• Άρθρο πολιτικής συμβουλευτικής
  • Για τον μετασχηματισμό στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη

  • Βερόνικα Σούσοβα-Σαλμινεν | 13 Jul 16 | Posted under: Central and Eastern Europe
  • Παγκόσμιοι συστημικοί σχεδιασμοί – τοπικές πολιτικές συνέπειες

    Please find the pdf for download on the right (2 MB) (Κατεβάστε το pdf δεξιά)

    Εισαγωγή

    Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ευρώπη δείχνουν ότι απέχουμε πολύ από την επίλυση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των συνεπειών της. Ενώ, αντιθέτως, παρατηρούμε όλο και εντονότερα τα σημάδια μιας μετακρίσης η οποία δεν αφορά μόνο την οικονομική σφαίρα. Το κείμενο αυτό επιχειρεί να ρίξει φως στα βασικά συστημικά προβλήματα και τις πολιτικές επιπτώσεις του μετακομμουνιστικού μετασχηματισμού στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (ΚΑΕ) [1]. Ο μετακομμουνιστικός μετασχηματισμός αποτελούσε συστατικό στοιχείο ευρύτερων συστημικών εξελίξεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε περιφερειακό επίπεδο, εξακολουθεί να αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της τρέχουσας πολιτικής κατάστασης, καθώς και της κρίσης της δημοκρατίας.

    Η Μέρι Καλντορ έγραψε πολύ πρόσφατα, σχολιάζοντας δύο σημαντικές εργασίες για την κατανόηση της ουκρανικής κρίσης: «Ίσως το χειρότερο λάθος της Δύσης την επομένη του Ψυχρού Πολέμου …. να ήταν οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές στρατηγικές που επιβλήθηκαν στις χώρες που έβγαιναν από το κουμμουνιστικό σύστημα. Αντί για ουσιαστική βοήθεια και ένα συντονισμό των μεταρρυθμίσεων ώστε να ληφθούν υπόψιν οι κοινωνικοί παράγοντες των εν λόγω κοινωνιών, όπου η εργασία και οι δημόσιες υπηρεσίες ήταν εγγυημένες, οι δωρητές από τη Δύση πρότειναν αυτό που ήταν γνωστό ως «θεραπεία του σοκ». Και καταλήγει: «Αυτό που συνέβη δεν ήταν μια μετάβαση στη δημοκρατία και τον έννομο καπιταλισμό, αλλά στην κλεπτοκρατία και την αγοραία πολιτική» [2]. Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί μια ριζοσπαστική επανερμηνεία του μετακομμουνιστικού μετασχηματισμού και των πολιτικών συνεπειών του, τελείως διαφορετική από τα αισιόδοξα σενάρια του παρελθόντος και ακόμη πιο διαφορετική από τις προσδοκίες του κόσμου όλης αυτής της περιοχής το 1989.

    Η περιφέρεια των χωρών ΚΑΕ μπήκε στη διαδικασία μετασχηματισμού σε μια ιδιαίτερη ιστορική συγκυρία του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η ένταξή της στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία εμπνεόταν από το νεοφιλελεύθερο δόγμα που διατυπώθηκε στην αποκαλούμενη «Συναίνεση της Ουάσιγκτον» και εδραιώθηκε στην περιοχή. Ο νεοφιλελευθερισμός άλλαξε δραματικά την ισορροπία μεταξύ της πολιτικής και της οικονομίας προς όφελος της δεύτερης. Πρέπει να τον αντιληφθούμε πέρα από την οικονομική σφαίρα, ως έναν ιδιαίτερο τύπο υποκειμενικότητας που στηρίζεται στην απόδοση προτεραιότητας στις οικονομικές μετρήσεις και τον ριζοσπαστικό ατομικισμό, αλλά και ως μια υπερεθνική διάρθρωση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας [3].

    Ωστόσο, η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ακολούθησε έναν διαφορετικό δρόμο μετασχηματισμού από τους ανατολικότερους γείτονές της, κυρίως τις μετασοβιετικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπως η Λευκορωσία, η Ουκρανία, η Μολδαβία και η Ρωσία. Οι διαφορές είναι δομικές, πολιτικές και πολιτιστικές, αλλά και γεωπολιτικές. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και πολλές ομοιότητες που απορρέουν από τα γενικά μοντέλα μετασχηματισμού. Τέλος, πολλά παρεμφερή προβλήματα παρατηρούνται, αναμφίβολα, σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, αλλά και μακρύτερα. Αυτό μας υπενθυμίζει ότι οποιαδήποτε προσέγγιση αντιμετωπίζει μια χώρα ως μεμονωμένη περίπτωση είναι πολύ περιορισμένη.

    Η παγκόσμια οικονομία και η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη

    Η κλασική θεωρία του Ιμάνουελ Βάλερσταϊν για τα Παγκόσμια Συστήματα [4] εστιάζει στην κατανομή της εργασίας ως συστατικής δύναμης της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας. Αυτή η θεωρία κατατάσσει τις διαφορετικές περιφέρειες του κόσμου σε τρεις κατηγορίες: συνοπτικά, υπάρχει ένα πυρήνας (κέντρο) που παράγει βιομηχανικά αγαθά, τεχνολογικές καινοτομίες και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια περιφέρεια που παράγει κυρίως πρώτες ύλες και πουλά χειρονακτική και φθηνή ανθρώπινη εργασία. Κάπου ανάμεσα βρίσκεται η ημιπεριφέρεια, που αποτελεί ένα συνδυασμό των δύο προηγούμενων παραγωγικών μοντέλων. Οι σχέσεις των διαφορετικών οντοτήτων είναι πολύ σύνθετες και χαρακτηρίζονται από αμοιβαία αλλά ασύμμετρη εξάρτηση. Οι εξελίξεις των τελευταίων σαράντα ετών (μεταξύ άλλων, η αποβιομηχάνιση του πυρήνα και η εντεινόμενη χρηματιστικοποίησή του) επέφεραν μια ελαφρά αλλαγή στις σχέσεις κέντρου – περιφέρειας. Εκτός αυτού, εμφανίζονται σήμερα σαφή σημάδια ανάδυσης νέων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κέντρων και εκτός Δύσης (όπως η Κίνα και η Ινδία).

    Ιστορικά, η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (ΚΑΕ), καθώς και η Ανατολική Ευρώπη, εντάχθηκαν σταδιακά στην παγκόσμια οικονομία, εστιάζοντας όλο και πιο πολύ στον περιφερειακό χαρακτήρα της παραγωγής και των σχέσεων, από τον δέκατο έκτο αιώνα και μετά. Σε όλη τη διάρκεια της ένταξης (και, στην ουσία, του μετασχηματισμού) τους το κύριο εξαγώγιμο προϊόν τους προς τα κέντρα της παγκόσμιας οικονομίας ήταν η εμπορευματοποιημένη αγροτική παραγωγή.

    Η περιοχή ήταν μακριά από τους κύριους εμπορικούς δρόμους, γεγονός που ενίσχυσε τη διαφοροποίησή της από τη Δυτική Ευρώπη. Αυτή η συγκυρία συνοδεύτηκε αργότερα από την εισαγωγή της αποκαλούμενης δεύτερης δουλοπαροικίας, από την άνιση αναδιανομή των τεράστιων (ημικαπιταλιστικών) αριστοκρατικών ιδιοκτησιών της υπαίθρου, την αποδυνάμωση της σημασίας των πόλεων και τα χαμηλότερα επίπεδα εκβιομηχάνισης. Η επιμονή στην καταναγκαστική εργασία (δουλοπαροικία) και τα ημιβιομηχανικά/αγροτικά κτήματα επηρέασε βαθιά το κοινωνικό και πολιτικό μέλλον της περιοχής. Τα φαινόμενα αυτά δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως φεουδαρχικοί θεσμοί, αλλά ως ημικαπιταλιστικά φαινόμενα που χαρακτηρίζουν τις (ημι)περιφέρειες της παγκόσμιας οικονομίας. Εν ολίγοις, δεν αποτελούν την έκφραση μιας ενδογενούς «οπισθοδρόμησης». Στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, την περιοχή διέτρεχαν πολλές διαφορές: τα δυτικά της τμήματα αποτελούσαν μια εκβιομηχανισμένη ημιπεριφέρεια, ενώ τα ανατολικά διατήρησαν τον περιφερειακό τους χαρακτήρα.

    Ο μετακομμουνιστικός μετασχηματισμός ενέταξε την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, σε μεγάλο βαθμό κατ’ αναλογία με την ιστορικά σύνθετη παράδοσή της, ως μια αμφίσημη και ποικιλόμορφη ενότητα, ημικεντρική και ημιπεριφερειακή ταυτόχρονα. Ήταν μια επανένταξη η οποία στηρίχθηκε σε συστημικές διαδικασίες εξάρτησης (εσωτερικής και εξωτερικής) μαζί με την προσαρμογή στη νέα καπιταλιστική (νεοφιλελεύθερη) εποχή της παγκόσμιας οικονομίας.

    Οι τέσσερις δεκαετίες του σοσιαλιστικού πειράματος με τις προσπάθειές του για χειραφέτηση από το σύστημα (που απέτυχαν αλλά δεν πρέπει να ξεχαστούν) δεν αποδείχθηκαν ικανές να υπερβούν αυτό τον συστημικό προγραμματισμό. Όπως τόνισε ο Βάλερσταϊν, το σοσιαλιστικό πείραμα ήταν μια πολιτική δομή που απέβλεπε στο να βοηθήσει τα κράτη της ημιπεριφέρειας να προσαρμοστούν στην εδραίωση του βιομηχανικού καπιταλισμού. Ο σοσιαλισμός συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στον εκσυγχρονισμό αλλά ταυτόχρονα, εξήρε ή αναπαρήγε τα ημιπεριφερειακά ή περιφερειακά χαρακτηριστικά της περιοχής. Ο νεοφιλελεύθερης έμπνευσης μετασχηματισμός υιοθέτησε και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον (ημι)περιφερειακό χαρακτήρα των τοπικών οικονομιών και δημοκρατιών. Ο μετακομμουνιστικός μετασχηματισμός ενέταξε την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, σε μεγάλο βαθμό κατ’ αναλογία με την ιστορικά σύνθετη παράδοσή της, ως μια αμφίσημη ενότητα, ημικεντρική και ημιπεριφερειακή ταυτόχρονα [5]. Ήταν μια επανένταξη η οποία στηρίχθηκε σε συστημικές διαδικασίες εξάρτησης, μαζί με την προσαρμογή στη νέα καπιταλιστική (νεοφιλελεύθερη) εποχή της παγκόσμιας οικονομίας. Το ίδιο μπορούμε να υποστηρίξουμε και για το τμήμα της Ευρώπης που δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για παράδειγμα, η Ρωσία δεν ξεπέρασε τον περιφερειακό χαρακτήρα της ως οικονομία εξαρτώμενη από τις πρώτες ύλες (και τις οικονομικές συγκυρίες), η οποία δημιουργήθηκε τον δέκατο έκτο αιώνα.

    Οι δομές του νεοαποικιακού /νεοφιλελεύθερου καθεστώτος

    Η Τσέχα οικονομολόγος Ιλόνα Σβιλίκοβα δημοσίευσε πρόσφατα ένα βιβλίο με τον τίτλο: Πώς γίναμε αποικία; (2015) [6]. Σε αυτό προσπαθεί να εντοπίσει τα βασικά συστημικά προβλήματα της μετακομμουνιστικής περιόδου χρησιμοποιώντας, ειδικά, το παράδειγμα της Τσεχίας. [7]. Κατά την άποψή της, η τσεχική οικονομία εμφανίζει σαφή (νέο)αποικιακά χαρακτηριστικά ενσωματωμένα στη δομή της, η οποία στηρίζεται στην εξάρτηση από τη Δύση (το κέντρο), γενικά, και τη Γερμανία ειδικότερα.

    Η Σβιλίκοβα υπογραμμίζει τη σύνθετη αλληλεπίδραση ανάμεσα σε τοπικούς και εξωτερικούς παράγοντες που δημιουργεί μια τέτοια νεοαποικιακή κατάσταση. Η Δημοκρατία της Τσεχίας προσανατολίστηκε στις εξαγωγές και εξαρτήθηκε από τομείς στρατηγικής σημασίας (όπως τα τρόφιμα και η αγροτική παραγωγή, αλλά και οι επενδύσεις). Τα κύρια εξαγωγικά αγαθά της δεν είναι μόνο τα βιομηχανικά προϊόντα των δυτικών υπερεθνικών (κυρίως αυτοκίνητα και άλλα βιομηχανικά εξαρτήματα) αλλά ουσιαστικά, είναι και «εξαγωγική δύναμη» φθηνής εξειδικευμένης εργασίας.

    Παραδόξως, αυτή η δομική εξάρτηση από την εργασία δεν συνοδεύτηκε από τις απαραίτητες κοινωνικές, εκπαιδευτικές πολιτικές και τις πολιτικές υγείας για την ανάπτυξη και προστασία του ανθρώπινου κεφαλαίου. Αυτό συνιστά σαφή παρέκκλιση από τη θεωρία αναφορικά με τα κράτη που στηρίζονται στην εργασία. Η τσεχική μετακομουνιστική οικονομία (αλλά και πολλές άλλες) χρησιμοποιεί την ανθρώπινη εργασία ως πρώτη ύλη, σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες/ νεοαποικιακές κρατικές πρακτικές.

    Συμπερασματικά, μπορούμε να μιλάμε για ένα μυωπικό και κοινωνικά επιβλαβές μοντέλο εκμετάλλευσης. Με συνέπεια την παραμόρφωση της οικονομίας και της κοινωνίας. Η νέα βερσιόν μιας (μεταφορικά) «τρίτης δουλοπαροικίας» εμφανίζει πολύ σύγχρονα δομικά χαρακτηριστικά. Και αυτό είναι, και πάλι, αδιάσπαστα συνδεδεμένο με τους συστημικούς όρους της παγκόσμιας οικονομίας και τα εγχώρια δημοκρατικά ελλείμματα.

    Το διαρκώς επιδεινούμενο τσεχικό κράτος πρόνοιας (όπως και αυτό των χωρών του Βίζεγκραντ, και, ουσιαστικά, το ευρωπαϊκό) επαναπροσανατολίστηκε γύρω από τη λογική της βραχυπρόθεσμης ανταπόδοσης, και όχι εκείνη της ανάπτυξης ή της βιωσιμότητας. Η παγκόσμια κρίση ενίσχυσε την κρίση του κράτους πρόνοιας, οδηγώντας σε ριζοσπαστικές πολιτικές λιτότητας συνοδευόμενες από μια αντικοινωνική ρητορική και από την εντεινόμενη πολιτική αποξένωση και κοινωνική απομόνωση. Επιπλέον, όπως υποστηρίζει η Σβιλίκοβα, η εξάρτηση από τις εξαγωγές και οι τάσεις εκμετάλλευσης της εργασίας υποστηρίζονται μόνο από τις νομισματικές πολιτικές της κεντρικής τράπεζας (τεχνητή υποτίμηση του νομίσματος) και από άδικες και αναποτελεσματικές φορολογικές μακροοικονομικές πολιτικές. Συνοπτικά, το συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο συγκροτήθηκε ως εξαγωγική οικονομία στηριζόμενη στην πώληση της υποτιμημένης ανθρώπινης εργασίας.

    Αυτό συνοδεύτηκε πρόσφατα από μια τεράστια διαρροή μερισμάτων από την Τσεχική Δημοκρατία προς το εξωτερικό. Το 2015 διέρρευσε από τη χώρα ένα ποσό ρεκόρ 214 δισεκατομμυρίων CZK (7,9 δις ευρώ), που ήταν μια από τις μεγαλύτερες εκροές στην ΕΕ [8]. Αυτός ο τύπος εκροής είναι, ωστόσο, απολύτως χαρακτηριστικός για όλη την περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Οι κύριοι αποδέκτες της είναι δυτικοί όμιλοι και τράπεζες και εντός της ΕΕ. Στην περίπτωση της Τσεχίας η εκροή αυτή αντιπροσωπεύει το 5% του ΑΕΠ της χώρας. Τελικά, μιλάμε για ένα μυωπικό και κοινωνικά επιβλαβές μοντέλο εκμετάλλευσης. Με συνέπεια, τη συνεχιζόμενη παραμόρφωση της οικονομίας και της κοινωνίας. Η νέα βερσιόν μιας (μεταφορικά) «τρίτης δουλοπαροικίας» εμφανίζει πολύ σύγχρονα δομικά χαρακτηριστικά. Και αυτό είναι, και πάλι, αδιάσπαστα συνδεδεμένο με τους συστημικούς όρους της παγκόσμιας οικονομίας και τα εγχώρια δημοκρατικά ελλείμματα, ως συστατικά στοιχεία της ημιπεριφέρειας.

    Οι πικροί καρποί του μετασχηματισμού

    Ο (ημι)περιφερειακός νεοφιλελευθερισμός λειτουργεί, αναπόφευκτα, ως μια σύνθετη αλληλεπίδραση ανάμεσα σε εισηγμένες ιδέες και ιδεολογίες (μοντέλα) και εγχώριες παραδόσεις. Η επιθυμία να γίνουμε «σαν αυτούς» (δηλ. τη Δύση) είναι ένας στόχος που δεν μπορεί να κατακτηθεί εξαιτίας των συστημικών όρων. Αλλά αυτό δεν συζητιέται και, επομένως, συνιστά πηγή αυξανόμενης απογοήτευσης και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Στο βιβλίο του για τον μετακομμουνισμό [9], ο Κροατός φιλόσοφος Μπόρις Μπούντεν, σημειώνει άλλη μια πτυχή των διαδικασιών μετασχηματισμού πέρα από την οικονομική σφαίρα: την κατασταλτική ‘βρεφοποίηση’ των πολιτών της Κεντροανατολικής Ευρώπης ως καταστατικού μέρους του μετασχηματισμού. Ο Μπούντεν επισημαίνει τον βαθιά πατερναλιστικό λόγο που εμπεριέχεται στην αυτοκρατορική σχέση της ευρωπαϊκής Δύσης με τις ανατολικές περιφέρειές της. Μια σχέση που γίνεται αντιληπτή ως σχέση μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Τα τέκνα του μετακομμουνισμού άρχισαν να ξυπνάνε πολιτικά με όλο και πιο έντονα δυσάρεστα συναισθήματα, με κοινωνική αγωνία και αυξανόμενα επίπεδα απογοήτευσης. Και η συνολική εικόνα είναι μάλλον συγκεχυμένη. Είναι όμως, στ’ αλήθεια, τόσο πρωτόγνωρη;

    Το 1992 ο Γερμανός κοινωνιολόγος Κλάους Όφε εξέδωσε μια σημαίνουσα μελέτη [10] για τα δυνητικά προβλήματα του μετασχηματισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Υποστήριζε ότι το γεγονός ότι ο μετασχηματισμός συνδεόταν με τρία καίρια προβλήματα -την οικοδόμηση του καπιταλισμού, την οικοδόμηση της δημοκρατίας και την οικοδόμηση του έθνους κράτους, συνεπαγόταν πολλούς κινδύνους και πολλά ρίσκα. Ειδικότερα, ο Όφε προέβλεπε: α) την αποτυχημένη οργάνωση της αγοράς εξαιτίας της διατήρησης των καρτέλ και των μονοπωλιακών δομών, β) την παρεμπόδιση της δημοκρατίας λόγω της αλληλεπίδρασης του εγχώριου και του διεθνούς κεφαλαίου, γ) την επιτυχή εισαγωγή της οικονομίας της αγοράς χωρίς τη δυνατότητα δίκαιης κατανομής των κερδών του, ή δ) την αυταρχική επιστροφή στην εθνικοποίηση της ιδιοκτησίας. Τέλος, ο Όφε υποστήριζε (το 1992) ότι: «η συσσώρευση των απογοητεύσεων μπορεί να οδηγήσει στη διεκδίκηση ενός τύπου ‘δημοκρατίας’ που δεν θα θεμελιώνεται στις πολιτικές ελευθερίες και την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση, τη διεκδίκηση δηλαδή, μιας λαϊκιστικής προεδρικής δικτατορίας» [11]. Δυστυχώς, φαίνεται να μην έπεσε έξω στην εκτίμηση των κινδύνων για τη δημοκρατία, παρότι την έγραψε πριν από είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

    Πίσω στο συστημικό παρελθόν

    Η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη έκανε μια ενδιαφέρουσα διαδρομή από το παρελθόν στο παρόν στη διάρκεια του αποκαλούμενου μετακομμουνιστικού μετασχηματισμού. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τους ανατολικότερους γείτονές της, όπως η Ουκρανία και η Ρωσία, που βρίσκονται στην πιο απομακρυσμένη περιφέρεια της ΕΕ. Οι πρόσφατες πολιτικές αναταραχές στην Ουκρανία θα πρέπει να ερμηνευθούν ως αντίδραση στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις του 1991 και της περιόδου 2004-2013 αντίστοιχα. Είναι εντυπωσιακό το ότι η Ουκρανία μπήκε πρόσφατα σε παρόμοιο νεοφιλελεύθερο δρόμο μεταρρυθμίσεων ο οποίος στηρίζεται στην «επιτυχή» περιφερειακή εμπειρία των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και με την προσωπική σφραγίδα γνωστών θιασωτών της θεραπείας του σοκ, όπως ο Λέζεκ Μπαλσέροβιτς ή ο Ιβάν Μικλός.

    Φυσικά, ο μετασχηματισμός δέχεται ποικίλες κριτικές. Ορισμένοι θα υποστηρίξουν ότι πρόκειται για ένα ‘σαξές στόρι’ (που πρέπει να επαναληφθεί στην Ουκρανία) και ότι τα οικονομικά μεγέθη των επιδόσεων της περιφέρειας είναι αρκετά καλά ή, όχι και τόσο άσχημα. Αλλά υπάρχουν και πολλές αρνητικές κριτικές, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τους κοινωνικά κριτήρια και κριτήρια ευημερίας, καθώς και προσωπικές αντιλήψεις [12].

    Η δική μας προσέγγιση στο πρόβλημα δίνει, προφανώς, έμφαση στην ιδέα ότι η οικονομία είναι ένα εργαλείο για την κατάκτηση καλύτερης ποιότητας ζωής από την πλειονότητα των πολιτών.

    Η οικονομία πρέπει να παρέχει τα δημόσια αγαθά της κοινωνικής πρόνοιας, της ασφάλειας,  των κοινωνικών στάνταρντ και της βιωσιμότητας, με σεβασμό στους περιορισμούς που θέτει η οικολογία. Δεν πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό, ή έναν άπληστο μηχανισμό συσσώρευσης πλούτου στα χέρια ενός περιορισμένου κοινωνικού στρώματος. Στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη υπάρχει μια ισχυρή αίσθηση αποξένωσης ανάμεσα στην οικονομία και την κοινωνία και ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική. Και αυτή η αποξένωση πάει πέρα από τα στατιστικά νούμερα περί οικονομικής μεγέθυνσης, γιατί είναι βαθιά ριζωμένη στην κοινωνία. Σημασία έχει και σε ποια βάση στηρίζεται η οικονομική μεγέθυνση, ή πώς λειτουργεί η πολιτική οικονομία επί της ουσίας, για κάθε χώρα. Αλλά, γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει αποβεί μια μέθοδος διάλυσης μιας νεογέννητης δημοκρατίας και μιας νεογέννητης κοινωνίας πολιτών, παρά τις όποιες προκηρύξεις του. Έτσι, όσον αφορά την οικοδόμηση του δημοκρατικού καπιταλισμού, τα αποτελέσματά του είναι πολύ αμφίβολα [13].

    Το συστημικό πλαίσιο είναι σημαντικό και από την άποψη του κυρίαρχου υποδείγματος. Για να θυμίσω τα λόγια της Μέρι Καλντορ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η περιοχή της ΚΑΕ έγινε το εργαστήριο του νεοφιλελευθερισμού, ο συμβολικός τόπος του μεγαλύτερου θριάμβου του, αλλά και η βασική μηχανή διάδοσης του νεοφιλελεύθερου δόγματος παγκοσμίως. Δεν υπήρξε, και δεν θα μπορούσε να είναι, ένας νέος τύπος ‘Σχεδίου Μάρσαλ’. Με άλλα λόγια, ο μετασχηματισμός βοήθησε στην προώθηση του νεοφιλελευθερισμού και, κατά την άποψη ορισμένων, μετέθεσε την αναπότρεπτη κρίση του.

    Η κληρονομιά του μετασχηματισμού: η σημερινή κατάσταση

    Φαίνεται ότι η οικονομική κρίση εξασθενεί και ότι οι χώρες ΚΑΕ εμφανίζουν καλύτερες οικονομικές επιδόσεις. Όμως, η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο. Η παγκόσμια κρίση άνοιξε τους κρουνούς της απογοήτευσης, των ανεκπλήρωτων προσδοκιών, της αβεβαιότητας και της δυσπιστίας στις κοινωνίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, σε διαφορετικό βαθμό για καθεμιά από αυτές. Επιπλέον, η νεοφιλελευθεροποίηση άγγιξε το μη αναστρέψιμο σημείο της, καθιστώντας πιο ορατές τις αρνητικές κοινωνικοπολιτικές συνέπειές της στην περιοχή και πέρα από αυτήν.

    Πρώτον, σήμερα βιώνουμε μια πολύ ορατή κρίση της δημοκρατίας που συνοδεύεται από την κρίση των ελίτ και την απώλεια της πολιτικής νομιμότητάς τους. Τα πολιτικά κόμματα διασπώνται και γίνονται ευμετάβλητα. Τα παραδοσιακά κόμματα χάνουν τη δύναμή τους γιατί δεν έχουν πια τις ρίζες τους στην κοινωνία. Η κατάσταση αυτή είναι λίγο πιο παλιά στις χώρες της Βαλτικής και τα Βαλκάνια, αλλά αποτελεί πραγματικότητα και για το πιο σταθερό πολιτικό περιβάλλον της τσεχικής δημοκρατίας. Αν αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία και ως σύστημα που βασίζεται στην πολιτική καινοτομία, τότε, οι δημοκρατίες των χωρών ΚΑΕ διαθέτουν πολύ φτωχή παράδοση. Πρόκειται κι εδώ για το καθεστώς της εξάρτησης, ή της ημιπεριφέρειας που εμποδίζει οποιαδήποτε καινοτομία και γέρνει προς μια, συχνά κακή ή επιφανειακή απομίμηση των δυτικών μοντέλων.

    Κατά συνέπεια, παρατηρείται μείωση της πολιτικής συμμετοχής, όπως η εκλογική συμμετοχή, που συνοδεύεται από πολύ χαμηλό βαθμό πολιτικής ένταξης και χαμηλό κοινωνικό κεφάλαιο. Αυτό βαθαίνει τη δημοκρατική κρίση και/ή δυναμώνει τον λαϊκισμό με τα αντιστασιακά μηνύματά του και την ικανότητά του να χειραγωγεί την απογοήτευση του κόσμου. Στην πραγματικότητα, η δημόσια ζωή στην περιοχή ΚΑΕ περιβάλλεται από μια νεοφιλελεύθερη πολιτική έρημο.

    Δεύτερον, βιώνουμε μια βαθιά και επιταχυνόμενη κρίση εμπιστοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (και τους δημοκρατικούς θεσμούς). Η ΕΕ θεωρείται όλο και πιο πολύ ως αρνητικός παράγοντας, τελείως απομακρυσμένος από τα ‘πραγματικά’ προβλήματα. Τα στατιστικά μεγέθη δείχνουν ότι η δυσπιστία απέναντι στην ΕΕ μεγαλώνει σε όλη την περιοχή. Για παράδειγμα, το 63% των Τσέχων, το 51% των Σλοβάκων και το 61% των Σλοβένων δεν εμπιστεύονται την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία και τη Ρουμανία, αυτά τα ποσοστά είναι λίγο υψηλότερα [14].

    Ο σκεπτικισμός αναφορικά με την ΕΕ συμβαδίζει με την αντικειμενική πολιτική αδυναμία των χωρών ΚΑΕ να προτείνουν από μόνες τους καινοτόμες πολιτικές. Η θέση τους ως ‘outsiders στην ΕΕ’ αποτελεί συστατικό μέρος του προβλήματος. Αφήνει περισσότερο χώρο στον λαϊκιστικό ευρωσκεπτικισμό που αναδύεται στην περιοχή. Έτσι, μέχρι στιγμής, υπάρχει μεγάλο κενό ανάμεσα στη συζήτηση για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις της ΕΕ και τον απόλυτο σκεπτικισμό (που προσφέρει ως λύση έναν τύπο ‘εξόδου’).

    Τρίτον, ο εθνικισμός αποτελεί μια από τις απαντήσεις στα σύνθετα προβλήματα του μετακομμουνιστικού μετασχηματισμού. Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα του εθνικισμού είναι επίσης ένα σύνθετο φαινόμενο. Υπάρχουν τρία επίπεδα:

    Στο πρώτο επίπεδο, ο εθνικισμός στις χώρες ΚΑΕ αποτελεί μια καθυστερημένη αντίδραση στις πολιτιστικές αλλαγές που επέφεραν οι μετακομμουνιστικές εξελίξεις οι οποίες, και πάλι, δεν ήταν απολύτως θετικές. Η γοργή και χωρίς κανόνες παγκοσμιοποίηση έγινε περισσότερο ή λιγότερο ορατή ως πολιτιστική απώλεια. Με αυτήν την έννοια, ο εθνικισμός μπορεί να εκληφθεί ως μια θετική πολιτική δύναμη που δρα στο όνομα της διατήρησης της ευρωπαϊκής πολιτιστικής ποικιλομορφίας (περιφερειακές και εθνικές/τοπικές κουλτούρες, παραδόσεις, τέχνες, πολιτιστικές πρακτικές) και ως όχημα κατά της παγκοσμιοποίησης και των εταιρικών ομίλων. Επιπλέον, ο εθνικισμός έχει και ανταποδοτικό χαρακτήρα γιατί χρησιμεύει ως εργαλείο ανοικοδόμησης της πολιτικής διάστασης της συλλογικότητας που κατέστρεψε ο νεοφιλελευθερισμός.

    Σε δεύτερο επίπεδο, ο εθνικισμός απαντά στην κρίση διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την κρίση του προγράμματος ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Για παράδειγμα, η ουκρανική και η μεταναστευτική κρίση κατέδειξαν τις αδυναμίες της ΕΕ για μια επιτυχή επίλυση μακροχρόνιων γεωπολιτικών προβλημάτων. Εδώ, η ημιπεριφέρεια αντιλαμβάνεται την αδυναμία του κέντρου με αυξανόμενη επαγρύπνηση. Και αυτό είναι εντονότερο σε περιοχές με πολύ ταραγμένη ιστορική εμπειρία. Αυτό, μαζί με την κρίση στη ζώνη ευρώ, δημιούργησε ένα πολύ αβέβαιο περιβάλλον και την αίσθηση ότι οι ηγέτες και η γραφειοκρατία της ΕΕ είναι ανίκανοι να επιλύσουν τα προβλήματα. Η ΤΤΙΡ και η αυξανόμενη εξάρτηση από τις ΗΠΑ αποτελούν μια ακόμη πηγή περιορισμένου σκεπτικισμού. Υπάρχει, ωστόσο, ένα αιτιολογημένο πλαίσιο γι αυτή την άρθρωση του εθνικισμού, στο βαθμό που η οποιαδήποτε αλλαγή ή μεταρρύθμιση πρέπει να γίνει πρώτα σε επίπεδο έθνους κράτους, σύμφωνα με τις ισχύουσες συνθήκες.

    Στο τρίτο επίπεδο, ο εθνικισμός αποτελεί όχημα πολιτικής κινητοποίησης με συντηρητικά χαρακτηριστικά ή χαρακτηριστικά παραδοσιαρχίας και/ή ξενοφοβίας ή ρατσισμού. Εδώ, το μεταναστευτικό παραμένει το κύριο θέμα. Είναι αλήθεια ότι ο πολιτικός διάλογος για το μεταναστευτικό στις χώρες ΚΑΕ είναι τεχνητά διογκωμένος και το ζήτημα γίνεται αντιληπτό ως πιο απειλητικό από ότι είναι στην πραγματικότητα. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει κι εδώ ένα λογικό υπόβαθρο για την εξήγηση αυτών των δραματικών εξελίξεων. Η μεταναστευτική κρίση αποκάλυψε βαθιές ανισότητες μέσα στην ΕΕ και πρόβαλε το καθεστώς ημιπεριφέρειας των χωρών ΚΑΕ. Η περιοχή, παρότι είναι συστατικό μέρος της ΕΕ (ή της ‘Δύσης’) παραμένει ένα τυφλό σημείο για την πλειονότητα των μεταναστών και προσφύγων. Η εμφανής έλλειψη θελκτικότητας της περιοχής και, από την άλλη πλευρά, οι προσπάθειες της ΕΕ να κατανείμει το βάρος της μετανάστευσης σε όλες τις χώρες συντελούν στην μάλλον αρνητική πρόσληψη του ζητήματος. Ίσως αυτό (μεταξύ άλλων) να μπορούσε να θεωρηθεί –με μια δόση ειρωνείας- ως ένα αποφασιστικό τεστ για την επιτυχία του μετασχηματισμού μακροπρόθεσμα.

     

    Πίνακας:  Συνοπτικά οικονομικά προφίλ ορισμένων χωρών ΚΑΕ έναντι άλλων χωρών της ΕΕ (2016)

    Σημειώσεις

    [1] Με τον όρο χώρες ΚΑΕ εννοούμε τις χώρες/μέλη της ΕΕ που εντάχθηκαν σε αυτήν κατά τις διαδικασίες ένταξης του 2004, του 2007 και του 2013. Ανατολική Ευρώπη είναι η ονομασία που δόθηκε στις χώρες του πρώην κομμουνιστικού κόσμου που είναι εκτός ΕΕ.  

    [1] Central East Europe should be understood as countries/members of the EU that joined during the waves of enlargement in 2004, 2007 and 2013. Eastern Europe is the name given to those countries of the former communist world outside the EU.

    [2]Mary Kaldor: Geopolitics versus the Political Market: the Origins of War in Ukraine, https://www.opendemocracy.net/od-russia/mary-kaldor/geopolitics-versus-political-marketplace-origins-of-war-in-ukraine

    [3] Βλ. Dorotheehttps://www.transform-network.net/ Bohle – Gisela Neunhöffer: Why There Was no Third Way? The Role of Neoliberal Ideology, Networks and Think Thanks in Combating Market Socialism and Shaping Transformation in Poland, in D. Plehwe-B. Walpen-G. Neuhöffer: Neoliberal Hegemony. A Global Critique, Routledge: ΛονδίνοΝέαΥόρκη 2006, 89-104, εδώ: 90. Γιαμιαγενικότερηιστορίατουνεοφιλελευθερισμού: David Harvey: A Brief History of Neoliberalism, Oxford University Press: ΟξφόρδηΝέαΥόρκη 2005 ή: Naomi Klein, The Shock Doctrine. TheRiseofDisasterCapitalism, PenguinBooks: Λονδίνο – Νέα Υόρκη 2008, ειδικά τα κεφάλαια για τις μεταρρυθμίσεις στην Πολωνία και τη Ρωσία: 171-193, 218-262.

    [4] ImmanuelWallerstein: TheModernWorld-System, 4 τόμοι που εκδόθηκαν μεταξύ 1974 και 2011 και παρουσιάζουν την ιστορία του καπιταλισμού από τον 16ο αιώνα μέχρι το 1914.

    [5] Για την εσωτερική καπιταλιστική πολυμορφία της περιοχής μεταξύ ημικέντρου και ημιπεριφέρειας, βλ. DorotheeBohleBélaGreskovits, CapitalistDiversityonEuropesPeriphery, CornellUniversityPress: Ithaca-Λονδίνο 2012.

    [6] Ilona Švíhlíková, Jak jsme se stali kolonii?, Rybka Publishers: Πράγα2015.

    [7] Παρότι, από μια παγκόσμια προοπτική, η Δημοκρατία της Τσεχίας μπορεί να θεωρηθεί ημιπεριφέρεια. Σε επίπεδο Ευρώπης, είναι περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολιτικά και οικονομικά.

    [8] Βλ: http://ekonomicky-denik.cz/z-ceska-do-zahranici-na-dividendach-odtekaji-stovky-miliard/ (Στοιχεία της Eurostat/ČSÚ).

    [9] BorisBuden, Konecpostkomunismu. Odspolečnostibeznadějeknadějibezspolečnosti, RybkaPublishers: Πράγα 2013. Διατίθεται ένα άρθρο του στα αγγλικά: ChildrenofPostcommunism (2010): http://www.identitymove.eu/assets/pdf/boris%20buden.pdf

    [10] Claus Offe, Capitalism by Democratic Design? Democratic Theory Facing the Triple Transition in East Central Europe, στο: Social Research,τχ.71: No. 3, Fall 2004, 501-528. (Πρώτηέκδοσητο 1992.)

    [11] Offe 2004: 520-521.

    [12] Γιαπαράδειγμα: Jens Hölscher, 20 years of Economic Transition: Success and Failures, στο:Journal of Comparative Economic Studies, τχ. 5, 2009, 3-17, ή: ηπιοισορροπημένηαποτίμησητου Mitchell A. Orenstein, What Happened in East European (Political) Economies. A Balance Sheet of Neoliberal Reform, στο:East European Politics and Societies, τχ. XX, No. X, 2009, 1-12.

    [13]Ένας διαδραστικός χάρτης περιφερειακής ευημερίας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, που περιλαμβάνει στοιχεία πάνω σε κάποια κοινά κριτήρια όπως η κοινοτική ή πολιτική ένταξη, η πρόσβαση στην εργασία, οι υπηρεσίες, η εκπαίδευση, το εισόδημα, η υγεία και το περιβάλλον, αλλά και η ικανοποίηση από τη ζωή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σημείο αναφοράς.https://www.oecdregionalwellbeing.org/. Υπάρχει ένα σχετικά πολύ μεγάλο κενό μεταξύ της Δυτικής Ευρώπης και Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και μια σχετικά μεγάλη εσωτερική ποικιλομορφία.

    [14] Βλ. Ευρωβαρόμετρο 84/2015, http://ec.europa.eu/COMMFrontOffice/PublicOpinion/index.cfm/Survey/getSurveyDetail/instruments/STANDARD/surveyKy/2098

    [15] Στοιχεία: Trading Economics.com: http://www.tradingeconomics.com/

    Μετάφραση:Καλλιόπη Αλεξοπούλου