• Οικονομική Δημοκρατία: Μια εναλλακτική πρόταση για την κρίση

  • 27 Jan 12 Posted under: Contemporary Capitalism , Δημοκρατία



  • Στις 22 Ιουνίου 2009, με πρωτοβουλία του Espaces Marx (transform!) και της τοπικής αυτοδιοίκησης της περιοχής του Παρισιού (Île de France), συνδικαλιστές, αιρετοί αξιωματούχοι, διανοούμενοι και εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών συναντήθηκαν για να συζητήσουν για την οικονομική δημοκρατία ως εναλλακτική προοπτική απέναντι στην πολιτική κρίση.

    Δημοκρατία και επιχειρήσεις

    Ένα γεγονός είναι εμφανές εξαρχής: μέσα στις επιχειρήσεις, το άχθος είναι βαρύ. Οι τεχνικές μάνατζμεντ που διασυνδέουν την εντατικοποιημένη εργασία με ψευδο-υπευθυνότητες, χωρίς να δίνουν στους ανθρώπους πραγματικές ευθύνες, κάνουν τους εργαζόμενους να νιώθουν ότι χάνουν την αξία τους αλλά και προκαλούν εξατομίκευση, άγχος και ενοχή. Η έκφραση «υποφέρω στη δουλειά μου» δεν μας επιτρέπει να δούμε σε όλο της το εύρος τη συνθετότητα αυτής της καταθλιπτικής κατάστασης, καθότι «η εργασία μπορεί είναι καταστροφική, αλλά μπορεί να είναι και εποικοδομητική». Αυτή η αντιφατική πραγματικότητα είτε δεν λαμβάνεται υπόψη είτε χρησιμοποιείται για τη χειραγώγηση των εργαζομένων. Παρά την ανάγκη τους να αναγνωρίσουν και ενδεχομένως να πάρουν κριτική στάση απέναντι στις «παρεκτροπές» του χρηματιστικού καπιταλισμού, οι μεσαίου επιπέδου μάνατζερ συχνά αποδέχονται ή ακόμη και προωθούν αυτή τη φιλική προς το χρηματιστικό κεφάλαιο πολιτική, παραιτούμενοι μπροστά σε ό,τι οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ως ανεπίδεκτο μεταβολής νόμο της φύσης.

    Για την ελληνίδα κοινωνιολόγο Γεωργία Πετράκη, η επανάσταση της πληροφορικής τεχνολογίας τείνει να διαιρεί αλλά και να ενοποιεί το εργατικό δυναμικό. Επιτρέπει την κοινωνικοποίηση της γνώσης, την καθιστά προσβάσιμη για ευρύτερα κοινωνικά στρώματα αλλά και καθιστά εφικτή την κυκλοφορία της γνώσης που παράγεται από νέες πηγές που εμπεριέχουν τον έλεγχο της γνώσης και της λήψης αποφάσεων. Το κάθε άτομο προσδοκά να αναλάβει πρωτοβουλίες, προσβλέπει σε μεγαλύτερη συμμετοχή. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην ικανότητα του καπιταλισμού να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που γεννά μια οικονομία βασισμένη στην τεχνολογία της πληροφορικής. Αυτού του είδους η οικονομία ενισχύει την εκμετάλλευση μέσω της εξατομίκευσης, διαρρηγνύει τις συλλογικότητες, εξατομικεύει την αξιολόγηση της απόδοσης: όλα αυτά καθιστούν την εργασία πιο ανυπόφορη. Η γνώση είναι μεγαλύτερη αλλά κατακερματισμένη. Όσο περισσότερο εξειδικεύεται κανείς, τόσο λιγότερη εποπτεία έχει του όλου. Η αυξημένη γνώση, επομένως, δεν συνοδεύθηκε από περισσότερη δημοκρατία.

    Η απολύτως ελεύθερη κυκλοφορία του κεφαλαίου είναι η βάση όλων των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων και προϋποθέτει την κατάργηση ήδη θεσπισμένων εργασιακών νόμων. Κι ενώ αυτή η ιδεολογία κυριαρχεί, οι επιχειρήσεις και η Δεξιά μετέρχονται κάθε δυνατής μεθόδου όχι απλώς για να περιορίσουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά και για να τους πείσουν ότι δεν δύνανται να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις. Οι ίδιες οι συνθήκες εργασίας τείνουν να ελαχιστοποιούν την ικανότητα των εργαζομένων να αισθάνονται πολίτες εκτός εργασιακού χώρου. Οι εργαζόμενοι αποκόπτονται από την ίδια την εργασιακή διαδικασία. Πρέπει να αναλάβουν τον έλεγχο της διαδικασίας αν θέλουν να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή.

    Η σημερινή κρίση συνδέεται επίσης με την κρίση διαχείρισης της αποδοτικότητας της ανθρώπινης εργασίας. Αυτή η τελευταία μάς βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τι συμβαίνει, και συνεπώς την ανάγκη να κάνουμε την εργασιακή ζωή δημοκρατικότερη.

    Προτού οι εργαζόμενοι μπορέσουν να βάλουν στόχο την ανάληψη εξουσίας εντός της επιχείρησης, πρέπει να γνωρίζουν τι να την κάνουν αλλά και να μπορούν να διαχειριστούν οι ίδιοι την παραγωγή. Αυτό προϋποθέτει ευρύτερη και βαθύτερη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων.

    Μια άλλη διάσταση της οικονομικής δημοκρατίας είναι το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίσουν θαρραλέα το πρόβλημα των ορίων του μοντέλου συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Οι συνδικαλιστικές και πολιτικές παραδόσεις της Αριστεράς που χαρακτηρίζουν τις απόπειρες εργατικής συμμετοχής ως «ταξική συνεργασία» δεν έχουν εξαφανιστεί ακόμη και συνεχίζουν να θέτουν προσκόμματα στην οικονομική δημοκρατία. Ωστόσο, θα πρέπει να κινηθούμε στην κατεύθυνση μιας γενικευμένης τροποποίησης της εξουσίας εντός της επιχείρησης.

    Με δεδομένες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, η έννοια της εργασιακής ασφάλειας είναι αναγκαία για μια πλήρη άσκηση της ιδιότητας του πολίτη, μέσα όσο και έξω από την επιχείρηση.


    Επικράτεια και δημοκρατία:
    Η Επιχείρηση Εθνικό Συμφέρον στο Saclay Plateau

    Η Επιχείρηση Εθνικό Συμφέρον (National Interest Operation – OIN) στο Saclay Plateau  δείχνει καθαρά την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων συμπεριλαμβάνει όλους τους «παίκτες»: πολίτες, εργαζόμενους, εκλεγμένους εκπροσώπους. Αυτή η Επιχείρηση εγγράφεται στη Στρατηγική της Λισαβόνας, η οποία, κάνοντας έκκληση για τη δημιουργία της πιο ανταγωνιστικής οικονομίας της γνώσης στον κόσμο, προϋποθέτει μια λογική ανταγωνισμού μεταξύ επικρατειών. Η επίκληση της ανταγωνιστικής γνώσης σημαίνει ότι η γνώση γίνεται εργαλείο της αγοράς, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι σημαίνει επιστήμη. Οι ερευνητές θα απολέσουν τον έλεγχο της δουλειάς τους. Στην πραγματικότητα, η έρευνα είναι δυνατή μόνο σε ένα πλαίσιο ελευθερίας που να βασίζεται στην ανταλλαγή γνώσης μεταξύ ερευνητών. Η δημιουργία ανταγωνιστικών κέντρων δεν ανταποκρίνεται στο ζήτημα της ορθολογικότητας της εργασίας. Οι μισθωτοί είναι απόντες από κάθε εργαλείο και κάθε πρόγραμμα που σχεδιάζεται προκειμένου να στηθούν ανταγωνιστικά ερευνητικά κέντρα.

    Τα σχέδια πανεπιστημιακών κάμπους (campus plans) στοχεύουν στην ανάπτυξη εκπαίδευσης υψηλότερου επιπέδου, σαν να επρόκειτο για εκβιομηχάνιση, επιβάλλοντας μια διαχειριστική οπτική, με καθοδηγητικούς δείκτες. Πρωτεύων στόχος είναι να παράγονται καλά αποτελέσματα, προσδιορισμένα με τρόπο αντιδημοκρατικό, και συνεπώς με το σχέδιο να συνομαδωθούν ποικίλα εργαστήρια του CNRS, μεταπτυχιακά προγράμματα και ένα πανεπιστήμιο, όλα στην Επιχείρηση Εθνικό Συμφέρον του Saclay. Το Saclay Plateau τυχαίνει να διαθέτει ένα από τα πιο εύφορα εδάφη στην  Ευρώπη, αλλά το μέγεθός του και τα ζητήματα γεωργικής παραγωγής δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη.

    Η δημοκρατία είναι παντελώς απούσα από την OIN, πράγμα που της επιτρέπει να λειτουργεί γύρω από τοπικές κοινότητες, ακόμη κι αν τους επιβάλλει μέρος της χρηματοδότησης. Οι τοπικές ομάδες και ενώσεις είτε αγνοούνται είτε παραγκωνίζονται. Τα πάντα επιβάλλονται. Πώς μπορούν οι εργαζόμενοι να βρουν χώρο και χρόνο για τις συγκεντρώσεις τους, όταν τα πάντα είναι διαχωρισμένα (compartmentalized); Απαιτείται οικονομική δημοκρατία –χωρίς αυτήν, ακυρώνεται και η πολιτική δημοκρατία–, και αυτό προϋποθέτει συντονισμό.

    Ορισμένα σχετικά ζητήματα: Θα μπορούσε μια εδαφική επικράτεια να αποτελεί το επίπεδο εκείνο στο οποίο θα αναπτυχθεί μια οικονομική πολιτική; Πώς θα έπρεπε να διασυνδέονται οι επιχειρήσεις με τις περιφέρειες; Ποιος αποφασίζει; Ποιο είναι το βέλτιστο επίπεδο διακυβέρνησης – περιφερειακοί ή τοπικοί θεσμοί; Και σε αυτό το πλαίσιο, πώς θα πρέπει να διαμορφώνονται οι σχέσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους, τους κατοίκους, τις ομάδες πολιτών και τους εκλεγμένους εκπροσώπους; Αυτά τα ερωτήματα πηγαίνουν πιο μακριά από τον τομέα των εργαζομένων σε μια επιχείρηση ή των ερευνητών σε ένα πανεπιστήμιο.

    Μερικές συγκεκριμένες προτάσεις

    Για την Claire Villiers, μέλος τους Περιφεριακού Συμβουλίου της Île de France, η οικονομική δημοκρατία συνεπάγεται την αναίρεση της διχοτομίας μεταξύ κοινωνικής και πολιτικής δημοκρατίας. Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να εκπροσωπούνται ως τέτοιοι στις τοπικές κοινότητες – πράγμα που θα μπορεί να παρέχει τα θεσμικά μέσα για την καταπολέμηση της αντίληψης ότι η δημοκρατία σταματά στην πύλη του χώρου εργασίας.
    Η ίδια αναδεικνύει τρία προβλήματα:
    Αφού οι λειτουργίες διαφοροποιούνται στην κοινωνία, ποιος έχει τελικά νομιμοποίηση;
    Καταναλωτές και εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται λες και αυτές οι κατηγορίες δεν διαπερνώνται από διαφορετικές αντιλήψεις, για να μην πούμε από ταξικές συγκρούσεις.
    Δεν θα πρέπει να υπάρχει ούτε δικτατορία του παγκόσμιου ούτε του τοπικού. Η πολυεπίπεδη συζήτηση επομένως είναι αναγκαία και πρέπει να διεξάγεται στη βάση δημοκρατικών αρχών.

    Από τη συζήτηση προκύπτουν διαφορετικές απόψεις: για κάποιους, η δημοκρατία σε μια επιχείρηση είναι ζήτημα των εργαζομένων της, οι οποίοι θα πρέπει να αποκτήσουν ισχύ στη λήψη αποφάσεων (ενίσχυση των Συμβουλίων Εργαζομένων). Για άλλους, η δημοκρατία στην επιχείρηση πρέπει να συμπεριλαμβάνει και τους καταναλωτές και τους πολίτες. Σε ένα βαθμό, το ζήτημα είναι να χτίσουμε πάνω σε παλαιότερα πειράματα εργατικής συμμετοχής, προκειμένου να τα αναβαθμίσουμε και να τα επικαιροποιήσουμε. Η ιδέα της συμμετοχής των καταναλωτών έχει ακόμη δρόμο να διανύσει. Οι δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης, για παράδειγμα, δεν έχουν εκπροσώπους καταναλωτών. Και πώς, για παράδειγμα, θα έπρεπε οι εργαζόμενοι, οι καταναλωτές και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι να μοιράζονται την εξουσία λήψης αποφάσεων σε ασφαλιστικούς ομίλους όπως η ΑΧΑ; Οι δημοκρατικές διαδικασίες πρέπει να θέσουν στη διάθεση κοινωνικών σκοπών τους κεφαλαιακούς πόρους που συσσωρεύει η επιχείρηση. Πρέπει να υπάρχουν δομές τέτοιες που να φέρνουν κοντά τους εργαζόμενους, τους εκλεγμένους εκπροσώπους και τους καταναλωτές. Όλοι νομιμοποιούνται, όταν πρόκειται για συμμετοχή σε μια επιχείρηση σαν την ΑΧΑ.

    Ένα επενδυτικό ταμείο για την απασχόληση και την περιφερειακή ανάπτυξη, που θα διοικείται συλλογικά από εκπροσώπους συνδικάτων, εργαζόμενους και από τον δημόσιο τομέα, θα μπορούσε να καθιστά εφικτή τη διαχείριση δημόσιου (ακόμη και ιδιωτικού) χρήματος και την επέκταση των πιστώσεων, όχι όμως σύμφωνα με τους τρέχοντες κανόνες αλλά με βάση κανόνες που στοχεύουν στην απασχόληση.

    Μια κοινωνική οικονομία αλληλεγγύης

    Οι ιδέες για την υλοποίηση της έννοιας της οικονομικής δημοκρατίας δεν είναι καινούριες. Τον 19ο αιώνα, οι συνεταιρισμοί πήραν τη μορφή παραγωγικών συνεταιρισμών στη Γαλλία, αγοραστικών συνεταιρισμών στην Αγγλία και χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών στη Γερμανία. Οι αρχές είναι οι εξής: ένα άτομο-μία ψήφος, σεβασμός των συλλογικών συμφωνιών, μειωμένες αποκλίσεις στα επίπεδα μισθών, ισοκατανομή των μεριδίων –που η αξία τους δεν διακυμαίνεται κερδοσκοπικά–, όχι ανεξέλεγκτα καταστήματα.

    Σήμερα ωστόσο, η κοινωνική οικονομία αλληλεγγύης συχνά εκπροσωπείται από μεγάλες τεχνοκρατικές δομές, διαβρωμένες από την ιδεολογία του ανταγωνισμού. Είναι αναγκαίο να επιστρέψουμε σε μια έννοια περισσότερο συνεργατικής κοινωνίας, περισσότερο αυτοδιαχειριζόμενης, περισσότερο αμεσοδημοκρατικής και με λιγότερη ανάθεση. Η κοινωνική οικονομία αλληλεγγύης παράγει ήδη μέχρι και το 12% του (γαλλικού) ΑΕΠ. Στην περιοχή του Île de France, το Περιφερειακό Συμβούλιο, με αριστερή πλειοψηφία, στήριξε αποφασιστικά αυτόν τον τομέα, καθώς δεν θεωρεί την κερδοφορία αποκλειστικό κριτήριο, και επιχείρησε να ενισχύσει τη συνένωση ατόμων –εργαζομένων, πολιτών και καταναλωτών– στο ίδιο σχέδιο. Μια κοινωνική οικονομία αλληλεγγύης μπορεί να προωθήσει έναν άλλο τρόπο παραγωγής, ανταλλαγής, διαχείρισης και χρηματοδότησης. Βεβαίως απειλείται «από έξω» από τη Συνθήκη της Λισαβόνας και «από μέσα» από ορισμένες τάσεις, όμως, δεδομένων των αξιών της δημοκρατίας και της διαφάνειας που ενσωματώνει, η οικονομική δημοκρατία έχει μέλλον – εάν τροποποιήσει τη δομή και την άσκηση της εξουσίας, αν αναπτύξει συνεργασίες με δημόσιες υπηρεσίες και αν κινηθεί πέρα από την απλή ανάθεση εξουσίας.

    Το κράτος, η Ευρώπη και ο εκδημοκρατισμός της οικονομίας

    Ο Javier Navascue δείχνει ότι ο αγώνας για δημοκρατία είναι εξ ορισμού αγώνας των αδύναμων εναντίον των ισχυρών. Ο αγώνας για την καθολική ψήφο ήταν αγώνας για την εκπροσώπηση της εργατικής τάξης. Τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης αναδύθηκαν παρεμβαίνοντας σε κάτι που αποτελούσε προνόμιο των ανώτερων τάξεων. Επομένως, η δημοκρατία είναι πάντοτε οικονομική.

    Θα έπρεπε λοιπόν να μιλάμε μάλλον για εκδημοκρατισμό της οικονομίας παρά για οικονομική δημοκρατία. Σήμερα εκδημοκρατισμός της οικονομίας σημαίνει εκδημοκρατισμός του κράτους. Η δημοκρατία πρέπει να «εισβάλει» στις οικονομικής φύσης αποφάσεις του κράτους. Η εισβολή του λαού στο κράτος θα πρέπει να μετασχηματίσει τη δομή του αλλά όχι να υποκαταστήσει τη δράση των εκπροσώπων του λαού. Από αυτή την άποψη, η εμπειρία συμμετοχικού προϋπολογισμού της Σεβίλης καθιστά εφικτή τη σύνδεση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με την άμεση δημοκρατία για τους πολίτες, σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό και την υλοποίηση δημοσίων δαπανών. Πόσο μετασχηματιστική θα είναι μια τέτοια διαδικασία εξαρτάται από την αυτονομία της απέναντι στο κράτος και τα κόμματα.

    Χρειάζεται να σκεφτούμε τους τοπικούς φορείς, τις επιχειρήσεις, το κράτος και τις δημόσιες αρχές ως αδιαχώριστα περιπλεγμένες. Οι πολίτες απαιτούν ισχυρή πολιτική παρέμβαση στην οικονομία. Ο εκδημοκρατισμός της οικονομίας, επομένως, απαιτεί να προσδιοριστεί το είδος της απαιτούμενης κρατικής παρέμβασης. Αν η Αριστερά δεν είναι ικανή να προβάλει ισχυρές προτάσεις, τότε παραχωρεί ζωτικό χώρο στους λαϊκιστές και στη Δεξιά.

    Για τον Klaus Dräger, η δημοκρατία είναι αναγκαίος αλλά όχι ικανός όρος για να προχωρήσουμε στην κατεύθυνση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας· θα μπορούσε να ενσωματωθεί από τη Δεξιά. Το νεοφιλελεύθερο περιεχόμενο της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί εμπόδιο για την ανάπτυξη οικονομικής δημοκρατίας στο επίπεδο και της Ένωσης και των κρατών-μελών. Συνδικάτα, ΜΚΟ και κοινωνικά κινήματα, από διαφορετικές οδούς, μπορεί να κάνουν γνωστές τις θέσεις τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, ο ρόλος τους είναι καθαρά συμβουλευτικός. Οι δρώντες τους δεν έχουν καμία απολύτως «θεσμική» επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η οικονομική δημοκρατία σε ευρωπαϊκό επίπεδο γίνεται αντιληπτή κυρίως ως ένα μέσο ενίσχυσης του Ευρωκοινοβουλίου και των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών, εκδημοκρατισμού της Κομισιόν… Κι όμως, η δύναμη για να παλέψουμε ενάντια σε μια «νεοφιλελεύθερη Ευρώπη» δεν θα έρθει από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς αλλά από την ικανότητα της Αριστεράς, των συνδικάτων και των κοινωνικών κινημάτων να οικοδομήσουν συσχετισμούς δυνάμεων μέσα στα κράτη-μέλη στα οποία δραστηριοποιούνται, θίγοντας ταυτόχρονα τα μεγάλα ζητήματα που αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά. Μόνο έτσι μπορεί να υπερβούμε διαιρέσεις, εντός της Αριστεράς, ανάμεσα στον «φεντεραλισμό» και την «εθνική κυριαρχία».

    Η συζήτηση δείχνει ότι ο δρόμος προς την οικονομική δημοκρατία είναι γόνιμος. Θέλει ακόμη πολλή δουλειά και σκέψη, ιδίως σε ό,τι αφορά το ρόλο του κράτους, της Ευρώπης, των σχέσεων που πρέπει να δημιουργηθούν ανάμεσα στους πολίτες, τους εργαζόμενους, του εκλεγμένους εκπροσώπους και τις δημόσιες αρχές. Όλο αυτό το έδαφος –από επιχειρήσεις μέχρι περιφέρειες και από το τοπικό μέχρι το παγκόσμιο– είναι ακόμα προς κατάκτηση.


Related articles