• Ονδούρα: Ανατομία ενός πραξικοπήματος

  • 21 Jun 11 Posted under: Λατινική Αμερική

  •  

     

     

    Η Ονδούρα, μια χώρα που βρίσκεται στη δίνη των επιδημιών και των πλημμυρών από τον καιρό του Φρανσίσκο Μορασάν[1], δεν είναι μόνο μια από τις φτωχότερες χώρες της περιοχής, αλλά επίσης ένα πεδίο μάχης μεταξύ συντηρητικών και φιλελεύθερων. Από την αρχή του προηγούμενου αιώνα, η πολιτική εξουσία εξαρτάτο πάντα από το στρατό, που ήταν στην υπηρεσία της UnitedFruit και άλλων εταιριών των ΗΠΑ. Μετά τον 100ήμερο λεγόμενο  «ποδοσφαιρικό πόλεμο», όπως ονομάστηκε (RyszardKapuscinski[2]) το 1969 για μια εδαφική διαμάχη με το Ελ Σαλβαδόρ, που ακολούθησε μια διαδικασία ακραίων στρατιωτικών εντάσεων τη δεκαετία του 1980, χρησιμοποιήθηκε ως οπισθοφυλακή  των Νικαραγουανών «κόντρας» που είχαν την υποστήριξη  των ΗΠΑ, αυτή η σχετικά μικρή κεντροαμερικανική χώρα των περίπου 6 εκατομμυρίων  κατοίκων ,έγινε  ξαφνικά, στις 28 Ιουνίου του 2009, πρώτο θέμα στους τίτλους του παγκόσμιου τύπου: «Πραξικόπημα στην Ονδούρα»!

     

    Πολύ σύντομα, έγινε φανερό ότι αυτό το πραξικόπημα δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα των εσωτερικών συγκρούσεων μεταξύ του προέδρου Μανουέλ Ζελάγια και του προέδρου του Κοινοβουλίου της χώρας Ρομπέρτο Μικελέτι για την πολιτική εξουσία και την ηγεσία του Φιλελεύθερου Κόμματος, όπως ήθελαν πολλοί δημοσιογράφοι. Αποδείχτηκε ότι αυτό το πραξικόπημα άνοιξε ένα σύνθετο και πολυδιάστατο πολιτικο-οικονομικο-στρατιωτικό σενάριο, που αντανακλά δύο αντίθετες και ανταγωνιστικές πολιτικές κουλτούρες: η μια θεμελιωμένη σ’ έναν παλιομοδίτικο εθνικισμό του 19ου αιώνα  που κυριαρχεί ακόμα στις κυρίαρχες ελίτ (όπως και σε πολλές άλλες λατινοαμερικάνικες χώρες) και η άλλη βασισμένη στην παράδοση των λαϊκών αγώνων που είναι ένα χαρακτηριστικό  της Κεντρικής Αμερικής για πολλές δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά την σαντινιστική επανάσταση στη Νικαράγουα και το επαναστατικό κίνημα του FMLN στο Ελ Σαλβαδόρ.

     

    Το πραξικόπημα: déjà vu σε νέο format

     

    «Θα μπορούσαν εύκολα να μας είχαν σκοτώσει», θυμάται η Σιομάρα Ζελάγια Κάστρο, κόρη του Μανουέλ Ζελάγια, δείχνοντας τις τρύπες από τις σφαίρες, στον τοίχο αυτού που απέμεινε από την ιδιωτική κατοικία του προέδρου. Στην πραγματικότητα , το δράμα της αρπαγής του προέδρου και της αναγκαστικής αεροπορικής μεταγωγής του στην Κοστα Ρίκα, θύμιζε με πολλούς τρόπους τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973, όταν στρατιώτες εισέβαλαν στο γραφείο του Σαλβαντόρ Αλλιέντε στο PalaciodelaMonedaτου Σαντιάγο της Χιλής. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι ο ίδιος ο αρχηγός του Επιτελείου, ο στρατηγός Ρομέο Βάσκεζ Βελάζκεζ ήταν αυτός που απέτρεψε τους golpistas[3] να σκοτώσουν τον Ζελάγια. Η Καρολίνα Ετσεβερία, ένα μέλος του Κοινοβουλίου από τη νότια περιφέρεια DepartamentoCabograciasaDios,η οποία ανήκε στον στενό κύκλο του Ρομπέρτο Μικελέτι μέχρι την προηγουμένη του πραξικοπήματος, πιστεύει ότι αυτός ήταν ο λόγος που, σε μια τόσο προσεκτικά σχεδιασμένη επιχείρηση, η μεταβίβαση της κυβέρνησης έγινε χωρίς αντίσταση.

     

    «Όλα όσα περιείχε η δήθεν επιστολή παραίτησης του Ζελάγια, ήταν ψευδή: η ημερομηνία ήταν ψευδής , η υπογραφή ήταν ψευδής και  οι αρχές δεν είχαν το συνταγματικό δικαίωμα να προχωρήσουν στη διαδικασία παραπομπής, για να μην πούμε έκδοση εντάλματος  σύλληψης του Αρχηγού του Κράτους», είπε. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν τα είπε αυτά στο κοινοβούλιο κατά τη συνεδρία η παραπομπή του Ζελάγια, απάντησε : «Ήμουν σίγουρη ότι δεν θα επιτρεπόταν σε οποιονδήποτε  να μιλήσει υπέρ του προέδρου, κι έτσι απλώς δεν παραστήκαμε γιατί δεν θέλαμε με την παρουσία μας να νομιμοποιήσουμε αυτή την εγκληματική πράξη».

     

    Σε παρόμοια συμπεράσματα κατέληξε και μια ευρω-λατινοαμερικανική Αποστολή για τα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αποτελείτο από 17 διεθνείς παρατηρητές, οι οποίοι πήγαν  στην Ονδούρα τρεις εβδομάδες αργότερα για να ερευνήσουν τις συνθήκες των πολλαπλών παραβιάσεων οι οποίες  συνδέονται με το πραξικόπημα:

     

     

    “Η αποστολή δηλώνει ότι τα θεσμικά όργανα  δεν άσκησαν τις απαιτούμενες λειτουργίες, αφ’ενός απουσίαζε ο αμοιβαίος  έλεγχος  των κρατικών εξουσιών, και αφ’ετέρου  υπήρχε μια  ακραία πολιτικοποίηση του δικαστικού συστήματος, έλλειψη οποιασδήποτε προστασίας για την ανώτατη εκτελεστική εξουσία την οποία παρέπεμψαν με ασαφείς ποινικές κατηγορίες όπως ‘προδοσία του κράτους’ ...γεγονότα  [?] που θα απαιτούσαν βαθιές αλλαγές στη δομή του κράτους για να εξασφαλιστούν τα κοινά συμφέροντα, η συλλογική ευζωία και ο πλήρης σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κοινωνικής ειρήνης.»

     

    Οι ρίζες του πραξικοπήματος

     

    Στη χώρα της μη-δημοκρατικής κυριαρχίας των δύο μεγάλων  κομμάτων που ανήκαν, όπως και ο ίδιος ο Ζελάγια, στις παραδοσιακές ελίτ των γαιοκτημόνων, των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων και, πιο πρόσφατα, των εκπροσώπων των διεθνικών επιχειρήσεων οι οποίες  είναι συγκεντρωμένες στα χέρια λίγων οικογενειών, υπήρξε κίνδυνος αλλαγής στη δομή της εξουσίας, όταν ο Μανουέλ Ζελάγια σκόπευε να κάνει ένα πρώτο βήμα για να προχωρήσει στη διαδικασία της συνταγματικής μεταρρύθμισης, η επωνομαζόμενη  «consulta» “διαβούλευση”. Και αυτή ακριβώς τη “consulta” θα διεξαγόταν στις 28 Ιουνίου, για να καθοριστεί αν ο λαός της Ονδούρας θα μπορούσε να ψηφίσει στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές και για ένα τέταρτο ζήτημα, πέραν της εκλογής προέδρου, κοινοβουλίου και τοπικής αυτοδιοίκησης –το τέταρτο αυτό ζήτημα θα ήταν η δημιουργία συντακτικής συνέλευσης.

     

    Αυτή ήταν η βαθύτερη αιτία του πραξικοπήματος και όχι, όπως διαβεβαίωνε η αντιπολίτευση, ότι ο Μανουέλ Ζελάγια θα ζητούσε επανεκλογή του, για την οποία ήταν ήδη πολύ αργά επειδή οι υποψήφιοι και των δύο κομμάτων είχαν ήδη επιλεγεί το Νοέμβριο  2008. Εντούτοις, αντίθετα από  ό,τι έγινε στη Βολιβία, το Εκουαδόρ και την Βενεζουέλα (όπου αυτές οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις είχαν ολοκληρωθεί κατά την αρχή του τρέχοντος έτους), οι ένοπλες δυνάμεις της Ονδούρας , που έχουν επίσης γίνει μια σημαντική οικονομική δύναμη στη χώρα, προσχώρησαν μονομερώς στην πλευρά του πολιτικού κατεστημένου, το οποίο  ξαφνικά τρόμαξε με την προοπτική να χάσει τα προνόμιά του.

     

    «Αυτή δεν είναι απλώς μια πολιτική σύγκρουση ή ένα πρόβλημα ‘ανθρωπίνων δικαιωμάτων’ με την παραδοσιακή έννοια της λέξης είναι πάνω απ’ όλα ταξική πάλη» έλεγε ο διάσημος κοινωνιολόγος και θεολόγος Φρανσουά Ουτάρτ μέλος του  Διεθνούς Συμβουλίου του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, ο οποίος μετείχε στην αποστολή ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και ο Ραφαέλ Αλεγκρία, ιδρυτής και για πολλά χρόνια γενικός γραμματέας του αγροτικού κινήματοςViaCampesina, που αποτελεί το μεγαλύτερο κοινωνικό κίνημα στον κόσμο, εξηγεί:

     

    «Ο Ζελάγια προέρχεται από το συντηρητικό τμήμα των μεγάλων γαιοκτημόνων, αλλά τα τελευταία χρόνια είχε αναμειχθεί με τους καθημερινούς ανθρώπους και προγράμματα όπως το

    ALBA[4]. Αύξησε τον κατώτατο μισθό, κατάργησε τα αγροτικά  χρέη  και αντιτάχθηκε στις  ιδιωτικοποιήσεις, ιδιαίτερα των υπηρεσιών. Αυτό αναστάτωσε αρκετά την αστική τάξη και την ολιγαρχία που έψαχναν τρόπους να τον ανατρέψουν».

     

    Στην πραγματικότητα, η συντριπτική πλειοψηφία των «χαρτογιακάδων» (που υποστήριζαν τον Ρομπέρτο Μιχελέτι) είναι υπάλληλοι και εργάτες του ιδιωτικού τομέα, ενώ οι δάσκαλοι, οι φοιτητές πανεπιστημίων, οι μικροί αγρότες, οι άκληροι και οι άνεργοι πύκνωσαν τις τάξεις των διαδηλωτών για την επιστροφή του Ζελάγια και δημιούργησαν  το Κίνημα Αντιστάσεων Ενάντια στο Πραξικόπημα (MovimientodeResistenciascontraelGolpe).

     

    Η μέθοδος της καταστολής

     

    Η αντίσταση σ’ ένα πραξικόπημα δεν είναι εύκολη – ιδιαίτερα αν ο κόσμος δεν είναι προετοιμασμένος γι’ αυτό. Πρώτον, οι golpistasπροσπάθησαν να μπλοκάρουν κάθε είδος μη-επίσημης επικοινωνίας, κλείνοντας κανάλια τηλεόρασης όπως το Κανάλι 36 και  ραδιοσταθμούς όπως το RadioProgreso (που το διευθύνει ένας Ιησουίτης) και το RadioGlobo. Στον τελευταίο ραδιοσταθμό έγιναν πολλές επιθέσεις από αστυνομικές δυνάμεις, αλλά κατάφερε να επιβιώσει χάρη στις αυθόρμητες κινητοποιήσεις για την υπεράσπισή του. Μέχρι τώρα, αυτή ήταν η καλύτερη πηγή πληροφόρησης για την αντίσταση στην Ονδούρα(http://www.radioglobohonduras.com/). Αλλά ο τύπος  όπως η ριζοσπαστική εβδομαδιαία εφημερίδα “ElLibertador” έχει υποστεί μεγάλες διώξεις, στην αρχή με την  επέμβαση του στρατού και αργότερα, με απειλές εναντίον της ζωής κάθε δημοσιογράφου που επικρίνει το πραξικόπημα. «Μερικές φορές αναγνωρίσαμε ακόμα και τη φωνή του Γενικού Εισαγγελέα σ’ αυτές τις απειλές», έλεγε ο Εντουάρντο Μαλδονάντο, ένας δημοσιογράφος του RadioGlobo «και νιώθουμε τρομερά μόνοι, σαν ένας Δαυίδ ενάντια σε πολλούς, πολλούς Γολιάθ».

     

     

    Δεν είναι όμως μόνο οι διώξεις των ΜΜΕ που κάνει δύσκολη την κατάσταση. Κάθε είδους δημόσια παρουσία  καταστέλλεται συστηματικά. Συνελήφθη ο Ντέιβιντ Μουρίλο, πατέρας του νεαρού διαδηλωτή που σκοτώθηκε από σφαίρα στο αεροδρόμιο της Τονκοντίν στις 5 Ιουλίου, όταν ο Ζελάγια προσπάθησε να επιστρέψει στην Ονδούρα  με αεροπλάνο. Ο ουσιαστικός λόγος της σύλληψης του οφείλεται στο γεγονός ότι αντιτάχθηκε στη θέση του στρατού πως  ο θάνατος του γιου του ήταν αποτέλεσμα ατυχήματος που προήλθε  από τη χρήση «πλαστικών σφαιρών». Η αστυνομία, αντί να ερευνήσει αυτό το έγκλημα, συνέλαβε τον Ντέιβιντ Μουρίλο, ο οποίος είναι ιδρυτής  της  Περιβαλλοντικής  Κίνησης  του Ολάντσο  (MAO)  και τον φυλάκισε στην φυλακή (Γιουτικάλπα)Juticalpa, της περιφέρειας  DepartamentoofOlancho, με το πρόσχημα ότι δεν είχε εμφανιστεί στο δικαστήριο μετά από καυγά με έναν γείτονά του, το 2004.

     

    Οι πραξικοπηματίες  φαίνεται να έχουν μια διπλή στρατηγική: από τη μια, η ντε φάκτο κυβέρνηση του Ρομπέρτο Μισελέτι προσπαθεί απεγνωσμένα να παρουσιάσει ένα πρόσωπο πολιτικό και πολιτισμένο δικαιολογώντας  μέσω νομικίστικων επιχειρημάτων και αποκρύπτοντας κάθε κατασταλτική πράξη, αλλά  από την άλλη, ενθαρρύνει το στρατό, την αστυνομία και τις παραστρατιωτικές ομάδες να κάνουν ελεύθερα ο,τι θέλουν, συμπεριλαμβανομένων  απειλών  για τη ζωή, ληστειών και φόνων. Αυτή είναι αφ’ενός  η αντίφαση μεταξύ των «νομικών» επιχειρημάτων των κυβερνητικών θεσμών και αφ’ετέρου της λογικής  της εξουσίας στην πιο βάναυση μορφή της (όπως για παράδειγμα, συμβαίνει όταν οι «δυνάμεις του νόμου και της τάξης» χτυπούν βίαια ή σκοτώνουν ανθρώπους κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης ή μετά απ’ αυτήν) κάνει αυτό το πραξικόπημα διαφορετικό από τα άλλα πέντε που έχουν γίνει στον Ονδούρα από το 1966 και όλες τις άλλες στρατιωτικές καταλήψεις της  εξουσίας, τον 20ό αιώνα.

     

    Δεν είναι εύκολο να βρεθούν οι λόγοι που έγινε το πραξικόπημα αυτή τη συγκεκριμμένη ιστορική στιγμή. Ίσως, οφείλεται στο γεγονός ότι  η ντε φάκτο κυβέρνηση θεωρεί ότι αλλιώς θα διακινδύνευε έναν επεμβατικό πόλεμο από τη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα ή ακόμα και τις ΗΠΑ ή, από  τη δημιουργία αντάρτικου κινήματος, που δεν υπάρχει σήμερα  στην Ονδούρα. Ίσως πάλι να οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιοι ξένοι σύμβουλοι είχαν την άποψη  ότι ένας βρόμικος πόλεμος «χαμηλής έντασης» είναι πιο εφικτός από έναν ανοικτό, κάτι που όμως δεν αποφεύχθηκε αφού όλος ο κόσμος έχει καταγγείλει το πραξικόπημα;

     

    Ηεπιστροφήτωνπαραστρατιωτικών

    Τhe return of the bitches [*is this word motivated?]

     

    Σ’ αυτό το ζήτημα υπάρχει και μια άλλη, διεθνής διάσταση. Χαρακτηριστικό αυτής της διάστασης είναι η  περίπτωση του Πέδρο Μαγκντίελ Μουνόζ, ενός νεαρού ακτιβιστή από την Τεγκουσιγκάλπα, ο οποίος συνελήφθη στις 24 Ιουλίου στο δρόμο για το Ελ Παραίζο, κοντά στα σύνορα της Ονδούρας με τη Νικαράγουα. Ο Πέδρο Μαγκντίελ ήταν ένας από τους πολλούς που ήθελαν να συναντήσουν τον πρόεδρο Ζελάγια προκειμένου να τον συνοδεύσουν στο δρόμο της επιστροφής  την Τεγκουσιγκάλπα. Το σώμα του βρέθηκε, το επόμενο πρωί, με θανάσιμο χτύπημα μαχαιριού και τραύματα από σημάδια βασανισμού, σε απόσταση λίγων μέτρων από το συγκεντρωμένο πλήθος. Σύμφωνα με τον Ρενέ Αντρές Παβόν, πρόεδρο της Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Ονδούρα (CODEH), στην περιοχή δρουν ισραηλινοί κομάντος «με αποστολή την εκπαίδευση  των ένοπλων δυνάμεων και της  αστυνομίας , στην επιθετική βίαιη αντιμετώπιση των διαδηλωτών , αλλά και στην πραγματοποίηση επιλεγμένων φόνων και με στόχο τη δημιουργία φόβου και σεναρίων τρόμου που να οδηγήσουν στην αποδυνάμωση της αντίστασης».

     

    Όπως πάντα, οι Ισραηλινοί δεν δρουν μόνοι-υπάρχει και ο Κολομβιανός σύνδεσμος. Στρατολογούνται μισθοφόροι από την παραστρατιωτική οργάνωση AUC για να «προετοιμάσουν» τις εκλογές του Νοεμβρίου, μια ενέργεια  που προκάλεσε το φθόνο των  κατώτερων αστυνομικών, που ακόμα δεν έχουν πάρει το μισθό τους. Πρόσφατα, ο γενικός διοικητής της Εθνικής Αστυνομίας, Σολομών ντε Ζεσούς Εσκότο Σαλίνας,(*Κολομβία ή Ονδούρα?) συντόνισε την εκπαίδευση ειδικών ομάδων ασφάλειας στην Κολομβία. Ο Εσκότο, σημερινός  σύμβουλος ασφαλείας του προέδρου Ρομπέρτο Μισελέτι, ήταν  μέλος του διάσημου Τάγματος 3-16 που ιδρύθηκε από τον Μπίλι Τζόγια,ο οποίος  ήταν υπεύθυνος για τους βασανισμούς, τις εξαφανίσεις και τις δολοφονίες εκατοντάδων ακτιβιστών τη δεκαετία του 1980. Μαζί με τον Ρενέ Μαραδιάγα, επικεφαλής της Ειδικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, είναι υπεύθυνος και για τη σφαγή εκατοντάδων νέων στην Λα Σέιμπα και στο Σαν Πέδρο Σούλα, κατά τη διάρκεια της «εκστρατείας μηδενικής ανοχής» του προέδρου Ρομπέρτο Μαντούρο, το 2003 και το 2004.

     

    Με άλλα λόγια, υπάρχει ένα διεθνικό δίκτυο από διάσημους πρώην δολοφόνους, που ενεργούν υπό το κάλυμμα του νομιμοφανούς προσωπείου του καθεστώτος Μισελέτι. Πιθανώς υποστηρίζονται από τύπους σαν τον Ότο Ράιχ, πρώην υφυπουργό για τις Λατινοαμερικανικές Υποθέσεις και τον Τζον Νεγκροπόντε, πρώην πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ, που διεύθυνε τον «βρόμικο πόλεμο» ενάντια στην αριστερά της Κεντρικής Αμερικής τη δεκαετία του 1980. Ο Νεγκροπόντε επισκέφθηκε την Ονδούρα τρεις φορές κατά τους μήνες προ του πραξικοπήματος. Από την άλλη πλευρά, από καιρού εις καιρόν το CNN μεταδίδει συνεντεύξεις πρώην υπουργών της κυβέρνησης Μπους, έχοντας ως στόχο να «εξισορροπήσει» την επίσημη και σταθερή στάση του Μπάρακ Ομπάμα, που όχι μόνο καταδίκασε το πραξικόπημα, αλλά και διέκοψε κάθε στρατιωτική και οικονομική  βοήθεια των ΗΠΑ προς την Ονδούρα (εκτός της ανθρωπιστικής βοήθειας).

     

     

     

    Ζελάγια: “ειρηνική αντίσταση”

     

    Όλα τα παραπάνω οδηγούν τον Μανουέλ Ζελάγια στο πολιτικό συμπέρασμα ότι «παρά την δημόσια καταδίκη του πραξικοπήματος από τον πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα, οι συντηρητικές ομάδες στις ΗΠΑ που υποστηρίζουν το πραξικόπημα παραμένουν κυρίαρχες στο μονοπώλιο εξουσίας του αμερικανικού κράτους».

     

    Παρόλα αυτά, όταν ο Μανουέλ Ζελάγια ρωτήθηκε από το Transform! ποια είναι η στρατηγική του για την αντιμετώπιση αυτού του ισχυρού εχθρού, απάντησαν : «Υπάρχουν δύο τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς αυτού του είδους την κατάσταση: ο ένας που είναι βραχυπρόθεσμος, και  συνεπάγεται τη βίαια αντιπαράθεση με πολλά θύματα, και άλλη  που χρειάζεται περισσότερο χρόνο και εξοικονομεί περισσότερους ανθρώπους. Εγώ έχω διαλέξει το δεύτερο, όχι μόνο γιατί έχω μελετήσει τις μεθόδους της ειρηνικής αντίστασης του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Μαχάτμα Γκάντι, αλλά και γιατί τις εφαρμόζω».

     

    «Είναι αυτός ο λόγος που συνομιλείτε με τους τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές;» τον ρωτήσαμε όταν έκανε κάποια τηλεφωνήματα στο Λας Μάνος, το συνοριακό σημείο με τη Νικαράγουα,.

     

    «Ρίξτε μια ματιά γύρω σας και δείτε ποιος είναι στην εξουσία στην Ονδούρα αυτή τη στιγμή. Τι βλέπετε; Πολίτες ή στρατιωτικούς;» ρώτησε και πρόσθεσε: «Γι’ αυτό πρέπει να συνομιλώ μ’ αυτούς».

     

    Η κατάσταση στα σύνορα ήταν αληθινά παράξενη. Ενώ χιλιάδες λαού προσπαθούσαν να περάσουν τα σύνορα χρησιμοποιώντας ξύλινα παλούκια και με την κατασκευή πρόχειρων οδοφραγμάτων με οικοδομικά υλικά, μερικοί προσπαθούσαν να πάνε στην άλλη μεριά των συνόρων περνώντας  από τα λιβάδια τη νύχτα. Το σκηνικό θύμιζε πολύ την κατάσταση κατά τη σαντινιστική επανάσταση του 1979, με τη διαφορά ότι τώρα ο κόσμος ήταν άοπλος και μάλλον ανοργάνωτος. Δεν είχαν ούτε οδηγούς  που να ξέρουν  την περιοχή. Υπάρχουν μάρτυρες που δήλωσαν ότι είδαν νεκρά σώματα στα λιβάδια, αυτά όμως είχαν εξαφανιστεί μέχρι να έρθει ο Ερυθρός Σταυρός να τα μαζέψει.

     

    Παρά την τρομερά άνιση σχέση μεταξύ των δύο δυνάμεων, την πολιτική αντίσταση στα οδοφράγματα και στους στρατιωτικούς στα σημεία ελέγχου, πολλές εκατοντάδες λαού κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα για να χαιρετίσουν τον Ζελάγια στο έδαφος της Νικαράγουας. Οι περισσότεροι από αυτούς πίστευαν ότι η επιστροφή του νόμιμου προέδρου της Ονδούρας ήταν ζήτημα ημερών ή μερικών εβδομάδων και ότι η διεθνής κοινότητα θα έφερνε μια λύση στην κρίση με κάποιο τρόπο, η οποία καθώς περνά ο καιρός γίνεται για την πλειοψηφία του πληθυσμού της Ονδούρας, όλο και περισσότερο ανυπόφορη.

     

    ΤοΣχέριοΑρίας: παγίδαγιατηδιεθνήκοινότητα;

     

    Όμως  μέχρι στιγμής η διεθνής κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων του OAS, UN, RioGroup και ακόμα την UNASUR, δεν εκπλήρωσαν και πιθανότατα δεν θα εκπληρώσουν τις προσδοκίες που δημιούργησαν στην αρχή. Το ζήτημα που γίνεται όλο και πιο κρίσιμο είναι εάν θα καταδικάσουν και θα μποϊκοτάρουν τις γενικές εκλογές του Νοεμβρίου 2009, τις οποίες  το καθεστώς Μισελέτι θεωρεί ως δρόμο για την έξοδο από την πολιτική κρίση.

     

    Για έναν παρατηρητή των λατινο-αμερικανικών πραγμάτων, αρκετά περίεργο είναι πως η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα στις ΗΠΑ ήταν η πρώτη που αρνήθηκε να αποδεχθεί τις εκλογές υπό τις παρούσες συνθήκες. Για μια φορά ακόμα, οι ΗΠΑ κράτησαν  στο ζήτημα αυτό μια πιο συνεκτική στάση από εκείνης της  Ευρωπαϊκής Ένωσης, που απλώς καταδίκασε το πραξικόπημα, απέσυρε τους πρεσβευτές της, πάγωσε τις οικονομικές συνδιαλλαγές  με την ντε φάκτο κυβέρνηση της Ονδούρας και ανέστειλε της περαιτέρω διαπραγματεύσεις για την Συνθήκη Δίκαιου Εμπορίου με την Κεντρική Αμερική. Από την άλλη πλευρά, ούτε οι ΗΠΑ ούτε η ΕΕ δεν μπορούσαν ή δεν θα ήθελαν να εμποδίσουν  το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να δώσει δάνειο περίπου  150 εκατομμυρίων  δολαρίων στην Ονδούρα, στο πλαίσιο του προγράμματος των G-20 για τις φτωχότερες χώρες του κόσμου.

     

    Σε μεγάλο βαθμό, ο δισταγμός των κύριων πρωταγωνιστών  της παγκόσμιας πολιτικής οφείλεται στη σημασία που αποδίδουν στο πρόγραμμα ειρήνευσης που έχουν επεξεργαστεί με τον πρόεδρο της Κόστα Ρίκα και κάτοχο του βραβείου Νόμπελ, Όσκαρ Αρίας. Αυτό το σχέδιο των δώδεκα σημείων  συνιστά την επιστροφή του προέδρου Ζελάγια, με αντίτιμο αυτός να σταματήσει οποιοδήποτε περαιτέρω βήμα για τη συνταγματική μεταρρύθμιση. Με άλλα λόγια, το Σχέδιο Αρίας, που έχει απορριθφή από  το καθεστώς Μισελέτι, προτείνει να επιστρέψει ο Ζελάγια στην Ονδούρα σαν αρχάγγελος με σπασμένα φτερά.

     

    Μ’ αυτή την έννοια, το Σχέδιο Αρίας είναι παγίδα όχι μόνο για τον πρόεδρο Ζελάγια, αλλά και για την διεθνή κοινότητα που έχει καταδικάσει το πραξικόπημα. Σύμφωνα με τελευταία νέα, ο ίδιος ο Όσκαρ Αρίας σκέφτεται να αναγνωρίσει την εκλογική διαδικασία στην Ονδούρα, κάτι που σίγουρα θα προκαλέσει αλλαγή θέσης που διακήρυξε η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην τελευταία σύνοδο του Συμβουλίου που έγινε  στις 14 Σεπτεμβρίου.

     

     

    “Το Συμβούλιο επιβεβαιώνει την υποστήριξή του προς τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών(ΟΑΚ)  και τις προσπάθειες διαμεσολάβησης του Προέδρου της Κόστα Ρίκα Όσκαρ Αρίας και καλεί όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες, ιδιαίτερα την ντε φάκτο κυβέρνηση, να εργαστούν στη βάση της Συνθήκης του Σαν Χοσέ, ώστε να βρουν με διαπραγματεύσεις  μια ταχεία και ειρηνική λύση στη σημερινή κατάσταση, με στόχο την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στην Ονδούρα, ιδιαίτερα πριν τις εκλογές του Νοεμβρίου ....»

     

    Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ μπορεί ακόμα να «κρύβεται» πίσω από τον Αρίας, που έχει γίνει το κλειδί στην σύγκρουση της Ονδούρα, και ίσως να του στρίψουν το χέρι που στο παρελθόν έχει αποδειχθεί εύκαμπτο σαν λάστιχο, χωρίς να αναγκαστούν να αντιμετωπίσουν το βασικό ζήτημα: Μπορούν να υπάρχουν δίκαιες εκλογές στην Ονδούρα υπό τις παρούσες συνθήκες;

    <span style="font-size: 12pt; font-fami


Related articles