηση – «Συμφωνείτε η οικογενειακή ιατροφαρμακευτική και οδοντιατρική περίθαλψη να είναι δωρεάν, ξεκινώντας από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους;» και «Συμφωνείτε οι φοιτητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στα δημόσια πανεπιστήμια να απαλλαγούν από τα δίδακτρα;», οι θετικές απαντήσεις απέσπασαν το 82% και το 41%, αντίστοιχα. Η αριστερά ισχυρίστηκε πως η διατύπωση των ερωτημάτων διευκόλυνε τις θετικές απαντήσεις. Πίστευαν πως η ιδιωτική χρηματοδότηση θα συνέβαλε στη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Επιπλέον, στον τομέα της υγείας θεωρείται συνηθισμένη η (ανεπίσημη) καταβολή χρηματικού ποσού. Ως τώρα, τα «φακελάκια» ήταν αυτά που εξασφάλιζαν μια αξιοπρεπή φροντίδα. Η διαδικασία αυτή μπορεί πλέον να εισέλθει σε καθεστώς διαφάνειας, με βάση τους ισχυρισμούς της αριστεράς.
    Υπάρχει ένα ακόμα παράδοξο στο σημείο αυτό. Στην Ουγγαρία, όπως και στην υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη, το κράτος, αν και θεωρείται εντελώς αναξιόπιστο, παραμένει ωστόσο ο βασικός φορέας παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Η άσκηση μιας αξιόπιστης φορολογικής πολιτικής είναι πολύ προβληματική στην Ουγγαρία εξαιτίας της εκτεταμένης μαύρης εργασίας. Επίσης, η φοροδιαφυγή είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Συνεπώς, το κράτος δυσκολεύεται στην εξεύρεση πόρων για τις δημόσιες υπηρεσίες.
    Η πολιτική της πόλωσης αναπαράγεται στο πλαίσιο των αντιπαραθέσεων των διαφόρων ελίτ, ωστόσο η εμφάνιση νέων πραγματικά κοινωνικών προβλημάτων είναι αυτή που χαρακτηρίζει την ουγγρική κοινωνία. Οι κοινωνικές ανισότητες αυξάνονται διαρκώς, όπως και η ανασφάλεια σε σχέση με την κρατική μέριμνα. Ως το Μάιο του 2009, η ανεργία είχε ξεπεράσει το 10%. Οι άτυπες μορφές απασχόλησης είναι ένα εξίσου σημαντικό ζήτημα. Παραδείγματος χάρη, το 2004 παραπάνω από το 25% των νέων μεταξύ 25 και 29 ετών και περίπου το ένα τρίτο από τους άντρες μεταξύ 35 και 39 ετών δούλευαν στη μαύρη αγορά. (Elek 2009)



    Τα ψέματα της δημοκρατίας


        Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι η ουγγρική οικονομική και πολιτική ζωή στηρίζεται σε εντελώς σαθρά θεμέλια. Η πολιτική ζωή περιστρέφεται γύρω απ’ την άγονη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο βασικών πολιτικών δυνάμεων. Η κατάσταση αυτή οδηγεί με τη σειρά της στο ότι οποιοδήποτε δεδομένο μπορεί να ειδωθεί μέσα από τουλάχιστον δύο προοπτικές. Υπάρχουν αριστερά και δεξιά δεδομένα. Η κοινή γνώμη συνήθως γίνεται αποδέκτης δύο διαφορετικών εκδοχών, οι οποίες διεκδικούν το καθεστώς της απόλυτης αλήθειας.
        Η συνήθης πρακτική των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι να παρουσιάζουν και τις δύο εκδοχές – την αριστερή και τη δεξιά – όσο πιο ισορροπημένα μπορούν. Τα στρατευμένα μέσα παρουσιάζουν μόνο τη μια πραγματικότητα. Το σκηνικό αυτό καθιστά αδύνατη την παρουσία άλλων πολιτικών δυνάμεων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τα μικρά κόμματα, αλλά ακόμα και τα «μεσαίου μεγέθους» κόμματα όπως οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες και το MDF, τα οποία έχουν κοινοβουλευτική και συχνά κυβερνητική εκπροσώπηση, διαμαρτύρονται για την κατάσταση αυτή. Το φαινόμενο αυτό επιδρά σε οποιαδήποτε πολιτική δύναμη η οποία επιχειρεί να ασκήσει πολιτική ευρείας κλίμακας. Τα μονοθεματικά κόμματα , όπως το εθνικιστικό-ξενοφοβικό Jobbik δεν επηρεάζονται από την κατάσταση αυτή, διότι δεν απευθύνονται σε μεγάλα ακροατήρια, ούτε ασχολούνται με τα μείζονα πολιτικά προβλήματα.
        Το ζήτημα αυτό είχε επισημανθεί από των πρώην πρωθυπουργό Ferencs Gyúrcsány, όταν παραδέχτηκε πως το κόμμα του «έλεγε ψέματα μέρα και νύχτα». Ο προεκλογικός προϋπολογισμός ήταν πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που είχε δημοσιοποιηθεί πριν τις εκλογές της άνοιξης του 2006. Τελικά, ο βασιλιάς ήταν γυμνός. Η φαντασίωση κατέρρευσε και η περίφημη δημοκρατία και αξιοπιστία των πολιτικών αποδείχτηκαν ψεύτικες, κάτι που ήξεραν όλοι, όμως δεν ήθελαν να παραδεχτούν.
        Πριν από τις εκλογές του 2006, ο Gyúrcsány, ο οποίος ήταν τότε Υπουργός Αθλητισμού και Νέας Γενιάς και εκατομμυριούχος της περιόδου μετά-το-1989, επιλέχτηκε ως επικεφαλής του Σοσιαλιστικού Κόμματος για να το οδηγήσει σε μια ακόμα εκλογική νίκη το Σεπτέμβριο του 2004, αντικαθιστώντας τον Péter Medgyessy, τον Σοσιαλιστή πρωθυπουργό. Ο Medgyessy είχε οδηγήσει επιτυχώς το κόμμα στην εκλογική νίκη τον Απρίλιο του 2002, όμως μετά από δυο μήνες αποκαλύφτηκε ότι είχε δουλέψει στις μυστικές υπηρεσίες κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του Kádár. Ο Gyúrcsány συνέχισε τις καλές εμφανίσεις ως τις εκλογές. Ελπίζοντας ότι θα παραμείνει για τέσσερα χρόνια πρωθυπουργός, πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι για να συγκαλύψει το οικονομικό σκάνδαλο αμέσως μετά τις εκλογές.
        Το σκάνδαλο ξέσπασε τον Ιούνιο, σε μια συγκυρία όπου η οικονομική κατάσταση της Ουγγαρίας ήταν χειρότερη απ’ αυτή που ισχυρίζονταν ο Ούγγρος Πρωθυπουργός και ο Υπουργός Οικονομικών. Τον Ιούνιο του 2006 κατατέθηκε προς ψήφιση στο κοινοβούλιο ένα νέο οικονομικό πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε σκληρά μέτρα. Η εκτίμηση για το έλλειμμα προέβλεπε ότι θα προσέγγιζε το 10% του εθνικού ακαθάριστου προϊόντος, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
        Το Μάιο του 2006, στο Balatoonőszöd, ο Πρωθυπουργός Gyúrcsány μιλώντας σε κομματική συγκέντρωση, άσκησε κριτική στον εαυτό του και στο κόμμα, χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα. Σκοπός του ήταν να νομιμοποιήσει νέες πολιτικές και μεταρρυθμίσεις. Οι προεκλογικές υποσχέσεις δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν. Δεν υπήρχαν χρήματα. Το κομματικό κοινό ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με το νέο ρητορικό ύφος  του εκατομμυριούχου ηγέτη του κόμματος, το οποίο ενσωμάτωνε βλαστήμιες στον δημόσιο λόγο. Ο Πρωθυπουργός παραδέχτηκε ότι είχε πει ψέματα με σκοπό να διατηρήσει το status quo μέχρι τις εκλογές. Παρόλα αυτά, ήθελε να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις. Κρίνοντας από την οικονομική κατάσταση και τις προεκλογικές υποσχέσεις, ήταν ξεκάθαρο ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούσαν να νομιμοποιηθούν χωρίς να αποκαλυφτεί πόσο τραγική ήταν η οικονομική κατάσταση.
        Τα πραγματικά ψέματα είναι μέσα στο σύστημα, μέρος του οποίου ήταν και το κόμμα. Οι τρέχουσες προθέσεις του Πρωθυπουργού ήταν σοσιαλδημοκρατικές: 

    Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο. Το πραγματικό σκάνδαλο είναι αυτό για το οποίο μιλάει ο Laci [άσημος εκπρόσωπος του Σοσιαλιστικού Κόμματος]: οι τσιγγάνοι λαμβάνουν το ένα δέκατο της ιατρικής περίθαλψης σε σχέση με τη δική μου. Και εφόσον η μητέρα μου, που στην Pápa [ιδιαίτερη πατρίδα του Ferenc Gyúrcsány] είναι τόσο γνωστή ώστε όλοι την φωνάζουν «Katus» [υποκοριστικό του «Katalin»], λαμβάνει καλύτερη περίθαλψη, άστα να πάνε στο διάολο! Η μάνα μου δεν ήξερε τι είχε συμβεί. Όταν με ρώτησε, «Γιε μου, έχει βελτιωθεί καθόλου το σύστημα υγείας;», της απάντησα: «Σκατά μάνα! Απλά εσένα σε αναγνωρίζουν». Αυτό είναι σκανδαλώδες. Σε σύγκριση μ’ αυτό, τα χρήματα που απαιτούνται για ιατρική περίθαλψη [π.χ. 300 φιορίνια για την επίσκεψη στο γιατρό] είναι ασήμαντο γεγονός. Δεν είναι απλώς ένα σκάνδαλο, είναι απαράδεκτο πολιτικά, και θα μας κοστίσει πολύ αν το χρεωθούμε. […] Δεν τολμάμε ν’ αγγίξουμε όλο αυτό τον σωρό από προφανή ψέματα, γιατί φοβόμαστε τις πολιτικές συνέπειες.

    [Μπορούμε να παραποιήσουμε την επόμενη παράγραφο, λέγοντας ότι υπάρχει τυπογραφικό πρόβλημα;’’]

    Παρόλο που το καλοκαίρι του 2005 η δημοτικότητα των Σοσιαλιστών κινούταν σε χαμηλά επίπεδα, στις εκλογές του 2006 ήταν αυτοί που επικράτησαν. Ο Πρωθυπουργός, πιστεύοντας πως το κόμμα θα μπορούσε να ξεπεράσει τα προβλήματά του, δήλωσε:

    Ήταν πολύ ψυχοφθόρο να παριστάνω για δεκαοχτώ μήνες ότι κυβερνούσαμε. Στην ουσία, λέγαμε συνέχεια ψέματα. Δεν θέλω να συνεχίσω έτσι. Ή θα το κάνουμε και κάποιος θα έχει την ευθύνη γι΄ αυτό, ή θα το κάνει κάποιος άλλος. Δεν πρόκειται να δώσω ούτε μια συνέντευξη που να καταλήξει σε καβγά ανάμεσα μας. Ποτέ. Δεν πρόκειται να πληγώσω την ουγγρική αριστερά. Ποτέ. Ωστόσο, αξίζει αν είναι ν’ αγγίξουμε τα καυτά ζητήματα.


     [Μπορούμε να παραποιήσουμε την επόμενη παράγραφο, λέγοντας ότι υπάρχει τυπογραφικό πρόβλημα;’’]


    Η ομιλία μεταδόθηκε στις 18 Σεπτέμβρη, πρώτα από το κρατικό ραδιόφωνο και κατόπιν από τα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης. Αμέσως ξέσπασαν διαδηλώσεις που ζητούσαν την παραίτηση του ψεύτη πρωθυπουργού. Ακολούθησαν νύχτες συγκρούσεων. Ο Gyúrcsány δε σταμάτησε να παραδέχεται αυτά που είχε κάνει. Μεταξύ άλλων, δήλωσε πως στην πραγματικότητα, ολόκληρη η ουγγρική πολιτική ελίτ έλεγε ψέματα τα προηγούμενα οκτώ με δέκα χρόνια, υποσχόμενη ευημερία και αποφεύγοντας να κάνει μεταρρυθμίσεις. Συνέχισε, λέγοντας πως εφόσον ήταν ο πρώτος που είχε το θάρρος να παραδεχτεί τα λάθη του, δεν επρόκειτο να παραιτηθεί.
    Η διαμάχη επικεντρώθηκε στα ψέματα. Κάποιοι πίστεψαν ότι το 2006 ήταν η αφετηρία μιας νέας εποχής, ενώ κάποιοι άλλοι υποστήριξαν πως η συγκεκριμένη ομιλία και τα παρεπόμενά της δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, όλοι αντιλήφθηκαν το δημοκρατικό έλλειμμα της περιόδου μετά-το-1989. Η γενικευμένη πολιτική κρίση οδήγησε στην κατάρρευση των Σοσιαλιστών, ιδίως στις ευρωεκλογές του 2009.

    Ευρωεκλογές 2009    ΨΗΦΟΙ    %    ΕΔΡΕΣ    2004    ΨΗΦΟΙ    %    ΕΔΡΕΣ
    FIDESZ-KDNP    1.632.309    56,36    14        1.457.750    47,4    12
    MSZP        503.140    17,37    4        1.054.921    34,3    9
    JOBBIK        427.773    14,77    3        72.203    2,35(MIEP)    0
    MDF        153.660    5,31    1        164.025    5,33    1
    LMP-HP        75.522    2,61    0               
    SZDSZ        62.527    2,16    0        237.908    7,74    2
    ΣΥΝΟΛΟ        2.921.779    36,31    22        3.097.657    38,5   
    24


    Οι ευρωεκλογές του 2004 σημαδεύτηκαν από τη μεγαλύτερη νίκη της ιστορίας του δεξιού σχηματισμού, Fidesz: 47,4% και 12 έδρες. Το 2009 τα ποσοστά του ήταν θριαμβευτικά: 56% και 14 από τις 22 έδρες. Ωστόσο, οι πραγματικοί νικητές των εκλογών ήταν το ακροδεξιό κόμμα, το Jobbik. Ως τον Απρίλιο του 2009, το κόμμα αυτό ήταν άγνωστο στο ένα τρίτο των ψηφοφόρων (Medián). Τον Ιούνιο, πήρε 15% και τρεις έδρες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το συντηρητικό MDF κατάφερε να ξεπεράσει το εκλογικό όριο του 5,3% και να διατηρήσει τον ευρωβουλευτή του. Η αριστερά απέτυχε παταγωδώς.
        Οι Σοσιαλιστές έλαβαν 17% και τέσσερις έδρες, δηλαδή έχασαν παραπάνω από τη μισή τους δύναμη σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2004. Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες έχασαν τις δύο έδρες που κατείχαν, περιοριζόμενοι στο 2%. Μια νέα πολιτική δύναμη, το LMP – «Η Πολιτική Μπορεί να Αλλάξει» - δεν κατάφερε να προσεγγίσει το εκλογικό όριο. Κατάφερε όμως να λάβει 2,6% σε συνεργασία με το Ανθρωπιστικό Κόμμα. Αυτό που ανέδειξε η συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση ήταν η δυσαρέσκεια για τα παλιά κόμματα. Δημιουργήθηκε χώρος για κάτι καινούριο. Το LMP πλησίασε αρκετά, όμως η ακροδεξιά κατάφερε να απευθυνθεί σε μεγαλύτερο ακροατήριο.
        Η αριστερά δεν τα πήγε καλά. Σύμφωνα με διάφορες έρευνες, οι Ούγγροι ψήφισαν κυρίως με «εθνικά» κριτήρια στις συγκεκριμένες εκλογές. Το σίγουρο είναι πως οι Σοσιαλιστές και οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες δεν είχαν σαφές ιδεολογικό στίγμα. Αυτό που περίμενε ο κόσμος από τους Σοσιαλιστές ήταν η διατήρηση του κράτους πρόνοιας, όμως οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν πλήρως. Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες θεωρήθηκαν αναξιόπιστοι. Η αριστερά είχε απολέσει την ηθική της εικόνα λόγω της υπερβολικής διαφθοράς και των σκανδάλων στα οποία είχε εμπλακεί. Τέλος, το κεντρώο LMP χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως αλαζονικό και οπορτουνιστικό, αφού δεν είχε προσδιορίσει ποια ήταν αυτή η «διαφορετική πολιτική του».  
        Αν και απαιτείται μια πιο ενδελεχής μελέτη για την παρουσία της ακροδεξιάς στην Ουγγαρία, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπήρξε μετακίνηση ψηφοφόρων από τους Σοσιαλιστές προς το Jobbik. Οι ψηφοφόροι του Jobbik προέρχονται κατά 39% από τους καινούριους ψηφοφόρους, ενώ οι υπόλοιποι το ψήφισαν πρώτη φορά. Το ένα τέταρτο των ψηφοφόρων του είχε ψηφίσει το Fidesz το 2006. Μόνο το 13% είχε ψηφίσει τον προκάτοχο του, τη συμμαχία MIEP-Jobbik, το 2006. Ενώ οι ψηφοφόροι των δύο μεγάλων κομμάτων είχαν πάρει την απόφαση τους ένα χρόνο νωρίτερα, οι ψηφοφόροι του Jobbik στράφηκαν προς αυτό κατά την προεκλογική περίοδο. Τέλος, αρκετοί από τους ψηφοφόρους του LMP στράφηκαν προς αυτό την ίδια τη μέρα των εκλογών [Ουγγρικό Πρακτορείο Ειδήσεων, (MTI) 19 Ιουνίου 2009].


    Εσωκομματικές διαμάχες: η πτώση των Φιλελεύθερων Δημοκρατών


    Η αποτυχία των Σοσιαλιστών σ’ ό,τι αφορά την κοινωνική πολιτική, οφείλεται, ως ένα βαθμό, στο μικρό Φιλελεύθερο Κόμμα. Οι διαμάχες στο εσωτερικό της αριστεράς σχετικά με την οικονομική πολιτική, οδήγησαν στη διάλυση της κυβέρνησης τον Απρίλιο του 2008. Μετά από ένα χρόνο, ο Gyúrcsány παραιτήθηκε. Το φιλελεύθερο κόμμα αποχώρησε από τη συμμαχία, αντιμετωπίζοντας την εξής κρίση: η διαμάχη στο επίπεδο της ηγεσίας δίχασε το κόμμα ανάμεσα στον οικονομικό και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Η διαμάχη αυτή περιστράφηκε γύρω από δύο κυρίαρχες φυσιογνωμίες και πολιτικές. Στις 7 Ιουνίου του 2008, ο Gábor Fodor επικράτησε του János Kóka για δύο ψήφους, 346 έναντι 344. Ωστόσο, υπήρξαν κατηγορίες για νοθεία.
        Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες είναι το μοναδικό κόμμα στην Ουγγαρία όπου οι εσωτερικές διαμάχες του βγαίνουν στη δημοσιότητα. Με βάση τη μετακομμουνιστική συνθήκη, η «δική μας» μεριά οφείλει να είναι ενιαία. Εφόσον τα πάντα διέπονται από τη λογική άσπρο-μαύρο, η μεριά μας, δηλαδή το κόμμα, πρέπει να είναι ενιαίο και αδιαίρετο. Αν και υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού συστήματος και της δημοκρατίας, η εσωτερική σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή που οδήγησε το κόμμα στην κατάρρευση. Η απογοήτευση από την κατάσταση αυτή οδήγησε πολλά μέλη του κόμματος σε αποχώρηση. Μετά την εκλογική αποτυχία στις ευρωεκλογές του 2009, το κόμμα έχει συρρικνωθεί εμφανώς. Τέλος, τα εκτεταμένα φαινόμενα διαφθοράς έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην κατάρρευση αυτού του κατά τα άλλα ελιτίστικου κόμματος.
        Ένας από τους λόγους που οδήγησαν τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες στην κατάρρευση, ήταν ότι δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν μια σταθερή πολιτική ταυτότητα. Το 2000, υπό την ηγεσία του Gábor Demszky, το κόμμα προσπαθούσε να γίνει η τρίτη δύναμη. Η προσπάθεια αυτή είχε ολέθρια αποτελέσματα στο δημοτικό συμβούλιο της Βουδαπέστης. Ο δήμαρχος της Βουδαπέστης βασίστηκε στην υποστήριξη των Σοσιαλιστών, ως μεγαλύτερου κόμματος, για να περάσει την πολιτική του, και η στήριξη αυτή θα είχε αποσυρθεί αν ο Demszky είχε διατηρήσει τη στρατηγική της αποστασιοποίησης από τους Σοσιαλιστές.
        Το κόμμα προσπάθησε να ενσωματώσει στην ταυτότητα του αντισημιτικές και ρατσιστικές θέσεις. Ο αντισημιτισμός είναι διάχυτος στην Ουγγαρία, ενώ τα δύο μεγάλα κόμματα (τα οποία έχουν στους κόλπους τους εκατοντάδες αντισημίτες ψηφοφόρους) συναινούν σιωπηρά στην εξάπλωση κινημάτων και πολιτικών οργανώσεων που κινούνται ενάντια στους Εβραίους και τους τσιγγάνους. Όμως, η επιλογή αυτή είχε αρνητική αντίκτυπο, αποπροσανατολίζοντας την κοινή γνώμη από τις θέσεις του για την οικονομία και την κοινωνική πολιτική.


    Η αριστερά της αριστεράς


    Μετά τις εκλογές του 2009, ο χώρος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς έχει αποδυναμωθεί σημαντικά, ενώ το Fidesz έχει ενσωματώσει σημαντικό κομμάτι της αριστερής ρητορικής, διεκδικώντας κρατικοποιήσεις. Το επόμενο ερώτημα σχετίζεται με την ίδια την έννοια «αριστερά της αριστεράς». Για ποιο λόγο έχω εστιάσει μόνο στα δύο μεγάλα «αριστερά» κόμματα; Λόγω του εκλογικού συστήματος και του πολιτικού διχασμού,  ο πολιτικός χώρος που απομένει για τα μικρά κόμματα είναι περιορισμένος – ακόμα και γι’ αυτά που βρίσκονται στην τάξη μεγέθους του MDF ή των Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Εξάλλου, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά δεν ασχολείται με το κομματικό σύστημα. Στην πράξη, η ουγγρική Monde Diplomatique είναι υπερήφανη για το ότι δεν παρακολουθεί την κεντρική πολιτική σκηνή, η οποία ούτως ή άλλως υπερκαλύπτεται από τα δημοφιλή μέσα ενημέρωσης.
    Το Jobbik, o Ούγγρος Φύλακας (εθνικιστική, παραστρατιωτική οργάνωση, Σ.τ.Μ.) και το Fidesz διεκδικούν το μονοπώλιο της λαϊκής κινητοποίησης, παρεμβαίνοντας από τα κεντρικά μέχρι τα τοπικά συμβούλια. Οι επικεφαλής του δημοφιλούς κινήματος Védegyelet (κίνημα που ασχολείται με ζητήματα οικολογίας και περιβάλλοντος, προωθώντας παράλληλα τη χρήση του ποδηλάτου στις πόλεις, Σ.τ.Μ.) παραδείγματος χάρη, εκλέχτηκαν στο κοινοβούλιο συμμετέχοντας στα ψηφοδέλτια του Fidesz και του MDF. Ο Πρόεδρος της Ουγγαρίας, László Sólyom, είναι θερμός υποστηρικτής των ουγγρικών μειονοτήτων στο εξωτερικό.
    Επίσης, η αριστερά είναι εντελώς κατακερματισμένη. Η Βουδαπέστη είναι το επίκεντρο της δραστηριοποίησης του Κοινωνικού Φόρουμ κι άλλων μικρότερων κινήσεων. Το προφίλ του Ουγγρικού Κομμουνιστικού-Εργατικού Κόμματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία του σε διάφορες δημόσιες τελετές. Η ουγγρική Attac διατηρεί ακόμα ισχυρούς δεσμούς με τον προ-1989 αριστερισμό. Οι εσωτερικές διαμάχες της αριστεράς που ασχολείται με το κίνημα για την εναλλακτική παγκοσμιοποίηση είναι τόσο έντονες που γίνονται ορατές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο σεχταρισμός είναι διάχυτος, ενώ πολλές φορές η επικέντρωση στο «εναλλακτικό» επικαλύπτει ριζοσπαστικές κινήσεις που θα μπορούσαν να έχουν μαζική απεύθυνση και να αλλάξουν την πολιτική συγκυρία. 
    Η μοναδική ελπίδα για την Ουγγαρία είναι η νέα γενιά, καθώς είναι η μόνη που έχει πιθανότητες να ξεπεράσει τόσο τις κλασικές πολώσεις του ουγγρικού πολιτικού συστήματος όσο και το σεχταρισμό αλλά και την κληρονομιά του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η άνοδος της άκρας δεξιάς και της ξενοφοβίας, σε συνδυασμό με την κατάρρευση των Φιλελεύθερων Δημοκρατών και την παρακμή των Σοσιαλιστών, θα μπορούσαν να έχουν καταλυτική επίδραση για τη δημιουργία κάτι εντελώς νέου – και στην Ουγγαρία και στην Ευρώπη.




    Το βιβλίο της Emilia Palonen, Stuck in the Division? Political Polarization in Contemporary Hungary, είναι υπό έκδοση (2009) από τον εκδοτικό οίκο l’Harmattan, Βουδαπέστη.



    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


    Ομιλία του Ferenc Gyúrcsány στο συνέδριο του κόμματος, 26 Μάιου 2006, Balatonőszöd. (Χρησιμοποιήθηκε η παρακάτω μετάφραση από το Wikipedia):

    Péter Elek, Scharle Ágota, Szabó Bálint, Szabó Péter András, “A bérekhez Kapcsolodó Adóeltikolás Magyarországon”, ELTE Társadalomtudomáyi Kar: www.tatk.elte.hu, Απρίλιος 2009
    Ernesto Laclau, On Populist Reason, Λονδίνο: Verso, 2005
     George Schöpflin, Politics in Eastern Europe1945-1992, Οξφόρδη και Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη: Blackwell, 1993 

     




     

       










Related articles