• Ευρωπαϊκή Οικονομία και Κοινωνία: Τριμηνιαία έκδοση 4/2014
  • Ευρώπη: Μια ήπειρος μεταξύ στασιμότητας και γεωπολιτικής καμπής.

  • Γιόακιμ Μπίσοφ | 08 Oct 14 | Posted under: Contemporary Capitalism
  • Αυτή είναι η πρώτη σειρά από μια νέα τρίμηνη έκδοση του δικτύου transform! Παρουσιάζουνται τα βασικά σημεία στις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις στην Ευρώπη και στην ανάδειξη των νέων αντιφάσεων που προκαλούνται από αυτές τις εξελίξεις σε ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο. Κατεβάστε το pdf.

    Τον Ιούνιο του 2014, η Παγκόσμια Τράπεζα μείωσε την πρόγνωση της για την παγκόσμια ανάπτυξη από 3,2% σε 2,8%, και για τις ΗΠΑ και την αμερικανική ανάπτυξη από 2,8% σε 2,1%. Μετά από μια περίοδο οικονομικής ύφεσης κατά το πρώτο τρίμηνο, το ΔΝΤ αναμένει ότι η ανάπτυξη των ΗΠΑ θα αυξηθεί μόνο κατά 1,7% το τρέχον έτους, αν και η αρχική αύξηση αναμένονταν στο 2%. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι μπορεί πράγματι να υπάρξει συζήτηση για μια παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη. Επιπλέον, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η ΕΕ έχουν εύθραυστους ρυθμούς ανάπτυξης που δείχνουν ότι όλες οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ακλουθούν το ιαπωνικό μοντέλο: λόγω της συνεχούς τάσης τους να μειώσουν το χρέος τους, δεν είναι σε θέση να βγουν από μια περίοδο στασιμότητας που χαρακτηρίζεται από τον αποπληθωρισμό. Αλλά τι σημαίνει στασιμότητα ή ακόμη και συρρίκνωση; Δεδομένου ότι οι πολιτικές ελίτ συνεχίζουν να υπερασπίζονται πεισματικά την υπάρχουσα κατανομή του πλούτου και της ισχύος, το αποτέλεσμα είναι ένα συνεχώς διευρυνόμενο κοινωνικό χάσμα.

    Τα δεδομένα:

    Πρώτον: Η αμερικανική ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι υποτονική. Σύμφωνα με το Μπεζ Βιβλίο, μια έκθεση για την οικονομία που δημοσιεύθηκε από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, δείχνει ότι η αργή διαδικασία ανάκαμψης της οικονομίας των ΗΠΑ συνεχίστηκε και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Η οικονομία έχει αναπτυχθεί σε όλες τις περιοχές της χώρας. Οι κυριότερες ήταν δαπάνες στο πλαίσιο του τουρισμού, της αυτοκινητοβιομηχανίας και του λιανικού εμπορίου. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θεώρησε τον ρυθμό ανάπτυξης «αργό έως μέτριο». Επίσης η έκθεση αναφέρει ότι , η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί σε όλες τις περιοχές της χώρας. Για τον τομέα της στέγασης, η έκθεση παρουσιάζει μια μεικτή εικόνα – αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ΔΝΤ περιόρισε , για μια ακόμη φορά, την πρόγνωση του για το ρυθμό ανάπτυξης των ΗΠΑ.

    Για την αμερικάνικη ανάπτυξη, οι μελλοντικές πολιτικές της FederalReserve είναι ζωτικής σημασίας. Όσον αφορά τα χαμηλά επίπεδα των τιμών και τη μείωση της ανεργίας, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ επανακτά κρατικά ομόλογα και χρεόγραφα μέσω επενδύσεων σε ακίνητα. Επί του παρόντος, το τρίτο πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ (που περιλαμβάνει και υποθήκες) βρίσκεται σε τελικό στάδιο. Μόνο σε USD(δολάρια Αμερικής) έχουν αγοραστεί 15 δις κατά τις περιόδους των τακτικών συνεδριάσεων των αντιπροσώπων της Federal Reserve. Στο επόμενο συνέδριο –για νομισματικά ζητήματα-της διευθύνουσας επιτροπής της FED, το ποσό αυτό θα μειωθεί περαιτέρω σε 5 δις δολάρια και αυτό γιατί θα πρέπει να έχουν συγκεντρωθεί στο ακέραιο το αργότερο έως το συνέδριο του Οκτωβρίου.



    Ειδικότερα, οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας των ΗΠΑ (η οποία είναι ισχυρή ) πρέπει να έχει δώσει εδώ και πολύ καιρό το έναυσμα για μια απάντηση από τη FED για τα επιτόκια, δεδομένου ότι το εθνικό ποσοστό ανεργίας έχει μειωθεί στο 6,2% και είναι κατά συνέπεια, αρκετά κάτω από το στόχο του 6,5 % που ορίζεται ως «ζωτικής σημασίας» από τον Μπερνάνκ, το πρώην αφεντικό της FED.

    Ωστόσο, εδώ και αρκετό καιρό τώρα δομή της αγοράς εργασίας των ΗΠΑ υπήρξε τέτοια που δεν μπορεί να υπάρξει συζήτηση για βελτίωση της αγοράς εργασίας στις ΗΠΑ. Ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων και οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης παραμένει πολύ υψηλός. Το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό μειώνεται σταθερά από το 2000 και μειώθηκε απότομα μετά την τελευταία ύφεση. Πριν κορυφώθηκε στο γύρισμα της χιλιετίας, το ποσοστό συμμετοχής είχε αρχίσει να αυξάνεται σταθερά.

    Πίνακας 1:ποσοστό της μακροχρόνιας ανεργίας στις ΗΠΑ

    Πηγή:USBureauforLaborStatistics / NZZ.ch Περίοδος της ανεργίας> 27 εβδομάδων







    Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών, το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας έχει, ισορροπήσει κάτω από το 63%. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό εξακολουθεί να είναι 3% κάτω από το επίπεδο που σημειώθηκε κατά την αρχή της ύφεσης. Στην πραγματικότητα, από καιρό αναμένεται ότι το ποσοστό αυτό θα αρχίσει να αυξάνεται και πάλι μαζί με την έναρξη της οικονομικής ανάκαμψης (με την ύφεση στις ΗΠΑ έληξε επίσημα το 2009), όταν υπάρχει μια οικονομική ανάκαμψη, οι εργαζόμενοι που προηγουμένως είχαν απολυθεί είναι εκ νέου απασχολούμενοι και οι άνεργοι ενθαρρύνονται να αναζητήσουν εργασία.

    Απαντήσεις σχετικά με αυτό το ζήτημα δεν έχουν δοθεί και οι παράγοντες πίσω από τις αλλαγές στο ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού είναι τα θέματα που συζητιούνται έντονα στις ΗΠΑ. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς είναι και η πηγή πολλών διαφωνιών, διότι θα μπορούσε να είναι ένας δείκτης του χρονοδιαγράμματος και του πεδίου εφαρμογής της αύξησης των ομοσπονδιακών κεφαλαίων τα οποία αναμένεται να λάβει χώρα το 2015. Η αύξηση συμμετοχής του εργατικού δυναμικού ως μέτρο για την παροχή της εργασίας είναι αποφασιστικής σημασίας για το ρυθμό ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας, σε μεσοπρόθεσμη βάση. Επί του παρόντος, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η μέτρια ανάπτυξη θα διατηρηθεί και ότι αυτή η εύθραυστη κατάσταση συνεπάγεται τη συνέχιση της διστακτικής πολιτικής της FED.

    Δεύτερον: H ιαπωνική κυβέρνηση πρέπει να αποδεχτεί την αποτυχία της πολυδιαφημισμένης οικονομικής πολιτικής της(Abenomics). Ο ιάπωνας πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε είχε υποσχεθεί ότι θα δοθεί ώθηση στον πληθωρισμό και, ως εκ τούτου «θα λυθούν» τα προβλήματα της χώρας. Τα τελευταία οικονομικά στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν μια καταστροφή, με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που δείχνουν προς τον καταστροφικό αντίκτυπο της «Abenomics».

    Η ίδια η κυβέρνηση έχει ανακαλέσει τη πρόβλεψη της για ανάπτυξη. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του Άμπε , σύμφωνα με τους οποίους ο τομέας των εξαγωγών και ολόκληρη η οικονομία θα τονωθεί μέσω της απότομης υποτίμησης του γεν, το έλλειμμα του εξωτερικού εμπορίου αυξάνεται επειδή ιάπωνες πολίτες μπορούν να επενδύουν όλο και περισσότερο σε εισαγωγές ενέργειας. Υπάρχει μια σημαντική πτώση στις παραγγελιών για μηχανήματα. Η αύξηση του ΦΠΑ έχει προκαλέσει συρρίκνωση της ιαπωνικής οικονομίας στο ίδιο επίπεδο με την πτώση που παρατηρείται μετά από τον καταστροφικό τσουνάμι που έπληξε τη χώρα τον Μάρτιο του 2011. Το ΑΕΠ μειώθηκε κατά μέσο όρο του 6,8% για το τρέχον έτος οι οικονομολόγοι, ωστόσο, να περιμένουν ένα ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 3-5% για το τρέχον τρίτο τρίμηνο. Η κατανάλωση θα μπορούσε να τονωθεί, (κυρίως) στις μεγάλες επιχειρήσεις ,εάν καταβάλουν σημαντικά μπόνους στους υπαλλήλους τους. Επιπλέον, καθώς γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τις επιχειρήσεις να βρουν το εργατικό δυναμικό που χρειάζονται, οι ευκαιρίες για αύξηση των μισθών γίνει αρκετά πιθανές.



    Η Ιαπωνία έχει κολλήσει σε μια περίοδο αποπληθωρισμού, εδώ και 15 χρόνια, άρα και σε μια καθοδική πορεία των τιμών. Το φαινόμενο αυτό παραλύει την οικονομία, διότι οι καταναλωτές αγοράζουν λιγότερο με τη προσδοκία ότι οι τιμές θα μειωθούν περαιτέρω και οι εταιρείες θα αναβάλουν τις επενδύσεις. Οι προσπάθειες για να βγουν από αυτό το σπιράλ έχουν αποτύχει και οι πόροι για περαιτέρω οικονομικά πειράματα είναι περιορισμένοι. Η Ιαπωνία έχει ήδη το υψηλότερο ποσοστό εθνικό χρέος στον κόσμο, το οποίο ανέρχεται σε 240% του ιαπωνικού ΑΕΠ.





    Πίνακας 2: Η οικονομική ανάπτυξη της Ιαπωνίας



    Τρίτον: Με ρυθμό ανάπτυξης στο 7,4% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2014, η κινεζική οικονομία, και το υπουργικό συμβούλιο , έχουν σχεδιάσει μια πορεία προς την ανάπτυξη, αλλά δεν αποτράπηκε η απειλή μιας μακροχρόνιας επιβράδυνσης της δυναμικής του κεφαλαίου. Ξεχωριστά από τα εσωτερικά κοινωνικά προβλήματα της Κίνας, είναι βέβαιο ότι η Κίνα χάνει σιγά-σιγά τη θέση της κινητήριας δύναμης για στη παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.

    Τέταρτον: Επιπλέον, τα δεδομένα που προέρχονται από την ΕΕ και την Ευρωζώνη είναι εξίσου μέτρια. Σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, το ΑΕΠ της ευρωζώνης παρέμεινε στάσιμο το δεύτερο τρίμηνο μετά από ένα απογοητευτικό ρυθμό ανάπτυξης κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών του τρέχοντος έτους. Για την ΕΕ των 28, μια μικρή αύξηση της τάξης του 0,2% που σημειώθηκε και αντιπροσωπεύει μια συστολή σε σύγκριση με την αύξηση κατά 0,3% παρατηρήθηκε το προηγούμενο τρίμηνο. Στη Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη χώρα της ευρωζώνης, ένας μηδενικός ρυθμός ανάπτυξης έδειξε μια απογοητευτική οικονομική ανάπτυξη. Υπό το φως των πρόσφατων οικονομικών δεδομένων, η γαλλική κυβέρνηση αισθάνθηκε υποχρεωμένη να μειώσει την πρόγνωση οικονομικής ανάπτυξης κατά το ήμισυ του γαλλικού ΑΕΠ που θα αυξηθεί μόνο κατά 0,5%. Οι προοπτικές για τη Γαλλία και για τη γειτονική χώρα Ιταλία είναι ακόμη πιο ζοφερές: έχουν κολλήσει σε μια ύφεση με ρυθμό συρρίκνωσης της τάξης του -0,2%. Η στασιμότητα της ανάπτυξης στην νομισματική ένωση περικλείει το κίνδυνο η περιοχή να διολισθήσει σε μια ακόμη περίοδο ύφεσης. Αυτή θα είναι η τρίτη φορά μέσα σε έξι χρόνια, μετά τη διπλή βουτιά ύφεσης, ίσως αντιμετωπίσουμε και μία τρίτη βουτιά.

    Πίνακας 3:οικονομικοί δείκτες



    Πέμπτον: σε αυτό, το έβδομο έτος μετά της οικονομική κρίσης, η Γερμανία εξακολουθεί να παλεύει με τη μεταβολή των οικονομικών δομών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη μιας ισχυρής, βιώσιμης ανάκαμψης ενώ η γερμανική οικονομία έχει επιβραδυνθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια του έτους. Το γερμανικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 0,2% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο.





    Τουλάχιστον οι βασικές οικονομίες αναμένεται να παρουσιάσουν μια ισχυρή ανάκαμψη που - λόγω της υπερβολικής ζήτησης – που θα οδηγήσει ακόμη και σε μείωση της οικονομικής δυνατότητας το 2015. Κοιτάζοντας πίσω στα τελευταία χρόνια, ο τρόπος που η οικονομία έχει αναπτυχθεί, δεν μπορεί να εξηγηθεί με καλά παγιωμένες οικονομικές θεωρίες, οι οποίες βασίζονται σε συνεχή κύκλο της οικονομικής άνθησης και κατάρρευσης. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έχει πλέον υπερεκτιμήσει το ρυθμό ανάπτυξης των ΗΠΑ για πέμπτη συνεχή χρονιά. Ωστόσο, η FED εξακολουθεί να εμμένει στις ελπίδες της για μια βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη στις αμερικανική οικονομία ώστε να επανέλθουν σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης (βλέπε πίνακα 3).

    Πίνακας 4: η ανάπτυξη στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη



    Από το 2007, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε μια συνεχή κατάσταση στασιμότητας. Η «στασιμότητα» συχνά-λανθασμένα – ορίζεται ως το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα κατά το οποίο μια οικονομία σχεδόν δεν αλλάζει. Η αλήθεια είναι ότι σε μια περίοδο στασιμότητας, μπορούμε να δούμε κάποιες μικρές αλλαγές, ο ρυθμός ανάπτυξης, όμως, είναι κάτω από την ιστορική τάση και θα παραμείνει σε αυτό το χαμηλό επίπεδο αν δεν εφαρμοστούν διαρθρωτικές αλλαγές. Η ΕΕ, ειδικότερα, δεν έχει καταφέρει να κάνει κάποια πρόοδο όσον αφορά την καταπολέμηση της κρίσης. Συνολικά, η οικονομική απόδοση παραμένει κάτω από τα επίπεδα πριν από τη κρίσης. Τα ποσοστά ανεργίας είναι απογοητευτικά υψηλά στις ευρωπαϊκές χώρες της κρίσης, και η ανταγωνιστικότητα των τελευταίων δεν έχει βελτιωθεί, παρά μόνο στις ευρέως εφαρμοζόμενες πολιτικές λιτότητας που ήλπιζαν να επιτύχουν αυτό το στόχο. Παρόλο που οι περισσότερες χώρες έχουν βιώσει μια σημαντική ρήξη στην οικονομική τάση όσον αφορά την εξέλιξη του κόστους εργασίας - που είναι ο προβλεπόμενος στόχος των πολιτικών ανταγωνισμού - αυτές οι αλλαγές στο κόστος εργασίας δεν είναι αρκετές για να ενισχυθεί η θέση των χωρών αυτών στη διεθνή αγορά(πίνακας 5).

    Πίνακας 5 : Ανάπτυξη του ονομαστικού κόστους εργασίας



    Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2014, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε στην ΕΕ και στην ευρωζώνη. Η ΕΕ των 28 σημείωσε αύξηση από 87,2% σε 88,0% του ΑΕΠ σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Το νόμισμα Ένωσης κατέγραψε αύξηση του χρέους από 92,7% σε 93,9%. Για άλλη μια φορά, η Ελλάδα καυχήθηκε για την υψηλότερη αναλογία δημόσιου χρέους (174,1% του ΑΕΠ της), ακολουθούμενη από την Ιταλία (135,6%), τη Πορτογαλία (132,9%), τη Κύπρος (112,2%) και το Βέλγιο (105,1%).



    Θα χρειαστεί λίγος χρόνος ακόμα έως ότου το εξωτερικό χρέος των χωρών της κρίσης επιστρέψει σε αυτό που-σε μεγάλο βαθμό θεωρείται ότι- είναι ένα «κανονικό» επίπεδο. Την ίδια στιγμή, οι επενδυτικές θέσεις των πλεονασματικών χωρών, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία συνεχώς βελτιώνονται. Ως εκ τούτου, οι ανισορροπίες συνεχίζονται και γι 'αυτό οι υποστηρικτές του ΔΝΤ ζητούν τόνωση της ζήτησης. Στην Ευρώπη, χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία έχουν απαιτήσει αναπροσανατολισμό των πολιτικών για μεγαλύτερη ανάπτυξη και ευελιξία.

    Έτσι, βρισκόμαστε αρκετά μακριά από μια οικονομική ανάκαμψη στην ευρωζώνη. Το Μάιο, παρατηρήθηκε ο μειωμένος ρυθμός παραγωγής των εταιριών κατά 1,1% σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα. Στη Πορτογαλία σημειώθηκε η ισχυρότερη πτώση (-3,6%), ενώ η Ολλανδία σημρείωσε το μεγαλύτερο ποσοστό αύξησης (1,1%). Στη Γερμανία, η παραγωγή ήταν κάτω από το 1,4%. Για το τρέχον έτος, το ΔΝΤ προβλέπει οικονομική ανάπτυξη 1,1%. Ο μέσος όρος βιομηχανικής παραγωγής της ΕΕ και της ευρωζώνης δεν έχει φτάσει ακόμα στο επίπεδο προ της κρίσης. Σε σύγκριση με τα δεδομένα των ΗΠΑ, οι εκκρεμότητες είναι ιδιαίτερα εμφανής (πίνακας 6).

    τομέας της παραγωγής (1998: 1 = 100)



    Ευρωζώνη-ΗΠΑ





    Έκρηξη στη Μεγάλη Βρετανία και δυσφορία στη Γαλλία και την Ιταλία.

    Το μεγάλο χάσμα που έχει ανοίξει μεταξύ των μεγάλων οικονομιών είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Με ταχείς ρυθμούς, η βρετανική οικονομία ξεπερνά κάθε χώρα της ευρωζώνης. Από τον Απρίλιο μέχρι και τον Ιούνιο αυξήθηκε κατά 0,8% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, το βρετανικό ΑΕΠ αυξήθηκε ακόμη και κατά 3,2%, που αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο της ανάπτυξης εδώ και έξι χρόνια.

    Οι αλλαγές στη βρετανική οικονομία άρχισαν να εμφανίζονται όταν ο τομέας των ακινήτων άρχισε να αλλάζει. Καθώς η Τράπεζα της Αγγλίας είχε το χαμηλότερο ποσοστό ενδιαφέροντος όλων των εποχών και δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών, προσέθεσε ένα άλλο μέτρο: το Μάρτιο του 2013 ανήγγειλε ένα πρόγραμμα τόνωσης της αγοράς κατοικιών. Έτσι κατέστη δυνατό για τους αγοραστές να αγοράσουν σπίτια με τιμή αγοράς μέχρι 750.000 ευρώ, ακόμη και αν τα περιουσιακά τους στοιχεία άγγιζαν μόλις 5% της τιμής αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι τα δημόσια κεφάλαια χρησιμοποιούνται ως υποθήκες και ασφάλεια για τους εγχώριους αγοραστές. Στους μήνες που πέρασαν μετά την ανακοίνωση του προγράμματος, οι τιμές των κατοικιών άλλαξαν σημαντικά και ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης αυξήθηκε. Επί του παρόντος, η χώρα βιώνει μια έκρηξη στις τιμές των ακινήτων, με τις τιμές στο Λονδίνο να αυξάνονται κατά 25% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

    Αυτός ο ισχυρός ρυθμός αύξησης καλύπτει τις αδυναμίες της βρετανικής οικονομίας. Μια ελπίδα για τη διαδικασία της οικονομικής επαναστάθμισης-συμπεριλαμβανομένων των περιοχών του διεθνούς εμπορίου - δεν ήρθε να περάσει. Άντ 'αυτού, η εκτίναξη των τιμών των κατοικιών έχουν προκαλέσει φόβους για μια νέα φούσκα των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και των εισοδημάτων των βρετανών εργαζομένων που εξακολουθούν να περιορίζονται από την υποτονική αύξηση των μισθών που δεν συμβαδίζουν με το επίπεδο του πληθωρισμού.

    Ως αποτέλεσμα των αποφάσεων που λαμβάνονται σε πολιτικό επίπεδο, ο βρετανικός οικονομικός κύκλος υπόκειται στις ίδιες δυνάμεις που οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή κρίση: το χρέος που χρηματοδοτείται από την κατανάλωση και την ανάπτυξη των ακινήτων και η παροχή επιδοτήσεων για στεγαστικά δάνεια, αντί των προσπαθειών για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών και ανισορροπιών. Η χώρα παραμένει εξαρτημένη από τον χρηματοπιστωτικό τομέα και η βιομηχανία εξακολουθεί να συνεισφέρει ένα πενιχρό 11% στη βρετανική οικονομική παραγωγή. Το ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών είναι αρνητικό τα τελευταία χρόνια και οι ανισορροπίες μεταξύ των περιφερειών έχουν ενταθεί. Παρ’όλο που έχουν δημιουργηθεί 1,4 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στον τομέα των επιχειρήσεων, αυτές βρίσκονται κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών. Η διαδικασία εξυγίανσης του προϋπολογισμού μόλις που προχωρά. Και αν το επικείμενο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας οδηγήσει στο «ναι», η βρετανική οικονομία θα τεθεί υπό ακόμη μεγαλύτερη πίεση.

    Ενώ η Μεγάλη Βρετανία βιώνει μια οικονομική άνθηση, παρ’όλο που δεν έχει λάβει κανένα μέτρο για την αντιμετώπιση των υποκείμενων προβλημάτων, η Γαλλία και η Ιταλία εξακολουθούν να χάνουν έδαφος. Και τα δύο κράτη μέλη της ΕΕ φαίνεται να κάνουν μικρή πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που εφάρμοσαν για θα δώσουν ώθηση στην παραγωγικότητα και την απασχόληση. Οι προβλέψεις της ανάπτυξης για την Ισπανία αυξήθηκαν στο 1,5%, ενώ στην Ιταλία αναμένεται να αυξηθεί κατά 0%.

    Δεδομένου του μεγέθους της ιταλικής οικονομίας και της κλίμακας του δημόσιου χρέους της, το οποίο ανέρχεται σε 133% του ΑΕΠ, η έλλειψη οικονομικής ανάπτυξης παραμένει η μεγαλύτερη ατομική απειλή για τη σταθερότητα της νομισματικής ένωσης. Ο ιταλός πρωθυπουργός, Ματέο Ρέντζι έχει χρησιμοποιήσει το πολιτικό του κεφάλαιο για να επιβάλλει αλλαγές στο φορολογικό καθεστώς που θα εξασφαλίσουν στην Ιταλία το δανεισμό περισσότερων χρημάτων με σκοπό μεγαλύτερες επενδύσεις. Οι δυσκολίες της Ιταλίας στην προσπάθειά της να ανακτήσει τα προ της κρίσης οικονομικά επίπεδα είναι ιδιαίτερα έντονες.

    Όταν ο Ρέντζι έγινε πρωθυπουργός το Φεβρουάριο του 2014 ανακοίνωσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα 100 ημερών για να αναζωογονήσει την οικονομία της χώρας. Από τότε έχει επιτύχει πολύ λίγα, και έχει επεκτείνει αυτό τον όριο σε 1.000 ημέρες. Η μόνη ουσιαστική μεταρρύθμιση που μπορεί να αναμένει φέτος η Ιταλία αφορά στο εκλογικό σύστημα και στη Γερουσία. Ενώ μια τέτοια μεταρρύθμιση έχει αναμφίβολα μεγάλη συμβολική αξία για την ιταλική πολιτική τάξη, έχει μικρή σημασία για την οικονομία της χώρας. Οι εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις της δημόσιας διοίκησης, το νομικό σύστημα, οι δημόσιες δαπάνες και η αγορά εργασίας έχουν ανακοινωθεί, αλλά λίγες λεπτομέρειες είναι γνωστές και δεν είναι σαφές χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γίνουν.

    Παράλληλα με την Ιταλία, η άλλη χώρα που βρίσκεται στη δίνη της οικονομικής είναι η Γαλλία. Εδώ, ο ιδιωτικός επιχειρηματικός τομέας συρρικνώθηκε τον Ιούνιο για δεύτερο συνεχή μήνα. Οι μεταποιητικές βιομηχανίες, καθώς και ο τομέας των υπηρεσιών, περιορίζονται, με τον αριθμό των παραγγελιών να πέφτει. Ο δείκτης της αγοράς (ο οποίος μετρά τη διάθεση μεταξύ των διευθυντικών στελεχών των μεγάλων εταιρειών που χρησιμοποιούν έρευνες) για τη γαλλική βιομηχανία ανέρχεται σε 47,8 (από 49,6 το Μάιο). Ο ίδιος δείκτης για τον κλάδο των υπηρεσιών βρίσκεται σήμερα σε 48,2 (από 49,1).

    Ως εκ τούτου, η ανεργία εξαπλώνεται και δεν υπάρχει σταθεροποίηση στον ορίζοντα. Επιφυλακτικές εκτιμήσεις προβλέπουν την καμπύλη να ισοπεδώνεται στο τέλος του 2014 το νωρίτερο. Μια πραγματική μείωση μπορεί να αναμένεται μόνο κατά το τέλος του 2015. Τον Απρίλιο του 2014 ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων στη Γαλλία είχε αυξηθεί κατά 0,4%, που αντιστοιχεί σε αύξηση της τάξης του 14.800 άτομα. Η κατάσταση τον Μάρτιο, όταν μόνο 1.600 νέοι άνεργοι είχαν εγγραφεί, έχει αποδειχθεί ότι είναι παραπλανητική. Ούτε καν η κυβέρνηση, η οποία, μετά από δύο χρόνια στην εξουσία, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σχεδόν ανυπέρβλητο χάος των θεμάτων, εξεπλάγη από αυτή την εξέλιξη. Μετά την πρώτη χρονιά της προεδρίας του Ολάντ στην εξουσία, μια οικονομική ανάκαμψη και μια αλλαγή προς το καλύτερο φαινόταν μια πιθανή προοπτική. Από τότε, ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 130.000.

    Η Γαλλία κινδυνεύει να εξοικειωθεί με τη μαζική ανεργία. Μέχρι το τέλος του Απριλίου του 4.986 μ άνθρωποι είχαν εγγραφεί σε κέντρα απασχόλησης. Με συνολικό πληθυσμό των 66 μ., συμπεριλαμβανομένων των γαλλικών υπερπόντιων εδαφών, ο συνολικός αριθμός των ανέργων ανέρχεται σε 5.286 μ. Είναι προφανές ότι η πλειοψηφία έχει επίσης έμμεσα επηρεαστεί από την κρίση στην αγορά εργασίας - μέσω οικογενειών τους, με τη μείωση του αριθμού των θέσεων για την είσοδο στην αγορά εργασίας , με δυσκολίες κατά την αλλαγή των θέσεων εργασίας, ο φόβος απώλειας της θέσης εργασίας κ.λπ.

    Αυτοί είναι και οι λόγοι πίσω από την εκτεταμένη κοινωνική αναταραχή. Με ένα ποσοστό ανεργίας των νέων στο 24% και ένα μεγάλο αριθμό των άλυτων θεμάτων στο εκπαιδευτικό σύστημα, πολλοί άνθρωποι είναι εξαιρετικά απαισιόδοξοι για το μέλλον. Τρέχοντα οικονομικά στοιχεία ολοένα και επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η Γαλλία δεν βρίσκεται στη διαδρομή προς τη μετατροπή της οικονομίας της.

    Η ανεργία στην ευρωζώνη έχει μειωθεί στο 11,6%. Έτσι, στις 18 χώρες της ευρωζώνης, περίπου 18,5 εκατ. γυναίκες και άνδρες ήταν άνεργοι το Μάιο. Τα ποσοστά ανεργίας στις χώρες του ευρώ είναι ουσιαστικά διαφορετικά. Όταν η Αυστρία μπορεί να υπερηφανεύεται για ένα ποσοστό ανεργίας της τάξης του 4,7%, στην Ισπανία βρίσκεται στο 25,1%. Η κατάσταση όσον αφορά την ανεργία των νέων έχει βελτιωθεί ελαφρώς: σταθεροποιήθηκε στο 23,4% τον Απρίλιο, μειώθηκε στο 23,3% το Μάιο.



    Η ΕΚΤ ως δημιουργός της οικονομικής πολιτικής

    Οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται από τις οικονομικές ελίτ έχουν καταστήσει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) την έσχατη λύση. Η ανακοίνωση πριν από δύο χρόνια ότι, αν είναι αναγκαίο, η ΕΚΤ να αγοράσει κρατικά ομόλογα από τις χώρες που έχουν πληγεί από την κρίση, έχει οδηγήσει την ΕΚΤ να έχει περισσότερα περιθώρια ελιγμών. Από τη μία πλευρά, οι τραπεζικές καταθέσεις στην ΕΚΤ έχουν συρρικνωθεί τα τελευταία χρόνια σε μόλις 17 δις ευρώ, που είναι ο αριθμός που δίνεται σήμερα (πίνακας 7). Από την άλλη, όλο και περισσότερες αμφιβολίες που εκφράστηκαν σχετικά με την πρόταση των άπληστων τραπεζών να κατηγορούνται μόνο για τη μείωση των όγκων πίστωσης. Επιπλέον, αυξάνεται συνεχώς η πιθανότητα ότι οι άνθρωποι και οι εταιρείες αποφεύγουν δάνεια υπέρ της εξόφληση του χρέους τους. Εξαιτίας της κλιμάκωσης της ανεργίας και της κεντρικής διαχείρισης των μέτρων λιτότητας η αγοραστική δύναμη μειώνεται σε πολλές χώρες. Γιατί θα πρέπει μια ιταλική, ισπανική ή πορτογαλική εταιρεία ή μέλος της μεσαίας τάξης να πάρουν ένα δάνειο, προκειμένου να επεκτείνει τις δραστηριότητές της ή του, εάν δεν υπάρχουν προοπτικές για την επέκταση των επιχειρήσεων;

    Στην πραγματικότητα, οι εκθέσεις από την Ισπανία και την Ιταλία δείχνουν ότι σήμερα η πλειονότητα των δανείων που δεν λαμβάνονται για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις, αλλά και να παράσχουν την επιβίωση της εταιρείας.

    Πίνακας 7:καταθέσεις της ΕΚΤ

    Τον Ιούνιο, ο Μάριο Ντράγκι εισήγαγε ένα defacto πακέτο οικονομικής ανάπτυξης μέσω της μείωσης των επιτοκίων. Αυτό περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, ένα αρνητικό επιτόκιο καταθέσεων και ειδικά μακροπρόθεσμα δάνεια προς τις τράπεζες. Με αυτό τον τρόπο, στοχεύει στην αντιμετώπιση των υψηλών ποσοστών ανεργίας στην ευρωζώνη, που είναι το αποτέλεσμα της περιόδου στασιμότητας που έχει η ΕΕ υποστεί τα τελευταία χρόνια. Η ΕΚΤ σήμερα είναι μάρτυρας μια περιόδου εξαιρετικά χαμηλού πληθωρισμού, αλλά δεν βλέπει τον κίνδυνο των αυξημένων αποπληθωριστικών πιέσεων εντός της ευρωζώνης (πίνακας 8). «Σύμφωνα με τις προβλέψεις μας, αυτή τη στιγμή δεν βλέπουμε αυξημένο ή αυθόρμητη κίνδυνο αποπληθωρισμού, όπως η αλλαγή των καταναλωτικών συνήθειων ή την αναβολή αγορών, επειδή εκτιμάται ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να μειώνονται», λέει ο Ιβ Μερς, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ. «Αυτό που βλέπουμε τώρα είναι ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα με πολύ χαμηλό πληθωρισμό. Και όπως ο χαμηλός πληθωρισμός σημαίνει αντιμετώπιση του αυξημένου κινδύνου που δεν έχει αριστερά αντανακλαστικά θα πρέπει η ευρωπαϊκή οικονομία για μια ακόμη φορά να υποστεί ένα απρόβλεπτο εξωτερικό σοκ».











    Πίνακας 8: πληθωρισμός

    Σε γενικές γραμμές, το ενιαίο νόμισμα που χρησιμοποιείται από 18 κράτη-μέλη της ΕΕ έχει πρόσφατα υπό πίεση και έχασε έδαφος σε σύγκριση με σχεδόν κάθε άλλο σχετικό νόμισμα. Η ΕΚΤ έχει ανοίξει τις πύλες για τη συνεχιζόμενη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, όχι μόνο επιτρέποντας αρνητικά επιτόκια και την εισαγωγή στοχοθετημένων μέτρων για τη βελτίωση της ρευστότητας τους όρους του δανείου για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και με τη λήψη προπαρασκευαστικών μέτρων για περαιτέρω ενέργειες. Σε γενικές γραμμές, το ενιαίο νόμισμα που χρησιμοποιείται από 18 κράτη-μέλη της ΕΕ έχει πρόσφατα υπό πίεση και έχασε έδαφος σε σύγκριση με σχεδόν κάθε άλλο σχετικό νόμισμα. Η ΕΚΤ έχει ανοίξει τις πύλες για τη συνεχιζόμενη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, όχι μόνο επιτρέποντας αρνητικά επιτόκια και την εισαγωγή στοχοθετημένων μέτρων για τη βελτίωση της ρευστότητας τους όρους του δανείου για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και με τη λήψη προπαρασκευαστικών μέτρων για περαιτέρω ενέργειες αντισυμβατικό.

    Οι αλλαγές σε σχέση με το προηγούμενο έτος, σε%



    Σε γενικές γραμμές, το ενιαίο νόμισμα που χρησιμοποιείται από τα 18 κράτη-μέλη της ΕΕ έχει πρόσφατα δέχθηκε πιέσεις και έχασε έδαφος σε σύγκριση με κάθε άλλο νόμισμα. Η ΕΚΤ ώθησε τη συνεχιζόμενη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, όχι μόνο επιτρέποντας αρνητικά επιτόκια και την εισαγωγή στοχοθετημένων μέτρων για τη βελτίωση της ρευστότητας στους όρους του δανείων για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και με τη λήψη προπαρασκευαστικών μέτρων για περαιτέρω αντισυμβατικές ενέργειες.



    Πρέπει να αναμένεται ότι η ΕΚΤ θα παραμείνει σιωπήρη , ενώ οι φόβοι για την κρίση χρέους παραμένουν συγκρατημένοι και ο οργανσιμό αναμένει τα αποτελέσματα της προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stresstests) για τις τράπεζες (που θα ανακοινωθούν στο τέλος του Οκτωβρίου). Η δοκιμασία αυτή αντί για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, μπορεί να περαιτέρω δυσπιστία. Περαιτέρω επεκτατικά βήματα θα είναι απαραίτητα, θα πρέπει οι αυξηθούν οι τιμές ενώ εξακολουθούν να βρίσκονται σε πτώση. Μία πτώση των προσδοκιών όσον αφορά τον πληθωρισμό μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη της υποτονικής ανάπτυξης της ευρωζώνης και αντιμετώπισης της περαιτέρω αύξησης της πίεσης του ευρώ. Φτάνοντας σε νέα ετήσια χαμηλά θα ανοίξει τις πόρτες για μεγαλύτερη υποτίμηση του ευρώ στο πλαίσιο της παρούσας αργής διαδικασίας στις συναλλαγματικές διακυμάνσεις.

    Για το λόγο αυτό, η ΕΚΤ μείωσε πρόσφατα κι άλλο το βασικό επιτόκιο και δημιούργησε ένα αρνητικό επιτόκιο καταθέσεων. Σύμφωνα με τον Ιβ Μέρτζ, τα επιτόκια θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα - πιθανόν μέχρι το τέλος του 2016 - όσο ο πληθωρισμός παραμένει σημαντικά χαμηλότερος από το ποσοστό-στόχο του 2%, το οποίο η ΕΚΤ ορίζεται ως δείκτη για τη σταθερότητα των τιμών. Μέτρα της ΕΚΤ διασφαλίζουν ότι οι τράπεζες απλόχερα παρέχουν δάνεια, αλλά τα πιστωτικά ιδρύματα δεν περνούν αυτά τα κεφάλαια στις εταιρείες. Επιπλέον, οι εταιρείες διστάζουν να παρέχουν φθηνά δάνεια για επενδύσεις που χρηματοδοτούν την επέκταση της κοινωνικής παραγωγής. Έτσι, το βασικό πρόβλημα είναι η ανεπαρκής ζήτηση και όχι το υψηλό επίπεδο χρέους καθώς και τα υψηλά επιτόκια για εξωτερική χρηματοδότηση.

    Έξι χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, ο όγκος των πιστώσεων που χορηγούνται σε αμερικανικές και ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένει σημαντικά κάτω από τα επίπεδα προ της κρίσης (πίνακας 9). Τον Ιούνιο, ο όγκος των πιστώσεων που παρείχαν οι τράπεζες των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 4,8% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. Πριν από το 2008, γίναμε μάρτυρες μιας μέσης ετήσια αύξησης 10%. Ο όγκος των πιστώσεων αυξήθηκε επίσης κατά 2,5% στην Ιαπωνία. Ωστόσο, ακόμη και πριν από την οικονομική κρίση οι ρυθμοί ανάπτυξης στην Ιαπωνία ήταν σημαντικά χαμηλότεροι από εκείνους των ΗΠΑ ή της Ευρώπης.















    Πίνακας 9: πιστωτική επέκταση

    σε% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος





    Η Ευρωζώνη παραμένει η μόνη περιοχή που δεν έχει ακόμη υιοθετήσει αυτή τη νέα τάση: κατά τον τελευταίο μήνα, οι τράπεζες έχουν χορηγήσει επιπλέον 2% λιγότερα δάνεια από ό, τι κατά το παρελθόν έτος. Το 2008, η πιστωτική επέκταση δεν κατέρρευσε, όπως συνέβη στις ΗΠΑ. Ωστόσο, πέρα από τη πηγή, ο όγκος των πιστώσεων άρχισε να αυξάνεται και πάλι στα μέσα του 2011, ενώ στην Ευρώπη βιώνουμε ακριβώς το αντίθετο. Εκτός από την ανεπαρκή ζήτηση μέσα στην κοινωνία, οι Ευρωπαίοι είχε διστακτικές αντιδράσεις προς την τραπεζική κρίση που ήταν η αιτία για αυτό το φαινόμενο. Ενώ τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στις ΗΠΑ αναγκάστηκαν να βάλουν τα ισοζύγιά τους, προκειμένου σχετικά γρήγορα, οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να βρίσκονται ακριβώς στη μέση αυτής της διαδικασίας. Οι χορηγίες σε επιχειρήσεις από τράπεζες πάσχουν από αυτή την πραγματικότητα.

    Μια στρατηγική επιλογή για τη νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή

    Η διαδικασία αναδιάρθρωσης του προσωπικού υψηλού επιπέδου της ΕΕ έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Ποιες δράσεις και σε ποιους τομείς πολιτικής θα πρέπει να αναμένουμε μέσα στους επόμενους μήνες;

    1. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι έχει θορυβηθεί από τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα των επιτοκίων των κρατικών ομολόγων εντός της ΕΕ, της ανεπαρκούς προσφοράς πιστώσεων (ιδίως για τα ΜΜΕ), και την συνεχιζόμενη πτώση του πληθωρισμού των τιμών σε 0,3%. Ακόμη ο Ντράγκι έχει λάβει επιτέλους υπόψη το γεγονός ότι η συνεχής εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας έχει επιβραδυνθεί την εύθραυστη διαδικασία ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ανησυχητικό βαθμό. Επίσης, υπογραμμίζει ότι δεν υποστηρίζουν μια απόκλιση από την εφαρμογή των πολιτικών εξυγίανσης και των διαρθρωτικών αλλαγών, αλλά ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε όπως πριν. Έτσι, θα βιώσουμε την περαιτέρω ανάπτυξη της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής.

    2. Η αντίφαση μεταξύ της σταθεροποίησης και την προώθησης της ανάπτυξης έχει διαμορφώσει πολιτική ρητορική τους τελευταίους μήνες. Επί του παρόντος, είναι η σειρά της Ιταλίας να αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. Ο ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντζι κάνει νέες προσπάθειες για να αναβιώσει μια πρωτοβουλία για την ανάπτυξη. Στις 6 Οκτωβρίου, θα καλέσει τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων των κρατών μελών της ΕΕ σε μια ειδική συνάντηση για την οικονομική ανάπτυξη στο εσωτερικό της ΕΕ. Ο Γάλλος πρόεδρος, Φρανσουά Ολάντ, επίσης έχει κάνει έκκληση για μεγαλύτερη δέσμευση για την ανάπτυξη στην Ευρώπη. Η πρόσφατη κυβερνητική κρίση στη Γαλλία έχει αυξήσει την πίεση για να παραδώσει τελικά αποτελέσματα. Ο Ολάντ κατήγγειλε την υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ και το χαμηλό ποσοστό πληθωρισμού εντός της νομισματικής ένωσης. Οι μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή «δεν θα είναι σε θέση να τεθούν σε ισχύ έως ότου κινητοποιηθεί η υπόλοιπη Ευρώπη», δήλωσε ο Ολάντ.

    3. Εκτός από την επιβολή της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ξεκινήσει επενδυτικά προγράμματα, προκειμένου να αναπτυχτούν οι δημόσιες υποδομές. Η μελλοντική Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει να ξεκινήσει ένα επενδυτικό πρόγραμμα 300 δισεκατομμυρίων ευρώ για τα επόμενα τρία χρόνια, που θα περιλαμβάνει την αύξηση κεφαλαίου (ΕΤΕΠ), στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η οποία ανήκει από τα κράτη μέλη της ΕΕ. Αυτό προφανώς έχει ήδη συμφωνηθεί από τις κυβερνήσεις και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες. Τα χρήματα θα χρησιμοποιηθούν κυρίως για υποδομές, όπως η επέκταση του ευρυζωνικού διαδικτύου και ενεργειακά δίκτυα, αλλά και για την εκπαίδευση, την έρευνα και την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης. Η Επιτροπή είναι επίσης πιθανόν να προσπαθήσει να ενισχύσει τη δυναμική των προγραμμάτων της ανεργίας των νέων.



    Αυτές οι προσεγγίσεις δεν αντιπροσωπεύουν μια αλλαγή πολιτικής. Ο συνδυασμός της λιτότητας και της νεοφιλελεύθερης διαρθρωτικής πολιτικής με λίγα ερεθίσματα ανάπτυξης δεν θα τελειώσει ούτε η περίοδος στασιμότητας στην ευρωπαϊκή οικονομία . Αυτή η φάση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω δημόσιων δανείων και επαρκών επενδύσεων. Είναι λογικό να διευκολυνθεί αυτό, μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, αλλά 300 δισεκατομμύρια ευρώ, όπως εγγράφονται στον προϋπολογισμό από τον Γιούνγκερ , προφανώς δεν είναι αρκετά. Με συνέπεια ακόμη υψηλότερα χρέη με στόχο την ενίσχυση ή την εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης ακούγονται ιδιαίτερα λογικά σε ένα περιβάλλον με χαμηλά πραγματικά επιτόκια. Παρόμοια επιχειρήματα μπορούν να προβληθούν σχετικά με τις δαπάνες για τη βελτίωση των οικολογικών δομών, καθώς και στον τομέα της εκπαίδευσης και της υγείας. Τα ευρωπαϊκά συνδικάτα εδώ και πολύ καιρό ζητάνε ένα πρόγραμμα για την αναδιοργάνωση των οικονομικών δομών σε μεσοπρόθεσμη βάση.





    Ένα γεωπολιτικό σημείο καμπής

    Στο σύνολό τους, οι χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση παρουσιάζουν μικρά σημάδια ανάκαμψης. Οι οικονομίες συμβαλλόμενες σε μικρότερο βαθμό (ή και καθόλου), και οι αγορές εργασίας έχουν επίσης σταθεροποιηθεί σε χαμηλά επίπεδα. Οι μεσοπρόθεσμες προσδοκίες για την παγκόσμια οικονομία παραμένουν περιορισμένες. Στο 7,4%, η οικονομική ανάπτυξη στην Κίνα κατά το δεύτερο τρίμηνο έχει αποδειχθεί ότι είναι πιο ισχυρή από ό, τι αναμενόταν, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Επιπλέον, οι νομισματικές πολιτικές με στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας παραμένουν άφθονα. Ωστόσο, εκτός από τα άλυτα διαρθρωτικά προβλήματα που αναφέρθηκαν ανωτέρω, πρόσθετες αβεβαιότητες που προέρχονται από τις διεθνείς συγκρούσεις αποτελούν απειλή για την οικονομία.

    Επί του παρόντος, η μεγαλύτερη απειλή για τη δυναμική του ευρωπαϊκού οικονομικού συστήματος είναι το εξωτερικό εμπόριο. Η κατάρριψη της πτήσης Malaysia Airlines Flight MH17 στην Ανατολική Ουκρανία, σκοτώνοντας τους 298 επιβαίνοντες, έχει ασκήσει μεγαλύτερη πίεση σε μια ήδη τεταμένη κατάσταση, με τον πόλεμο που διεξάγεται μεταξύ της ουκρανικής κυβέρνησης και φιλο-ρωσική αυτονομιστών στην περιοχή του Ντόνετσκ.

    Με την εφαρμογή των κυρώσεων, τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν επί του παρόντος την προώθηση των μαζικών αντιφάσεων και συγκρούσεων στις αγορές της Ρωσίας. Η οικονομική κατάσταση της Ρωσίας είναι ιδιαίτερα δύσκολη και δεν περιορίζεται στην αγορά αυτοκινήτων. Η ρωσική μεσαία τάξη συνεχίζει να πιστεύει από φόβο ότι ο πληθωρισμός θα αυξηθεί - ακόμη και σήμερα το ποσοστό πληθωρισμού ανέρχεται σε περισσότερο από 7%. Η στάση αυτή αντικατοπτρίζεται επίσης στην αύξηση της απόσυρσης των κεφαλαίων: κατά το πρώτο τρίμηνο του 2014 και μόνο, οι επιχειρήσεις και οι τράπεζες απέσυραν 70 δις δολάρια από τη χώρα.

    Οι κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας, ωστόσο, επηρεάζουν επίσης τις δυτικές οικονομίες, και αυτό περιλαμβάνει τις γερμανικές εξαγωγές. «Φέτος περιμένουμε μια πτώση 10% στις ρωσικές εξαγωγές», λέει ο Βόλκερ Τρίερ, ο επικεφαλής του εξωτερικού εμπορίου στην Ένωση Γερμανικών Επιμελητηρίων Βιομηχανίας και Εμπορίου (DIHK). «Έτσι, χάνουμε 4 δις ευρώ. Αυτή είναι μια απώλεια που θα μας επηρεάσει σημαντικά:. Περίπου 300.000 θέσεις εργασίας στη Γερμανία συνδέονται με επιχειρηματικές σχέσεις με τη Ρωσία. Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας θα έχει ως αποτέλεσμα σημαντικές απώλειες για τους Γερμανούς εξαγωγείς: κατά τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2014 είχαν κερδίσει σχεδόν 3 δις ευρώ λιγότερο από ό, τι την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους.

    Ο ρώσικος ρυθμός ανάπτυξης ήταν υπό πίεση για αρκετό καιρό. Το 2011, η τρίτη μεγαλύτερη αναδυόμενη αγορά εξακολουθεί να αυξάνεται κατά 4,3%, ενώ αυξήθηκε μόνο κατά 1,3% το 2013. Με την αλλαγή του αιώνα, η αύξηση του κόστους του πετρελαίου και υψηλές τιμές των εμπορευμάτων πυροδότησε μια έκρηξη της κατανάλωσης που προκάλεσε όλο και περισσότερες εγκαταστάσεις παραγωγής (που παρέμειναν αχρησιμοποίητες μετά την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος) που θα χρησιμοποιηθούν για την πλήρη δυναμικότητα. Επενδύσεις στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής ικανότητας, ωστόσο, ήταν χαμηλά. Για το 2014, οι ειδικοί αναμένουν το ρωσικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 0-1%. Εν μέρει λόγω της υποτονικής κίνησης στο ρούβλι, ο πληθωρισμός ανέρχεται σήμερα σε 7,5%. Η ανεργία είναι χαμηλή, αλλά έτσι είναι και η αύξηση των πραγματικών μισθών και των λιανικών πωλήσεων βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών. Ακόμη και οι επενδύσεις παγίου περιουσιακού στοιχείου μειώνεται και το πιστωτικό κόστος είναι υψηλό. Η Ρωσία υποφέρει από μια βαθιά διαρθρωτική κρίση. Εκτός από τις άμεσες συνέπειες της σύγκρουσης Ουκρανία, η ανασφάλεια που τροφοδοτείται από τις διεθνείς κυρώσεις εμποδίζει περαιτέρω την ικανότητα της χώρας να ξεπεράσει αυτήν την κρίση.

    Η ίδια η Ουκρανία βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση. Η οικονομία της χώρας δε πέτυχε καθόλου θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2012 και το 2013. Τώρα, με τις μάχες που μαίνονται στην ανατολική πλευρά της χώρας και με την απόσχιση της χερσονήσου της Κριμαίας από τη Ρωσία, ακόμη και κυβερνητικές πηγές αναμένουν μείωση του ΑΕΠ κατά 6,5% το 2014, και αύξηση του πληθωρισμού έως 19%. Στα τέλη Αυγούστου, η χώρα έλαβε ένα δεύτερο πακέτο ενισχύσεων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο σημαίνει ότι η χώρα έχει λάβει πλέον το συνολικό ποσό των 4,6 δις δολάρια από το ΔΝΤ. Από την αρχή του τρέχοντος έτους, το εθνικό νόμισμα, έχει υποτιμηθεί κατά τι περισσότερο από 60% σε σχέση με το δολάριο των ΗΠΑ. Οι εξαγωγές προς τη Ρωσία, ένα σημαντικό μέρος του εμπορικό ισοζυγίου για την Ουκρανία, έχει βιώσει ύφεση και πτώση κατά 24% μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου. Η παραγωγή στα βιομηχανικά κέντρα του Ντόνετσκ και Λούχανσκ , δύο ετοιμοπόλεμες περιοχές, που χρησιμοποιούνται για να αντιπροσωπεύουν το 16% του ΑΕΠ. Όσο αυτή η κατάσταση αυτή συνεχίζεται και η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να βρει το χρόνο ή τη βούληση να θεσπίσει τις βασικές μεταρρυθμίσεις - όσον αφορά τη διαφθορά και τη γραφειοκρατία, η Ουκρανία λέγεται ότι είναι «χειρότερα» από τη Ρωσία - η χώρα δεν θα αντιμετωπίσει μια βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη.

    Η Ρωσία είναι ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Γερμανίας και ένα από τα βασικά επενδυτικά κέντρα της στην Ανατολική Ευρώπη. Σε σύγκριση με άλλες οικονομικές περιφέρειες, η Ρωσία μπορεί να μην έχει κεντρικό ενδιαφέρον, αλλά αυτή κλιμάκωση των οικονομικών του πολέμου έχει καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.

    Η ΕΕ έχει επίσης να αντιμετωπίσει τη μαζική αστάθεια γύρω νότια σύνορά της, π.χ. τη Συρία, το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Η πολιτική αναταραχή στην Τουρκία έχει επίσης ενεργήσει ως εμπόδιο στις επενδύσεις. Η εικόνα είναι διαφορετική σε μακροπρόθεσμη βάση: ένοπλες συγκρούσεις στις ανατολικές και νότιες περιοχές της Μεσογείου έχουν προκαλέσει αυξημένη κίνηση των προσφύγων. Η πρόκληση της αντιμετώπισης των μεγάλων αριθμών μεταναστών έχει γίνει ένα ευαίσθητο πολιτικό ζήτημα, ιδιαίτερα στην Ελλάδα και την Ιταλία. Με τη συνθήκη Σένγκεν, οι χώρες στην ευρωπαϊκή περιφέρεια στην πραγματικότητα έγιναν υπεύθυνες για την αστυνόμευση των συνόρων της ΕΕ. Αφού περάσουν στις χώρες της περιφέρειας, οι μετανάστες τείνουν να μετακινηθούν γρήγορα για τον πλούσιο Βορρά.

    Ταυτόχρονα, αυτή η εισροή μεταναστών έχει γίνει ο κύριος στόχος για την δεξιά πτέρυγα, για τους ευρωσκεπτικιστές και τα ξενοφοβικά πολιτικά κόμματα. Η ΕΕ δεν εφαρμόζει την ίδια πολιτική κατά μήκος όλων των συνόρων της, έτσι κυρίως τα ασθενέστερα στοιχεία υποφέρουν από την αύξηση της επιβάρυνσης του καθήκοντος.

    Οι αστάθειες στην περιφέρεια της ΕΕ που μετακυλίονται στην κοινότητα, π.χ. οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή μπορεί να είναι ένα βάρος σε χώρες όπως η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία ή η Γερμανία, διότι προκαλούν σάλο στο πλαίσιο των αντίστοιχων μουσουλμανικών κοινότητων της κάθε χώρας. Ομοίως, οι ανατολικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με μεγάλες ρωσικές μειονότητες ανησυχούν για τις αποσταθεροποιητικές συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία.

    Οι συμφωνίες σύνδεσης που προσφέρει η ΕΕ στις γειτονικές της χώρες - π.χ. Τουρκία, Ουκρανία, Αρμενία, Γεωργία, Μολδαβία και Σερβία - έχουν μια σταθεροποιητική επίδραση για ορισμένο χρονικό διάστημα. Οι συνέπειες της κρίσης, ωστόσο, έχουν επίσης εκδηλωθεί και σε αυτές τις χώρες και οδήγησαν στην οικονομική και κοινωνική οπισθοδρόμηση και τις πολιτικές συνέπειες ,όπως μας έδειξε το ουκρανικό παράδειγμα. Έτσι, τα όρια αυτής της στρατηγικής έχουν επιτευχθεί.

    Για πρώτη φορά μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η επιδείνωση της αντιπαράθεσης μεταξύ του ΝΑΤΟ και των Ρωσικών ζωνών επιρροής ενέχουν τον κίνδυνο της ένοπλης σύγκρουσης στην Ευρώπη.

    Αυτά οι σωρευτικοί γεωπολιτικοί κίνδυνοι αποτελούν απειλή για την ευρωπαϊκή συνοχή και την οικονομική σταθερότητα της, που είναι εξίσου σοβαρή με την κρίση του ευρώ. Και η τελευταία περίπτωση , η λύση έγκειται σε μια συνεχή ολοκλήρωση της ΕΕ, η οποία, έχει ανάγκη ένα ταρακούνημα. Ωστόσο, μόνο και μόνο επειδή αυτό είναι απολύτως απαραίτητο δεν καθιστά ευκολότερο να επιτευχθεί.

    Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν ο μόνιμος σύντροφος του οικονομικού κύκλου. Μια δραματική επιδείνωση της κατάστασης στον τομέα της ενέργειας δεν θα πρέπει να αναμένεται, δεδομένου ότι η παγκόσμια κοινότητα προσπαθεί να αποφύγει με συνέπεια την τριβή στην παγκόσμια συνεργασία. Πέρα από αυτό, η οικονομική σταθεροποίηση στις ΗΠΑ και στις αναδυόμενες αγορές, καθώς και μια προσέγγιση υπέρ των επιχειρήσεων στις οικονομικές και νομισματική πολιτική της ευρωζώνης, παρέχουν μια σχετικά σταθερή συνολική διαμόρφωση, που θα διαρκέσει μέχρι το τέλος του έτους.



    Παρ 'όλα αυτά, πρέπει να δεχτούμε ότι η τρέχουσα περίοδος στασιμότητας θα συνεχιστεί ως αποτέλεσμα της απροθυμίας των υπευθύνων χάραξης πολιτικής να περάσουν διαρθρωτικές παρεμβάσεις. Αντί να κρατάτε σταθερή άποψη για πολιτικές λιτότητας και την ελπίδα για μια ταχεία συσσώρευση του κεφαλαίου, θα πρέπει να εισαχθεί μια επεκτατική πολιτική δημοσίων επενδύσεων, που να συνοδεύεται από αλλαγές στη συνήθη κατανομή του πλούτου και της εξουσίας (με στόχο την ενίσχυση της οικονομίας της ΕΕ), την αναδιάρθρωση του χρέους και συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Διαφορετικά, η μοίρα μας θα είναι μια χαμένη δεκαετία.