• Eλληνικές τράπεζες στα Βαλκάνια, επιπτώσεις της κρίσης και διεθνιστικό έλλειμμα

  • 30 Jan 12 Posted under: Ελλάδα



  • 1.    Εισαγωγή

    Από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένων και των Βαλκανίων) τη δεκαετία του ’90, ξεκίνησε μια διαδικασία για τη μετατροπή τους σε καπιταλιστικές οικονομίες και την εν ευθέτω χρόνω ένταξή τους στην ΕΕ. Η Βουλγαρία και Ρουμανία είναι σήμερα πλήρη μέλη, ενώ η Κροατία, η ΠΓΔΜ και η Σερβία βρίσκονται σε διαδικασίες διαπραγμάτευσης έχοντας υπογράψει συμφωνίες σύνδεσης. Η συζήτηση για τις συνέπειες της πρόσφατης (2007) διεύρυνσης της ΕΕ στα νέα κράτη μέλη (το μοντέλο ανάπτυξης που αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν για τη «σύγκλισή» τους με τις ανεπτυγμένες χώρες της ΕΕ, την οικονομική τους εξάρτηση από το δυτικο-ευρωπαϊκό κεφάλαιο και τα παρεπόμενα πολιτικά και κοινωνικά της αποτελέσματα), στα γειτνιάζοντα παλιά κράτη μέλη όπως η Ελλάδα και στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σε εξέλιξη. Πολύ δε περισσότερο σε μια συγκυρία σφοδρής οικονομικής κρίσης που αποκαλύπτει σειρά αναπάντητων ή προβληματικά απαντημένων ερωτημάτων, ελάχιστα από τα οποία μπορούν να τεθούν (πολλώ δε μάλλον να απαντηθούν) με σύντομο τρόπο.



    2.    Το ενδιαφέρον του Ελληνικού Τραπεζικού Κεφαλαίου για τις αγορές των Βαλκανικών χωρών

    Το ελληνικό κεφάλαιο συνέβαλλε σημαντικά στη μετατροπή των γεωγραφικών μας γειτόνων σε καπιταλιστικές οικονομίες μέσα από μια διαδικασία που εύλογα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «οικονομικό ιμπεριαλισμό». Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, περίπου 8.000 ελληνικές επιχειρήσεις λειτουργούν σήμερα σε χώρες των Βαλκανίων και πολλές από αυτές πραγματοποιούν εκεί σημαντικό ποσοστό του ετήσιου τζίρου τους. Ο τρόπος «εισβολής» του ελληνικού κεφαλαίου στις οικονομίες αυτές υπερβαίνει τους στόχους της ανάλυσής μας. Θα περιοριστούμε στον κλάδο των τραπεζών, όχι μόνο για λόγους συνοπτικότητας, αλλά και για τον επιπλέον λόγο ότι ο κλάδος των τραπεζών συνεχίζει να είναι κερδοφόρος και στη διάρκεια της κρίσης- γεγονός που από μόνο του βάζει πολιτικά ζητήματα-και κρίσιμος για την εξέλιξή της τόσο στη χώρα μας όσο και στις χώρες των Βαλκανίων που εξετάζουμε (Αλβανία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η ΠΓΔΜ και η Σερβία ). Οι βασικοί λόγοι που ερμηνεύουν το επενδυτικό ενδιαφέρον του ελληνικού τραπεζικού κεφαλαίου είναι συνοπτικά οι εξής:

    α) Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης των Βαλκανικών χωρών, σε όρους αύξησης του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με τα ελλιπώς ανεπτυγμένα τραπεζικά τους συστήματα που βρίσκονταν ταυτόχρονα σε διαδικασία ταχείας ιδιωτικοποίησης.  Την τελευταία δεκαετία, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ήταν σταθερά υψηλότερος τόσο από τον αντίστοιχο της ΕΕ-27 όσο και από αυτό της Ευρωζώνης [η ετήσια ποσοστιαία αύξηση για της Βαλκανικές χώρες κυμάνθηκε από 5-10% ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμάνθηκε μεταξύ 1-3%] (Πίνακας 1, Διάγραμμα 1).  

    β) Οι ευκαιρίες για κερδοφορία  που προέκυψαν από την αύξηση της ζήτησης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων (πολλές από τις οποίες είναι ελληνικές).

    γ)  Η «ωριμότητα» της ελληνικής τραπεζικής αγοράς που συμπίεζε τα περιθώρια κέρδους.
     
    Πηγή: επεξεργασία στοιχείων EBRD [οικονομική στατιστική και προβλέψεις]


    Πίνακας 1: Ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ στις Βαλκανικές χώρες,
    την Ε.Ε-27 και την ευρωζώνη [1997-2009 (πρόβλεψη)]
        1997    1998    1999    2000    2001    2002    2003    2004    2005    2006    2007    2008    2009(π)
    Αλβανία
        -10,9    8,6    13,2    6,5    7,1    4,2    5,8    5,7    5,7    5,5    6,2    6,9    1,2
    Βουλγαρία    -5,6    4,0    2,3    5,4    4,1    4,5    5,0    6,6    6,2    6,3    6,2    6,0    -3,0
    ΠΓΔΜ    1,4    3,4    4,3    4,5    -4,5    0,9    2,8    4,1    4,1    4,0    5,9    5,0    -1,3
    Ρουμανία    -6,1    -4,8    -1,1    2,1    5,7    5,1    5,2    8,5    4,2    7,9    6,0    7,1    -4,0
    Σερβία     10,1    1,9    -18,0    5,2    5,1    4,5    2,4    9,3    6,3    5,5    6,9    5,4    -3,0
    ΕΕ-27            3.0    3.9    2.0    1.2    1.3    2.5    2.0    3.1    2.9    0.9    -4.0 (π)
    Ευρωζώνη            2.9    3.9    1.9    0.9    0.8    2.1    1.7    2.9    2.7    0.7    -4.0 (π)
    Πηγή: επεξεργασία στοιχείων EBRD [οικονομική στατιστική και προβλέψεις] και Eurostat


    δ) Ο ανταγωνισμός με άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης, κυρίως την Αυστρία, τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία  για την εξασφάλιση μεριδίων αγοράς.

    ε) Το εργατικό κόστος στις χώρες υποδοχής (δύο με τρεις φορές χαμηλότερο από το αντίστοιχο της Ελλάδας).

    στ) Η συνολικότερη γεω-στρατηγική πολιτική του ελληνικού κράτους και των υπόλοιπων ανεπτυγμένων χωρών της ΕΕ σε σχέση με τις χώρες των Βαλκανίων. Το ελληνικό κράτος προώθησε την εξάπλωση των τραπεζών στα πλαίσια της λεγόμενης «οικονομικής διπλωματίας» με σκοπό την εξυπηρέτηση των «εθνικών συμφερόντων»  

    ζ) Η γεωγραφική εγγύτητα και οι πολιτιστικοί και ιστορικοί δεσμοί της Ελλάδας με όλες τις Βαλκανικές χώρες. Η παρουσία της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σημαντική επέκταση των ελληνικών τραπεζών στη χώρα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει το Ελληνικό Σχέδιο για την Οικονομική Αναδιάρθρωση των Βαλκανίων (Hellenic Plan for the Economic Reconstruction of the Balkans (HiPERB),που ανέλαβε η Ελλάδα ως μέλος τη ΕΕ με αυξημένο ενδιαφέρον για την περιοχή. Το Σχέδιο αφορά την Αλβανία, τη Βοσνία, τη Βουλγαρία, τη Μακεδονία, το Μαυροβούνιο, τη Ρουμανία και τη Σερβία. «Σκοπός του σχεδίου είναι η πολιτική, οικονομική και κοινωνική σταθερότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και τελικά ο εκσυγχρονισμός των υποδομών, η προώθηση των παραγωγικών επενδύσεων και η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών….στις χώρες υποδοχής. Ένας άλλος, εξίσου σημαντικός στόχος του HiPERB  είναι η στήριξη της ευρωπαϊκής προοπτικής των χωρών υποδοχής».

    η) Τα φορολογικά και άλλα κίνητρα που δόθηκαν από τις χώρες υποδοχής.
              

    Τα τελευταία 15 χρόνια οι ελληνικές τράπεζες εδραιώθηκαν σταθερά στα τραπεζικά συστήματα των Βαλκανικών χωρών. Όπως βλέπουμε στον Πίνακα 2,το 2007,οι επτά μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες είχαν ήδη δημιουργήσει ένα δίκτυο 20 θυγατρικών με περίπου 1.900 υποκαταστήματα και 23.500 υπαλλήλους (αν σε αυτούς τους υπολογισμούς συμπεριλάβουμε και την Τουρκία τα αντίστοιχα μεγέθη διαμορφώνονται σε 2.400 υποκαταστήματα και 40.000 υπαλλήλους) και με το στρατηγικό στόχο να αυξήσουν την προσφορά λιανικών τραπεζικών υπηρεσιών (κυρίως καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες].


    Πίνακας 2: Δίκτυο Ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια
    στοιχεία 31.12.2007
    Τράπεζα     Χώρα    Θυγατρική    Υποκατάστημα    Προσωπικό
         1.       Βουλγαρία     United Bulgarian Bank AD    245    2886
         2.       Σερβία     Vojvodjanska Banka S.A.     204    2556
    ΕΘΝΙΚΗ    3.       Ρουμανία     Banka Romaneasca SA     125    1500
         4.       ΠΓΔΜ    Stopanska Banka AD-Skopje    61    1136
         ΣΥΝΟΛΟ         635    8078
         1.       Ρουμανία    Banc Post S.A    239    3375
    EFG_EUROBANK- ΕΡΓΑΣΙΑΣ    2.       Βουλγαρία    Eurobank EFG Bulgaria AD (Bulgarian Postbank AD)    272    2645
         3.       Σερβία    EurobankEFG Stedionica AD Beograd    100    1310
         ΣΥΝΟΛΟ         611    7330
         1.       Αλβανία      Emporiki Bank Albania SA    18    158
    ΕΜΠΟΡΙΚΗ    2.       Βουλγαρία    Emporiki Bank Bulgaria EAD     22    184
         3.       Ρουμανία    Emporiki Bank Romania SA     17    240
         ΣΥΝΟΛΟ         57    582
         1.       Ρουμανία    Piraeus Bank Romania    110    1458
    ΠΕΙΡΑΙΩΣ    2.       Αλβανία    Tirana Bank    39    448
         3.       Βουλγαρία    Piraeus Bank Bulgaria    76    962
         4.       Σερβία    Piraeus Bank AD Beograd    45    532
         ΣΥΝΟΛΟ         270    3400
    MARFIN-ΕΓΝΑΤΙΑ    Ρουμανία    EGNATIA Bank (Romania)S.A    19    221
         1.       ΠΓΔΜ    Alpha Bank AD SKOPJE    15    189
    ALPHA BANK    2.       Ρουμανία    Alpha Bank Romania     125    1757
         3.       Σερβία    Alpha Bank Srbija AD    130    1450
         ΣΥΝΟΛΟ         289    3617
    ATE     Ρουμανία     ΑΤΕ Βank Romania    16    261
    ΣΥΝΟΛΟ            1897    23489
       Πηγή: επεξεργασία στοιχείων Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών








    Πίνακας 3: Μερίδιο αγοράς εγχώριων και ξένων τραπεζικών κεφαλαίων στις Βαλκανικές χώρες
        1998    1999    2000    2001    2002    2003    2004    2005    2006    2007
    Αλβανία                                        
    Εγχώριο Κεφάλαιο (%)    85,6    81,1    64,8    59,2    54,1    51,9    6,7    7,7    0,0    0,0
    Ξένο Κεφάλαιο (%)    14,4    18,9    35,2    40,8    45,9    47,1    93,3    92,3    90,5    94,2
    Βουλγαρία    56,4    50,5    19,8    19,9    14,1    2,5    2,3    1,7    1,8    2,1
        32,5    42,8    75,3    72,7    75,2    82,7    81,6    74,5    80,1    82,3
    ΠΓΔΜ    1,4    2,5    1,1    1,3    2,0    1,8    1,9    1,6    1,6    1,4
        11,4    11,5    53,4    51,1    44,0    47,0    47,3    51,3    53,2    85,9
    Ρουμανία    75,3    50,3    50,0    45,4    43,6    40,6    7,5    6,5    5,9    5,7
        15,1    43,6    46,7    51,4    52,9    54,8    58,5    59,2    87,9    87,3
    Σερβία    90,0    89,0    90,9    68,0    35,6    34,1    23,4    23,9    14,9    15,8
        0,5    0,4    0,5    13,2    27,0    38,4    37,7    66,0    78,7    75,5
    Πηγή: επεξεργασία στοιχείων EBRD [δείκτες μετάβασης]


    Το 2005 το μερίδιο αγοράς των ελληνικών τραπεζών σε όρους χορήγησης δανείων ήταν 35.7% στην Αλβανία, 26.2% στη Βουλγαρία, 37 % στην ΠΓΔΜ, 13.6% στην Ρουμανία και  17% στη Σερβία , ενώ το σύνολο των δανείων που χορηγήθηκαν από ελληνικές τράπεζες σε πελάτες τους στις χώρες των Βαλκανίων ανήλθαν το 2008 σε € 47.1 δις.

     
                      Πηγή: επεξεργασία στοιχείων EBRD [δείκτες μετάβασης]

    Ωστόσο, οι ελληνικές τράπεζες δεν ήταν οι μόνες που ενδιαφέρθηκαν για τις αγορές των Βαλκανίων. Οι εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις της τελευταίας δεκαετίας κατέληξαν στο να χαθεί σχεδόν απολύτως κάθε εγχώριος έλεγχος (κρατικός ή ιδιωτικός) της τραπεζικής αγοράς. Στον Πίνακα 3 βλέπουμε την εξέλιξη του μεριδίου αγοράς του Ξένου και του εγχώριου Κεφαλαίου στον κλάδο από το 1998. Το 2007, οι ξένες τράπεζες(κυρίως Αυστριακές, Ιταλικές, Γαλλικές, Γερμανικές και Ελληνικές) κατείχαν το 94.2 % του τραπεζικού τομέα της Αλβανίας, το 82.3% της Βουλγαρίας, το 85.9% της ΠΓΔΜ, το 78.7% του Μαυροβουνίου, το 87.3της Ρουμανίας και το 75.5% της Σερβίας.


     
                    
       3. Επιπτώσεις της κρίσης στις οικονομίες των Βαλκανικών χωρών -συνέπειες για την Ελλάδα

    Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η κατάσταση των Βαλκανικών οικονομιών πριν την οικονομική κρίση. Υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, ταχείες ιδιωτικοποιήσεις, εισβολή του ξένου κεφαλαίου σε νευραλγικούς τομείς των χωρών (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, κατασκευές, τράπεζες), ανάπτυξη που στηρίχθηκε στην εγχώρια κατανάλωση (η οποία χρηματοδοτήθηκε κατά κύριο λόγο από ξένο κεφάλαιο σε ξένο νόμισμα ) και την εξωτερική ζήτηση. Για χρόνια οι συμβατικές αξιολογήσεις της πορείας της μετάβασης και της οικονομικής αποτελεσματικότητας των Βαλκανικών χωρών μιλούσαν για «πετυχημένα παραδείγματα» και «πορείες στη σωστή κατεύθυνση». Τι συνέβη ωστόσο με το ξέσπασμα της κρίσης οι συνέπειες της οποίας έχουν ήδη εκδηλωθεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό;

    α) Όπως βλέπουμε στο Διάγραμμα 1, τα στοιχεία της ΕΤΑΑ (EBRD) για τις Βαλκανικές χώρες προβλέπουν πτώση του ρυθμού ανάπτυξης για το 2009 σε όρους αύξησης του ΑΕΠ. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης των προηγούμενων ετών στηρίχθηκαν αφ’ ενός στην εγχώρια καταναλωτική ζήτηση που τροφοδοτήθηκε από μια παράλληλη αύξηση του δανεισμού από ξένες τράπεζες. Αυτό σημαίνει ότι η έλλειψη ρευστότητας των δυτικο-ευρωπαϊκών Τραπεζών θα πλήξει άμεσα την παροχή δανείων στις θυγατρικές τους στα Βαλκάνια. Το παράδειγμα της Ελλάδας σ ‘αυτή την περίπτωση είναι χαρακτηριστικό. Όταν η ελληνική κυβέρνηση πρόσφερε το πακέτο διάσωσης των 28 δις ευρώ στις ελληνικές τράπεζες, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος έσπευσε να τις προειδοποιήσει να διατηρήσουν τους διαθέσιμους πόρους εντός της ελληνικής αγοράς.

    β) Ταυτόχρονα, οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις (ΞΑΕ) που αποτελούσαν σημαντική πηγή εισοδήματος και συναλλάγματος για τις Βαλκανικές χώρες τα προηγούμενα χρόνια, αναμένεται ότι θα μειωθούν. Το Διάγραμμα 3 δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα για τις προβλέψεις του 2009.   


                 
    Πηγή: επεξεργασία στοιχείων EBRD

    γ) Τα μεταναστευτικά εμβάσματα είναι μια ακόμα πηγή συναλλάγματος για τις Βαλκανικές χώρες. Τα τελευταία χρόνια, τα εμβάσματα αυτά αποτελούσαν σημαντικό κομμάτι του ΑΕΠ που ωστόσο στις παρούσες συνθήκες, μετατρέπεται σε μια ακόμα εστία του προβλήματος της κρίσης. Ο λόγος είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των οικονομικών αυτών μεταναστών εργάζεται σε τομείς που πλήττονται καίρια από την κρίση (αυτοκινητοβιομηχανίες, κατασκευές, οικιακές υπηρεσίες κλπ.). Επιπλέον, πολλοί από αυτούς ενδέχεται να αναγκαστούν να επιστρέψουν πίσω στις χώρες τους πιέζοντας ταυτόχρονα την αγορά εργασίας.     

    δ) Μια άλλη επίπτωση της κρίσης στις οικονομίες των Βαλκανίων είναι οι συναλλαγματικές πιέσεις. Ορισμένες χώρες βρίσκονται ήδη στο δίλημμα της υποτίμηση του νομίσματος έναντι του αποπληθωρισμού, φαίνεται όμως ότι η απόφαση δεν είναι τίποτα περισσότερο από το «μη-χείρον, βέλτιστον». Μια υποτίμηση του νομίσματος θα αυξήσει την δυσκολία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να εξυπηρετήσουν τα δάνεια που έχουν πάρει σε ευρώ ή ελβετικό φράγκο (με το επιχείρημα του χαμηλότερου επιτοκίου) καθώς και τις πιθανότητες μη-αποπληρωμής.

    ε) Οι εξαγωγές αναμένεται επίσης να μειωθούν λόγω της πτώσης της ζήτησης από την πλευρά των μεγάλων εμπορικών εταίρων των Βαλκανικών χωρών  (χώρες ΕΕ)


    Ωστόσο, οι συνέπειες της κρίσης για τις Βαλκανικές χώρες δεν είναι φαινόμενο τοπικά περιορισμένο. Το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας για την οικονομική της διείσδυση στην περιοχή είναι πιθανό να μετατραπεί σε συγκριτικό μειονέκτημα:

    α) Η πιθανή αναταραχή που περιγράφτηκε πιο πάνω μπορεί εύκολα να μεταδοθεί στις εγχώριες αγορές των μητρικών εταιριών (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα). Ο κίνδυνος μη-αποπληρωμής των δανείων που γενναιόδωρα παρείχαν οι ξένες τράπεζες στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας είναι υπαρκτός, πολλώ δε μάλλον σε περιπτώσεις νομισματικής υποτίμησης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η αξιολόγηση των συνεπειών αυτού του ενδεχομένου παραμένει εκτός δημοσιότητας, άρα και δημόσιας συζήτησης. Σύμφωνα με τεστ  (τα λεγόμενα stress-tests) που έχουν πραγματοποιηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και το ΔΝΤ , παρότι οι ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν «υπερ-επέκταση»» φαίνεται ότι η κατάσταση είναι διαχειρίσιμη.  

    β) Η προτροπή του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για διατήρηση της ρευστότητας εγχώρια –αν πραγματοποιηθεί- δεν επηρεάζει μόνο τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις των Βαλκανικών χωρών, αλλά και τις ελληνικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην περιοχή. Επιπλέον, οι ελληνικές τράπεζες πρέπει να συνυπολογίσουν το ρίσκο απώλειας μεριδίων αγοράς και πελατειακής εμπιστοσύνης που- όπως σχολίασε ο Υπουργός Οικονομικών της Σερβίας- μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την κατεύθυνση των καταθέσεων σε άλλες ξένες τράπεζες.
     
    Είναι προφανές ότι τα ζητήματα αυτά δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα. Οι Αυστριακές αρχές για παράδειγμα φαίνεται να συνειδητοποιούν τον κίνδυνο μιας κατάρρευσης στα Βαλκάνια με μεγαλύτερη ένταση (ίσως γιατί η Αυστρία κατέχει τα μεγαλύτερα μερίδια αγοράς στον τραπεζικό τομέα των Βαλκανικών χωρών). Η Αυστρία ήταν η χώρα που άσκησε τη μεγαλύτερη πίεση στην ΕΕ να επέμβει στην περιοχή με πακέτο διάσωσης-πρόταση που δεν έγινε δεκτή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τα ερωτήματα στα οποία πρέπει να απαντήσουν τόσο οι άρχουσες τάξεις των αναπτυγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης και η ΕΕ συνολικά, όσο και οι διεθνείς οργανισμοί είναι: τι πρέπει να γίνει με τις Βαλκανικές χώρες προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κρίση; Είναι δυνατή η μεμονωμένη αντίδραση κάθε χώρας δεδομένων των περιορισμών που θέτουν τα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα στην άσκηση οικονομικής πολιτικής; Σε αντίθετη περίπτωση, ποιος είναι ο ρόλος της ΕΕ όσον αφορά της στήριξή τους και ποια είναι η πραγματική έννοια της διεθνούς «αλληλεγγύης»; Αμέσως μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, το ΕΚΟΦΙΝ έσπευσε να διακηρύξει τον κοινό στόχο της διάσωσης των ευρωπαϊκών τραπεζών, ανακοινώνοντας ταυτόχρονα ότι κάθε κράτος μέλος θα είναι υπεύθυνο να σχεδιάσει και να εφαρμόσει τη δική του πολιτική   (χωρίς δηλαδή την υποστήριξη της ΕΕ).

    Σε περιόδους κρίσης δεν υπάρχει μία και μοναδική αλήθεια ούτε στα οικονομικά ούτε στην πολιτική.
    Η «θατσερική» ΤΙΝΑ (There Is No Alternative) δεν έχει καμία χρησιμότητα.  Σήμερα, πολλοί από τους μύθους που συνέθεσαν το κυρίαρχο «παράδειγμα»βρίσκονται υπό κατάρρευση. Οι κυβερνήσεις των πλουσιότερων χωρών της ΕΕ λαμβάνουν μέτρα που καταστρατηγούν βασικούς κανόνες της και  αποφάσεων των εκτελεστικών της οργάνων δίνοντας για παράδειγμα κρατικές επιχορηγήσεις σε εταιρίες ή χρησιμοποιώντας μέτρα προστασίας των εθνικών τους οικονομιών από τον ανταγωνισμό. Ταυτόχρονα, αρνούμενη να βοηθήσει τα νέα κράτη-μέλη, πολύ δε περισσότερο απέναντι στα μελλοντικά κράτη-μέλη της , η ΕΕ αναγκάζει πολλά από αυτά να καταφύγουν στο ΔΝΤ ή άλλους Διεθνείς Οργανισμούς. Το ΔΝΤ, ο διαβόητος ρόλος του οποίου αμφισβητήθηκε πολλές φορές στο παρελθόν λόγω της καταστροφικής του επέμβασης στις κρίσης της Ανατολικής Ασίας και της Λατινικής Αμερικής (για να αναφέρουμε μόνο δύο παραδείγματα), είναι ξανά παρόν στα Βαλκάνια. Μια συμφωνία παροχής δανείου €3 δις. έχει ήδη υπογραφεί με τη Σερβία με τον όρο ότι η χώρα θα περιορίσει σημαντικά τις δημόσιες δαπάνες της. Η Ρουμανία υπέγραψε παρόμοια συμφωνία με διάφορους οργανισμούς για δάνειο ύψους €25 δις (€12.95 δις από το ΔΝΤ, €5 δις από την ΕΕ και €1 δις από την Παγκόσμια Τράπεζα ), ενώ η Βουλγαρία θεωρείται επίσης πιθανή υποψήφια για δάνειο, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες εκλογές που έφεραν τους συντηρητικούς στην ηγεσία της χώρας. Η Αλβανία φαίνεται μέχρι στιγμής να βρίσκεται σε καλύτερη θέση λόγω των χαλαρών δεσμών της με την παγκόσμια οικονομία. Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Αλβανίας, ο τραπεζικός τομέας έχει επαρκή κεφαλαιοποίηση και ρευστότητα. Παρόλα , η πτώση των τραπεζικών καταθέσεων από €5,7 δις το Φεβρουάριο του 2008 σε €4,9 δις το Φεβρουάριο του 2009, ανάγκασε τις αρχές να αυξήσουν το ύψος της ασφάλειας καταθέσεων από €5400 σε €25000.



    4.Το διεθνιστικό έλλειμμα

    Η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια σημαντικά θέματα που συνδέονται με τις στρατηγικές προοπτικές της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς, τα οποία πρέπει, αργά ή γρήγορα, να αντιμετωπιστούν: το ρόλο της ΕΕ και των εθνικών κρατών, το ζήτημα του οικονομικού ιμπεριαλισμού, τις γεωπολιτικές διαστάσεις της κρίσης, το ρόλο των κομμάτων, των συνδικάτων και των κοινωνικών κινημάτων, το καταλληλότερο γεωγραφικό επίπεδο των σημερινών αγώνων των εργαζομένων και των πολιτών (εθνικό κράτος, Ευρώπη και άλλες περιφέρειες, κόσμος), το ζήτημα της διεθνιστικής αλληλεγγύης, τη σημασία των αντιστάσεων και των προγραμματικών προτάσεων για την ελάφρυνση των επιπτώσεων της κρίσης κλπ. Προς το παρόν, ο στόχος μας είναι πολύ πιο περιορισμένος: χρησιμοποιώντας ως «μελέτη περίπτωσης» την παρουσία των ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια, πριν και μετά την κρίση, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι η πραγματική διεθνιστική αλληλεγγύη, και πολύ περισσότερο η συνεργασία και ο συντονισμός των ευρωπαϊκών αριστερών πολιτικών και κοινωνικών πρωταγωνιστών, είναι ελάχιστα επαρκής. Κατά την άποψή μας, η κύρια αιτία γι’ αυτό είναι η εξής:
    Τα κυρίαρχα συγκροτήματα εξουσίας και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι στις διάφορες χώρες δεν υπολογίζουν μόνο στη στήριξη των εθνικών κρατών-τα οποία δεν εξαφανίστηκαν με την «παγκοσμιοποίηση», αντίθετα προς τις προφητείες ορισμένων δεξιών (αλλά και αριστερών) διανοουμένων. Προσπαθούν, επίσης-και σε ορισμένες περιπτώσεις το κατορθώνουν-να συνεργαστούν μεταξύ τους υπό την αιγίδα υπερεθνικών οργανισμών και θεσμών, όπως η ΕΕ, το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΟΟΣΑ. Δυστυχώς, αυτό δεν συμβαίνει με τις υποτελείς τάξεις σε διάφορες χώρες, κυρίως εξ αιτίας των πολιτικών των περισσότερων αριστερών κομμάτων, συνδικάτων και κοινωνικών κινημάτων. Αντιλαμβανόμενοι τους ταξικούς (και άλλους) αγώνες αποκλειστικά ως εθνική υπόθεση, αυτοί οι φορείς έχουν στόχο πολιτικές και ταξικές συμμαχίες, καθώς και «αντι-ιμπεριαλιστικές αντιστάσεις» σε εθνικό μόνο επίπεδο.
    Στην Ελλάδα, τα περισσότερα αριστερά κόμματα, τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα θεωρούν ότι οι απαντήσεις στην κρίση δεν μπορούν παρά να είναι «εθνικές». Η ενδιαφέρουσα «ευρωπαϊκή» πρόταση κατάργησης του Συμφώνου Σταθερότητας, που υποβλήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ κατά την διάρκεια των πρόσφατων ευρωπαϊκών εκλογών, αποτελεί εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον γενικό κανόνα. Αναφερόμενοι ειδικότερα στον τραπεζικό τομέα, οι δράσεις (απεργίες, διαδηλώσεις, προγραμματικές προτάσεις) όλης ελληνικής αριστεράς στρέφονταν εναντίον των μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης που αφορούσαν τις τράπεζες, αλλά και εναντίον των ίδιων των τραπεζών οι οποίες πραγματοποίησαν τεράστια κέρδη τα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης. Απέρριψαν το προαναφερθέν πακέτο στήριξης, ,με τον ισχυρισμό ότι για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής αποτελεσματικότητας η κυβέρνηση θα έπρεπε να διοχετεύσει αυτά τα κεφάλαια στις μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις και να φροντίσει για την αύξηση των μισθών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, η αριστερά πρότεινε τη μερική ή πλήρη επανεθικοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
    Ως προς τις διεθνείς δραστηριότητες, οι εκφράσεις αλληλεγγύης στους απεργούς ή απολυμένους εργαζόμενους των βαλκανικών επιχειρήσεων, που προσφέρονταν γενναιόδωρα επί χάρτου από τα συνδικάτα, οι διακηρύξεις του Ευρωπαϊκού Κόμματος της Αριστεράς, οι συναντήσεις και οι διακηρύξεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ και οι δράσεις μερικών μάλλον περιθωριακών αντιεθνικιστικών κοινωνικών κινημάτων και αναρχικών ομάδων δεν κατάφεραν να μεταβάλλουν τις ασκούμενες πολιτικές σε οποιοδήποτε επίπεδο.
    Επιστρέφοντας στην προαναφερθείσα μελέτη περίπτωσης, αναφέρουμε ότι, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980, το ελληνικό τραπεζοϋπαλλικό συνδικαλιστικό κίνημα οργάνωσε πολύ μαχητικούς και αποτελεσματικούς αγώνες. Σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, τούτο οφείλεται στον κορπορατισμό του κινήματος και στις στενές του σχέσεις με τα κόμματα της δεξιάς και της κεντροαριστεράς. Αυτός ο ισχυρισμός έχει στοιχεία αλήθειας, αν και ένας άλλος παράγοντας είναι ο παραδοσιακός ριζοσπαστισμός των ελλήνων τραπεζοϋπαλλήλων. Δύο ενδεικτικά παραδείγματα αυτού του ριζοσπαστισμού ήταν η απεργία που οργάνωσαν  κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, καθώς ο επιτυχής αγώνας για τη διατήρηση των ασφαλιστικών ταμείων τους στην περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών.
    Σε διεθνές επίπεδο, κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, η ΟΤΟΕ (Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας) κατάφερε να φέρει γύρω από το ίδιο συνδικαλιστές από όλες τις χώρες που μετείχαν στη σύγκρουση (Σερβία, Μαυροβούνιο, Κροατία, Σλοβενία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μακεδονία). Αυτή η θαρραλέα και αξιέπαινη κίνηση δεν μπορούσε να κρύψει, βέβαια, τη σαφή προτιμησιακή σχέση των ελληνικών συνδικάτων με τα αντίστοιχα σερβικά, τα οποία έλαβαν διαφόρων ειδών ενισχύσεις. Μετά το τέλος των πολέμων, η ΟΤΟΕ και το Ινστιτούτο Εργασίας το οποίο ανήκει σ’ αυτήν συνεργάστηκαν με βαλκανικά συνδικάτα μέσω προγραμμάτων της ΕΕ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά σοβαρής γνώσης και τεχνογνωσίας στα θέματα της προετοιμασίας συλλογικών διαπραγματεύσεων, τεχνικές διαπραγμάτευσης κλπ. Σε άλλες, η συνεργασία ήταν κυρίως μια άσκηση δημόσιων σχέσεων, καθώς και μια ευκαιρία για ορισμένους έλληνες και βαλκάνιους συνδικαλιστές να κάνουν διακοπές και ψώνια.
    Με την πάροδο του χρόνου, η συνεργασία και η αλληλεγγύη μεταξύ των ελλήνων και των βαλκάνιων συνδικαλιστών άρχισε να εξασθενεί. Αναφέρουμε ως παράδειγμα αυτής της κατάστασης γεγονός που συνέβη πριν από την εκδήλωση της παρούσας κρίσης: έλληνες συνδικαλιστές μετέχουν στα Ευρωπαϊκά Εργασιακά Συμβούλια (ΕΕΣ) αρκετών πολυεθνικών τραπεζών που έχουν θυγατρικές στην Ελλάδα. Όμως, το αντίθετο δεν ισχύει μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι ορισμένες ελληνικές επιχειρήσεις με θυγατρικές σε βαλκανικές χώρες εκπληρώνουν τις νομικές προϋποθέσεις εγκαθίδρυσης ΕΕΣ με μέλη (ή παρατηρητές) από τις θυγατρικές τους σε χώρες που είναι ή όχι μέλη της ΕΕ. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στην αναμενόμενη απροθυμία των ελλήνων τραπεζιτών να δημιουργήσουν αυτά τα όργανα, παρά το εξαιρετικά περιορισμένο εύρος των δραστηριοτήτων τους. Απρόθυμοι για την ίδρυσή τους υπήρξαν και οι έλληνες συνδικαλιστές. Γνωρίζουμε μια περίπτωση όπου βαλκάνιος συνδικαλιστής μάταια ζητούσε, επί πολλά χρόνια, από τους έλληνες ομολόγους του να τον βοηθήσουν να ιδρύσει ΕΕΣ σε μια θυγατρική ελληνικής τράπεζας στη χώρα του. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι αυτή η έλλειψη διεθνιστικής αλληλεγγύης οφειλόταν στην απροθυμία των ελλήνων συνδικαλιστών να δυσαρεστήσουν την διεύθυνση της τράπεζας «τους» και έτσι, να διαρρήξουν μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και εκτίμησης. Το ΕΕΣ ήταν το θύμα του «συμβολαίου» μεταξύ εθνικών «κοινωνικών εταίρων».
    Κλείνουμε το κείμενό μας παραθέτοντας δήλωση από ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε ένα αποθαρρυμένος βαλκάνιος συνδικαλιστής στους συναδέλφους τους στην Ελλάδα: «Πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να υπάρχει περισσότερη καθυστέρηση (στη συνεργασία μας) διότι υπάρχουν πολλά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Από τη στιγμή που οι ελληνικές τράπεζες ήρθαν στην αγορά των Βαλκανίων, θα ήταν λογικό να τις ακολουθήσουν τα ελληνικά συνδικάτα, αλλά αυτό δεν συνέβη. Η απάντηση στην παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου θα έπρεπε να είναι η παγκοσμιοποίηση των συνδικάτων». Θεωρούμε ότι αυτή η δήλωση είναι μια επείγουσα έκκληση για συνεργασία και συντονισμό που απευθύνεται προς όλα τα ευρωπαϊκά αριστερά κόμματα, τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να είμαστε από κοινού πιο αποτελεσματικοί στους αγώνες μας, τόσο σε περιόδους κρίσης όσο και ευημερίας.



Related articles