• Ταξίδι στο κέντρο της μετάβασης

  • 30 Jan 12 Posted under: Central and Eastern Europe , Σερβία , Συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα
  •  

     

     

    Το συμβάν

     

    Στις 23 Απριλίου του 2009,μια ομάδα ανέργων υφαντουργών στο Νόβι Παζάρ της νότιας Σερβίας άρχισε απεργία πείνας. Το κύριο αίτημά τους – στο όνομα και των 1.532 μελών της Ένωσης Υφαντουργών του Νόβι Παζάρ, Στζένιτσα και Τούτιν– ήταν η καταβολή απλήρωτων από την κυβέρνηση οφειλών, που σε μερικές περιπτώσεις χρονολογούνται από το 1992. Στις 24 Απριλίου 2009, ο ηγέτης της Ένωσης, Ζόραν Μπουλάτοβιτς, έκοψε το μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού του και ανακοίνωσε στις κάμερες ότι δεν μετέχει πια στην απεργία πείνας γιατί θα φάει το ίδιο του το δάχτυλο. Είπε, επίσης, ότι αν η κυβέρνηση του Βελιγραδίου συνεχίζει να αρνείται να συνομιλήσει, κάθε μέρα θα κόβει το δάχτυλό του και ένας ακόμα απεργός πείνας. Στο τελευταίο βιντεοσκοπημένο μήνυμά του στο YouTubeδήλωσε: «Είμαστε όλοι και όλες έτοιμοι να κόψουμε το δάχτυλο μας αν δεν πάρουμε θετικές απαντήσεις». Μετά την παρουσίαση του θέματος από το ανεξάρτητο τηλεοπτικό κανάλι Β92, η ιστορία προχώρησε σε άλλα τοπικά κανάλια, και εμφανίστηκε για λίγο και στα ευρωπαϊκά ΜΜΕ.  [2]

     

    Η κατάσταση

     

    Είναι 11 Αυγούστου 2009, μόλις έφθασα στο Νόβι Παζάρ, μια πόλη όπου τον περασμένο Απρίλιο οι άνεργοι έδωσαν μια σημαντική και μακροχρόνια μάχη. Στο γραφείο της Ένωσης συναντιέμαι με τον αρχηγό της Ζόραν Μπουλάτοβιτς και δύο συναδέλφους του. Δεν χρειάζεται να κάνω πολλές ερωτήσεις. Η βραδινή μας συζήτηση διαρκεί δυόμισυ ώρες. Κανείς δεν κοιτάζει το ρολόι. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύωρη και γεμάτη πληροφορίες μαγνητοφώνηση, στην οποία βασίζεται το κείμενο που ακολουθεί.

    Το κατάντημα των εργατών στη Σερβία σήμερα, συγκρίνεται με την κατάσταση της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930 στη βιομηχανική Ευρώπη. Στις μεγάλες πόλεις προσφέρονται δημόσια συσσίτια που τρέφουν όσους και όσες έχουν πληγεί περισσότερο.  [3] Η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση έχει αποσυνθέσει τελείως το κάποτε περιεκτικό κοινωνικό κράτος της Γιουγκοσλαβίας, ενώ ο καλπάζων πληθωρισμός στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σύντριψε τις αποταμιεύσεις των καθημερινών ανθρώπων. Το μέσο εισόδημα είναι σήμερα 32.000 δηνάρια (περίπου 320 ευρώ). Οι άνθρωποι του μεροκάματου έχουν ριχτεί στη φτώχια, και σε ακόμα χειρότερα όταν χάνουν τις δουλειές του. Το όριο της φτώχιας στη Σερβία είναι σήμερα 8.883 δηνάρια (95 ευρώ), που χωρίζει 490.000 πολίτες από τους υπόλοιπους. Αλλά αυτή η εντύπωση είναι απατηλή, γιατί αν το όριο αυξανόταν στα 10.000 δηνάρια (110 ευρώ), ο αριθμός των φτωχών θα διπλασιαζόταν (Lopusina 2009, 5). Μην ξεχνάμε, ότι μιλάμε για μια χώρα που κάποτε ήταν βιομηχανική και που το επίπεδο μισθών της είχε αρχίσει να πλησιάζει αυτό κάποιων δυτικών χωρών. Οι εθνικιστικές και νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της Σερβίας τζογάρισαν τα περισσότερα οφέλη της εκβιομηχάνισης που είχε επιτύχει η σοσιαλιστική κυβέρνηση κατά τις δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ποιος ευθύνεται λοιπόν γι’ αυτό; Ποιανού συμφέρον ήταν η αντιστροφή της ανάπτυξης της χώρας μ’ αυτό τον τρόπο; Και ποιανού συμφέρον θα ήταν να οδηγηθεί ο εργατικός πληθυσμός σε τόσο απεγνωσμένη φτώχια που να καταλήγει σε αυτοκαταστροφή; Πολλές ερωτήσεις, που θα χρειαστεί χρόνος για να απαντηθούν (κανονικά). Ένας εκλεγμένος συνδικαλιστής στο Νόβι Παζάρ το έβαλε ως εξής: «Θα χρειαστούν είκοσι χρόνια μέχρι, ενδεχομένως, να γίνει σαφές ποιος αγόρασε πόσο από ποιόν, και για λογαριασμό ποιού – και πόσο απ’ αυτό κατάφεραν οι κυρίαρχες ελίτ στη Σερβία και αλλού να τσεπώσουν». Ίσως τότε κάποιος να γράψει, επίσης, για την καταστροφή των εργαζομένων, που είναι ένας κατακλυσμός με αμέτρητα θύματα.

    Η αποδυνάμωση της εργασίας

    Συνάντησα τόσο πολλούς εργάτες και εργάτριες με αυτοπεποίθηση στο Νόβι Παζάρ, που αναρωτήθηκα πώς ήταν δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να έχουν παραμείνει σιωπηλοί για τόσο διάστημα. Πώς μπορούσαν να παραδίδονται έτσι, χωρίς μάχη, οι εργάτες που είχαν κερδίσει τουλάχιστον στοιχειώδη γνώση του γιουγκοσλαβικού συστήματος της αυτοδιαχείρισης, που είχαν μάθει πράγματα που οι εργάτες στη δύση μόνο να τα ονειρευθούν μπορούσαν; [4] Δεν έχω ακόμα πραγματική απάντηση σ’ αυτό, αλλά είναι σίγουρο ότι η αποδυνάμωση των εργατών προχώρησε βήμα βήμα. Άρχισε την αρχή της δεκαετίας του 1990, με την προδοσία από ολόκληρη την κομμουνιστική κομματική ηγεσία,  που επέτρεπε την ιδιωτική ιδιοκτησία χωρίς να εγγυάται το μέλλον της συλλογικής ιδιοκτησίας. Τελικά, ήταν μόνο ζήτημα χρόνου να ιδιωτικοποιηθεί όλη η συλλογική ιδιοκτησία. Μετά ήρθε το «Σοσιαλιστικό Κόμμα» του Σλόμποντας Μιλόσεβιτς, που ο αυτο-προσδιορισμός του εκπροσωπούσε μια ιστορικά μοναδική αναπαράσταση αριστερόστροφης τοποθέτησης (Blagojevic 2008, 125–8). Ο συνδυασμός της αριστερής επίσημης ρητορικής του με εθνικιστική πολεμοκαπηλεία ενάντια σε όλους τους λαούς της Γιουγκοσλαβίας, απέσπασε την προσοχή των εργατών. Οι οικονομικές κυρώσεις που ακολούθησαν και ο βομβαρδισμός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ ταίριαζαν πολύ καλά στις οικονομικές ελίτ, γιατί οδήγησαν σε μείωση της τιμής πολλών μονάδων ιδιοκτησίας του κράτους, που βρίσκονται ακριβώς στη διαδικασία της αγοράς τους. Μ’ αυτό τον τρόπο, οι κυρώσεις πρόσφεραν έναν ιδεώδη τρόπο για χαμηλού κόστους επέκταση του ιδιωτικού κεφαλαίου. Εκτός από τις οικονομικές κυρώσεις, που πρώτο στόχο τους είχαν τη Σερβία, μπορεί σίγουρα να λεχθεί ότι η ίδια διαδικασία συνέβη σε όλο το εύρος της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Η πέμπτη φάλαγγα για την εργατική τάξη ήταν οι ελίτ, που έκαναν ότι μπορούσαν για να παραμείνουν γραπωμένες στην εξουσία. Η πορεία της ιστορίας στην Ανατολική Ευρώπη ήταν η μετάβαση από μια ιδεολογική υλικά εξασφαλισμένη ελίτ, σε μία ελίτ της οικονομικής εξουσίας. Στην ταινία του Λουκίνο Βισκόντι «Η Λεοπάρδαλη» (TheLeopard), που φωτίζει πολύ καθαρά πώς συνέβη η ίδια διαδικασία στην Ιταλία κατά τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στο καπιταλιστικό κράτος-έθνος, ο αριστοκράτης Τανκρέντι διαβεβαιώνει: «Για να μείνουν (τα πράγματα) ίδια, πρέπει ν’ αλλάξουν όλα». Η καινοτομία στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας και όλου του Ανατολικού μπλοκ είναι ότι μια ολόκληρη ελίτ αγκάλιασε μια ιδεολογία που προηγουμένως θεωρούσε ως «οπισθοδρομική» και την καταπολεμούσε. Και μάλιστα, ήταν η πάλη ενάντια σ’ αυτή την ιδεολογία που είχε προσπορίσει από την αρχή αυτό το στάτους στην ελίτ. Η εργατική τάξη, προδομένη από αφεντικά που τώρα εκμεταλλεύονται για ιδιωτικό τους όφελος τις παραγωγικές μονάδες που μέχρι πρότινος λειτουργούσαν στο όνομα των εργατών, και αποστερημένη από τα ιδεολογικά εργαλεία της μαρξιστικής ερμηνείας (πολλοί πρώην «μαρξιστές» έγιναν ξαφνικά νεοφιλελεύθεροι), αφέθηκε σ’ ένα θεωρητικό και πρακτικό κενό, που παροξύνθηκε ακόμα περισσότερο από την αγωνία τους να κερδίσουν τα προς το ζην για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Οι ελπίδες για μια «δημοκρατική ανανέωση της κοινωνίας» συντρίφτηκαν. Οι εργατικοί ηγέτες των νέων συνδικάτων εκπροσωπούσαν πρώτα και κυρίως τους εαυτούς τους, δουλεύοντας στα παρασκήνια για να συσσωρεύσουν όσο περισσότερη δύναμη μπορούσαν και να παραμείνουν όσο το δυνατόν κοντά στους ιδιωτικοποιημένους χώρους, όπου και αποκλειστικά γίνεται η αναδιανομή. Ο Στόγιαν Ντρσέλιτς, συγκρίνοντας τα συνδικάτα της περιόδου Μιλόσεβιτς με τους σημερινούς ομολόγους τους, παρατηρεί ότι οι πρώην, τουλάχιστον παρείχαν στους εργάτες και τις εργάτριες φθηνό φαγητό και σαπούνι σε σκόνη (2009). Η κοινωνιολόγος Ντζόγκιτσα Γιοβάνοβιτς, περιγράφοντας την διαφθορά των σερβικών συνδικάτων, σημειώνει ότι είναι σπάνιο να δεις έναν συνδικαλιστή ηγέτη ή ένα κεντρικό συνδικαλιστικό κτίριο όπου δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά το «εμπορικό σήμα με την τιμή του» (2008, 33).

    Οι εργάτες αφέθηκαν τελείως μόνοι, μέχρι που άτομα και μικρές ομάδες άρχισαν να αναλύουν τις συνθήκες μέσα στις νέες δομές, και να βάζουν κάτω τη λογική για να καταλάβουν τι τους συμβαίνει. Έχει εμφανιστεί ένα νέο κυματάκι συλλογικής συνείδησης. Παράλληλα με το «έθνος των Γιουγκοσλάβων» (που αριθμούσε περίπου 1,5 εκατομμύριο άτομα και εξαναγκάστηκε να εξαφανιστεί πλήρως), η εργατική τάξη υπέστη τη μεγαλύτερη εκδίωξη και αποτέλεσε το μεγαλύτερο θύμα της αποσύνθεσης της Γιουγκοσλαβίας. Αλλά αυτό δεν φαινόταν να σκοτίζει κανέναν και καμία, ούτε καν την αριστερά. Η δυτική θεσμική αριστερά, βυθισμένη στις δικές τις εθνικές θέσεις, έβραζε στο ζουμί της. Το ίδιο ισχύει για τα δυτικά συνδικάτα, που στάθηκαν ανίκανα να συλλάβουν την υποχρέωση αλληλεγγύης στους εργάτες, υποχρέωση που προκύπτει από το κοινό έδαφος που δημιουργείται καθημερινά από τον καπιταλισμό, όταν ιδρύονται και μετεγκαθίστανται  επιχειρήσεις. Πώς μπορεί το αυστριακό συνδικάτο των λευκών κολάρων, που εκπροσωπεί το προσωπικό των τραπεζών οι οποίες έχουν επεκταθεί μαζικά στην ανατολική Ευρώπη, να αγνοεί την τύχη του προσωπικού των ίδιων επιχειρήσεων έξω από τα σύνορα της Αυστρίας; Το ίδιο ερώτημα μπορεί να υποβληθεί σε όλα τα συνδικάτα που λειτουργούν σε επιχειρήσεις με υποκαταστήματα σε όλο τον κόσμο. Πώς μπορούν να απεκδύονται της ευθύνης για τους συναδέλφους τους, απλώς επειδή ζουν έξω από τα εθνικά σύνορα μέσα στα οποία έχουν την έδρα τους αυτές οι νεο-αποικιακές επιχειρήσεις; Αυτή η στενόμυαλη εθνικιστική στάση το μόνο που θα προσπορίσει σ’ αυτά τα συνδικάτα είναι μια μεγάλη απώλεια της νομιμοποίησής τους. Και ίσως αυτό να έχει γίνει ήδη.

     

    Η νέα ελίτ σε διλήμματα

     

    Η σημερινή κατάσταση των ελίτ στη Σερβία είναι πολύ ιδιαίτερη. Οι φίλοι τους στη Δύση δεν τους υποστηρίζουν πια χωρίς όρους και έτσι,  είναι υποχρεωμένοι να σκεφτούν πώς να διασφαλίσουν τα συσσωρευμένα τους αγαθά. Δεν υπάρχουν πια πολλά αγαθά υπό συλλογική ιδιοκτησία. Κάθε τι ανήκει σε κάποιον, κυρίως σε πρώην κομματικούς αξιωματούχους, τους ανώτερους διευθυντές των πρώην εργοστασίων που υποτίθεται ότι τα διευθύνουν τώρα στην υπηρεσία των Δυτικών αφεντικών τους. Μέχρι το καλοκαίρι του 2009, υπήρχε τρομερή άγνοια της καταστροφής που έγινε στους χώρους εργασίας από τις ιδιωτικοποιήσεις. Η Σερβία επιστρέφει εκεί που βρισκόταν πριν τη εκβιομηχάνιση της: μια αγροτική κοινωνία στο περιθώριο, η οποία βρίσκεται σε μια μισο-αποικιακή σχέση με το κέντρο. Η κύρια αντιπολίτευση στην αποβιομηχανοποίηση είναι οι εργάτες,  αυτοί που έχουν να χάσουν τα πάντα. Γιατί η Γιουγκοσλαβία, ως η χώρα της αυτοδιαχείρισης, ήταν χώρα των εργατών. Οι εργάτες και εργάτριες κατείχαν μια ισχυρή θέση στα εργοστάσια (με τα εργατικά συμβούλια) και στην κοινωνία. Αυτά ήταν  ο κύριος αντίπαλος που έπρεπε να καταστραφεί για να ολοκληρωθεί το περίγραμμα ιδιωτικοποίησης από άκρη σ’ άκρη. Η τακτική που επιλέχθηκε γι’ αυτό ήταν ο εθνικισμός (από τον οποίο ο Μπουλάτοβιτς πήρε την απόστασή του αμέσως, κατά την έναρξη της συζήτησής μας). Ο στρατηγικός εθνικισμός χρησίμευσε πάνω απ’ όλα ως ιδεολογικό προπέτασμα καπνού για να αποκρύψει τη λεηλασία. Τώρα η προοπτική επεκτείνεται: Ο εθνικισμός έχει χάσει τη δύναμη κρούσης που είχε, ακόμα κι αυτοί που έλπιζαν για βελτίωση μέσα από τη λεηλασία των γειτόνων τους απογοητεύτηκαν, ενώ οι οικονομικές συνθήκες έχουν πνίξει την προθυμία των αφεντικών στη Δύση να αποδέχονται κύματα προσφύγων. Καθώς φεύγει ο καπνός, το κοινό αρχίζει να αντιλαμβάνεται ένα τοπίο που μέχρι τώρα το συνελάμβανε κομματιαστά: Το τοπίο των εργασιακών σχέσεων. Αντικειμενικά, θέμα εργασιακών σχέσεων υπήρχε και πριν, αλλά δεν έβγαινε στο δημόσιο λόγο, γιατί αυτός είχε να διακηρύξει κάτι διαφορετικό: τη διάλυση της εργατικής αλληλεγγύης μέσα από τον εθνικισμό. Καθώς τώρα βγαίνει σε δημόσια θέα το τοπίο των εργασιακών σχέσεων, βλέπουμε πώς έχουν πληγεί από δύο δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού και εθνικισμού... αλλά πίσω τους βλέπουμε ανθρώπους, αυτούς και αυτές που επλήγησαν άμεσα από αυτή την καταστροφή, που ζουν σε συνθήκες οι οποίες δεν αναφέρονται στα μεγάλα μίντια ... που αγωνίζονται μέρα με τη μέρα για να δραπετεύσουν από τον εκμηδενισμό τους στο δρόμο που έχει ανοίξει, που διακηρύσσεται ότι οδηγεί στο λαμπρό μέλλον της «δημοκρατίας». Παλεύουν για το πιο ουσιώδες – για την ίδια τους τη φυσική ακεραιότητα. Σ’ αυτή την κατάσταση, η ομάδα του Μπουλάτοβιτς παρεμβαίνει για να διακηρύξει ότι η φυσική ακεραιότητα υπάρχει πράγματι, αφού διεκδικούν το δικαίωμα στο ίδιο τους το σώμα – μέχρι το σημείο που περιλαμβάνει και την αυτοκαταστροφή.

     

    Νέοιαγώνες

     

    Στο Νόβι Παζάρ υπάρχει εργατική τάξη, όπως και σε ολόκληρη τη Σερβία και οπουδήποτε αντεπιτίθενται οι εργάτες. Για τον αγώνα, η εκδήλωση αντίδρασης είναι ο μόνος δείκτης ύπαρξης κάποιου πολιτικού υποκειμένου. Μόνο τον Ιούνιο και Ιούλιο 2009 υπήρχαν τουλάχιστον σαράντα διαφορετικές εργατικές κινητοποιήσεις στη Σερβία, κυρίως «άγριες» απεργίες.

    Γιατί λοιπόν ξεσπάει κοινωνική και πολιτική αναταραχή μόνο τώρα, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της μετάβασης; Πρώτα απ’ όλα επειδή η αναδιανομή της συλλογικής ιδιοκτησίας πραγματοποιήθηκε υπό το μανδύα εθνικών συγκρούσεων. Στο δημόσιο χώρο γινόταν λόγος για «Σέρβους», «Κροάτες», «Αλβανούς» κλπ, ενώ στο βάθος, με την υποκίνηση και το συντονισμό των πολυεθνικών της Δύσης, εξελισσόταν μια κλοπή πρωτόγνωρων διαστάσεων. Τώρα υπάρχει ιδιώτης ιδιοκτήτης σχεδόν στα πάντα, και αποκαλύπτεται ότι ο κόσμος μας παραμένει ένα εγκληματικό παιχνίδι πλούσιων και φτωχών. Παρ’ όλη την «εθνική εκκαθάριση», οι εργάτες παραμένουν εκεί και, όπως αρχίζουν να αντιλαμβάνονται όλοι οι ενδιαφερόμενοι, είναι πολύ περισσότερο ευάλωτοι από οποτεδήποτε κατά τα τελευταία εκατό χρόνια. Οι εργάτες στην Ανατολική Ευρώπη έγιναν το αντικείμενο ληστείας και εκμετάλλευσης, σε κατάσταση «πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου». Και υπάρχει μια άλλη μικρή αλλά όχι ασήμαντη διαφορά: Η συσσώρευση του κεφαλαίου στη Δύση πραγματοποιήθηκε από ένα στρώμα ανθρώπων που τελικά (εν μέρει για να αντισταθμίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις για τις επόμενες γενιές) προσπάθησαν να διοχετεύσουν την αρχική απληστία σε κοινωνικά αποδεκτές ρυθμίσεις (δηλ. το κράτος πρόνοιας). Οι πειρατές ήταν υποχρεωμένοι να ζουν στο ίδιο κράτος μ’ αυτούς που λεηλατούσαν. Αλλά σήμερα, μεγάλο μέρος του κεφαλαίου που είχε συσσωρευθεί στην Ανατολή ρέει στο κέντρο – όπως προκύπτει από τις πληροφορίες (παρά τις διαμαρτυρίες για το αντίθετο) για τον τρόπο που τα επενδυμένα δισεκατομμύρια, όταν άρχισε η χρηματοπιστωτική κρίση το 2007, βρήκαν πολύ γρήγορα το δρόμο της επιστροφής από την ανατολή στη δύση. [5] Οι πραγματικοί ευνοούμενοι, προστατευμένοι από τα εθνικά σύνορα, ποτέ δεν θα εκτεθούν σε νέα κοινωνική αναταραχή – αυτή είναι η επεξεργασμένη τακτική των νέων ηγετών της Ανατολικής Ευρώπης. Ακόμα κι αν συμβεί κοινωνική αναταραχή, θα επιδράσει μόνο στις πληρεξούσιες ελίτ, [6] ενώ οι πραγματικοί κυρίαρχοι σ’ αυτά τα νεοαποικιακά κράτη όστρακα . . . θα παραπονιούνται όλο και πιο δυνατά για «τους βάρβαρους εκεί κάτω» [7]. Η μόνη θεραπεία είναι ένα αποφασιστικό παγκόσμιο κίνημα αλληλεγγύης που να αγκαλιάζει όλους αυτούς και αυτές που υποφέρουν κάτω από την κυριαρχία του κεφαλαίου. Μ’ αυτή την έννοια υπάρχει επείγουσα ανάγκη δράσης της ευρωπαϊκής αριστεράς.

     

    Η πράξη του Μπουλάτοβιτς

     

    Ο Μπουλάτοβιτς, με την πράξη του δεν έκανε τίποτα άλλο από το να αμφισβητήσει τα όρια του φυσικού, αυτό το σχεδόν αδιαμφισβήτητο σήμερα φετίχ της υλικής αυτο-συντήρησης. Χρησιμοποιεί ο ίδιος (και μαζί του οι άνεργοι υφαντουργοί) τη βία για να καταδείξει μια πολύ μεγαλύτερη βία που απειλεί τον ίδιο και όλους τους άλλους και τις άλλες γύρω του, και να σταθεί αντίθετός της. Τονίζει δημόσια ότι αυτή η πράξη του πραγματοποιήθηκε στο όνομα πολλών – των μητέρων που έχουν μόνες την ευθύνη των παιδιών, των αρρώστων, των αναπήρων της δουλειάς και επίσης στο όνομα των συναδέλφων που έχουν στο μεταξύ πεθάνει. Τελικά ο κατάλογος αυτός, από το σύνολο της εργατικής τάξης, περιλαμβάνει τους «καταραμένους της γης». Μπορεί να λεχθεί, ότι αυτή η πράξη, δηλαδή να τεθεί ένα όριο στην εξευτελιστική και συνολικοποιημένη βία της μετάβασης (προς την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και την εθνική αποβιομηχανοποίηση) μέσω του ακρωτηριασμού, μιας ενέργειας πλήρως ατομικής και άμεσα βίαιης ενάντια στον εαυτό, εκπροσωπεί την απόλυτη άρνηση του στόχου της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Γιατί, όπως έλεγε ο Χέγκελ, αν δεν μπορεί να υπάρχει υπηρέτης επειδή ο υπηρέτης είναι πρόθυμος να βάλει στη γραμμή ακόμα και τη φυσική του ακεραιότητα, ακυρώνεται η εξαρτημένη θέση του αφεντικού. Τουλάχιστον συμβολικά. Αυτό φαίνεται να είναι το απώτατο σημείο των γεγονότων στο Νόβι Παζάρ. Και αυτός είναι ο λόγος που ο μηχανισμός των μεγάλων μίντια για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης έσπευσε αμέσως να επιτεθεί στο συμβάν. Η στρατηγική τους να το εξαλείψουν ή να το κρύψουν, έτσι ώστε αυτή η βασική πράξη αντίστασης των φτωχών και άκληρων ενάντια στους πλούσιους ήταν να το τοποθετήσουν στην κατηγορία των αφύσικων (στο Νόβι Παζάρ και στη Σερβία) ή στη βαλκανική νοοτροπία (στη Δύση) μέσα από την ψυχολογικοποίηση, την ψυχιατρικοποίηση, τη θυματοποίηση και άλλες οικείες τεχνικές αποπολιτικοποίησης. Διαβάζοντας τα λίγα ρεπορτάζ που εμφανίστηκαν στα δυτικά μίντια, το βρήκα δύσκολο να ξεφύγω από την εντύπωση πως μετέτρεπαν τον Μπουλάτοβιτς σε θύμα. Ένα θύμα το οποίο θα έσπευδε να βοηθήσει ένας από αυτούς τους υπηρέτες των γνωστών δυτικών ΜΚΟ, με τους παχυλούς μισθούς, που δουλεύουν στο όνομα της ανάπτυξης. Ήταν σαν να θάβουν το ανατρεπτικό περιεχόμενο της άμεσης δράσης του. Η Σενάντα Ρεμπρόνια, αναπληρώτρια του Μπουλάτοβιτς, τόνισε ότι η ίδια και όλη η ομάδα άμέσως αναγνώρισαν αυτή την τάση των μίντια: «Διαμαρτυρηθήκαμε εναντίον τους γιατί τον παρουσίαζαν σαν ψυχοπαθή. Πρέπει να γίνει καθαρό σε όλους ότι αν ο πρόεδρος της ένωσης είναι ψυχοπαθής, τότε το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα άλλα 1.500 μέλη». Ο αγώνας που δίνουν αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι αγώνας ενός ατόμου – ένας τέτοιος αγώνας θα μπορούσε, φυσικά,  να απορριφθεί ως ψυχωτικός – αλλά ένας αγώνας που πραγματοποιεί μια ομάδα, που γίνεται στο όνομα αυτής της ομάδας και για τον οποίο η ομάδα αναλαμβάνει την ευθύνη (με κάθε έννοια).

    Η σπάνις της συζήτησης αυτής της υπόθεσης μέσα στην αριστερά, αποκαλύπτει την αμηχανία που κυριαρχεί μπροστά στην νεοφιλελεύθερη επίθεση και τη σημερινή αναδιάρθρωση που γίνεται στο έδαφος της κρίσης.

    Τι πρέπει να γίνει όμως όταν η εργασιακή δύναμη –με μια απόλυτα συνειδητή και λογική απόφαση– αρχίζει να καταστρέφει τον εαυτό της; Δεν είναι λουδίτες αυτοί που καταστρέφουν τις μηχανές τους. Εδώ πρόκειται για ακρωτηριασμό του εαυτού, με την πεποίθηση ότι αυτό μπορεί να φέρει το θάνατο όχι μόνο του εργάτη, αλλά και όλου του συστήματος που είναι οικοδομημένο πάνω στην εργασία. Ο τελευταίος και αγιότερος πυλώνας της καπιταλιστικής λογικής της εκμετάλλευσης και παραγωγός της υπεραξίας, ο εργάτης, λέει με μια τελική, απεγνωσμένη αλλά απόλυτα λογική πράξη: Όχι!

    Ο Ζόραν Μπουλάτοβιτς και οι απεργοί πείνας του Νόβι Παζάρ έχουν στρέψει τον προβολέα για να φωτίσει αυτό το πιθανό όπλο του εργατικού αγώνα, όταν ένας τέτοιος αγώνας βρίσκεται σε μηδενικό σημείο. Το άλλο ακραίο σημείο του αγώνα είναι η γενική απεργία. Η αυτοκαταστροφή της εργασίας (που τόσο πολύ επιδιώκεται με την φθηνότερη τιμή) από τη μια μεριά και η υψηλότερη μορφή οργάνωσής της, που είναι η γενική απεργία, από την άλλη: Μεταξύ αυτών των δύο πόλων υπάρχουν χιλιάδες άλλοι τρόποι και μέσα που έχουν αναπτυχθεί και δοκιμσθεί μέσα στους αιώνες. Πολλοί από αυτούς έχουν δυστυχώς περιπέσει στη λήθη. Το ζήτημα σήμερα δεν είναι μόνο –και όχι μόνο στην Ανατολική Ευρώπη– η εφαρμογή τους, αλλά επίσης να γίνουν γνωστοί από τους εργάτες. Για να αποτραπεί ο θρησκευτικός σχεδόν φόβος απέναντι στους ιδιοκτήτες της περιουσίας και τους προστάτες τους, ώστε να μπορούν να αντεπιτεθούν χρησιμοποιώντας αυτές τις τεχνικές. Τόσο στο μικροεπίπεδο όσο και στο μακροεπίπεδο, οι εργάτες έχουν αναπτύξει όπλα που μπορούν να τα κατευθύνουν εναντίον των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Το κατόρθωμα των απεργών πείνας στο Νόβι Παζάρ, είναι ότι μας το ξαναθύμισαν.

     

     

    Αναφορές

     

    Blagojevic, Goran. “Levica u Srbiji na prelazu iz industrijskog u informacijsko drustvo”, in Sloboda Jednakost Solidarnost Internacionalizam: Izazovi i perspektive savremene levice u Srbiji, edited by Ivic Mladenovic and Milena Timotijevic, 113–38. Belgrade: Cugura print, 2008.

     

    Bratic, Ljubomir. “zur Frage der Transformation der Elite im Osten Europas”. 2008. http://eipcp.net/transversal/0208/bratic/de (accessed August 19, 2009).

      

    Drcelic, Stojan. “Raspirivanje socijalnog mira”. NIN, August 13, 2009, 13.

     

    Golic, Slavko. “(Ne)probojnost istine”. 2009. http://www.republika.co.yu/456-459/07.html (accessed August 18, 2009).

     

    Συνέντευξη με τον Ζόραν Μπουλάτοβιτς και την Σενάντα Ρεμπρόνια στις 10 Αυγούστου 2009, στο Νόβι Παζάρ, Σερβία

     

    Συνέντευξη με την οικογένεια Μουρτέζιτς, στις 10 Αυγούστου 2009, Νόβι Παζάρ, Σερβία

     

    “Investitionsgewinne bleiben Osteuropa selten treu”. Neue Zürcher Zeitung 131 (June 10, 2009), 15.

     

    Lopusina, Marko. “Prosjacki stap sve blize”. Novosti, August 3, 2009, 5.

     

    Jovanovic, Djokica. “Jutarnje pitanje jednog sociologa”,in Sloboda Jednakost Solidarnost Internacionalizam: Izazovi i perspektive savremene levice u Srbiji, edited by Ivic Mladenovic and Milena Timotijevic, 17–36. Belgrade: Cugura print, 2008.

     

    Mojic, Dusan. “Radnicka participacije danas: Svetska iskustva i nasa stvarnost”,in Sloboda Jednakost Solidarnost Internacionalizam: Izazovi i perspektive savremene levice u Srbiji, edited by Ivic Mladenovic and Milena Timotijevic, 231–59. Belgrade: Cugura print, 2008.

     

    Todorova, Maria. Die Erfindung des Balkans: Europas bequemes Vorurteil. Darmstadt: Primus, 1999.

     

    Ο LjubomirBratic είναι φιλόσοφος και μέλος της συντακτικής επιτροπής του Transform. Ζει στη Βιέννη. Ljubomir@chello.at

     

     


    [1] Αυτό το κείμενο γράφτηκε μετά από πρόταση των RosaReitsamer και WalterBaier. Το ταξίδι στη Σερβία και η διαμονή στο Νόβι Παζάρ χρηματοδοτήθηκαν από το Transform.


    [2] Αυτό αναφέρθηκε στην εφημερίδα DerStandard, με έδρα της τη Βιέννη, και την καθημερινή εφημερίδα Tageszeitung με έδρα το Βερολίνο, καθώς και στην εβδομαδιαία JungleWorld. Το βίντεο του Μπουλάτοβιτς υπάρχει στο http://www.youtube.com/watch?v=prXdfVnMGE0 (August 22, 2009).


    [3] Η μερίδα για ένα μήνα περιλαμβάνει «πέντε κιλά αλεύρι, 300 γρ. αλάτι, ένα λίτρο λάδι, ένα κιλό ζάχαρη,  μισό κιλό από μακαρόνια, ρύζι και φασόλια, 100 γραμμάρια μαγιά, μια κονσέρβα κρέας, δύο κονσέρβες ψάρι και μια κονσέρβα λουκάνικα». Novosti, 25 Ιουλίου 2008, 13.


    [4] Η «έλλειψη αγώνων» αποδείχθηκε ότι ήταν μια δική μου προβολή. Στην πραγματικότητα, υπήρξαν αγώνες σε όλη την περίοδο. Αλλά πολλοί πέρασαν σχεδόν απαρατήρητοι, γιατί δεν ταίριαζαν στην επίσημη εικόνα. Η ιδέα της αυτοδιαχείρισης παραμένει ζωντανή στο μυαλό των εργατών: υπάρχουν αντιπροσωπευτικές κοινωνιολογικές έρευνες το 1989, 1996 και το 2003 που βρήκαν ότι «μια μεγάλη πλειοψηφία των απαντώντων μίλησε υπέρ της μερικής μόνο ιδιωτικοποίησης και υπέρ της εγκαθίδρυσης και διεύρυνσης μορφών εργατικής συμμετοχής» (Mojic 2008, 253).


    [5] “Το 2008, σύμφωνα με στοιχεία από το Ινστιτούτο Οικονομικών Μελετών της Βιέννης, ένα ποσοστό της τάξης του 70% των προσόδων από την άμεση επένδυση από το εξωτερικό, που σχεδόν αποτελεί ρεκόρ, επαναπατριζόταν από τα κράτη μέλη της ΕΕ Ανατολικής Ευρώπης» (NeueZürcherZeitung, 10 Ιουνίου 2009, 15).


    [6] Για την μεταμόρφωση των ελίτ στην Ανατολική Ευρώπη, βλ. Bratic 2008.


    [7] Βλέπε Todorova 1999.

     

     


Related articles