• Μια κριτική αναφορά για την κρίση στη Ρουμανία

  • 27 Jan 12 Posted under: Central and Eastern Europe , Ρουμανία
  •  

     

    Εισαγωγή: Κρίση πάνω στην κρίση

     

     

    Δεν θα ήμασταν μακριά από την πραγματικότητα, αν λέγαμε ότι στη Ρουμανία η κρίση υπερκάλυψε μια ήδη εδραιωμένη πολυεπίπεδη κρίση.

    Ό,τι συμβαίνει σήμερα στη Ρουμανία, στο ρουμανικό κράτος και την κοινωνία –υψηλό ποσοστό φτώχειας, αύξηση του χάσματος ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους, γενικευμένη διαφθορά, οικονομική οπισθοδρόμηση και πολιτική ταπείνωση, χαμηλό διεθνές κύρος– έχει τις ρίζες του στον τρόπο με τον οποίο απομακρύνθηκε το κομμουνιστικό καθεστώς και στον τρόπο που το ρουμανικό κράτος αναδιαμορφώθηκε στο ξεκίνημα της πολιτικής και οικονομικής μετάβασης, το 1990-91.

    ΆλεξΜίχαϊΣτοενέσκου, From the Backstage of the Battle for Power 1989-1990. TheFirstPetreGovernment, RAOInternationalPublishingCompany, Βουκουρέστι, 2006.

     

    Με πολιτικούς όρους, η τρέχουσα κρίση χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα από ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό για να δικαιολογηθεί η δύσκολη κοινωνικοοικονομική κατάσταση και προκειμένου οι άνθρωποι να ξεχάσουν ότι η ζωή ήταν δύσκολη και πριν από την έλευση της κρίσης, για άλλους λόγους. Ήδη οι περισσότεροι άνθρωποι έχασαν σταδιακά την εμπιστοσύνη τους στο πολιτικό προσωπικό, που θεωρείται διεφθαρμένο, απονομιμοποιημένο και μια από τις κύριες αιτίες για τα προβλήματά τους.

    Μια ιδιομορφία της ρουμανικής πολιτικής συνίσταται στο γεγονός ότι ο λαϊκισμός, όπως επίσης ο ακραίος εθνικισμός (και ο σωβινισμός,) εφαρμόζονται όχι μόνο από νεοφιλελεύθερα κόμματα και την άκρα δεξιά, αλλά και από την αριστερά, ιδιαίτερα τη ριζοσπαστική Αριστερά, ως τρόπος αυτοπροώθησης. Δυστυχώς, μια τέτοια πολιτική στάση όχι μόνο αντανακλά μια παγιωμένη ορθόδοξη ιδεολογία και μια αδυναμία σύλληψης συγκεκριμένων νέων λύσεων, αλλά μπορεί επίσης να βλάψει την αριστερά.

    Το αδρό αυτό περίγραμμα της ρουμανικής πολιτικής σκηνής επιβεβαιώθηκε πλήρως στις ευρωεκλογές του Ιουνίου, όπου μόνο το 27.67% του εκλογικού σώματος ψήφισε, μακράν κάτω του μέσου όρου 43% της ευρωπαϊκής συμμετοχής: αυτό σημαίνει μόνο 5 από τα 22 εκατομμύρια του πληθυσμού. Το ποσοστό ήταν ακόμα μικρότερο στις αστικές περιοχές και ειδικά στην πρωτεύουσα, όπου –απίστευτο μόλις το 15% πήγε στις κάλπες. Σύμφωνα με τη Διακήρυξη της 9ης Μαΐου του προέδρου της Γερουσίας, φαίνεται ότι 20% των ψηφοφόρων έκαναν τον λεγόμενο «εκλογικό τουρισμό», ψήφισαν δηλαδή σε ξεχωριστές λίστες, σε περιοχές διαφορετικές από τον τόπο κατοικίας τους, γεγονός που αποτελεί έναν από τους βασικότερους λόγους εκλογικής νοθείας.

    Όλα αυτά κάνουν τους νικητές των ευρωεκλογών, που μιλούν εξ ονόματος του 30% των 5 εκατομμυρίων, να μοιάζουν απονομιμοποιημένοι έναντι των άλλων 20,5 εκατομμυρίων που δεν συμμετείχαν στην ψηφοφορία, αλλά εντούτοις παραμένουν Ρουμάνοι πολίτες και φορολογούμενοι.

    Αυτή η κατάσταση φαίνεται να έχει ανοίξει την πόρτα για την ανάδυση του λαϊκισμού και του εξτρεμισμού. Τα παραδείγματα που επικαλούνται οι αναλυτές και προβάλλονται από τα ΜΜΕ είναι το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας (PRM), που κέρδισε 8,4% των ψήφων και δύο έδρες, και η σχεδόν αναλφάβητη κόρη του προέδρου που κατάφερε να κερδίσει ένα 4,2%, εν μέρει παίζοντας βρώμικα και έχοντας τη στήριξη του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (PDL), το οποίο θεωρείται κόμμα του προέδρου.

    Με όρους κοινωνικής ζωής και κοινωνικής δικαιοσύνης, η επί μακρόν θρυλούμενη ανάδυση της μεσαίας τάξης ως σημάδι μιας πιο εξισωτικής διανομής του πλούτου δεν εξομάλυνε τις αντιθέσεις ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους, και αποδείχτηκε τελικά πολιτική φάρσα –οι νεόπλουτοι εντάχθηκαν στο κλαμπ των ήδη πλουσίων, οι ήδη πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι, οι άνθρωποι με τα μεσαία εισοδήματα παρέμειναν στην καλύτερη περίπτωση ως είχαν ή έγιναν φτωχοί και οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι.

    Με οικονομικούς όρους, παρά τους επίσημους κομπασμούς για μια άνευ προηγουμένου οικονομική ανάπτυξη το 2008, η πραγματικότητα βγήκε στην επιφάνεια όταν η κρίση χτύπησε μια αδύναμη οικονομία και οι εταιρείες άρχισαν να κλείνουν η μία μετά την άλλη.

    Με όρους περιβαλλοντικής προστασίας, μολονότι η Ρουμανία υιοθέτησε μια καλοφτιαγμένη νομοθεσία, συμβατή με την ευρωπαϊκή, η πρακτική εφαρμογή της απέχει μακράν του να αντιστοιχεί στα ευρωπαϊκά πρότυπα, ενώ το γεγονός ότι τα περιβαλλοντικά κόμματα έχουν τόσο ασθενή λαϊκή υποστήριξη που δεν κατάφεραν να μπουν στη Βουλή για πολλές κοινοβουλευτικές περιόδους μαρτυρά την επικράτηση οπισθοδρομικών αντιλήψεων.

    Με όρους κουλτούρας, οι τέχνες και η παιδεία, η συνεχής παρακμή των ηθικών προτύπων, η αντικατάσταση των παλιών αξιακών συστημάτων με μη-αξίες ή, χειρότερα, με αντι-αξίες, ιδιαίτερα στην περίπτωση των νέων γενεών, καθώς και η αυξανόμενη έλξη που ασκεί ο λαϊκισμός δεν είναι παρά σημάδια μιας γενικής ηθικής και πολιτιστικής κρίσης της κοινωνίας.

     

    Πριν από την κρίση

     

    Μολονότι τα πρώτα σημάδια της επερχόμενης κρίσης ήταν φανερά στα τέλη καλοκαιριού - αρχές φθινοπώρου του 2008, το πολιτικό προσωπικό και οι αρχές είτε απέφευγαν το θέμα είτε απλώς αρνούνταν ότι η κρίση ήταν πιθανό να επηρεάσει τη Ρουμανία. Ακόμα και μετά την κατάρρευση των πρώτων αμερικανικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ακόμα και μετά τη δραματική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, του λεβ, την οποία ακολούθησε η δημόσια προειδοποίηση του διοικητή της κεντρικής τράπεζας της χώρας Μουγκούρ Ισαρέσκου, δεν παραδέχτηκαν ότι το παλιρροϊκό κύμα της κρίσης επρόκειτο να χτυπήσει τη Ρουμανία.

    Ίσως η πιο διαβόητη απεικόνιση αυτού είναι τα όσα συνέβησαν στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2008. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, όλα τα πολιτικά κόμματα (με την εξαίρεση των Φιλελευθέρων, στην κυβέρνηση τότε), όπως επίσης και ο πρόεδρος και επικείμενος πρωθυπουργός, υποσχέθηκαν υψηλές μισθολογικές αυξήσεις στον δημόσιο τομέα, ειδικά στην  εκπαίδευση, την υγεία και την δημόσια διοίκηση.

    Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο οι αυξήσεις αυτές ήταν δίκαιες ή αναγκαίες, αλλά ότι χρησιμοποιήθηκαν ως προεκλογικό ψέμα που θα συνεχιζόταν την επαύριο της κρίσης, όταν το ίδιο πολιτικό προσωπικό πρόβαλε μειλίχιο, σαν αθώο, και τη χρησιμοποίησε σαν αποδιοπομπαίο τράγο. Έτσι, μολονότι ο νόμος που στήριζε την αύξηση κατά 50% του μισθού των δασκάλων πέρασε από το Κοινοβούλιο, η κυβέρνηση απέτρεψε την εφαρμογή του, επικαλούμενη τις συνέπειες της χρηματοοικονομικής κρίσης και τους περιορισμούς που επιβάλλει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ασχέτως των οικονομικών λόγων και των πολιτικών εξηγήσεων που δόθηκαν, τα παραπάνω θέτουν τη Ρουμανία, ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ιδιαίτερη θέση ενός κράτους που δεν ακολουθεί το σύνταγμά του και τις δημοκρατικές αρχές.

    Η ηθική λογική είναι ξεκάθαρη. Με τα λόγια του ρουμάνου επαναστάτη Τουντόρ Βλαντιμιρέσκου σ’ ένα γράμμα του 1821, αναφερόμενο στους βογιάρους που εξουσίαζαν τη χώρα, το κράτος είναι ο λαός –όχι η συμμορία των αρπάγων. Με άλλα λόγια, αν η κυβέρνηση και το πολιτικό προσωπικό δεν ήξεραν, όπως ισχυρίζονται, για την επερχόμενη κρίση, δεν δικαιούνται να κυβερνούν τη χώρα λόγω της ανικανότητάς τους· από την άλλη πλευρά, αν πράγματι ήξεραν για την κρίση και εντούτοις υποσχέθηκαν αυξήσεις στον δημόσιο τομέα μόνο και μόνο για να κερδίσουν τις εκλογές, δεν δικαιούνται, από ηθικής άποψης, να διοικούν τη χώρα.

     

    Όταν ήρθε η κρίση

     

    Φαίνεται ότι η αίτηση για δάνειο από το ΔΝΤ υπό την επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκλαμβάνεται από μερικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης ως βασικός πυλώνας οιουδήποτε σχεδίου υπέρβασης της κρίσης. Η αισιόδοξη θεώρηση όσον αφορά τη διάρκεια της ύφεσης κυμαίνεται από δύο ως πέντε χρόνια.

    Στη Ρουμανία, το επίσημο Σχέδιο Ανάκαμψης από την Κρίση συνίσταται βασικά σε πέντε μέρη: στην απόκτηση ενός τεράστιου δανείου από το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη δραστική μείωση των δημοσίων δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού, στην ολοκλήρωση του λεγόμενου Ενιαίου Νόμου  που ρυθμίζει τους μισθούς των εργαζομένων στο δημόσιο, στην ενίσχυση (της έκτακτης εισφοράς)εφάπαξ (lumpsumtaxation)και στην Έκκληση για Κοινωνική και Εθνική Αλληλεγγύη.

    Στις 13 Μαΐου 2009, παρά την υιοθέτηση και την εφαρμογή του Σχεδίου Ανάκαμψης, η Ρουμανία επιπλήχθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για υπερβολικό έλλειμμα, της τάξης του 5,4% του ΑΕΠ συγκριτικά με το 3% του ΑΕΠ που αντιπροσώπευε το 2008.

    Παραδόξως, ήδη από τις αρχές του Ιανουαρίου του 2009 υπήρξαν δύο ομάδες που εξαπέλυσαν διαφημιστικές εκστρατείες –οι κατασκευαστές αυτοκινήτων και οι τράπεζες. Μπορεί οι πρώτοι να μην τα πήγαν καλά μέχρι στιγμής, οι τράπεζες  όμως φαίνεται πως αύξησαν τα κέρδη τους, μολονότι υιοθέτησαν μέτρα λιτότητας, συμπεριλαμβανομένης και μιας πολιτικής παγώματος των  δανειοδοτήσεων των φυσικών προσώπων και των μικρών επιχειρήσεων. Έτσι, σύμφωνα με μια αναφορά στο φύλλο της εφημερίδας RomaniaLibera της 2ας Ιουνίου 2009, οι δέκα πρώτες τράπεζες στη Ρουμανία, εκτός από τη Bankpost, έκλεισαν τους τρεις πρώτους μήνες με κέρδη, το συνολικό ποσό των οποίων να αγγίζει τα 244 εκ. ευρώ. Ειδικότερα η Volksbank και η ING κατέγραψαν ρεκόρ κερδών. Κάποιοι αναλυτές θεωρούν ότι αυτό το παράδοξο είναι  αποτέλεσμα περιορισμένων  προβλέψεων όσον αφορά την επάρκεια του πιστωτικού αποθέματος.

    Στις 22 Μαΐου, ο Διοικητής της Ρουμανικής Κεντρικής Τράπεζας διακήρυξε με αισιοδοξία την άποψή του ότι η ύφεση στη Ρουμανία θα έχει σχήμα V και ότι η οικονομία έχει ήδη περάσει στο χαμηλότερο σημείο, άλλοι παράγοντες όμως υπήρξαν πιο προσεκτικοί, θεωρώντας ότι τα χειρότερα επρόκειτο  να έρθουν στους  επόμενους έξι μήνες.Προς το παρόν , η πραγματικότητα δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει τους  καθησυχαστικούς ισχυρισμούς του.

     

    Το δάνειο

    Το δάνειο από το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή –ένα ποσό που αγγίζει περίπου τα είκοσι δισ. ευρώ– πρόκειται να διανεμηθεί σε κάμποσες δόσεις και να αποπληρωθεί το αργότερο σε εφτά χρόνια υπό άγνωστους όρους. Το ακριβές, εντέλει, ποσό του δανείου κατέληξε στα 13 δισ. ευρώ από το ΔΝΤ και στα 5 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

    Οι ακριβείς εξηγήσεις που συνόδευσαν την υποβολή αίτησης για το δάνειο, πολλές από τις οποίες δόθηκαν από τον υπουργό εργασίας στις 24 Μαρτίου 2009, κατά τη διάρκεια συζήτησης στο τηλεοπτικό κανάλι Antena3, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: σε πρώτο επίπεδο, αφού τα δύο τρίτα του συνολικού ποσού του δανείου θα πήγαιναν στο νομισματικό απόθεμα της κεντρικής τράπεζας, ήταν απαραίτητο για να αποφευχθεί μια κατάρρευση του λεβ και έτσι να αποσοβηθεί μια χρηματικοοικονομική καταστροφή· σε δεύτερο επίπεδο, προβαλλόταν ως αναγκαίο να ξανακερδηθούν οι ξένοι επενδυτές, κάτι που αν συνέβαινε θα έκανε τους διεθνείς οργανισμούς αξιολόγησης να ανεβάσουν τη Ρουμανία στην κατάταξη· σε τρίτο επίπεδο, λέχθηκε ότι το δάνειο χρειαζόταν για να στηριχθεί ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα (δηλαδή για να πληρωθούν οι συντάξεις και οι μισθοί στον δημόσιο τομέα, να υποστηριχθούν τομείς όπως η παιδεία, η υγεία, ο πολιτισμός κλπ.).

    Το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής στην απόφαση να ζητηθεί το δάνειο εστιάστηκε σε δύο τομείς: δεν υπάρχουν στοιχεία ότι κάποιο κράτος που δανείστηκε χρήματα από το ΔΝΤ ανέκαμψε χρηματοπιστωτικά ή οικονομικά· μάλλον το αντίθετο συνέβη. Το ΔΝΤ επιβάλλει, σε σημείο που να καθίσταται διαβόητο, συγκεκριμένους χρηματοοικονομικούς, αλλά και πολιτικούς ακόμα, όρους όταν εγγυάται ένα δάνειο. Συνεπώς, σοβαροί αναλυτές και ΜΜΕ εξέφρασαν την ανησυχία τους και μια αίσθηση ανασφάλειας λόγω του πέπλου μυστηρίου που περιέβαλλε τη συμφωνία που σύναψε η ρουμανική κυβέρνηση.

    Επιπλέον, κανείς δεν είναι σε θέση να εποπτεύσει πώς θα χρησιμοποιηθεί το δάνειο. Όλη αυτή η καχυποψία προέρχεται από την έλλειψη διαφάνειας και δημοκρατίας που χαρακτήρισε τη σχετική συζήτηση, με πολλούς να επισημαίνουν ότι το μεγαλύτερο δάνειο που ζήτησε ποτέ η Ρουμανία δεν ξεπέρασε τα 400 εκ. δολάρια, στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο οικονομολόγος Ίλιε Σερμπανέσκου, οικονομικός αναλυτής και πρώην υπουργός οικονομικών, ανησυχούσε ότι με την αποδοχή του δανείου έμπαινε σε κίνδυνο η τροφοδοσία των ξένων τραπεζικών κλάδων στη Ρουμανία. Με άλλα λόγια, ήταν πιθανό το δάνειο να καλύψει απλώς τις απώλειες των ξένων τραπεζών και των υπερεθνικών εταιρειών. Η υπόθεση αυτή δεν λησμονήθηκε το Μάιο του 2009, όταν το υπουργείο οικονομικών εξέδωσε «ευρωομόλογα», αφότου η Ρουμανία είχε υπογράψει τη συμφωνία με το ΔΝΤ.

    Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ισχυρή κριτική από τους ειδικούς, αναλυτές και σημαντική μερίδα των ΜΜΕ αναφορικά με τον τρόπο που λήφθηκε η απόφαση για την αποδοχή του δανείου.

    Η ιδέα να ζητηθεί δάνειο από το ΔΝΤ ήρθε από ένα πρόσωπο, και συγκεκριμένα από τον πρόεδρο της χώρας , που είχε συζητήσει σχετικά με τον Χοσέ Μανουέλ Μπαρόσο. Στη συνέχεια, επελήφθησαν την υπόθεση, ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση. Μόλις σε δεύτερο χρόνο, η Βουλή έδωσε την επίσημη συγκατάθεση να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ, αλλά και πάλι δεν υπήρξε καθόλου συζήτηση για το θέμα. Δεδομένου ότι το δάνειο δεν θα αποπληρωθεί από την κεντρική τράπεζα  ούτε από την κυβέρνηση, αλλά ο ρουμανικός λαός που θα πρέπει να δουλέψει σκληρά και να κάνει θυσίες τα επόμενα πολλά χρόνια, θα ήταν φυσικό να τον είχαν συμβουλευτεί. Αυτό δείχνει όχι μόνο ένα δημοκρατικό έλλειμμα, αλλά επίσης την παράβλεψη του αξίωματος  ότι σε μια δημοκρατία δεν υπάρχει κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο, ούτε καν ο πρόεδρος, που να είναι ειδικός σε όλους τους τομείς.

    Επερωτώντας την απόφαση για την αίτηση του δανείου, μπορεί κάποιος  κάλλιστα να φέρει το επιχείρημα του δυϊσμού και της αμφισημίας του πολιτικού λόγου σε επίπεδο κορυφής στα τέλη του 2008 και τις αρχές του 2009 αντίστοιχα. Αρχικά, ο πρόεδρος και η κυβέρνηση διακήρυτταν ότι η Ρουμανία είχε αρκετό απόθεμα ώστε να αντιμετωπίσει την κρίση χωρίς δανεισμό. Σύντομα ο λόγος άλλαξε ριζικά, με τον πρόεδρο και την κυβέρνηση να βεβαιώνουν ότι η Ρουμανία χρειαζόταν επειγόντως ένα δάνειο από το ΔΝΤ, προκειμένου να αποσοβηθεί η οικονομική καταστροφή.

    Ο Τόνι Λίμπεκ, επικεφαλής του ΔΝΤ στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, υπογράμμιζε σε συνέντευξη στην Găndulτης  20ης  Μαΐου πως  οι όροι της συμφωνίας είναι λιγότερο αυστηροί από προηγούμενες συμφωνίες, αλλά προειδοποιούσε ότι η Ρουμανία δεν θα έπρεπε να εκμεταλλευθεί τους πιο «ανθρώπινους» όρους και να τους χρησιμοποιήσει ως δικαιολογία για να αναβάλει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

     

    Η δραστική μείωση των δημοσίων δαπανών

    Η προσφυγή σε δραστική μείωση των δημοσίων δαπανών πλήττει κυρίως το τμήμα του πληθυσμού με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, δημιουργώντας αρνητικές κοινωνικές συνέπειες. Τα κύρια στοιχεία της είναι: μείωση των εξόδων για μισθούς του δημοσίου, πάγωμα των μισθών και των συντάξεων του δημοσίου, ακύρωση των επαγγελματικών επιδομάτων [fringebenefits], απαγόρευση της κατοχής, ταυτόχρονα, περισσότερων της μιας θέσης στο δημόσιο και υπερφορολόγηση των  μισθών και των συντάξεων των λεγόμενων «ρετιρέ»,δηλαδή των υψηλόμισθων και μεγαλοσυνταξιούχων  δημοσίων λειτουργών.

    Σύμφωνα με τις οδηγίες του ΔΝΤ, η μείωση των μισθολογικών εξόδων πρέπει είναι της τάξης του 8,4% του ΑΕΠ για το 2008 και 7,9% του ΑΕΠ για το 2009.

    Το πάγωμα των μισθών και των συντάξεων κατά τη διάρκεια της χειρότερης χρονιάς της κρίσης είναι ένα από τα πιο αντιδημοφιλή κυβερνητικά μέτρα. Επηρεάζει πρωτίστως την πλειοψηφία των χαμηλόμισθων εργαζομένων και όχι τους προνομιούχους δημόσιους λειτουργούς. Υπάρχει επίσης μια τάση μετάβασης από τις δημόσιες  συντάξεις στις ιδιωτικές. Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται είναι ότι στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γαλλία για παράδειγμα, 2% με 3% των εισφορών κατευθύνονται σε συντάξεις που χρηματοδοτούνται ιδιωτικά και ότι αυτό το ποσοστό θα έπρεπε να αποτελεί στόχο και για τη Ρουμανία.

    Ομοίως, η ακύρωση των επαγγελματικών επιδομάτων επηρεάζει αρνητικά περισσότερο τις κατηγορίες των ήδη μειονεκτούντων εργαζομένων στο δημόσιο, όπως οι δάσκαλοι και οι γιατροί. Για δημοσίους υπαλλήλους όπως αυτοί, με μέσο μηνιαίο μισθό περίπου 200-300 ευρώ, «επιδόματα» όπως οι υπερωρίες, το επίδομα για συνθήκες πίεσης, τα νυχτερινά ή η πληρωμή των εφημεριών είναι η ανάσα που χρειάζονται για να επιβιώσουν.

    Στο αντίθετο άκρο, υπάρχουν καταγεγραμμένες περιπτώσεις δημοσίων λειτουργών που ζουν στη χλιδή, και των οποίων το πραγματικό εισόδημα ήταν τεράστιο, όχι τόσο εξαιτίας του μισθού τους, όσο χάρη στα επιδόματα που, ορισμένες φορές , ήταν δύο ως τρεις φορές υψηλότερα από το μισθό. Αυτό οδήγησε σε ανωμαλίες, με ακραίο παράδειγμα το γεγονός ότι ο πρόεδρος και οι υπουργοί της κυβέρνησης παίρνουν λιγότερα από τους βοηθούς τους.

    Η απαγόρευση της διπλοθεσίας υπήρξε εξαρχής ένα αρκετά αντιφατικό μέτρο. Από τη μια πλευρά είναι δίκαιο, αφού πολλοί από τους πλέον προνομιούχους συνηθίζουν να καταχρώνται τη θέση τους και να αποκτούν μία, δύο ή ακόμα και περισσότερες δουλειές επιπλέον. Μια διαβόητη περίπτωση είναι αυτή ενός συνταξιούχου εμπορικού διευθυντή, που τέθηκε επικεφαλής της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και στη συνέχεια… αυτοπροσελήφθη ως αναπληρωτής διευθυντής του ίδιου ιδρύματος, λαμβάνοντας κατά συνέπεια από το κράτος ένα αστρονομικό ποσό. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν συνταξιούχοι με την εξευτελιστική μηνιαία σύνταξη των 150-200 ευρώ που πραγματικά χρειάζονται μια δεύτερη δουλειά για να τα βγάλουν πέρα. Τελικά, υιοθετήθηκε ένας συμβιβασμός, με τον οποίο επιτρέπεται να έχει κανείς μια δεύτερη δουλειά, αν όμως το εισόδημά του υπερβαίνει ένα ορισμένο επίπεδο, τότε φορολογείται περισσότερο.

    Ολοφάνερα, το μόνο δίκαιο μέτρο που πήρε η κυβέρνηση είναι η υψηλή φορολόγηση των μισθολογικών και συνταξιοδοτικών ρετιρέ του δημόσιου τομέα. Δυστυχώς, το μέτρο δεν θα εκταθεί πέραν του 2009. Σύμφωνα με αυτό, οι μισθοί και οι συντάξεις των δημοσίων λειτουργών που υπερβαίνουν τον μισθό του προέδρου πρέπει να φορολογηθούν κατά 90%. Ένας απλός υπολογισμός δείχνει ότι από μια τέτοια φορολόγηση όχι περισσότερων από 1.460 συντάξεων και μισθών πολυτελείας του δημόσιου τομέα, το κράτος θα μαζέψει το εκπληκτικό ποσό των 50-60 εκ. ευρώ φέτος. Σύμφωνα με μια έρευνα για τους υπερευνοημένους συνταξιούχους που πρόβαλε ο τηλεοπτικός σταθμός Antena3 στις 24 Μαρτίου, κάποιοι πρώην δικαστές και διευθυντές παίρνουν μηνιαία σύνταξη μέχρι και 3.500 ευρώ. Τέτοιες εικόνες μας δίνουν μια ιδέα για το πόσο ψηλά πρέπει να είναι τα εισοδήματα αυτών των ανθρώπων.

    Το υπουργείο εργασίας αποποιήθηκε κάθε ευθύνη, για τους νόμους που επιτρέπουν τέτοιες συντάξεις και μισθούς στο δημόσιο τομέα, παραδόξως όμως υποστήριξε ότι αυτές οι συντάξεις και οι μισθοί είναι νόμιμοι. Παρατήρησε επίσης κυνικά ότι «αυτή η κατάσταση εκφράζει μια ολόκληρη κοινωνία, που εκπροσωπείται στο κοινοβούλιο απ’ όπου πέρασαν αυτοί οι νόμοι».

    Παραδόξως, η κρίση είχε μια σειρά θετικών συνεπειών στη Ρουμανία. Πρώτον, αποκάλυψε την ύπαρξη, ανάμεσα στους κανονικούς δημοσίους υπαλλήλους, μιας σειρά προνομιούχων κατηγοριών, που πήραν το προσωνύμιο «δημόσιοι υπάλληλοι πολυτελείας». Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι δεν αναφερόμαστε ιδιαίτερα σε ηγετικές θέσεις, αλλά σε μέσους υπαλλήλους. Έτσι, αυτοί οι δημόσιοι λειτουργοί πολυτελείας δουλεύουν σε πολυάριθμες κρατικές υπηρεσίες και αρχές που δημιουργήθηκαν ως όρος για την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε διάφορα υπουργεία και διοικητικούς κλάδους, όπως το υπουργείο δικαιοσύνης, το υπουργείο εσωτερικών κλπ.

    Ήρθαν στο φως εκπληκτικές υποθέσεις γραμματέων κρατικών υπηρεσιών που παίρνουν μισθούς άνω των 1.000 ευρώ το μήνα και υψηλόβαθμων διοικητικών στελεχών που λαμβάνουν δεκάδες χιλιάδες ευρώ το μήνα, σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας των κανονικών φορολογουμένων. Προφανώς, η απόκτηση τέτοιων θέσεων εργασίας δεν προϋποθέτει κυρίως, ως θα όφειλε, αξιοσύνη, ταλέντο και επαγγελματισμό, αλλά πολιτικά μέσα και υποστήριξη, όπως επίσης και νεποτισμό.

    Δεύτερον, η κυβέρνηση, πιεζόμενη από την εντεινόμενη κρίση, τις απαιτήσεις του ΔΝΤ, τις αποκαλύψεις των ΜΜΕ και την κοινή γνώμη, αναγκάστηκε να δράσει και να κόψει αυτά τα αισχρά δημόσια έξοδα, μέτρο που ήταν, όχι μόνο πρακτικό απέναντι στην κρίση, αλλά δίκαιο.

    Τρίτον, όλο αυτό επιτάχυνε τις συζητήσεις γύρω από την έννοια και την αποδοχή του Νόμου για το Μισθολόγιο των Δημοσίων Υπαλλήλων, που μας φέρνει στο επόμενο στοιχείο του Σχεδίου Ανάκαμψης.

     

    Ο ενιαίος Νόμος για το Μισθολόγιο των Δημοσίων Υπαλλήλων

     

    Τα χαμηλά εισοδήματα είναι σύμπτωμα μιας συστημικής και ενδημικής κρίσης, καθώς παράγουν μετανάστευση και κοινωνικά προβλήματα όχι μόνο στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό. Επί του παρόντος, οι αρχές παραδέχονται επίσημα ότι υπάρχουν πάνω από 2 εκ. Ρουμάνοι μετανάστες σε όλη την Ευρώπη, οι περισσότεροι από τους οποίους στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ιρλανδία. Ανεπιβεβαίωτες εκτιμήσεις δείχνουν 3 με 4 εκ. Ρουμάνους μετανάστες διασκορπισμένους στην ευρωπαϊκή ήπειρο και πέρα από αυτήν. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους άφησαν την πατρίδα τους ελλείψει αξιοπρεπούς εργασίας ή εξαιτίας των χαμηλότατων μισθών.

    Στη Ρουμανία δεν υπήρξε ειδική νομοθεσία για τη ρύθμιση των εισοδημάτων των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα εδώ και 19 χρόνια. Η λογική πίσω από αυτό αποτυπώνεται στην έλλειψη πολιτικής βούλησης να δημιουργηθεί μια κοινωνία με συνοχή, όπου ο πλούτος να διανέμεται αρμονικά, και στην εσκεμμένη εμβάθυνση των αντιθέσεων, ώστε να ενταθεί η απογοήτευση που θα μπορούσε να παραγάγει εντάσεις και τελικά να διαιρέσει την κοινωνία, στρέφοντας τη μια κοινωνική τάξη ΕΝΆΝΤΙΑ  στην άλλη. Πρόκειται για το είδος της πολιτικής που είναι γνωστό προ αμνημονεύτων χρόνων ως «διαίρει και βασίλευε».

    Οι αντιθέσεις μέσα στον ίδιο το δημόσιο τομέα μπορούν εύκολα να κατανοηθούν ως διακρίσεις. Όταν, από τη μία, ένας καθηγητής γυμνασίου παίρνει 200-280 ευρώ το μήνα ή ένας γιατρός 350-400, και από την άλλη ένας δικαστής βγάζει 2.000 ως 5.000 ευρώ το μήνα ή ένας υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός ακόμα περισσότερα, πρέπει κανείς να αναρωτηθεί ποιος αποφάσισε μια τέτοια κοινωνική αδικία και σε ποια κριτήρια στηρίχτηκε.

    Είναι πιο σαφές τώρα ότι σ’ αυτό το πλαίσιο ακόμα και μια αύξηση 50% στους μισθούς των δασκάλων δεν θα αποτελούσε παρά ένα μικρό βήμα προς τη δικαιοσύνη και την αρμονία. Και είναι λυπηρό ότι τα συνδικάτα και οι ΜΚΟ δεν ήταν αρκετά ισχυρά για να βάλουν το θέμα αυτό στο τραπέζι του πολιτικού προσωπικού μέχρι η κρίση και το ΔΝΤ να έρθουν και να τους το επιβάλουν.

    Ο Νόμος για το Μισθολόγιο των Δημοσίων Υπαλλήλων έπρεπε να είναι έτοιμος στα τέλη Ιουνίου και να τεθεί σε ισχύ από το 2010, επί του παρόντος όμως η κατάσταση των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στο υπουργείο εργασίας, το υπουργείο οικονομικών και τα συνδικάτα καθιστά αυτό το στόχο ανέφικτο.

    Στις 21 Απριλίου, η Ομοσπονδία Συνδικάτων της Εκπαίδευσης, η FSLI, ανακοίνωνε ότι υπήρξε θύμα παραπληροφόρησης από το υπουργείο εργασίας, προσθέτοντας ότι οι συζητήσεις ήταν άγονες και ότι ο νέος νόμος εισήγε διακρίσεις. Ακόμα και ο υπουργός εργασίας παραδεχόταν ότι «υπάρχουν ανωμαλίες στο σύστημα».

    Στις 26 Μαΐου, οι ηγέτες των Συνδικάτων της Εκπαίδευσης ασκούσαν και πάλι κριτική για τους αργούς ρυθμούς με τους οποίους μορφοποιείται ο νόμος και για το πώς ο ίδιος τοποθετεί τους δασκάλους στο χαμηλό επίπεδο της μισθολογικής κλίμακας. Πρόσθεταν δε ότι ο νόμος «δεν αντανακλά τη διαβούλευση με τα συνδικάτα».

     

    Η επιβολή της έκτακτης εισφοράς

     

    Έκτακτη εισφορά σημαίνει τη φορολόγηση επιχειρήσεων με ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και σύμφωνα με μια κλίμακα κερδοφορίας, είτε αυτές έχουν δραστηριότητα είτε όχι. Η πιο αμφισβητούμενη πρόβλεψη ορίζει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να πληρώσουν 500 ευρώ το χρόνο, ακόμα κι αν δεν έχουν καμιά δραστηριότητα ή δεν έχουν κέρδη.

    Η επίσημη δικαιολόγηση για την επιβολή ενός τόσο αντιδημοφιλούς μέτρου κατά της κρίσης ήταν η ανάγκη χρηματοδότησης του κρατικού προϋπολογισμού και η ανάγκη να περιοριστεί η φοροδιαφυγή.

    Θεωρητικά, θα ήταν δίκαιο μέτρο , από τη στιγμή που υπάρχουν τόσοι μεγιστάνες που χρησιμοποιούν τεχνάσματα για να φοροδιαφεύγουν, είτε διακηρύσσοντας ότι η επιχείρησή τους δεν έχει δραστηριότητα είτε κλείνοντας μια επιχείρηση και μεταφέροντας τη δραστηριότητά τους σε νέες εγκαταστάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι, στην προσπάθεια να επιβάλει δικαιοσύνη και να πιάσει τους μεγάλους φοροφυγάδες, αυτή η ρύθμιση θα επιδράσει αρνητικά στις μικρές επιχειρήσεις, που θα δοκιμάσουν στ’ αλήθεια την εμπειρία της μείωσης της δραστηριότητάς τους εξαιτίας των επιπτώσεων της κρίσης.

    Έτσι, οι αρνητικές επιπτώσεις της ρύθμισης φαίνεται να υποσκελίζουν τις εκτιμώμενες ως θετικές. Πολλές χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις θα κατέρρεαν και τουλάχιστον 200.000 θέσεις εργασίας θα εξαφανίζονταν σε έναν και μόνο χρόνο. Αυτό θα οδηγούσε στην αύξηση των τιμών των υπηρεσιών. Επιπλέον, οι προσπάθειες να αποφευχθεί η άδικη φορολόγηση θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέα άνθηση της παραοικονομίας.

    Χρειάζεται να τεθεί ένα απλό ερώτημα: ποιος θα πληρώσει για την κρίση; Η πραγματικότητα μας υποχρεώνει να δούμε ότι θα την πληρώσουν η πλειοψηφία και οι φτωχοί.

     

    Η Έκκληση για Κοινωνική και Εθνική Αλληλεγγύη

     

    Η κυβέρνηση και ο πρόεδρος εκπόνησαν μια Έκκληση για Κοινωνική και Εθνική Αλληλεγγύη προκειμένου να ξεπεραστεί η κρίση. Στις λέξεις-κλειδιά «κοινωνικός», «εθνικός» και «αλληλεγγύη», σύντομα προστέθηκε και ο όρος «υπευθυνότητα». Η έκκληση απευθύνθηκε πρώτα απ’ όλα στα συνδικάτα, ώστε να τα κάνει να ακυρώσουν τις προγραμματισμένες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας και να αρχίσουν να συνεργάζονται με τα αφεντικά των εταιρειών και τις κρατικές αρχές, όπως και έκαναν.

    Την περασμένη άνοιξη οι εργάτες της Dacia-Renault κλήθηκαν να επιστρέψουν στη δουλειά έπειτα από μια περίοδο κατά την οποία αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο μείωσης των ωρών εργασίας στο μισό, ακόμα και την απώλεια θέσεων εργασίας. Τώρα, δουλεύουν υπερωρίες ακόμα και τα Σαββατοκύριακα και είναι αρκετά χαρούμενοι μ’ αυτό. Το θαύμα ήρθε από τη Γερμανία και άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, που κατάρτισαν προγράμματα για την απόσυρση παλιών αυτοκινήτων και επιχείρησαν να δελεάσουν τους πολίτες να αγοράσουν καινούργια σε χαμηλότερη τιμή. Αυτό είναι ένα παράδειγμα του πώς οι ευρωπαϊκές νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις και οι υπερεθνικές επιχειρήσεις έχουν μέχρι στιγμής καταφέρει να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν την κρίση.

    Παρ’ όλα αυτά, έχει εκτιμηθεί ότι ο αριθμός των Ρουμάνων ανέργων θα ανέλθει σε 800.000 στη διάρκεια αυτής της χρονιάς, για να μην αναφέρουμε τους περισσότερους από 2 εκατομμύρια μετανάστες στην Ιταλία και την Ισπανία, οι οποίοι, αν επιστρέψουν στα σπίτια τους εξαιτίας της κρίσης, θα διπλασιάσουν την ανεργία.

    Μολονότι, λοιπόν, η Έκκληση για Εθνική Αλληλεγγύη και Υπευθυνότητα είναι θεωρητικά επιθυμητή, δεν είναι ηθικά σωστή, καθώς διατυπώνεται από τους πλούσιους που βρίσκονται στην εξουσία και που δεν πληρώνουν για την κρίση.

     

    Συμπερασματικά

    Οι λύσεις για μια καλύτερη ζωή, μια καλύτερη χώρα κι έναν καλύτερο κόσμο φαίνονται ακόμα πιο μακρινές, αν κανείς τις περιμένει να έρθουν μόνο από τα πολιτικά κόμματα. Αυτή τουλάχιστον είναι η περίπτωση της Ρουμανίας. Πιστεύουμε ότι οι λύσεις για τη συγκρότηση μιας καλύτερης κοινωνίας πρέπει πρώτα απ’ όλα να έρθουν από τους ανθρώπους, από τους δρώντες της κοινωνίας των πολιτών, όπως τα κοινωνικά κινήματα, τα δίκτυα, οι ΜΚΟ και τα συνδικάτα. Αυτό απαιτεί όχι μόνο τη θεραπεία της κοινωνίας από πληγές του παρελθόντος, φόβους, μύθους, καθώς και ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά κατάλοιπα, αλλά και την ανάπτυξη της ατομικής και συλλογικής αυτοσυνείδησης. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ο ρόλος της παιδεία και του πολιτισμού είναι κομβικός.

    Μετάφραση: Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος


Related articles