• ePaper
  • Ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς αποκλεισμούς; Η Ρωσία και η ΕΕ στον μετα-δυτικό κόσμο

  • Βερόνικα Σούσοβα-Σαλμινεν | 07 Sep 17 | Posted under: Ρωσία , Ευρωπαϊκή Ένωση , Πόλεμος και ειρήνη
  • Έχει αρχίσει μια μεγάλη συζήτηση για ένα νέο Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ της Δύσης και της Ρωσίας, αν και αυτή η μεταφορά δεν είναι κατάλληλη στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο. Δεν αποτελεί μια επιτυχημένη περιγραφή της κατάστασης. Πρώτον, δεν υπάρχει κάποια σαφής ιδεολογική και συστημική πάλη μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης.

    Αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία δεν προσφέρει σήμερα κάποιο εναλλακτικό σύστημα ή μια εναλλακτική ιδεολογία. Ενεργεί στο πλαίσιο του ίδιου συστήματος-του καπιταλιστικού-με μετασοβιετικές λεπτές αποχρώσεις και παραμορφώσεις.

    Δεύτερον, η σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης οφείλεται κυρίως σε ελλείμματα στην επικοινωνία και τους κοινούς εικονικούς χώρους. Εδώ, βασικό στοιχείο είναι η μάχη μεταξύ ανταγωνιστικών αφηγήσεων, των αναμειγμένων αποδομήσεών τους και του αμοιβαίου καταλογισμού ευθυνών της προπαγάνδας, οι ψευδείς ειδήσεις (fake news) κ.λπ. Αυτό κάνει εξαιρετικά δύσκολη την συμβολή στην ανάπτυξη ενός πνεύματος διαλόγου και αντικειμενικότητας.

    Η πρόσφατη διαμάχη με τη Ρωσία είναι ένα σύνθετο μέρος της επόμενης κυκλικής κρίσης του καπιταλισμού και δεν μπορεί να την δει κανείς πέρα από τις συστημικές περιστάσεις –ειδικά η δυναμική της κρίσης των ετών 2007-2009 ή της «Μεγάλης Ύφεσης»  είναι ένας σημαντικός παράγοντας. Επιπλέον, είναι σημαντικό να θυμόμαστε τη βασική αρχή οργάνωσης των διεθνών σχέσεων: η αναρχία είναι αποτέλεσμα της ανυπαρξίας μιας ανώτερης αρχής υπεράνω των εθνικών κρατών τα οποία είναι οι βασικοί (άλλα όχι οι μόνοι) πολιτικοί δρώντες. Παρά τα όσα λέγονται για την ύπαρξη μιας φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της σημερινής εποχής.

     Έτσι, τα κλασικά εργαλεία και χαρακτηριστικά μιας διεθνούς σύγκρουσης έχουν τεθεί σε κίνηση, ενώ το ίδιο συμβαίνει με μια νέα εκδοχή ενός διλήμματος ασφάλειας χωρίς να υπάρχει κάποια σοβαρή ένδειξη ότι άρχισε η καθοδική της πορεία. Όμως, τα αποτελέσματα είναι σαφή: αύξηση της ανασφάλειας (στα σύνορα ΕΕ-Ρωσίας  και στη λεγόμενη νέα Ανατολική Ευρώπη), στρατικοποίηση και, φυσικά, αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και ενίσχυση του ανταγωνισμού των εξοπλισμών.

    Στον δυτικό κυρίαρχο λόγο, η Ρωσία κατηγορείται ως η μόνη υπεύθυνη για την αποτυχία της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Όπως και στο παρελθόν, το βασικό επιχείρημα είναι η ιδιαιτερότητα της Ρωσίας. [1] Η Ρωσία παρουσιάζεται ως ένα μη δημοκρατικό, μη ευρωπαϊκό και νέο-ιμπεριαλιστικό κράτος-παρίας. Κατηγορείται επίσης για προσπάθεια παρεμπόδισης της διαδικασίας ολοκλήρωσης της ΕΕ, επιθετικότητα κατά της Ουκρανίας, παράβαση του διεθνούς δικαίου (είναι ενδιαφέρον ότι αυτή η κατηγορία προέρχεται από εκείνους που το έχουν επίσης παραβεί προηγουμένως) και για παρεμβάσεις στις πολιτικές διαδικασίες στον κυβερνοχώρο. Όλα αυτά τα προβλήματα παρουσιάζονται ως ρωσικά θέματα, όχι ως αποτυχίες στην αλληλεπιδράση και τις αμοιβαίες σχέσεις εντός του διεθνούς συστήματος που χαρακτηρίζονται από σύγκρουση συμφερόντων. Στην ΕΕ, η Ρωσία παρουσιάζεται ως μια παλιομοδίτικη και παρωχημένη δύναμη με συντηρητική ή ακόμα και νεοφαστική ιδεολογία, αντίθετη στο ευρωπαϊκό φιλελεύθερο ιδεώδες.[2] Η ιδεολογική ιδιαιτερότητα της Ρωσίας θεωρείται προβληματική.

    Το NATO, μια οργάνωση του Ψυχρού Πολέμου, είναι πάλι εδώ και η ΕΕ προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τη Ρωσία ως κοινό εχθρό που βρίσκεται στον αντίποδα της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης ευημερίας και των φιλελεύθερων ιδεών. Έτσι, σχεδόν 30 χρόνια μετά την περίφημη πτώση του Τείχους του Βερολίνου, χτίζονται νέα τείχη, ορισμένα από τα οποία είναι συμβολικά και άλλα πραγματικά.[3] Είναι δύσκολο να μην το δούμε αυτό ως αποτυχία και ως τη σύγχρονη εκδοχή της παλιάς ευρωπαϊκής ιστορίας: μια νέα διαίρεση της Ευρώπης που αποτυπώνει την ευρωπαϊκή αυτοκρατορική ιστορία και τους πολεμοκάπηλους λόγους και των δύο πλευρών, χρησιμοποιώντας ως ενοποιητικό εργαλείο κάποιες περισσότερο η λιγότερο  εκλεπτυσμένες εικόνες του εχθρού.

    Η Ουκρανία ως καταλύτης

    Η ουκρανική κρίση είναι ένα σημαντικό μέρος αυτής της ιστορίας, αλλά δεν είναι η μόνη πηγή της πρόσφατης αποξένωσης/σύγκρουσης μεταξύ της Δύσης (της ΕΕ και των ΗΠΑ) και της Ρωσίας. Η κρίση του 2014 υπήρξε ο καταλύτης των υπαρκτών προβλημάτων που είναι τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Στην Ουκρανία είχαμε μια ατέλειωτη ιστορία εσωτερικής στασιμότητας, διαφθοράς, κατάληψης του κράτους από ανταγωνιζόμενες ολιγαρχικές συμμορίες, έλλειψης δικαιοσύνης, ανισοτήτων, απουσίας κράτους δικαίου και της ανάγκης να διοχετευθεί το νέο κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας μέσω μιας νέας «επανάστασης», επικεφαλής της οποίας ήταν τα παλιά πολιτικά πρόσωπα με νέα φιλοευρωπαϊκά συνθήματα. Εν τέλει, οι πολιτικές γειτονίας της ΕΕ δοκιμάστηκαν στην Ουκρανία και ελάχιστα μπορούν να θεωρηθούν ως επιτυχείς ως προς την ασφάλεια και την ειρήνη στην Ευρώπη.

    Η ουκρανική κρίση, ως ευρωπαϊκή κρίση, ήταν ενσάρκωση της άγνοιας για την γεωγραφία και του ρόλου της στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής και στις ανησυχίες για την ασφάλεια. Αυτό δεν ισχύει μόνο για το Κίεβο, αλλά και για τις άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις που προσκάλεσαν την Ουκρανία στο κλαμπ ως συνδεδεμένη χώρα (στην πραγματικότητα, μια νέα μορφή ευρωκυριαρχίας: κράτος μέλος-υποψήφια για ένταξη χώρα-συνδεδεμένη χώρα). Συνέβη παρά το γεγονός ότι η αρνητική δυναμική των δύο διευρύνσεων με χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ήταν εμφανής στο πλαίσιο της Μεγάλης Ύφεσης/της κρίσης του ευρώ. Και οι αρνητικές συνέπειες για την Ουκρανία και τη σχέση της με τη Ρωσία  αποτυπώθηκαν στην εσωτερική και εξωτερική δυναμική της ΕΕ.

    Βέβαια, ήταν κολακευτικό να παρατηρεί κανείς ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρούσε ακόμα την ελκτική της δύναμη εν μέσω της βαθιάς δομικής κρίσης. Αλλά ήταν εκεί, στην Ουκρανία, που η εξασθενούσα ήπια δύναμη της ΕΕ συγκρούστηκε με το οπλοστάσιο της μεγάλης δύναμης και τη Realpolitik. Αν η Ουκρανία παγιδευτόταν σε μια σύγκρουση ταυτότητας (Δύση ή Ρωσία, αμφότερες αμοιβαία αποκλειόμενες), τότε η ΕΕ θα παγιδευόταν στη δυναμική που υπάρχει μεταξύ των δύο εκδοχών της Ευρώπης: νεοατλαντισμός και νεοηπειρωτισμός. Η ιδεολογία της Ευρώπης (και όχι η Ευρώπη, ως ένας ποιικιλόμορφος χώρος όπου τέμνονται διαφορετικές εμπειρίες, κουλτούρες, πολιτικά συστήματα και ιστορίες) συνέβαλαν στο τελικό χτύπημα.

    Η ρωσική κόκκινη γραμμή

    Η ρωσική αντίδραση σ’ αυτό τον δρόμο χωρίς επιστροφή προς μια νέα ευρωπαϊκή Ουκρανία βασίστηκε σε γεωπολιτικούς υπολογισμούς. Ησυμμετοχή της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και ο χάρτης της Ανατολικής Ευρώπης ήταν δύο πολύ σημαντικά θέματα. Η Ρωσία επιθυμούσε μια στρατιωτικά ουδέτερη Ουκρανία, έτσι ώστε η πολιτική επιρροή της θα σήμαινε ότι το ΝΑΤΟ, που θεωρείται στη Μόσχα εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, δεν θα επεκτεινόταν περαιτέρω ώστε να μειωθεί η ασφάλεια της Ρωσίας. Μαζί με την Ουκρανία, η Ρωσία ήταν επίσης μέλος της εσχάτως δημιουργηθείσας Ευρωασιατικής Οικονομικής Ένωσης (ΕΑΟΕ), η οποία θεωρείται στη Μόσχα ένα σύνθετο μέτρο του πανευρωπαϊκού κοινού χώρου. Στη Δύση, την ΕΕ και την Ανατολή, η ΕΑΟΕ ήταν ένα από τα συμπληρώματα μιας ευρύτερης Ευρώπης, σύμφωνα με τη ρωσική θέση όπως την εξέφρασε ο Βλαντιμίρ Πούτιν το 2012. Αυτή ήταν μια ηπειρωτική προσέγγιση της Ευρώπης ως Ευρωπαϊκής Ένωσης με το κανονιστικό της οπλοστάσιο ή την «ηθική γεωπολιτική» της (Jószef Böröcz).[4] Στην πραγματικότητα, ήταν ένα μετα-δυτικό όραμα  που αντανακλούσε την ιδέα της πολυπολικότητας η οποία μπορεί να εκληφθεί ως φαινόμενο του μετα-δυτικού κόσμου.

    Επιπλέον, η Μόσχα έχει την τάση να εξετάζει πρωτίστως κατηγορίες ασφάλειας/γεωπολιτικής, λαμβάνοντας υπόψη γεωγραφικές συνθήκες και πλαίσια. Η περιφερειακή της θέση σημαίνει ότι η Μόσχα δεν μπορεί να εξαρτάται από ένα ισχυρό οπλοστάσιο μιας ήπιας δύναμης. Μέχρι σήμερα, κάθε χώρα του πρώην σοβιετικού συνασπισμού που γινόταν δεκτή στην ΕΕ έμπαινε και στο ΝΑΤΟ. Τα συγκεκριμένα περιστατικά πήγαιναν χέρι-χέρι. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και της Ρωσίας είχαν μια πικρή γεύση από το 2007 μέχρι σήμερα.

    Το NATO ήταν μια από τις κύριες αιτίες του Ψυχρού Πολέμου στην Ευρώπη. Ήταν ένα σαφές όργανο κυριαρχίας των ΗΠΑ μετά το 1945 και, με ακόμα πιο ωμό τρόπο, η παράλληλη ύπαρξή του μετέτρεψε την ΕΕ σε «πολιτική πτέρυγα» του ΝΑΤΟ, όπως υποστηρίζει ο Ρίτσαρντ Σάκγουα.[5] Οι διαδικασίες σύνδεσης/εισόδου στην ΕΕ συνδεόμενες με τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ σήμαιναν, επίσης, ότι το ΝΑΤΟ διευρυνόταν προς ανατολάς.

    Στο χάρτη η εικόνα ήταν απλή: το NATO κινήθηκε πλησιέστερα στα ρωσικά σύνορα, αφήνοντας έξω τη Ρωσία, χωρίς να της προσφέρει οποιοδήποτε διπλωματικό συμβιβασμό. Αυτές οι διαδικασίες άφησαν τη Ρωσία στο περιθώριο της Ευρώπης, που περίμενε ή να «ασχοληθεί με αυτήν» ή να την «αλλάξει» (να την κάνει δημοκρατική και φιλελεύθερη σύμφωνα με τα δυτικά κριτήρια), ακόμα και μόνο για να εξετάσει την πιθανή είσοδό της στην ΕΕ. Αυτή η ιεραποστολική προσέγγιση, που απέδωσε στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, απέτυχε στη Ρωσία η οποία είχε την ταυτότητα μιας μεγάλης δύναμης. Απέτυχε άσχημα.

    Η Ρωσία, είτε του Γιέλτσιν είτε του Πούτιν, ή «φιλοδυτική» ή «αντιδυτική», ήταν πάντα κριτική στη διεύρυνση του NATO. H «ευρωπλατεία» στην Ουκρανία επανέφερε στο τραπέζι τη συμμετοχή της στο NATO, κάτι που ήταν βασικός στόχος πολλών ουκρανών πολιτικών στο παρελθόν (βλ. σύνοδος του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008). Μετά την «ευρωπλατεία», είναι ζήτημα μιας συγκεκριμένης επιλογής ασφάλειας και πολιτικού μέλλοντος της Ουκρανίας. Από γεωπολιτική άποψη και από άποψη ασφάλειας, αντιπροσώπευε ιστορικά έναν αποσταθεροποιητικό παράγοντα στον άξονα Βαλτικής Θάλασσας-Βόρειας Θάλασσας , μια κρίσιμη περιοχή από γεωπολιτική άποψη για τη Ρωσία από πλευράς πολιτιστικής γεωπολιτικής και ασφάλειας. Έτσι, η δυνατότητα προσχώρησης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ είναι πιθανόν μια πηγή ανησυχίας στη Ρωσία για ενδεχόμενη σύγκρουση και μείωση της ασφάλειάς της.

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πολιτικοί της, αλλά και πολλά μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας εξεπλάγησαν από τη ριζοσπαστική αντίδραση της Ρωσίας. Έκανε ένα βήμα χωρίς προηγούμενο, καταλαμβάνοντας την Κριμαία, και εγκαθιστώντας ρωσικές ναυτικές βάσεις στη χερσόνησο, ενώ πραγματοποίησε και μια συγκεκαλυμμένη πολιτική/στρατιωτική παρέμβαση στην ανατολική Ουκρανία. Αυτό δημιούργησε ένα νέο σημείο ψυχρής σύγκρουσης στο μετα-σοβιετικό χώρο. Ξαφνικά, έγινε σαφές ότι η γεωπολιτική και η ηθική (ή η ήπια δύναμη) της ΕΕ δεν μπορούσε να είναι αποτελεσματική εδώ. Αντιθέτως, συνάντησε μια παλιομοδίτικη αντίσταση που συνδυάζει τη ρεάλ πολιτίκ και την ισχύ με μια μάλλον νέα εκδοχή ενός μεταμοντέρνου επικοινωνιακού στιλ.

    Ατλαντική Ευρώπη

    Τα παλιά εργαλεία της διεθνούς πολιτικής, που πολλοί πίστευαν ότι είχαν εξαφανιστεί λόγω της ΕΕ,  τέθηκαν σε εφαρμογή. Φυσικά, αυτό ήταν σοκαριστικό. Η τραγωδία της ΕΕ, η μεγάλη εξάρτησή της από το ΝΑΤΟ και τον κύριο χορηγό του-τις ΗΠΑ-στους τομείς της άμυνας και ασφάλειας, ξαναήρθε στο προσκήνιος. Ως ήπια δύναμη, η ΕΕ πέτυχε αυτό που ήθελε, αφού η Ουκρανία στήριξε τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά η Ρωσία ήταν μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Για την ειρήνη και την ασφάλεια στην ευρωπαϊκή (και κυριαρχούμενη από την ΕΕ) ήπειρο, θα αποτελούσε τη νέα πηγή ανασφάλειας. Σ’ αυτή τη χρονική στιγμή, έγινε σαφές ότι μια συμφωνία βασισμένη στην ιδεολογία δεν ήταν δυνατόν να γίνει με τη Ρωσία.

    Η ουκρανική κρίση έδειξε ότι ο αυτόνομος χώρος της ΕΕ στην ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν μικρός. Αυτή την περιορισμένη ανεξαρτησία μπορεί να τη δει κανείς ως ένα σημάδι της αδυναμίας της ΕΕ να γίνει μια ηπειρωτική παγκόσμια δύναμη, όπως αποδεικνύεται από τη μεταφορά παγκόσμιας ισχύος από τον Ατλαντικό στην Ασία. Και, τέλος, αυτή η μειωμένη αυτονομία, που έχει παραχωρηθεί λόγω της εξάρτησης στον τομέα της ασφάλειας από τις υπερπόντιες ΗΠΑ, είναι ασύμμετρη με το δυναμικό και τις πραγματικές επιδράσεις της ουκρανικής σύγκρουσης-δεδομένου ότι η Ουκρανία βρίσκεται σε μια διαιρεμένη ήπειρο, σε άμεση εγγύτητα με την ΕΕ, έχοντας γίνει μια ουδέτερη ζώνη η οποία αποσταθεροποιήθηκε εδαφικά. Από την άλλη, οι ΗΠΑ είναι μια υπερπόντια χώρα, που δεν επηρεάζει τα κέντρα τη δυναμική των μεταβολών  ισχύος στην Ευρασία, εξασφαλίζοντάς τα από όλες τις κρίσιμες επιπτώσεις.

    Ο βασικός παίκτης-η Αμερική-αναμένεται να περιορίσει τη ρωσική επίδραση στη μετασοβιετική σφαίρα και να αντιδράσει στο ρωσικό στρατιωτικό εκσυγχρονισμό, που πραγματοποιείται στην τρίτη θητεία του Πούτιν. Ένας ενοποιημένος, σύγχρονος στρατός και μια νέα ευρω-ασιατική πλατφόρμα, με επικεφαλής τη Ρωσία και τον πρόεδρό της, σίγουρα δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Όπως έγραψε ο Τζον Μιρσχάϊμερ, η στρατηγική των ΗΠΑ στις διάφορες περιοχές του κόσμου βασίζεται στο εξής: μην επιτρέψεις την ανάδυση οποιουδήποτε περιφερειακού ηγεμόνα.[6] Με αυτή τη λογική, η περιφερειακή ηγεμονία της Ρωσίας στη Βόρεια Ευρασία δεν ήταν φυσικά ευπρόσδεκτη στην Ουάσινγκτον. Μια ισχυρή στρατηγική εταιρική σχέση μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας, βασισμένη στον πλουραλισμό και την πολυσυμπαντικότητα θα άλλαζε τη δυναμική και την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρασία.

    Το σύνθετο μέρος της στρατηγικής των ΗΠΑ είναι η πλήρης απονομιμοποίηση κάθε είδους συμβιβασμού με τη Ρωσία. Συνήθως, παρουσιάζουν τη Ρωσία ως μια χώρα που προετοιμάζει τον μεγάλο πόλεμο εναντίον της Ευρώπης με στόχο να αναστήσει την παλιά αυτοκρατορία της. Η Ρωσία ως ανεξάρτητος παίκτης στην παγκόσμια πολιτική έχει πρακτικά απονομιμοποιηθεί, δεν έχει δικαιολογημένες ανησυχίες ή συμφέροντα. Ο αγώνας για νομιμοποίηση είναι ένα παραδοσιακό μέρος της διεθνούς πολιτικής και αυτό είναι ένα από τα πρόσφατα παραδείγματα. Στις παρούσες συνθήκες, λειτουργεί βασισμένος σε μεταμοντέρνες επικοινωνιακές στρατηγικές, όπου η αποδόμηση συναντά τις νέες αφηγήσεις και τα ομοιώματα γίνονται «γεγονότα», κλπ.

    Ο συμβιβασμός βασίζεται στην παραδοσιακή διπλωματία και η διαπραγμάτευση παρουσιάζεται ως ανήθικη, ενώ το η πραγματική επιταγή των ΗΠΑ, που έχει τραγικές συνέπειες στην παγκόσμια σταθερότητα, αποκρύπτεται. Η δυτική κανονιστική προσέγγιση χρησιμοποιείται ως όπλο: η Ρωσία είναι το άλλο, που πρέπει να αλλάξει για να του μιλάμε. Η Ρωσία πρέπει να δεσμευτεί στη στήριξη των δυτικών αξιών και να μετασχηματιστεί, που γιατί αλλιώς δεν μπορεί να γίνει ένας κατάλληλος εταίρος της Δύσης. Στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία πρέπει να εγκαταλείψει τις θέσεις της, να υποταγεί ταπεινά και να αλλάξει. Ελάχιστο ενδιαφέρον υπάρχει να βρεθούν οι πηγές των ρωσικών διαφορών, όπως η αποτυχία του μετασχηματισμού, του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού κα του μετασοβιετικού συνδρόμου που την διακατέχει. Για πάρα πολλούς, η κατανόηση (verstehen), με τη βεμπεριανή της σημασία, έχει γίνει ταυτόσημη με την απολογία. Αυτή η στάση (που έχει τις ρίζες της στην αυτοκρατορική/αποικιακή ηγεμονία) είναι μια από τις αιτίες της συντηρητικής στάσης της Ρωσίας-κατά κάποιο τρόπο είναι αντιδραστική, αλλά από την άλλη είναι απελευθερωτική. Δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι η άρνηση της προσέγγισης με την Ευρώπη έχει σοβαρές επιπτώσεις στη ρωσική εθνική και γεωπολιτιστική ταυτότητα.

    Αυτή η ιεραποστολική προσέγγιση της Δύσης είναι μια ηγεμονική στρατηγική κυριαρχίας. Οι αποτυχίες των μετασχηματιστικών διαδικασιών και η εξασθένιση της μετασοβιετικής επικράτειας, αναμειγμένες με τις πολιτισμικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, οδήγησαν τη Ρωσία στην επιστροφή στις ρίζες της για άλλη μια φορά (όπως στις δεκαετίες του 1880 και του 1890). Άρχισε με την «εφεύρεση των παραδόσεων», όπως ο νεοευρωασιανισμός και η νεοανακαλυφθείσα δημοφιλία του και με την αναβίωση των ρωσικών παραδόσεων στην πολιτική και τη λαϊκή κουλτούρα. Όπως παλιότερα στην ιστορία, η Ρωσία αυτοτοποθετείται ως «ένας αυθεντικός» φρουρός των ευρωπαϊκών παραδόσεων και αξιών, που είναι ελκυστικός στις συντηρητικές δυνάμεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

    Η Ρωσία στην αμερικανική πολιτική

    Διαπιστώνουμε επίσης ότι η Ρωσία έχει γίνει βασικό θέμα στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ [7] και όπλο με στόχο την εξουδετέρωση και απονομιμοποίηση κάθε πρότασης να αλλάξει το μεταουκρανικό συγκρουσιακό στιλ πολιτικής απέναντι στη Ρωσία. Σε σχέση με αυτό, υπάρχει ένας απόηχος του Ψυχρού Πολέμου ως μια ειδική μορφή αφήγησης Πράγματι, όπως παραδέχεται ένα πρόσφατο άρθρο στο περιοδικό ForeignAffairs, η εικόνα του εχθρού (της Σοβιετικής Ένωσης και του σοβιετικού συστήματος) είναι κάτι που λείπει πολύ στις σημερινές ΗΠΑ ως μια στρατηγική με στόχο τη συνοχή στην εσωτερική πολιτική.[8]

    Επιπλέον, η διοίκηση Τραμπ οριστικοποίησε επίσημα τη νέα διεύρυνση του NATO στα Βαλκάνια: το Μαυροβούνιο έγινε δεκτό στο κλαμπ και υπάρχουν σημάδια ότι η επόμενη στη σειρά είναι η Μακεδονία. Η έλλειψη κάποιας ριζοσπαστικής αλλαγής αυτής της πολιτικής υπήρξε μια βασική ενόχληση της Ρωσία στα θέματα της ασφάλειας.

    Από την άλλη πλευρά, η θέση του Τραμ για μια αμερικανική ηγεμονία είναι διαφορετική και λιγότερο βολική από όσο θα περίμεναν πολλοί. Ο Τραμπ σχεδιάζει να μετασχηματίσει την ανοιχτά εγωϊστική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ χωρίς να φλερτάρει με την υποκρισία. Αυτή η υποκρισία συχνά απέκρυπτε της πραγματικές προθέσεις των ΗΠΑ- να μετατρέπουν τα αμερικανικά συμφέροντα σε συμφέροντα όλης της ανθρωπότητας-αλλά οδήγησε και σε ορισμένους περιορισμούς στην ανοιχτά χυδαία μονομέρεια.

    Παρά ταύτα, και ο πρόεδρος Τραμπ πιέζει τα μέλη του ΝΑΤΟ να αυξήσουν τις δαπάνες τους για την «άμυνα» στο 2% του ΑΕΠ, αν και είναι γνωστό ότι το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ είναι αυτό που θα επωφεληθεί από τις νέες στρατιωτικές επενδύσεις. Πρόκειται για μια νέα ώθηση στη στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης και τον παγκόσμιο εξοπλιστικό ανταγωνισμό. Είναι μια νέα νεοαυτοκρατορική  απότιση τιμής που έχει στόχο «να ξανακάνει μεγάλη την Αμερική, στα μάτια των αμερικανών. Αλλά είναι ελάχιστα πιθανό ότι με αυτή τη νέα υποχρέωση η εξουσία θα διαμοιραστεί περισσότερο ισότιμα στο επίπεδο της λήψης αποφάσεων. Ή, πιο συγκεκριμένα, ότι η αμερικανική ηγεσία υπό τον Τραμπ θα μοιραζόταν σε περισσότερες χώρες και θα βασιζόταν στο διάλογο και τη συνεργασία.

    Έτσι, παρά την αντιρωσική εκστρατεία κατά του αμερικανικού προέδρου στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά και εξ αιτίας αυτής, ο Τραμπ δεν αμφισβήτησε ή άλλαξε κάποια από τις συνεχιζόμενες διαδικασίες της προηγούμενης διοίκησης. Μέχρι τώρα, η διοίκησή του συνεχίζει την στρατικοποίηση στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης-αυξάνοντας την στρατιωτική παρουσία του αμερικανικού στρατού στις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία και τη Ρουμανία και τις στρατιωτικές ασκήσεις του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη. Τον Ιούλιο 2017, έγινε μια νέα στρατιωτική άσκηση στη Μαύρη Θάλασσα, που ήταν πρωτοφανής σε μορφή και περιεχόμενο σύμφωνα με επίσημη δήλωση.[9] Η επίσκεψη του Τραμπ στη Βαρσοβία, τον Ιούλιο 2017, έδειξε ότι ο δρόμος για την ειρηνική συνύπαρξη (το détente) είναι δύσβατος, ασαφής και πολύ μερικός (περιορισμένος, μέχρι σήμερα, σε μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στη Συρία). Αναμφίβολα, η ρωσική πλευρά αντιδρά στα βήματα που γίνονται στο δυτικό μέτωπο (της Ρωσίας) με τον ίδιο τρόπο, προκαλώντας ένα σωρευτικό αποτέλεσμα και αναπαράγοντας την ανασφάλεια.

    Πρόκειται για ένα τυπικό παράδειγμα του «διλήμματος ασφάλειας», μια πορεία ενεργειών και αντιδράσεων που οδηγούν στην αύξηση της στρατικοποίησης και του ανταγωνισμού των εξοπλισμών. [10] Τα περισσότερα όπλα εμφανίζονται ως μέτρα ασφάλειας, ενώ η άλλη πλευρά αντιδρά με τον ίδιο τρόπο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της έντασης και της αβεβαιότητας στην ευρωπαϊκή ήπειρο που δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ευρεία ευρασιατική χερσαία μάζα. Κάθε πλευρά ισχυρίζεται ότι οι δράσεις της άλλης την αναγκάζει να αντιδράσει «κατάλληλα».

    Αν κοιτάξουμε πέρα από την Ευρώπη, διαπιστώνουμε ότι είμαστε μπροστά στο επόμενο ενδεχόμενο θερμό σημείο ασφάλειας και εντάσεων. Πρόκειται για την κορεατική χερσόνησο, όπου οι ΗΠΑ συνεχίζουν να εγκαθιστούν το νέο αντιβαλιστικό σύστημα THAAD. Αυτή η αμερικανική υποδομή είναι μέρος του αμυντικού συστήματος των ΗΠΑ που δεν καλωσορίζεται από την Κίνα και τη Ρωσία, δύο χώρες που έχουν γεωγραφική εγγύτητα με αυτή την περιοχή. Εκτός αυτού, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ είναι η δεύτερη βασική αιτία ερεθισμού της Ρωσίας: η αποχώρηση των ΗΠΑ από την Αντιβαλιστική Συμφωνία (ABM). Η Ρωσία μεταφράζει αυτή την αποχώρηση με όρους «στρατηγικής ισορροπίας» που περιλαμβάνει την ισορροπία των πυρηνικών αποτρεπτικών δυνάμεων και υποστηρίζει ότι αυτή η ανισορροπία θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη παγκόσμια ανασφάλεια.

    Και βέβαια το επόμενο θερμό σημείο αφορά τον ρωσο-αμερικανικό ανταγωνισμό στη Συρία ή ευρύτερα τη νέα μεσανατολική στρατηγική, η οποία μεταφέρει αυτόν τον ανταγωνισμό σε μια βασική περιοχή της Ευρασίας και των αμερικανικών γεωπολιτικών συμφερόντων. Πρόσφατα, υπήρξαν κάποια σημάδια μιας πιθανής μερικής συνεργασίας στη Συρία, αλλά είμαστε μακριά ακόμα από το να μπορούμε να πούμε ότι μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός είναι ο δρόμος προς ένα σύνθετο détente μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Οι νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, με την απαγόρευση του εμπορίου κρέατος, επιβεβαιώνουν ότι αυτό δεν συμβαίνει.

    Το αποτέλεσμα Τραμπ και η τραγωδία ΕΕ-Ανατολής

    Ο τραμπισμός και η νέα προσέγγιση για τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του εγωιστικού πραγματισμού και των εγωιστικών απαιτήσεων, ήταν μια πρόκληση για τις Βρυξέλλες και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ειδικότερα το Βερολίνο και το Παρίσι. Ο Τραμπ είναι επίσης λιγότερο ενθουσιώδης για την ΕΕ, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνιέται. Το αποτέλεσμα Τραμπ αναβίωσε σε κάποιο βαθμό το ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας μέσα στην ΕΕ. Αλλά εξακολουθεί να είναι αμφίβολο σε ποιο βαθμό πρόκειται για μια σοβαρή και εύλογη διαδικασία και κατά πόσο βλέπει τη Ρωσία σε ένα διαφορετικό ρόλο από εκείνον του «εχθρού».  

    Είναι ιδιαίτερα επώδυνο να παρατηρεί κανείς τον τραγικό ρόλο των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στο χώρο μεταξύ της Γερμανίας και της Ρωσίας, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών. Με λίγα λόγια, οι κυβερνήσεις  τους μετέτρεψαν τις ιστορικές αιτιάσεις σε πολιτική για το μέλλον, συμπεριλαμβανόμενης αυτής για την Ρωσία. Για να δραπετεύσουν από το τραυματικό παρελθόν τους (συμπεριλαμβανομένης της συστημικής περιφερειακότητας), απέτυχαν να δημιουργήσουν μια πολιτική συνεργατικής διαμεσολάβησης μεταξύ της ΕΕ και της Ρωσίας. Οι ιστορικές αιτιάσεις, ο φόβος ή η φοβία, και οι οριενταλιστικές προκαταλήψεις, εντός της ιδεολογικά καθορισμένης «επιστροφής στην Ευρώπη» (λέγοντας Ευρώπη εννοούμε εδώ την Ευρωπαϊκή Ένωση), έγιναν ένα βασικό παράδειγμα εξωτερικής πολιτικής. Εν τω μεταξύ, η περιοχή στηρίζεται στην Αμερική και έχει επανειλημμένα αποδείξει την αφοσίωσή της στηρίζοντας τα πιο αντιφατικά βήματα της κυβέρνησης της, συμπεριλαμβανομένης της παρέμβασης για την καταστροφή του Ιράκ και της Μέσης Ανατολής. Αυτή η περιφερειακή «Ευρώπη», της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, πολιτισμικά αμφίθυμη («το ανατολικό όριο της Δύσης»-«το δυτικό όριο της Ανατολής» αν χρησιμοποιήσουμε το μεταγεωγραφικό λεξικό) και ανασφαλής έφτασε να είναι μια πηγή ευθύνης, φόβου και ασυμβίβαστης αντιρωσικής πολιτικής.

    Αντί να παρεμβαίνει, έχοντας πάρει και τα σκληρά μαθήματα του παρελθόντος που προειδοποιούν κατά της σύγκρουσης με τη Ρωσία, προσπαθώντας να χτίσει γέφυρες και να ανοίξει το διάλογο που θα βασίζεται σε μια σταθερή γνώση της Ρωσίας και, ψάχνοντας για μια στρατηγική ισορροπία, η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη κυρίως υποστήριζαν και ακόμα υποστηρίζουν τη μια μεγάλη δύναμη κατά της άλλης. Για να εξασφαλίσει την ειρήνη και την ιστορική της επιβίωση, η Ευρώπη δέχεται το παιχνίδι της σύγκρουσης και της στρατικοποίησης. Φαίνεται ότι έχει μικρή σημασία ότι πρόκειται για την περιοχή που στο παρελθόν επικρατούσε αβεβαιότητα γίνονταν συγκρούσεις, ως άμεση συνέπεια της ίδιας πολιτικής. Βρίσκεται στα σύνορα των κρατών της Βαλτικής (στη Βαλτική Θάλασσα), στην Πολωνία και στα Βαλκάνια (Μαύρη Θάλασσα), εκεί που εντάσεις, στρατιωτικά/κατασκοπικά περιστατικά και διάφορες μορφές στρατικοποίησης είναι και θα είναι πάντοτε παρούσες. Πρόκειται για χώρες που προτιμούν να εφαρμόζουν μια αντιρωσική στρατικοποίηση και να έχουν έναν οριενταλιστικό προσανατολισμό απέναντι στη Ρωσία. Ρωσίας. Αντισταθμίζουν το δικό τους οριενταλιστικό (κατώτερο) καθεστώς στην Ευρώπη, που καθορίστηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εισόδου τους στην πορεία του «εξευρωπαϊσμού» τους ως τρόπος ένταξής τους στους δυτικοευρωπαϊκούς πολιτικούς θεσμούς. 

    Φαίνεται επίσης να έχει μικρή σημασία το γεγονός ότι έχει χτιστεί ένας νέος φράχτης στις συνοριακές περιοχές μεταξύ της Ρωσίας στην ανατολή και της «Ευρώπης» της ΕΕ, με τρόπο που γνωρίζουμε από το παρελθόν. Αυτοί που έμειναν-συχνά χωρίς να το θέλουν-πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα συμμετέχουν στην μετακίνηση του στα δικά τους σύνορα. Στην πραγματικότητα, για άλλη μια φορά καλύπτουν την ουδέτερη ζώνη, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της κλασικής γεωπολιτικής.

    Είναι η Δύση έτοιμη για παγκόσμια συνύπαρξη;

    Υπάρχει, όμως, μια πιο γενική ερώτηση. Ποιο είναι το μέλλον της Δύσης και της ΕΕ σε έναν οικονομικά ολοκληρωμένο αλλά ποικιλόμορφο κόσμο; Ή, για να το βάλω διαφορετικά, τι σημαίνουν όλα αυτά αν η ρωσική διαφορετικότητα είναι ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά του μετα-δυτικού κόσμου που όλο μεγαλώνει, ενός κόσμου που θα είναι πολύ περισσότερο υβριδικός παρά κανονιστικά δυτικο-κεντρικός στο μέλλον; Είναι έτοιμες γι’ αυτήν την εξέλιξη η Δύση και η ΕΕ; Είναι η στρατιωτική ισχύς η απάντηση στη μείωση της οικονομικής και πολιτισμικής ισχύος;

    Η εποχή της δυτικής ηγεμονίας φτάνει αργά αλλά σταθερά στο τέλος της.  Ο ευρωπαϊκός πυρήνας δεν ζει μόνο κάτω από τη μεγάλη σκιά δύο ιμπεριαλιστικών πολέμων, του 1914 και του 1939. Και οι δύο αυτοί πόλεμοι ήταν μέρος ενός σύνθετου «τέλους της Ευρώπης», ενός «FinisEuropae», κάτι που σήμαινε ότι το κέντρο βάρους του καπιταλιστικού συστήματος μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ, στις δυτικές ακτές του Ατλαντικού. Έτσι, η ιδεολογία του ατλαντισμού είναι το προϊόν της συστημικής ιστορίας του δυτικού καπιταλισμού-εν μέρει, ένα ιστορικά αναγκαίο και πικρό αποτέλεσμα της αυτοκαταστροφής του δυτικού ιμπεριαλισμού και εν μέρει, ένα ιδεολογικό αποτέλεσμα. Το σύστημα ασφάλειας της ΕΕ με πυλώνα το ΝΑΤΟ (και τις ΗΠΑ), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, ήταν μια μη σχεδιασμένη συνέπεια του ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.

    Στο σημερινό πολύμορφο και αλληλοεξαρτώμενο κόσμο, η ήπια δύναμη που βασίζετ;αι σε ένα ναρκισιστικό ευρωκεντρισμό δεν είναι και δεν θα είναι αρκετή. Ο πόλεμος για την μειωμένη ηγεμονία της Δύσης (συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ) δεν είναι η απάντηση. Η δυτική κανονιστικότητα συναντά, και θα συναντά διαρκώς πιο καθαρά στο μέλλον, διάφορους τύπους υβριδικότητας εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και της αποικιοκρατίας, Ο δυτικός οικουμενισμός θα αντιμετωπίζει διαρκώς μεγαλύτερες πολιτικές και πολιτισμικές αλλά και οικονομικές προκλήσεις.[11]

    Έτσι, οι σχέσεις με την άλλη Ρωσία επενεργούν ως λυδία λίθος για την ΕΕ του μέλλοντος. Η Ρωσία αμφισβητεί τη θέση της ΕΕ, της οποίας είναι ένας σημαντικός και αναπόφευκτος γείτονας, στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αυτό συμβαίνει το λιγότερο με δύο τρόπους.

    Ο πρώτος συνδέεται με την προαναφερθείσα ήπια δύναμη ή την πολιτισμική ηγεμονία της Δύσης και της ΕΕ. Τι είναι η Ευρώπη; Σ’ αυτήν την ερώτηση υπάρχουν διαφορετικές απαντήσεις-και η Ρωσία έχει τη δική της απάντηση που δεν είναι αναγκαστικά λανθασμένη επειδή δεν είναι η ίδια με αυτήν που κυριαρχεί στο εσωτερικό της ΕΕ. Το δεύτερο σύνολο προβλημάτων σχετίζεται με τις ασυμμετρίες ισχύος ως προς την στρατιωτική και οικονομική δυνατότητα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, καθώς και στον υπόλοιπο κόσμο. Η Ρωσία είναι ακόμα σχετικά ισχυρή ως προς την στρατιωτική ισχύ, αλλά περισσότερο ευάλωτη στην οικονομική σφαίρα και πολύ αδύνατη ως προς την ιδεολογική ισχύ. Δεν φαίνεται, όμως, ότι η οικονομική ισχύς της ΕΕ θα επεκταθεί ή θα κυριαρχήσει στο μέλλον. Αντίθετα, το ερώτημα είναι πώς θα τροφοδοτήσει τις δυτικοευρωπαϊκές (μετααποικιακές) φιλοδοξίες μέσα σ’ αυτή την αρνητική δυναμική.

    Ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς αποκλεισμούς;

    Η ειρήνη δεν είναι μια οποιαδήποτε αξία, είναι η προϋπόθεση για την ύπαρξη κάθε κοινωνικής και ηθικής αξίας. Δεν μπορούμε να έχουμε «ευρωπαϊκές αξίες» σε συνθήκες πολέμου. Ο πόλεμος έχει τους δικούς του κανόνες και τις δικές του αξίες. Η αποφυγή του πολέμου θα έπρεπε να είναι ο βασικός στόχος και η κρίσιμη αριστερή στρατηγική. Στις ιστορικές της ρίζες, η ΕΕ ήταν το σχέδιο κατά ενός πολέμου των μεγάλων δυνάμεων στην Ευρώπη. Οι τελευταίοι δύο πόλεμοι, με παγκόσμιες συνέπειες, αποδείχτηκαν ότι ήταν ο δρόμος προς την καταστροφή. Όμως το «ευρωπαϊκό σχέδιο», με την οικουμενικότητά του, δεν απέρριπτε στην πραγματικότητα τον ευρωκεντρισμό, ως εργαλείο για τη δυτική ηγεμονία. Από την άλλη πλευρά, είναι σαφώς αναγκαίο να βρεθεί ένας εύθραυστος συμβιβασμός μεταξύ της ποικιλομορφίας στον κόσμο και της ανάπτυξης φιλελεύθερων και κοινωνικά προοδευτικών αξιών στο εσωτερικό της ΕΕ.

    Η Μεγάλη Ύφεση των ετών 2007-2009 ήταν μια τυπική καπιταλιστική κρίση, που όμως συνέβαλε στην κρίση της Δύσης και της ΕΕ. Πρόκειται για μια δομική κρίση βέβαια και όχι απλώς για μια κρίση ηγεμονίας. Πρόσφατα, με την ενίσχυση της λαϊκιστικής έξαρσης στην ΕΕ (και στις ΗΠΑ), η συζήτηση επικεντρώθηκε περισσότερο στον τρόπο επίτευξης της κοινωνικής συνοχής. Τι λέμε όμως για την ειρήνη και την αρχιτεκτονική της ασφάλειας χωρίς αποκλεισμούς; Η ασφάλεια είναι ένα δίκτυο ασυμμετρικών σχέσεων και αλληλεξαρτήσεων. Είναι σχεδόν αδύνατο να επιβάλουμε ή να έχουμε πρόσβαση στην ειρήνη εις βάρος κάποιου τρίτου και μετά να περιμένουμε ότι δεν θα υπάρξουν συνέπειες. Είναι ακόμα πιο αφελές ή αλαζονικό να θεωρούμε ότι αυτές οι συνέπειες ευθύνονται για την αποτυχία πρόσβασης σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Ο ισχυρισμός ότι το ΝΑΤΟ που καθοδηγείται από τις ΗΠΑ δεν είναι η αιτία αλλά η προστασία κατά της ανασφάλειας στην Ευρώπη είναι δημαγωγικός.

    Η Ευρώπη, ως υπο-ήπειρος της Ευρασίας, χρειάζεται ένα νέο παράδειγμα ασφάλειας, το οποίο να είναι περιεκτικό και όχι αυστηρά αποκλειστικό, βασισμένο στην κανονιστική ισχύ μιας εξασθενημένης Δύσης-αν μείνεις όπως είσαι θα παραμείνεις έξω από την Ευρώπη, όπως «ο Αννίβας προ των πυλών»,  «HannibalantePortas». Η Δυτική Ευρώπη (ο ατλαντικός πυρήνας της ΕΕ) χρειάζεται να σταθμίσει προσεκτικά τη δική της ιστορική κατάσταση με τις νέες μετακινήσεις σε παγκόσμια κλίμακα και την άνοδο της Ασίας, εξετάζοντας πώς να προσαρμοστεί σε έναν υβριδιακό κόσμο. Η Ρωσία δεν είναι μια χώρα ανάμεσα στις άλλες, που η μόνη διαφορά της είναι ότι βρίσκεται σε άμεση (όχι μόνο γεωγραφικη) εγγύτητα. Με όρους στρατιωτικής δύναμης, εξακολουθεί να είναι ένας ισχυρός παίκτης στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

    Όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν είναι δυνατόν να εξετάσει κανείς προσεκτικά το ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας με όρους ιδεολογικής συγγένειας, όπως π.χ. η φιλελεύθερη Ευρώπη και η φιλελεύθερη Ρωσία. Η Ευρώπη της ΕΕ πρέπει να καταλάβει ότι η, τόσο πολιτικά όσο και πολιτιστικά υβριδική, Ρωσία θα είναι ο εταίρος της. Πρέπει να ανακαλύψει την πραγματική αξία της Realpolitik, ως εργαλείο επίτευξης φιλελεύθερων (όχι νεοφιλελεύθερων) στόχων, συμπεριλαμβανομένης μιας ισορροπίας σε ένα σύνθετο κόσμο που δεν περιστρέφεται γύρω από οικουμενικά αποδεκτές δυτικές αξίες.[12] Η Ρωσία εξετάζει με προσοχή τη δική της ασφάλεια με κλασικούς όρους και ενεργεί σαν μεγάλη (αν και περιφερειακή) δύναμη με πραγματιστικές προσεγγίσεις. Εξετάζει ικανότητες όχι προθέσεις, ενώ η πολιτική της ΕΕ βασίζεται ολοκληρωτικά στις καλές προθέσεις που συνδέονται με την ισχυρή αναπαράσταση της «δίκαιης» και φιλελεύθερης «Ευρώπης». Το παράδοξο είναι ότι η σύγκρουση με τη Ρωσία δεν ισχυροποίησε την ΕΕ.

    Αν η ΕΕ θέλει να είναι ένας υπολογίσιμος παγκόσμιος παίκτης και όχι ένα παγκόσμιο αντικείμενο, δεν μπορεί να συνεχίζει την στρατηγική της ευρωκεντρικής κυριαρχίας. Το βάδισμα σε ένα ευρωκεντρικό μονοπάτι, σε άμεση συμμαχία με τον καταστροφικό νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, δεν είναι ο τρόπος να εξασφαλίσει το μέλλον της. Αντίθετα, είναι ένας τρόπος να συνεχίσει να εξασθενεί στο εσωτερικό της και να σπέρνει συγκρούσεις και πόλεμο. Το τέλος της διαμάχης με τη Ρωσία θα μπορούσε να είναι η αρχή της μεταρρύθμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να την κάνει πιο ανοιχτή  στη δική της ηπειρωτική πολυμορφία, υπερβαίνοντας τα αυτοκρατορικά σύνορα που ακόμα διαιρούν την Ευρώπη, όχι μόνο σε συμβολικό επίπεδο.

    Υπάρχουν, βέβαια, πολλοί περιορισμοί. Η ριζοσπαστική αριστερά υποεκπροσωπείται στις πρόσφατες μεταδημοκρατίες και μόνο με μεγάλη δυσκολία μπορεί να προωθήσει μια νέα ατζέντα στις διεθνείς σχέσεις. Πρέπει, όμως, να συνεχίσουμε την προσπάθεια δημόσιας συζήτησης αναδεικνύοντας νέα θέματα, όπως ο εκδημοκρατισμός της εξωτερικής πολιτικής, προωθώντας τον διάλογο μεταξύ χωρών που έχουν πολιτισμικές και άλλες διαφορές, αλλά και μελετώντας και προβάλλοντας την δημιουργία μιας νέας δικαιότερης παγκόσμιας τάξης, με στόχο να επηρεάσουμε την κοινή γνώμη.

    Πρέπει, όμως, να είμαστε ρεαλιστές και όχι ιδεαλιστές. Τα όρια μπαίνουν από τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ευρώπη, την στρατιωτική τους κυριαρχία και την εξάρτηση της ΕΕ από την Ουάσινγκτον. Οι ΗΠΑ είναι σαφώς το πιο ισχυρό κράτος στον κόσμο από πλευράς στατιωτικής ικανότητας και η διακυβέρνηση Τραμπ δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένη να περιορίσει την ηγεμονική τους θέση. Εκπροσωπεί, μάλλον, μια πολιτική που ανιχνεύει τον επαναπροσδιορισμό των υψηλών στρατιωτικών δαπανών οι οποίες είναι απαραίτητες για την διατήρηση της αμερικανικής ηγεμονίας, με την ανάθεση ενός μέρους τους σε τρίτους.

    Από την άλλη πλευρά, πρέπει να βλέπουμε τη Ρωσία ως μια πραγματιστική μεγάλη δύναμη με πολλές εσωτερικές αδυναμίες και μια δύναμη που είναι ένα σύνθετο μέρος του FinisEuropae. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει λόγος να την υποτιμούμε, αλλά ότι πρέπει επίσης να κατανοήσουμε πως το κέντρο βάρους της ισχύος μετακινείται προς την Ανατολή και εκτός Ευρώπης. Μέχρι τώρα, λόγω της πρόσφατης σύγκρουσης με τη Δύση, η Ρωσία στρέφεται προς την Κίνα. Είναι αυτό στρατηγικά επωφελές για την ΕΕ;

    Οικοδομώντας την ευρωπαϊκή ασφάλεια πέραν του ΝΑΤΟ είναι μια πιο περίπλοκη διαδικασία, που περιλαμβάνει όχι μόνο στρατηγική, αλλά και κλασική διπλωματία. Περιλαμβάνει συμφωνίες βασισμένες στον συμβιβασμό με τις ΗΠΑ αριστερά και τη Ρωσία δεξιά. Αυτό σημαίνει  ότι οι ΗΠΑ δεν μπορεί να μείνουν απ’ έξω. Παρά ταύτα, μια νέα περιεκτική αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη, χωρίς το ΝΑΤΟ. είναι ο μόνος πραγματικός τρόπος επανεκκίνησης και αλλαγής των σχέσεων με τη Ρωσία στην κοινή μας ήπειρο. Στην πραγματικότητα, αυτό το θέμα είναι το σημείο-κλειδί μιας ατζέντας ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης της ΕΕ. Και φοβάμαι ότι η ΕΕ δεν έχει πολλές άλλες επιλογές. Ή θα μεταρρυθμιστεί ή θα εξαφανιστεί.

     

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο και σε PDFστα δεξιά.


    Σημειώσεις:

    1. Βλ. για παράδειγμα: Martin Malia, Russia under Western Eyes: From the Bronze Horseman to the Lenin Mausoleum, Belnap Press: Harvard 2000; Paul Sanders, Under Western Eyes. How meta-narrative shapes our perception of Russia – and why it is time for a qualitative shift, http://www.iwm.at/transit/transit-online/under-western-eyes/.

    2. Βλ. για παράδειγμα: Dmitri Trenin, Should We Fear Russia?, Polity Press: London 2016.

    3. Reuters, Bracing for Russian military exercise, Lithuania puts up a border fence, 5 June 2017, http://www.reuters.com/article/us-lithuania-russia-fence-idUSKBN18W237; Business Insider: A nation bordering Russia is building a fence along a third of its border, 16 Dec. 2015, http://www.businessinsider.com/latvia-border-fence-russia-2015-12.

    4. József Böröcz, ‘Goodness is Elsewhere: The Rule of European Difference’, Comparative Studies in Society and History, pp. 110-138, 2006. Available at SSRN: https://ssrn.com/abstract=1082435

    5. Richard Sakwa, ‘The death of Europe? Continental fates after Ukraine’, International Affairs 91: 3/2015, pp. 553-579.

    6. John J. Mearsheimer: The Tragedy of Great Powers Politics, W.W. Norton & Company: New York/London 2013.

    7. Compare with Andrei P. Tsygankov, Russophobia. Anti-Russian Lobby and American Foreign Policy, Macmillan: New York 2009.

    8. Jeff D. Colgan/Robert O. Keohane, ‘The Liberal Order Is Rigged. Fix It Now or Watch It Whither’, Foreign Affairs vol. 96, no. 3 May/June 2017, online: https://www.foreignaffairs.com/articles/world/2017-04-17/liberal-order-rigged

    9. Reuters, U.S., partners plan European military exercise with 25,000 troops, http://www.reuters.com/article/us-usa-military-europe-idUSKBN18Y23Q

    10. For general understanding: Robert Jervis, ‘Cooperation Under the Security Dilemma’, World Politics, vol. 30, no. 2, 1978, pp. 167–214, online: www.jstor.org/stable/2009958.

    11. See Andrea Komlosy, ‘Prospects of Decline and Hegemonic Shifts for the West’, Journal of World-Systems Research, vol. 22, no. 2, 2016, pp. 463-483.

    12. John Bew, Realpolitik. A History. Oxford University Press: London/New York 2016.